Legislator Case Law & Legislation
18/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's fact-finding and evidence evaluation.

Case Number 18/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor dispute judgment, ruling that the lower court's fact-finding was not subject to appellate review. The appellant argued the court accepted unproven claims regarding the respondent's office location without evidence, but the court found this argument inadmissible as it challenged the court's evaluation of facts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure: An appellate court cannot review the factual findings or the evaluation of evidence by the court of first instance, as these constitute the court's independent assessment of reality which is not subject to appeal.

Keywords

AI generated
appellate review of facts evaluation of evidence labor dispute procedure inadmissible appeal grounds court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 18 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 18/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Α.-Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Οικονόμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 52/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3597/2006 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-9-2006 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 124/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 3058/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-12-2017 αίτησή του και τους από 30-9-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-12-2017 (μ' αριθμ. κατ. 9157/881/2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3058/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την εν μέρει αναίρεση με τις υπ' αριθμ. 124/2011 και 331/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου της υπ' αριθμ. 3597/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατά το αναιρεθέν μέρος επί της από 31-3-2005 (υπ' αριθμ. εκθεσ. καταθ. 2938/4-4-2005) εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 59/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 27-12-2002 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 174331/4437/2002) αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 3-11-2017, όπως προκύπτει από το σχετικό σημείωμα της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ.

Δ. στο προσκομιζόμενο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά της απόφασης αυτής έλαβε χώρα στις 4-12-2017 (άρθρα 552, 553, 556§2, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-10-2019 και επίδοση στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημέρα (2-10-2019), όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζομένη υπ' αριθμ. 8897/2-10-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α.

Ν., για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3-12-2019 (άρθ. 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ), οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 17-3-2020 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στο δικόγραφο αυτών λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚπολΔ).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 27-12-2002 (υπ' αριθμ. καταθ. 174331/4437/2002) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε ότι, την 1-9-1970 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου, ως κάτοχος διπλώματος μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου, να απασχοληθεί με τη μελέτη, επίβλεψη και συντήρηση των κτιριακών της έργων.

Ότι στις 22-11-1988 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Τμήματος Συντήρησης του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α.) και στις 24-12-1996 προϊστάμενος του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων του Ι.Ε.Τ.Α., όπου παρέμεινε μέχρι την αποχώρησή του από την υπηρεσία, στις 7-9-1999. Ότι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του ανωτέρω διαστήματος, ασκούσε προσωρινά και τα καθήκοντα του προϊσταμένου του Τομέα Τύπωσης Κερμάτων και Συντήρησης, με συνέπεια να ασκεί επιπρόσθετα και την επόπτευση των εργασιών του Τμήματος Συντήρησης του Ι.Ε.Τ.Α.

Ότι έργο του Ιδρύματος αυτού, το οποίο, λόγω της φύσης των κατεργασιών των πρώτων υλών και των εφαρμοζόμενων παραγωγικών διαδικασιών, χαρακτηρίζεται ως χημική εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 1 του π.δ 274/1997, είναι η εκτύπωση τραπεζογραμματίων, λαχείων, τίτλων του Δημοσίου και λοιπών αξιών, καθώς και η τύπωση κερμάτων και μεταλλίων, οι δε συνθήκες εργασίας είναι ιδιαίτερα ανθυγιεινές, λόγω της χρήσης οργανικών διαλυτών, χρωμάτων, γαλβανοπλαστικής, της χημικής επεξεργασίας των απόνερων των χαλκογραφικών μηχανών, των αναθυμιάσεων και της καύσης των τραπεζογραμματίων.

Ότι, με την 77/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την …/..-11-1979 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αλλά και την Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ΟΤΟΕ -Τραπεζών του έτους 1984, η εφεσίβλητη -εναγόμενη υποχρεώθηκε να χορηγήσει: α) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, από 1-1-1984, σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού, σε όλους τους υπαλλήλους του Ι.Ε.Τ.Α που απασχολούνται, κατά κύριο λόγο, στους ορόφους όπου εκτελούνται οι κυρίως παραγωγικές διαδικασίες, οι οποίες προσδιορίζονται και β) πρόσθετη (πέραν της κανονικής) ετήσια άδεια, επίσης από 1-1-1984, επτά (7) εργασίμων ημερών, σε όλους τους υπαλλήλους που απασχολούνται για έξι (6) μήνες, μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες, ανεξάρτητα αν η απασχόληση αυτή είναι συνεχόμενη ή τμηματική.

Ότι, παρόλο που ο ίδιος απασχολείτο καθημερινά, επί πεντέμισι (5,5) και πλέον ώρες από το ημερήσιο ωράριο και, συνεπώς, κατά κύριο λόγο, στους ανθυγιεινούς χώρους του Ι.Ε.Τ.Α, η εφεσίβλητη -εναγόμενη αρνήθηκε να του χορηγήσει το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 15% επί του βασικού του μισθού, καταβάλλοντάς του το εν λόγω επίδομα σε ποσοστό 10%, καθώς και την πρόσθετη ετήσια άδεια των επτά (7) εργάσιμων ημερών, παρά τις συνεχείς προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη, με βάση τη σύμβαση εργασίας και κατ' εφαρμογή, επίσης, της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να του καταβάλει το ποσό των 8.391,08 ευρώ, που αντιστοιχεί αφενός, στις διαφορές αποδοχών των ετών 1997, 1998 και 1999, λόγω μη συνυπολογισμού του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 5% (15% - 10%) επί του αντίστοιχου βασικού μισθού, αφετέρου δε στις τακτικές αποδοχές των επτά (7) εργασίμων ημερών πρόσθετης αδείας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους διαφορά αποδοχών από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής της μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 59/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολό της. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων-αναιρεσείων άσκησε την από 31-3-2005 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. 2938/4-4-2005) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3597/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε επί της ουσίας, έγινε δεκτή η αγωγή στο σύνολο της και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.391,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν δύο (2) αιτήσεις αναιρέσεως και συγκεκριμένα: α) η από 28-9-2006 αίτηση αναίρεσης της εφεσίβλητης-εναγόμενης, με την οποία ζήτησε την αναίρεση της εφετειακής αποφάσεως στο σύνολο της και β) η από 26-9-2006 αίτηση του εκκαλούντος -ενάγοντος, με την οποία ζήτησε την αναίρεση της εφετειακής απόφασης μόνο κατά το μέρος που έκρινε ότι τόκοι οφείλονται από την επίδοση της αγωγής (και όχι από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου επιμέρους ποσού).

Επί των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι υπ' αριθμ. 124/2011 και 331/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Ειδικότερα, με την πρώτη από τις ως άνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος που δέχθηκε την προσαύξηση κατά ποσοστό 100% επί των αιτούμενων αποδοχών αδείας, ενώ με τη δεύτερη, αναιρέθηκε μόνο ως προς το περί τοκοδοσίας κεφάλαιο και κατά δικονομική αναγκαιότητα και ως προς εκείνο περί δικαστικών εξόδων.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη δεύτερη υπ' αριθμ. 331/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, το Εφετείο (με την υπ' αριθμ. 3597/2006 απόφασή του), με το να δεχθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, για διαφορές μηνιαίων μισθών, επιδομάτων ισολογισμού, εορτών και άδειας και αποδοχές πρόσθετης άδειας για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.8.1999 το συνολικό ποσό των 8.391,08 ευρώ, "με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία της εναγομένης, περί την ύπαρξη ή την έκταση της οφειλής", και όχι από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, χωρίς να αιτιολογεί, όμως, για ποιο λόγο εφαρμόζει ως προς την τοκοδοσία, τις διατάξεις των άρθρων 342 και 346 Α.Κ., ήτοι χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εύλογη αμφιβολία, που κατά την απόφαση, είχε η αναιρεσίβλητη, περί την καταβολή των εν λόγω οφειλών στον αναιρεσείοντα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αφού, με τις ελλιπείς αυτές παραδοχές, δεν καθίσταται εφικτό να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθά ή μη εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις.

Ακολούθως και μετά την εν μέρει αναίρεση της πιο πάνω υπ' αριθμ. 3597/2006 αποφάσεως, επανήλθε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο της παραπομπής, η ως άνω από 31-3-2005 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 59/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3058/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 59/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.115,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή, κατά μείζονα λόγο, από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν n καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, με συνέπεια αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του.

Έτσι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερόμενη συνέπειά της και όταν αυτός έχει δικαιολογημένη αμφιβολία για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (ΑΠ 137/2020, 331/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, στη σύμβαση εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Μισθός, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.

Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α' ΑΚ. (ΟλΑΠ 39/2002, ΑΠ 331/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3058/2017 απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, έκανε δεκτά τα ακόλουθα: Ότι με τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της υπ' αριθμ. 3597/2006 απόφασης, τα οποία ήδη έχουν καταστεί αμετάκλητα και δεσμεύουν αυτό, ως Δικαστήριο της παραπομπής, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ότι το Ίδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α) είναι μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα, η οποία λόγω της φύσεως των κατεργασιών των πρώτων υλών και των εφαρμοζόμενων τεχνικών και παραγωγικών διαδικασιών χαρακτηρίζεται ως χημική εγκατάσταση, με την έννοια του άρθρου 1 του π.δ 274/1997.

Ότι, κατόπιν της υπ' αριθμ. 77/1979 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών "περί χορηγήσεως επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας εις τινάς κατηγορίας εκ των εργαζομένων εις το Ίδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών της Τραπέζης της Ελλάδος", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17900/3-11-1979 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1028/7-11- 1979), η εφεσίβλητη Τράπεζα χορήγησε από τις 16-8-1977 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού, στους μισθωτούς του Ι.Ε.Τ.Α, οι οποίοι απασχολούνταν στους χώρους όπου εκτελούνται τύπωση κερμάτων στις χαλκογραφικές μηχανές και συναφείς εργασίες (εκτύπωση κυλίνδρων, ανάκτηση τριχλωροαιθυλενίου), όπως ειδικότερα προκύπτει από το .../...-12-1979 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας της Ελλάδος, με το οποίο ανακοινώθηκε στους υπαλλήλους της η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της στη Συνεδρία …/...-12-1979.

Ότι, σε εφαρμογή των οριζόμενων στο άρθρο 11 της Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ΟΤΟΕ - Τραπεζών από 17-5-1984 και αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης της εκεί προβλεπόμενης πρόσθετης ετήσιας άδειας, η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος στη Συνεδρία …/…-12-1984 προέβλεπε τα εξής:1.

Χορηγείται στους υπαλλήλους εκείνους που απασχολούνται για έξι (6) μήνες μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, ανεξάρτητα αν η απασχόληση αυτή είναι συνεχόμενη ή τμηματική, σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες (υπόγεια, χημικά, θόρυβοι) πρόσθετη ετήσια άδεια επτά (7) εργάσιμων ημερών, πέραν της κανονικής τους, από 1-1-1984, με την προϋπόθεση ότι την άδεια αυτή θα χρησιμοποιήσουν υποχρεωτικά μέσα στο χρονικό διάστημα, από 1 Νοεμβρίου μέχρι 31 Μαρτίου του επόμενου χρόνου... 2.

Από 1-1-1984 επεκτείνεται το δικαίωμα της πρόσθετης ετήσιας άδειας επτά (7) ημερών, πέραν της κανονικής τους, στους χειριστές Η/Υ, στις χειρίστριες εισαγωγής στοιχείων, στους τηλεφωνητές και στους καταμετρητές. Ότι, λόγω των ρυθμίσεων αυτών η εφεσίβλητη χορηγεί από 1-1-1984 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού καθώς και πρόσθετη ετήσια άδεια επτά (7) εργασίμων ημερών, πέραν της ετήσιας άδειας, σε όλους τους υπαλλήλους του Ι.Ε.Τ.Α που απασχολούνται, κατά κύριο λόγο, στον υπόγειο, ισόγειο και στον Α' όροφο του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α, δηλαδή στους ορόφους όπου εκτελούνται οι κυρίως παραγωγικές εργασίες (εκτύπωση τραπεζογραμματίων, λαχείων, τίτλων Δημοσίου και Αξιών, τύπωση κερμάτων, συσκευασία κλπ.), οι εργασίες προπαρασκευών και αποπεράτωσης, οι εργασίες καύσης τραπεζογραμματίων, συντήρησης κλπ., όπως αποδεικνύεται κυρίως από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ονομαστικές καταστάσεις των υπαλλήλων των τμημάτων του Ι.Ε.Κ.Α., των οποίων οι αρμοδιότητες έχουν άμεση σχέση με την κυρίως παραγωγική διαδικασία και συγκεκριμένα των Τμημάτων Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίου, Εκτύπωσης Λαχείων και Εντύπων Συντήρησης και Τύπωσης Κερμάτων.

Ότι, η απασχόληση καθημερινώς πλέον των 5.5 ωρών σε ανθυγιεινούς χώρους του Ι.Ε.Τ.Α συνεπάγεται τον ισχυρισμό της απασχόλησης αυτής ως κατά κύριο λόγο απασχόλησης στους χώρους αυτούς, όπως αποδεικνύεται κυρίως από το έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό 1944/10-4- 1990 καθώς και την πράξη του Διοικητή Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό 106/26-3- 1990.

Ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εκκαλών, Μηχανολόγος -Ηλεκτρολόγος του ΕΜΠ, προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη την 1-9-1970, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε απασχολήθηκε με τη μελέτη, επίβλεψη και συντήρηση κτηριακών έργων. Ότι, στις 22-11-1988, τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Τμήματος Συντήρησης του Ι.Ε.Τ.Α και στις 24-12-1996 προϊστάμενος του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων του Ι.Ε.Τ.Α, όπου παρέμεινε μέχρι την αποχώρηση του στις 7-9- 1999.

Ότι, με την 35/12-1-1 995 πράξη Διοικητή εγκρίθηκε - μεταξύ άλλων - η χορήγηση από 1-1-1995 επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 10% επί του βασικού τους μισθού, σε όλους τους εργαζόμενους του Ι.Ε.Τ.Α, οι οποίοι δεν ελάμβαναν μέχρι τότε ανθυγιεινό επίδομα και ότι έτσι, από 1-1-1995 χορηγήθηκε και στον εκκαλούντα το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 10%.

Ότι, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών από 22-11-1988, οπότε τοποθετήθηκε στο Ι.Ε.Τ.Α ως Προϊστάμενος Τμήματος Συντήρησης και στη συνέχεια από 24-12-1996, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων, μέχρι την ημερομηνία αποχώρησης του από την υπηρεσία, απασχολείτο καθημερινά κατά κύριο λόγο (δηλαδή κατά το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου και πλέον των 5,5 ωρών ημερησίως) στους ανθυγιεινούς χώρους του Ι.Ε.Τ.Α., όπως προκύπτει από τα παρακάτω:

Α) Από την ίδια τη φύση και το αντικείμενο της εργασίας του, τα ιδιαίτερα υπεύθυνα καθήκοντα του, όπως αυτά καθορίζονται από τις αρμοδιότητες των Τμημάτων Τύπωσης Κερμάτων και Συντήρησης, όπως αυτές προσδιορίζονται στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Ι.Ε.Τ.Α. Ότι η ιδιότητα του εκκαλούντος ως Προϊσταμένου Τμημάτων και το γεγονός ότι αυτός διέθετε δικό του γραφείο (όπως όλοι οι Προϊστάμενοι Τμημάτων) στο Β' όροφο του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α, στο οποίο δευτερευόντως, δηλαδή κατά πολύ μικρό μέρος του ωραρίου του, καθημερινά απασχολείτο και μόνο για τις αναγκαίες διοικητικές και επιτελικές εργασίες, δεν αποτελούσαν ειδικούς και σοβαρούς, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγους για την εξαίρεσή του από τη χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού) και της πρόσθετης ετήσιας άδειας επτά εργασίμων ημερών, αφού μοναδικό κριτήριο για τη χορήγηση των παροχών αυτών ήταν η καθημερινώς κατά κύριο λόγο απασχόληση του μισθωτού σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες.

Β) Από το γεγονός ότι όλοι οι υφιστάμενοι του, τεχνικοί υπάλληλοι των τμημάτων Συντήρησης και Τύπωσης Κερμάτων, απασχολούνταν σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες και για το λόγο αυτό ελάμβαναν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (σε ποσοστό 15%) και την πρόσθετη ετήσια άδεια. Ότι ο εκκαλών επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί προφορικώς και εγγράφως προς τη Διεύθυνση Ι.Ε.Τ.Α για τη μη χορήγηση των παραπάνω παροχών, όπως ιδίως προκύπτει από το από 19-11-1996-έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Ι.Ε.Τ.Α και το από 14-1-1997 ενημερωτικό σημείωμα του Προϊσταμένου του Τομέα Διοικητικών και Διαχειριστικών Υπηρεσιών του Ι.Ε.Τ.Α προς τη Διεύθυνση του Ι.Ε.Τ.Α και ότι, κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών έχει αξιώσεις κατά της εφεσίβλητης, α) για διαφορές επί των ακαθάριστων αποδοχών υπό την ευρεία έννοια (μηνιαίος μισθός, δώρα εορτών, επίδομα ισολογισμού, Επίδομα αδείας), υπολογιζόμενες σε ποσοστό 5% (διαφορά καταβλητέου επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 15% και καταβληθέντος σε ποσοστό 10%) επί του εκάστοτε βασικού μισθού που αντιστοιχεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, στον οποίο αναγνωρίστηκε τελεσίδικα ότι ο εκκαλών - ενάγων έπρεπε να έχει προαχθεί από 1-4-1995 και β) για ακαθάριστες τακτικές αποδοχές της μη χορηγηθείσας πρόσθετης ετήσιας άδειας επτά (7) εργασίμων ημερών, για καθένα από τα έτη 1997, 1998 και 1999".

Ότι με την υπ' αριθμ. 124/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της αίτησης αναιρέσεως που άσκησε η

εναγομένη, κρίθηκε ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της υπ' αριθμ. 3597/2006 απόφασης, το εκδόσαν αυτή Δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της 77/1979 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και του άρθρου 12 Ν. 1082/1980, έκρινε ότι ο εκκαλών - ενάγων δικαιούται το επίδομα (15%), υπολογίζοντας τη διαφορά αυτού (5%) επί του βαθμού του Υποδιευθυντή, στον οποίο αναγνωρίστηκε τελεσίδικα ότι έπρεπε να έχει προαχθεί από 1-4-1995, καθώς και ότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του όρου 11 της από 17-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της ΟΤΟΕ και των Τραπεζών και των άρθρων 2 και 3 του α..ν 539/1945, έκρινε ότι ο εκκαλών - ενάγων δικαιούται την πρόσθετη άδεια των επτά (7) εργασίμων ημερών, απορρίπτοντας τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης.

Ότι, με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, έκρινε ότι η προσαύξηση κατά 100% των αντίστοιχων αποδοχών των ημερών αδείας, ως είδος αστικής ποινής, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του α.ν 539/1945, αναφέρεται στη νόμιμη ετήσια (κανονική) άδεια αναψυχής των μισθωτών και όχι σε ειδικές άδειες πέραν και επιπλέον αυτής, όπως η πρόσθετη άδεια των επτά (7) ημερών των εργαζομένων σε ανθυγιεινούς χώρους.

Συνεχίζοντας το εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος προσλήφθηκε, την 1-9-1970, από την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", προκειμένου να απασχοληθεί με τη μελέτη, επίβλεψη και συντήρηση των κτηριακών της έργων, αποτελούσε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 7-9-1999, υψηλό στέλεχος της Τράπεζας, καθόσον έφερε το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α) και από 1-1-1999 έως την αποχώρηση του από την υπηρεσία, το βαθμό του Υποδιευθυντή.

Ότι, λόγω της θέσης του στην ιεραρχική βαθμίδα της Τράπεζας, η τελευταία του είχε διαθέσει χώρο γραφείου, όπως, άλλωστε, και στους λοιπούς προϊσταμένους, στο δεύτερο όροφο του κτηρίου, όπου στεγάζονταν αποκλειστικά οι διοικητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος, σε αντίθεση με τους ορόφους του υπογείου, του ισογείου και του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, στους οποίους εκτελούνταν, υπό ιδιαίτερα ανθυγιεινές συνθήκες, οι παραγωγικές εργασίες εκτύπωσης τραπεζογραμματίων, λαχείων, τίτλων Δημοσίου και αξιών και κοπής κερμάτων και μεταλλίων.

Ότι με την …/…-12-1979 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, σε εκτέλεση της 77/1979 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17900/3-11-1979 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η εφεσίβλητη εναγομένη χορήγησε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου στους απασχολούμενους στους ορόφους αυτούς (υπόγειο, ισόγειο και πρώτο), α) με την έκπλυση των κυλίνδρων των μηχανημάτων εκτύπωσης τραπεζογραμματίων, ανεξαρτήτως του χρόνου απασχόλησής τους, β) στους εργαζομένους στα χαλκογραφικά μηχανήματα, γ) στους εργαζόμενους στην αίθουσα ανάκτησης τριχλωροαιθυλενίου, καθώς και δ) στους εργαζόμενους στην αίθουσα τυπώσεων κερμάτων.

Ακολούθως, στα πλαίσια της από 17-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η εφεσίβλητη - εναγομένη, η τελευταία, από 1-1-1984, χορήγησε (α) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και ημερομισθίου, σε όλους τους υπαλλήλους, που απασχολούνται κατά κύριο λόγο, δηλαδή κατά το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου τους, στο υπόγειο, στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α, δηλαδή στους ορόφους που εκτελούνταν οι κυρίως παραγωγικές εργασίες (εκτύπωση τραπεζογραμματίων, Λαχείων, τίτλων Δημοσίου και αξιών, τύπωση κερμάτων, συσκευασία κλπ), οι εργασίες αποπεράτωσης (γαλβανοπλαστική, παρασκευή χρωμάτων, χημική επεξεργασία απόνερων χαλκογραφιών, μελανιών κλπ.) και οι εργασίες καύσης τραπεζογραμματίων, στους οποίους βρίσκονταν τα μηχανουργεία, τα ηλεκτρομηχανουργεία, υποσταθμός ΔΕΗ, τα συνεργεία επισκευών και συντήρησης και οι αποθήκες, καθώς και (β) πρόσθετη άδεια (πέραν της κανονικής) επτά εργάσιμων ημερών σε όλους τους υπαλλήλους που απασχολούνταν για έξι (6) μήνες μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, σε ανθυγιεινούς χώρους ή σε ανθυγιεινές εργασίες, ανεξάρτητα αν η απασχόληση αυτή είναι συνεχόμενη ή τμηματική.

Ότι από 1-1-1995, η εφεσίβλητη - εναγομένη χορήγησε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού, και στους διοικητικούς υπαλλήλους, συνεπώς και στον εκκαλούντα -ενάγοντα, τα γραφεία των οποίων βρίσκονταν στο δεύτερο και τελευταίο όροφο του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α, όχι όμως, την πρόσθετη άδεια των επτά (7) εργάσιμων ημερών.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έχει κριθεί αμετάκλητα πλέον ότι ο εκκαλών - ενάγων από 1-1-1997 έως 7-9-1999, δικαιούται, λόγω απασχόλησής του κατά το μεγαλύτερο μέρος του ημερήσιου ωραρίου του στους ανθυγιεινούς χώρους του υπογείου, του ισογείου και του πρώτου ορόφου του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α, τη διαφορά μεταξύ του καταβλητέου επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και του καταβληθέντος σε ποσοστό 10%, και επιπλέον, την πρόσθετη άδεια των επτά (7) εργάσιμων ημερών για καθένα από τα έτη 1997, 1998 και 1999.

Ακολούθως το εφετείο, προβαίνοντας σε υπολογισμούς με βάση τις ακαθάριστες αποδοχές του αναιρεσείοντος από τις οικείες ΣΣΕ ΟΤΟΕ -Τραπεζών, έκρινε ότι οι διαφορές που αυτός δικαιούται επί των ακαθάριστων αποδοχών υπό την ευρεία έννοια, υπολογιζόμενες σε ποσοστό 5% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του, καθώς και οι ακαθάριστες τακτικές αποδοχές της μη χορηγηθείσας πρόσθετης ετήσιας άδειας για καθένα από τα έτη 1997, 1998 και 1999, ανέρχονται στο συνολικό ποσό του 1.743.028 δραχμών και ήδη 5.115,27 ευρώ.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι η καθυστέρηση καταβολής των ανωτέρω διαφορών και αποδοχών μη χορήγησης πρόσθετης άδειας μετά την παρέλευση της εκτεθείσας στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη δήλη ημέρα καταβολής, οφείλεται σε αμφιβολία της εφεσίβλητης - εναγομένης περί της ύπαρξης της επίδικης απαίτησης.

Ότι η αμφιβολία αυτή αποδεικνύεται δικαιολογημένη, διότι η ιδιότητα του εκκαλούντος - ενάγοντος, που αποτελούσε υψηλό βαθμό στέλεχος της Τράπεζας και έφερε το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου και εν συνεχεία Υποδιευθυντή του Τομέα Τύπωσης Κερμάτων και Συντήρησης του Ι.Ε.Τ.Α., η τοποθέτηση του σε γραφείο του δευτέρου ορόφου του κτηρίου, άσχετου από τους χώρους διενέργειας των παραγωγικών διαδικασιών και η ανάθεση σε αυτόν διοικητικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, αποτελούν περιστατικά ικανά να δημιουργήσουν την εύλογη πεποίθηση στην εφεσίβλητη-εναγόμενη ότι ο εκκαλών-ενάγων δεν δικαιούται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% του βασικού μισθού, αλλά σε ποσοστό 10%, το οποίο και του κατέβαλε, ούτε δε και πρόσθετη άδεια επτά (7) εργάσιμων ημερών.

Τούτο δε διότι, το ανωτέρω επίδομα, σε ποσοστό 15%, καθώς και η πρόσθετη άδεια, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με το αντικείμενο εργασιών της κύριας παραγωγικής διαδικασίας και τον τόπο παροχής αυτών, αφού τα ελάμβαναν οι κυρίως απασχολούμενοι στους χώρους της κύριας παραγωγικής διαδικασίας, που βρίσκονταν στο υπόγειο, στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α, σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο δεύτερο όροφο υπαλλήλους της Διοίκησης, στον οποίο βρισκόταν και το γραφείο του εκκαλούντος - ενάγοντος.

Επιπλέον, η εφεσίβλητη -εναγομένη, ενόψει της ανωτέρω θέσης και των καθηκόντων του εκκαλούντος - ενάγοντος, αναγόμενων στην εποπτεία του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων του I.E.Τ.Α., διατηρούσε και εύλογες αμφιβολίες περί του εάν ο εκκαλών - ενάγων πράγματι κατανάλωνε 5,5 και πλέον ώρες από το ημερήσιο ωράριό του στους ανθυγιεινούς ορόφους του υπογείου, του ισογείου και του πρώτου πάνω από το ισόγειο, το δε εύλογο της αμφιβολίας αυτής ενισχύεται και από το γεγονός ότι περί του πραγματικού αυτού περιστατικού εκφράστηκαν και διαφορετικές δικαστικές κρίσεις.

Ότι, ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο εκκαλών - ενάγων απασχολείτο κυρίως στο γραφείο του στο δεύτερο όροφο, με συνέπεια να μην δικαιούται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και ούτε πρόσθετη άδεια, το δε Εφετείο με την προαναφερόμενη 3597/2006 απόφαση, έκρινε ότι ο εκκαλών - ενάγων εργαζόταν επί 5,5 και πλέον ώρες ημερησίως στους ανωτέρω ανθυγιεινούς χώρους του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α και με μόνο το κριτήριο αυτό δέχθηκε ότι δικαιούται τις άνω παροχές.

Ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - ενάγοντος ότι δεν δικαιολογείται αμφιβολία εκ μέρους της εφεσίβλητης-εναγομένης, διότι διατηρεί οργανωμένο νομικό τμήμα, κρίνεται αβάσιμος, διότι εν προκειμένω η αμφιβολία δεν αφορούσε νομικό ζήτημα, αλλά το πραγματικό των ωρών ημερήσιας απασχόλησης του εκκαλούντος - ενάγοντος στους χώρους του υπογείου, του ισογείου και του πρώτου ορόφου του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α.

Ότι, επομένως, εφόσον η καθυστέρηση καταβολής εν προκειμένω των διαφορών αποδοχών και αποδοχών αδείας του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, οφείλεται στην αποδειχθείσα δικαιολογημένη αμφιβολία της εφεσίβλητης - εναγομένης περί της ύπαρξης της απαίτησης, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού τέτοιο, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη, συνιστά και η εύλογη αμφιβολία του οφειλέτη περί της ύπαρξης και της έκτασης του χρέους, αποκλείεται η υπερημερία της και συνακόλουθα η υποχρέωσή της να καταβάλει τόκους από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής έκαστης επιμέρους οφειλής μέχρι την επίδοση της αγωγής, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του εκ του άρθρου 342 ΑΚ ισχυρισμού της εφεσίβλητης - εναγομένης.

Στη συνέχεια το εφετείο δέχθηκε ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, απορρίπτοντας την αγωγή στο σύνολο της, απέρριψε και το ειδικότερο κεφάλαιο των τόκων και, αφού έκανε δεκτή την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και, δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.115,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής (άρθρο 346 ΑΚ).

Έτσι που έκρινε το εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε αποδεδειγμένα, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα, ότι η καθυστέρηση καταβολής των διαφορών αποδοχών και αποδοχών αδείας του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, οφείλεται στην δικαιολογημένη αμφιβολία της εφεσίβλητης - εναγομένης περί της ύπαρξης και της έκτασης τη^ απαίτησης του αναιρεσείοντος (για το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και όχι σε ποσοστό 10%, το οποίο και του κατέβαλε και πρόσθετη άδεια επτά (7) εργάσιμων ημερών) και ότι συνεπεία τούτου αποκλείεται η υπερημερία της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα η υποχρέωσή της να καταβάλει τόκους από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστης επιμέρους οφειλής μέχρι την επίδοση της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).

Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά τη περίπτωση γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που λήφθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1323/2019, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 579/2011, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).

Περαιτέρω, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν, ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3058/2017 απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της, α) την υπ'αριθμ. …/…-7-2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών και β) την υπ' αριθμ.

…/…-10-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Μητσούλα, τις οποίες αυτός είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και είχε προσκομίσει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3597/2006 αναιρεθείσα κατά τα παραπάνω απόφασή του, η οποία και είχε λάβει υπόψη της τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις και τις οποίες προσκόμισε εκ νέου με τις προτάσεις του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της παραπομπής, με όλα τα προσκομισθέντα στο πρωτοβάθμιο έγγραφα δικαστήριο.

Με το ως άνω περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, καθόσον σε αυτούς δεν διαλαμβάνεται, έστω και συνοπτικά, το περιεχόμενο των πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων, ούτε γίνεται αναφορά του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτές προσκομίσθηκαν. Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 9-5-2017 έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτός ανέφερε (σελίδα 19) ότι προσκομίζει και επικαλείται όλα τα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3597/2006 απόφαση (αναιρεθείσα), χωρίς να αναφέρει ειδικότερα ποια είναι τα έγγραφα αυτά και επιπλέον χωρίς να επικαλείται ειδικά τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, έτσι ώστε να προκύπτει ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και επιπλέον να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε.

Περαιτέρω, με τον ίδιο πιο πάνω πρόσθετο λόγο και με το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ', με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, α) τις ονομαστικές καταστάσεις των υπαλλήλων του Ιδρύματος Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών (Ι.Ε.Τ.Α.), οι οποίοι ελάμβαναν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και την πρόσθετη ετήσια άδεια, από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη χορηγούσε τις ανωτέρω παροχές στους κατονομαζόμενους στο Κεφ.

Γ' της αγωγής του πέντε (5) προϊσταμένους Τμημάτων του Ι.Ε.Τ.Α. και από τις οποίες αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού του ότι μοναδικό κριτήριο για τη χορήγηση στους μισθωτούς του Ι.Ε.Τ.Α. του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (σε ποσοστό 12% ή 15% επί του βασικού μισθού) και της πρόσθετης ετήσιας άδειας, αποτελούσε η καθημερινώς κατά κύριο λόγο απασχόληση των μισθωτών σε ανθυγιεινούς χώρους (ανεξαρτήτως από το βαθμό τους, π;

θέση τους την ειδικότητα, το είδος εργασίας τους, το μισθό τους) και β) το από 14-1-1997 ενημερωτικό σημείωμα του Προϊσταμένου του Τομέα Διοικητικών και Διαχειριστικών Υπηρεσιών του Ι.Ε.Τ.Α. προς τη Διεύθυνση του Ι.Ε.Τ.Α., όπου ο Προϊστάμενος του παραπάνω Τομέα δηλώνει ότι θεωρεί δίκαιο το αίτημά του για τη χορήγηση επιδόματος σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού και της πρόσθετης ετήσιας άδειας.

Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των πιο πάνω από 9-5-2017 έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτός ανέφερε (σελίδα 19) ότι προσκομίζει και επικαλείται όλα τα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3597/2006 απόφαση (αναιρεθείσα), πλην όμως δεν επικαλείται, ούτε αναφέρει ειδικότερα ποια είναι τα έγγραφα αυτά, ώστε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο.

Επομένως ο ως άνω πρόσθετος λόγος κατά το σκέλος του αυτό είναι αβάσιμος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 10 πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενες στο ότι το εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, κρίνοντας το δικαστήριο δικαιολογημένη την αμφιβολία της αναιρεσίβλητης περί την ύπαρξη και την έκταση της ένδικης απαίτησης του αναιρεσείοντος, λόγω του βαθμού, της οργανικής θέσης του αναιρεσείοντος και του γραφείου του στον Β' όροφο του κτηρίου του Ι.Ε.Τ.Α., καταδεικνύει ότι τούτο δέχθηκε ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη, τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που πρόβαλε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις της, που αποτελούν πράγματα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο ως άνω λόγος είναι, α) προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποιοι είναι οι ισχυρισμοί αυτοί, προκειμένου να κριθεί εάν όντως αυτοί αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου και αν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και β) σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις (τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα), μη δυναμένη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ (1199/2018, ΑΠ 941/1992), ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολο τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολο της. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2017 (9157/881/2017) αίτηση αναίρεσης και τους από 30-9-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3058/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ