Legislator Case Law & Legislation
1901/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for failure to consider evidence due to procedural error.

Case Number 1901/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding their debt obligations. The appellants argued the lower court failed to consider specific financial documents proving their debts were not due to fraud but rather income reduction. The court rejected this claim as inadmissible because the appellants cited evidence rather than undisputed facts, and the appeal was filed under an incorrect legal provision not permitted for first-instance decisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the substantive assessment of evidence made by the First Instance Court, and appeals based on the non-consideration of evidence are inadmissible unless they concern undisputed facts.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility evidence assessment first instance judgment substantive review prohibition

Cited Legislation

AI generated
Article 560, paragraph 5, item b of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, item b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1901 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1901/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Η. και 2) Τ. συζ. Ι.Σ., το γένος Ν.Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστομένη Σκούλικα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)" και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (Δ.ΥΠ.Α.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ)", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … ..., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (...) και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 5ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 31-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 6η, 7η και 8η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-5-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 171/2014 και 172/2014) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, το 1ο και το 5ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9.4.2021 και με αρ. κατ. 9/9.4.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως των αιτούντων και ήδη αναιραισειόντων κατά της υπ' αριθμ. 9/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., ερήμην των δεύτερης, τρίτης, έκτης, έβδομης και όγδοης εκ των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "... Α.Ε.", "... Α.Ε.", "...", " Α.Ε." και "... Α.Ε.", και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023,ΑΠ 250/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 3759, 3761, 3763, 3767, 3754 και 3755/27.11.2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ...

Δ.Α., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 9.4.2021 (αριθμ. καταθ. 9/9.4.2021) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν με αριθμό 488/2021 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2.2.2024) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ.β' και 762 ΚΠολΔ), στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη, έβδομη και όγδοη εκ των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "...

Α.Ε.", "... Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "...", "... Α.Ε." και "... Α.Ε.", αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες αναγκαίες ομόδικοι των παρισταμένων πιστωτών των αναιρεσειόντων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης (5.6.2018), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες Ι. Σ. και Τ. συζ. Ι. Σ. άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... τις από 6.5.2014 (αριθ. έκθ. κατ. 171 και 172/6.5.2014) αιτήσεις , κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)", 2) της τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", 3) της τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", 4) της τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 5) του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" (Ο.Ε.Κ.), 6) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Ε." και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", με την οποία επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών οι αιτήσεις, ζήτησαν τη διευθέτηση αυτών (οφειλών τους) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των ανωτέρω πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που είχαν υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη τους, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010.

Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 9/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία απέρριψε αμφότερες τις αιτήσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν (έφεση), επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αιτήσεις των αναιρεσειόντων ασκήθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την 6.5.2014, πριν από την τροποποίησή του από την παρ. 4 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (19.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.

Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.

Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.

Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου, μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022).

Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ473/2023, ΑΠ 758/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-05-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, ενώ αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 981/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, οι ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ. απέρριψε τον προταθέντα εκ μέρους τους, με λόγο έφεσης, ισχυρισμό, περί αοριστίας της προβληθείσας πρωτοδίκως, εκ μέρους της τέταρτης των καθών, ενστάσεως δόλου και μετ' απόρριψη της εφέσεώς τους, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 9/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε τις αιτήσεις τους για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους καθών η αίτηση πιστωτές.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης, καθ' ό μέρος αφορά στην εν λόγω ένσταση, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως και παραδεκτά επανέφερε με τις προτάσεις της η εν τέταρτη αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ... δέχθηκε τα ακόλουθα: "............, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η 4η των εφεσιβλήτων πρότεινε την ένσταση περιέλευσης των εκκαλούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, ενώπιον του πρωτοβάθμιοι Δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο, αφού επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή της, τα εξής:

α) "Ο αιτών προέβη σε υπερδανεισμό από το 2010 και μετά, όταν δηλαδή είχε αρχίσει η οικονομική κρίση. Συγκεκριμένα, ο αιτών δανειδοτήθηκε από την Τράπεζα μου, στις 08-09-2010 (συνολική οφειλή σήμερα 57.565.05 ευρώ για την εξασφάλιση της οποίας ενεγράφη Γ' προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου τους ποσού 66.079 ευρώ), και στις 23-11-20210 με ποσό 16.771,17 ευρώ, δανειοδοτήθηκε από την ...

στις 17-09-2010 με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου του ποσού 55.224 ευρώ και δανειοδοτήθηκε και από την ... το 2010 με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου του ποσού 67.497,17 ευρώ. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο αΙτών και η σύζυγός του ως δημόσιοι υπάλληλοι είχαν σταθερά εισοδήματα, τα οποία εγνώριζαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αυξηθούν, αλλά μετά βεβαιότητας εν μέσω οικονομικής κρίσης θα μειώνονταν, οδηγεί στο συμπέρασμα της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής, η οποία συνίσταται στην εκ των προτέρων γνώση του περί αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων και αποδοχής αυτής της αδυναμίας..." (σελ. 3η), και β) "Περαιτέρω και αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι από τη μελέτη της φορολογικής δήλωσης που αφορά την αιτούσα για το οικονομικό έτος 2013 και το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα (σχετ. 5 και 6) προκύπτουν τα εξής σημαντικά στοιχεία που θα πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριό Σας και τα οποία καταδεικνύουν ότι η αντίδικος δεν έχει περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών: i) τα εισοδήματα αυτής για το οικονομικό έτος 2013 ανέρχονται σε 23.478,78 ευρώ, και του συζύγου της σε 27.210,91 ευρώ, και συνολικά σε 50.689,69 ευρώ, δηλαδή μηνιαίως σε 4.224,14 ευρώ, ii) υπάρχουν δαπάνες αγοράς αγαθών, οι οποίες δεν aναφέρονται στην ένδικη αίτηση εκ ποσού 12.800 ευρώ (οικ.

έτος 2013), iii) δηλώνονται τέσσερα αυτοκίνητα (οικ. έτος 2013). Άλλως κατά τα παραπάνω, εάν το Δικαστήριό σας κρίνει ότι η αιτούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, θα πρέπει να κρίνει ότι αυτή έχει περιέλθει σε αδυναμία με δόλο, με έντονη δηλαδή δική της υπαιτιότητα, καθότι αυτή έχει λάβει από έμενα αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και πρόνοια, δύο δάνεια για την κάλυψη στεγαστικών και καταναλωτικών της αναγκών και επιπλέον έχει λάβει και άλλα δεκαέξι στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια από άλλες τράπεζες, έχοντας όμως αυτή και ο σύζυγός της εισόδημα δύναται να ανταπεξέλθει στις ως άνω δανειακές υποχρεώσεις" (σελ. 7).

Με βάση τα προαναφερθέντα, ο 2ος λόγος της έφεσης, κατά το α' σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, καθόσον το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των εκκαλούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, αλλά κατόπιν αποδοχής σχετικής ένστασης που προβλήθηκε παραδεκτά από την 4η των εφεσιβλήτων, και ωφέλησε και τους λοιπούς εφεσιβλήτους, ενόψει του ότι, ..., οι εφεσίβλητοι τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής ομοδικίας...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων. Η ένσταση αυτή, της τέταρτης των καθών η αίτηση, ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη είναι ορισμένη καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει ότι ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσείων, συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου ύψους τραπεζικών προϊόντω, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές δυνατότητες του ιδίου και της συζύγου του, θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - οφειλετών.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα (του δόλου), που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι προαναφερόμενες διατάξεις, στερώντας την έτσι από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός με αυτό το περιεχόμενο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν εξειδικεύονται με αυτόν ποιά είναι τα περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται και παρέλειψε η προσβαλλόμενη να διαλάβει. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (9.4.2021), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013).

Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 20/2023, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 5 περ.

β' του ΚΠολΔ (και όχι 560 αρ. 8 όπως από παραδρομή αναφέρουν στο αναιρετήριο), αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα έγγραφα και δη τα εκκαθαριστικά σημειώματα ετών 2003 έως και 2018, τα σημειώματα συντάξεων πριν την οικονομική κρίση της Χώρας και μετά από αυτήν από τα οποία προκύπτει ότι η μη εξυπηρέτηση των οφειλών τους δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στη μείωση των εισοδημάτων τους.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να θεμελιωθεί λόγος από το άρθρο 560 αρ. 5 περ. β' του ΚΠολΔ, αλλά, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, λόγο δηλαδή από τον αριθμό 11 περ.

γ' του 559 ΚΠολΔ, μη προβλεπόμενο στους επιτρεπόμενους, κατ' άρθρο 560 του ΚΠολΔ, περιοριστικούς λόγους αναιρέσεως, στις υποθέσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω. Οι αναφερόμενες λοιπές αιτιάσεις του ιδίου λόγου αποτελούν επιχειρήματα που πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστικά εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1675/2023, ΑΠ 1190/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.4.2021 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 12/9.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο. Και,

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ