Legislator Case Law & Legislation
189/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling cited facts were not independent legal arguments.

Case Number 189/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the district court's judgment ordering them to pay tuition fees. The appellants argued the lower court erred by considering the asynchronous education method proposed by Ministry circulars, which they claimed was a substantive legal fact. The court held that such facts were merely evidentiary incidents rather than independent legal arguments, thus failing to meet the threshold for an appealable error under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The failure to consider a fact constitutes an appealable error only if that fact constitutes an independent, legal, and admissible substantive claim forming the basis of the lawsuit, not merely evidentiary incidents.

Keywords

AI generated
appeal admissibility independent legal argument evidentiary incident Code of Civil Procedure substantive claim tuition fees dispute asynchronous education

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 189 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Στυλιανή Μπλέτα και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Ν., 2) Π. Π. του Γ., κατοίκων .... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αλαφοστέργιο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…...", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σοφία Ζιάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2021 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 2105/2022 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/1/2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών υπ' αρ. 2105/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 1-11-2021 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να της καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 4.259,32 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων, ως οφειλόμενο υπόλοιπο των συμφωνηθέντων μεταξύ τους διδάκτρων για τη φοίτηση, κατά το σχολικό έτος 2019-2020, των δύο τέκνων τους στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που διατηρεί η αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Σύμβαση μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών (648 επ. ΑΚ), στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Τέτοια σύμβαση υπάρχει ιδίως, όταν ο παρέχων την εργασία διατηρεί ιδία επαγγελματική στέγη, καταβάλλει αυτός όλες τις δαπάνες, διατηρεί προσωπικό που αυτός αμείβει και εξυπηρετεί περισσότερους πελάτες. Η σύμβαση αυτή έχει πολλά κοινά σημεία με τη σύμβαση εργασίας (648 επ.ΑΚ), καθώς και οι δύο έχουν ως αντικείμενο την παροχή εργασίας, γι' αυτό και πολλές διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται και στους δύο αυτούς τύπους συμβάσεων, όπως είναι ο άτυπος τρόπος κατάρτισης και η διάρκειά τους για ορισμένο ή αόριστο χρόνο (648ΑΚ), η εκτέλεση της εργασίας με επιμέλεια (652ΑΚ), καθώς και η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει τον συμφωνημένο ή το συνηθισμένο μισθό (653ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Με τη διάταξη αυτή καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, δηλαδή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου από τον εργολάβο, στοιχείο το οποίο αν λείπει δεν πρόκειται για μίσθωση έργου αλλά για άλλη σύμβαση (εντολή κλπ).

Kατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως έργο νοείται το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, συνισταμένης στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης σε σχέση με εκείνη που προϋφίσταται, μπορεί δε το έργο να είναι υλικό ή άυλο, πνευματικής, φυσικής ή ηθικής φύσης, να συνδέεται με ενσώματο αντικείμενο είτε άμεσα (μετατροπή ύλης) είτε έμμεσα, να αποτελεί αυτοτελές προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, να είναι ορατό (ανοικοδόμηση κτιρίου) ή αόρατο (διατύπωση επιστημονικής γνώμης) κλπ.

Πρέπει δε το έργο να έχει αγοραία και αυτοτελή αξία για τον εργοδότη ή για κάποιον τρίτο, η δε αξία του πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από την αξία της εργασίας, που καταβάλλεται για την παραγωγή του. Έτσι, με βάση τα παραπάνω η σύμβαση έργου διακρίνεται από τη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών μόνο ως προς το στοιχείο του περιεχομένου της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης.

Ειδικότερα, στη μεν σύμβαση έργου τα μέρη αποβλέπουν στην εκτέλεση του έργου, δηλαδή στην προσπόριση στον εργοδότη του συμφωνημένου αποτελέσματος της εργασίας του εργολάβου, η οποία αποτελεί την πρωτογενή υποχρέωση προς παροχή του τελευταίου και επιφέρει τη λήξη της συμβατικής σχέσης, ανεξάρτητα κατ' αρχήν από το χρόνο και την ποσότητα εργασίας που απαιτήθηκαν για την εκτέλεση του έργου, στη δε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών οφείλεται ακριβώς η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών και όχι η επίτευξη ενός αποτελέσματος (ΑΠ 1542/2024, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 968/2020).

Ειδικά για την παροχή υπηρεσιών διδασκαλίας η σύμβαση μεταξύ αυτού που διατηρεί σχολείο (διδασκάλου η τρίτου που χρησιμοποιεί την εργασία του διδασκάλου) και του μαθητή είναι μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού ο μαθητής υποχρεούται να ακολουθεί το πρόγραμμα λειτουργίας που ορίζει το σχολείο που διατηρεί ιδία οργάνωση (υπό την ανωτέρω έννοια) και οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή των υπηρεσιών του διδασκάλου με την παράδοση μαθημάτων και όχι στο αποτέλεσμα, δηλαδή στην εμπέδωση των συναφών γνώσεων από τον μαθητή.

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 174/2015).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 2027/2017).

Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση, ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 655 ΑΚ, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες εκπαίδευσης στα τέκνα τους με την εφαρμογή και της μεθόδου της "ασύγχρονης εκπαίδευσης" κατά το σχολικό έτος 2019 - 2020 στην περίοδο που είχε ανασταλεί η λειτουργία των εκπαιδευτηρίων της με κρατική εντολή λόγω του covid 19.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν Ειρηνοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Η ενάγουσα εταιρία έχει ως αντικείμενο, την παροχή υπηρεσιών στον τομέα της εκπαίδευσης, διαθέτοντας ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στη Θεσσαλονίκη και καλύπτοντας όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης από νηπιαγωγείο μέχρι και Λύκειο.

Οι εναγόμενοι, ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους, συμβλήθηκαν προφορικά το έτος 2019 με την ενάγουσα προκειμένου ο υιός τους και η θυγατέρα τους να φοιτήσουν στα εκπαιδευτήριά της και συγκεκριμένα στην Ε' τάξη του Δημοτικού και στη Β' τάξη του Λυκείου, αντίστοιχα, για το σχολικό έτος 2019-2020 υπογράφοντας προς τούτο τις από 6-9-2019 δηλώσεις εγγραφής των τέκνων τους.

Τα δίδακτρα για την φοίτηση του υιού τους διαμορφώθηκαν από το αρχικό συνολικό ποσό των 5.300 ευρώ (στο οποίο περιλαμβανόταν το κόστος διδάκτρων και η χρήση σχολικού λεωφορείου) στο ποσό των 4.104 ευρώ, μετά από την έκπτωση 10% λόγω φοίτησης δύο τέκνων και έκπτωση 5% λόγω ύπαρξης αποφοίτου γονέα και την αφαίρεση του ποσού των 500 ευρώ λόγω μη χρήσης λεωφορείου και τα δίδακτρα για την φοίτηση της θυγατέρας τους από το αρχικό συνολικό ποσό των 7.000 ευρώ (στο οποίο περιλαμβανόταν το κόστος διδάκτρων και η χρήση σχολικού λεωφορείου) στο ποσό των 5.985 ευρώ, μετά από την έκπτωση 10% λόγω φοίτησης δύο τέκνων και έκπτωση 5% λόγω ύπαρξης αποφοίτου γονέα.

Για την εξόφληση των διδάκτρων αυτών συμφωνήθηκε η καταβολή του ποσού των 500 ευρώ, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την εγγραφή των τέκνων τους, και το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε εννέα (9) μηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα καταβάλλονταν την πρώτη εκάστου μηνός με πρώτη δόση την 1η Σεπτεμβρίου 2019 και τελευταία την 1η Μαΐου του 2020, ημερομηνία η οποία ήταν η απώτερη σε κάθε περίπτωση για την εξόφληση όλων των μηνιαίων δόσεων.

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε η συμμετοχή των τέκνων των εναγόμενων στο διευρυμένο πρόγραμμα των εκπαιδευτηρίων της ενάγουσας, αντί του ποσού των 500 ευρώ για έκαστο αυτών, η καταβολή του οποίου θα γινόταν εφάπαξ και μέχρι την 31-10-2019. Οι εναγόμενοι ανέλαβαν την εξόφληση των διδάκτρων ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος αυτών, σύμφωνα με ρητό όρο σε εκάστη δήλωση εγγραφής που υπέγραψαν.

Τα μαθήματα διεξήχθησαν κανονικά δια ζώσης από την έναρξη της σχολικής χρονιάς μέχρι τις 10-3-2020. Ωστόσο λόγω της εμφάνισης της πανδημίας του κορωνοϊού covid-19 ανεστάλη στις 11-3-2020 η λειτουργία όλων των σχολικών μονάδων της χώρας με κρατική εντολή προς αποφυγή και περιορισμό της διασποράς του covid - 19 δυνάμει της ΚΥΑ 16838/2020 (ΦΕΚ 783/Β'/10-3-2020).

Στη συνέχεια το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέδωσε μια σειρά εγκυκλίων με κατευθυντήριες οδηγίες προς όλες τις σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με την σχεδίαση, υλοποίηση και εφαρμογή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και τα προτεινόμενα ωράρια διδασκαλίας για όλες τις βαθμίδες, με σύγχρονη μέθοδο διδασκαλίας (απευθείας διδασκαλία και μετάδοση μαθήματος σε πραγματικό χρόνο μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας) και ασύγχρονη μέθοδο διδασκαλίας (συνεργασία μαθητή - εκπαιδευτικού σε διαφορετικό χρόνο από τη διαδικασία παράδοσης του μαθήματος ή πρόσβαση μαθητή σε μαθησιακό υλικό κατόπιν δημιουργίας και ανάρτησής του από τον εκπαιδευτικό).

Ακολούθως δυνάμει της ΚΥΑ 14199/249/2020 (ΦΕΚ 1217/Β/8-4-2020) που αφορά στα μέτρα στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων - εργοδοτών των εκπαιδευτικών δομών του ιδιωτικού τομέα, στην εξ αποστάσεως εργασία και λοιπές ρυθμίσεις και ειδικότερα στο άρθρο 2 αυτής, ορίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των εκπαιδευτικών που παρέχουν εξ αποστάσεως εργασία (τηλεκπαίδευση), δεν αναστέλλονται και οι αποδοχές τους καταβάλλονται κανονικά από τους εργοδότες, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση που η σχολική βαθμίδα αναστέλλει εξ ολοκλήρου της λειτουργία της, οπότε δεν παρέχεται καθόλου τηλεκπαίδευση.

Επιπλέον, στο άρθρο 5 παρ. 1 αυτής, ορίστηκε ότι οι μη παρεχόμενες υπηρεσίες από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, όπως μεταφορά, σίτιση και απογευματινές δραστηριότητες δεν θα χρεώνονται για όσο διάστημα διαρκεί η απαγόρευση της εκπαιδευτικής λειτουργίας με φυσική παρουσία και ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής των αντίστοιχων ποσών από τους υπόχρεους, ενώ στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι εναπόκειται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και τους υπόχρεους καταβολής διδάκτρων να συμφωνήσουν ενδεχόμενη αναπροσαρμογή διδάκτρων για το χρονικό διάστημα της απαγόρευσης της δια ζώσης εκπαίδευσης, διάταξη χωρίς κανονιστικό περιεχόμενο, καθώς ουδόλως επέβαλε αναπροσαρμογές διδάκτρων, αλλά απλώς τις παρέπεμψε στη διακριτική ευχέρεια των μερών και σε τυχόν συμφωνία τους.

Η διάταξη αυτή άλλωστε, ως μη έχουσα κανονιστικό περιεχόμενο, παραλείφθηκε από την μεταγενέστερα εκδοθείσα πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΠΝΠ) της 13-4-2020 (ΦΕΚ 84/Α/'13-4-2020), που κυρώθηκε με το ν. 4690/2020. Πλήρης απαλλαγή των υπόχρεων από την καταβολή των διδάκτρων ορίστηκε μόνο για την περίπτωση που δεν παρασχεθεί καθόλου η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, ήτοι επί ολικής αδυναμίας παροχής (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδ.

με άρθρο 2 παρ. 5 της ΚΥΑ 14199/249/2020). Σε συμμόρφωση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1, το ποσό των διδάκτρων της φοίτησης της θυγατέρας των εναγόμενων έτυχε αναλογικής μείωσης κατά το ποσό των 111 ευρώ από τη μη χρήση του σχολικού λεωφορείου για το χρονικό διάστημα από 11-3-2020 (αναστολή λειτουργίας σχολικών μονάδων) έως 18-5-2020 (επανέναρξη λειτουργίας για τις τάξεις Α' και Β' Λυκείου) και κατά το ποσό των 130 ευρώ από τη μη χρήση του διευρυμένου προγράμματος για το ίδιο χρονικό διάστημα και το ποσό διδάκτρων της φοίτησης του υιού τους έτυχε αναλογικής μείωσης κατά το ποσό των 130 ευρώ από τη μη χρήση του διευρυμένου προγράμματος για το χρονικό διάστημα από 11-3-2019 (αναστολή λειτουργίας σχολικών μονάδων) έως 29-5-2020 (επανέναρξη λειτουργίας για Δημοτικά σχολεία και Νηπιαγωγεία).

Δεδομένου δε ότι οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει ήδη κατά τον χρόνο εγγραφής των τέκνων τους το ποσό των 500 ευρώ για τη χρήση του διευρυμένου προγράμματος για έκαστο αυτών, το επιπλέον καταβληθέν ποσό των 130 ευρώ πιστώθηκε στο οφειλόμενο ποσό των διδάκτρων φοίτησης εκάστου. Επιπλέον οι εναγόμενοι κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 2.101,60 ευρώ έναντι των οφειλόμενων διδάκτρων για τη φοίτηση του υιού τους, με αποτέλεσμα να απομένει υπόλοιπο οφειλής ύψους [4.104 - 2.101,60 - 130 (προερχόμενο από την ανωτέρω επιστροφή και πίστωση στα δίδακτρα βασικής φοίτησης) = ] 1.872,40 ευρώ και το συνολικό ποσό των 3.357,08 ευρώ έναντι των οφειλόμενων διδάκτρων για τη φοίτηση της θυγατέρας τους, με αποτέλεσμα να απομένει υπόλοιπο οφειλής ύψους [5.985 - 3.357,08 - 130 (προερχόμενο από την ανωτέρω επιστροφή και πίστωση στα δίδακτρα βασικής φοίτησης) - 111 (λόγω μη χρήσης λεωφορείου) = ] 2.386,92 ευρώ, τα οποία έπρεπε να είχαν εξοφληθεί μέχρι την 1-5-2020, όπως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθιστάμενοι έτσι υπερήμεροι από τότε ως προς την καταβολή τους.

Παρά το γεγονός ότι τα τέκνα τους φοίτησαν στα εκπαιδευτήριά της καθ' όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους, όπου και ολοκλήρωσαν τις παραπάνω τάξεις, οι εναγόμενοι αρνούνται μέχρι και σήμερα να εξοφλήσουν τα ανωτέρω ποσά, καίτοι οχλήθηκαν επανειλημμένως προς τούτο, επικαλούμενοι ότι η παροχή των υπηρεσιών εκπαίδευσης που ανέλαβε η ενάγουσα εκτελέστηκε πλημμελώς, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα εκθέτουν στις προτάσεις τους.

Από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ενάγουσα μετά την ως άνω απαγόρευση της δια ζώσης λειτουργίας των σχολείων, έθεσε σε λειτουργία τους μηχανισμούς εκπαίδευσης εξ' αποστάσεως, με αποτέλεσμα τη συνέχιση των υπηρεσιών της με τεχνολογικά μέσα, τηρώντας τις προβλεπόμενες οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων ως προς τις ελάχιστες διδακτικές ώρες και τον τρόπο διδασκαλίας της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, παρέχοντας καθημερινά και προσηκόντως υπηρεσίες σύγχρονης και ασύγχρονης εκπαίδευσης, και ειδικότερα στην πρώτη φάση (11/3 έως 22/3) υπηρεσίες ασύγχρονης και στις επόμενες τρεις φάσεις (23/3 έως 5/4, 6/4 έως 3/5 και 4/5 έως λήξη) υπηρεσίες σύγχρονης και ασύγχρονης, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά μέσα και το διδακτικό προσωπικό της, σύμφωνα με τις παραπάνω οδηγίες και στο μέτρο που επέτρεπε η πανδημία.

Από τα προγράμματα δε που προσκόμισε η ενάγουσα προκύπτει ότι όλα τα μαθήματα ήταν ενταγμένα στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα είτε της ασύγχρονης εκπαίδευσης είτε της σύγχρονης, ενώ το γεγονός ότι ήταν προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες μιας εξ αποστάσεως εκπαιδεύσεως, που ήταν επιβεβλημένη και υποχρεωτική για όλες τις σχολικές δομές, λόγω των ειδικών συνθηκών, δεν συνεπάγεται άνευ τινός πλημμελή εκπλήρωση υποχρεώσεων από μέρους της ενάγουσας.

Επιπλέον η ενάγουσα δεν προέβη στη χρέωση των μη παρασχεσθέντων υπηρεσιών και δη αυτής της χρήσης λεωφορείου και χρήσης διευρυμένου προγράμματος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τηρώντας την προβλεπόμενη διάταξη για τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια.

Συνεπώς, η εκ μέρους της παροχή υπηρεσιών ήταν σύννομη και εναρμονισμένη με τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, που είναι εξάλλου και το μόνο αρμόδιο για την ρύθμιση του προγράμματος διδασκαλίας (ωράριο, πρόγραμμα, τρόπος διδασκαλίας) των σχολείων της χώρας κάθε βαθμίδας, την τήρηση του οποίου οφείλουν να ακολουθούν οι σχολικές μονάδες, χωρίς να εναπόκειται στη διακριτική τους ευχέρεια η επιλογή μαθημάτων, ημερών, ωρών ή τρόπου διδασκαλίας.

Εφόσον η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως την προβλεπόμενη εξ αποστάσεως εκπαίδευση για το χρονικό διάστημα της απαγόρευσης και δεν αποδείχτηκε ούτε πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, ούτε αδυναμία παροχής της, ούτε σαφώς κάποια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της κατά την παροχή υπηρεσιών της, δεν γεννάται η επ' αυτών βασιζόμενη αξίωση μείωσης εκ μέρους των εναγόμενων της επίδικης οφειλής τους και η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει το υπόλοιπο των οφειλόμενων από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση, δεδομένου μάλιστα ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών οποιαδήποτε αναπροσαρμογή των διδάκτρων, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγόμενων ως ουσία αβάσιμων.....Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (1.872,40 + 2.386,92=) 4.259,32 ευρώ εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της δήλης ημέρας πληρωμής τους και δη από τις 2-5-2020 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση..." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία στη μείζονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, στην οποία μη ορθά, κατά τ' ανωτέρω λεχθέντα, έθεσε ως εφαρμοστέες διατάξεις εκείνες των άρθρων 681 επ.

ΑΚ, που αφορούν τις συμβάσεις έργων, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 652, 653 και 655ΑΚ (περί συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών), οι οποίες είναι, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, εφαρμοστέες, ενώ έχει τις αναγκαίες, σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της προφορικώς καταρτισθείσας με τους αναιρεσείοντες σύμβασης για τη φοίτηση κατά το σχολικό έτος 2019-2020 στα εκπαιδευτήριά της του υιού και της θυγατέρας των τελευταίων στην Ε' τάξη του Δημοτικού και στην Β' τάξη του Λυκείου, αντίστοιχα, προσέφερε προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της τηρώντας τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθόσον και μετά την απαγόρευση της δια ζώσης λειτουργίας των σχολείων, που έλαβε χώρα στις 11-3-2020 προς αποφυγή και περιορισμό της διασποράς του covid 19, συνέχισε να παρέχει τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της με τεχνολογικά μέσα, συμμορφούμενη με τις εγκυκλίους του άνω Υπουργείου, που περιείχαν κατευθυντήριες οδηγίες προς όλες τις σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, σχετικά με τη θέση σε λειτουργία των μηχανισμών εκπαίδευσης "εξ αποστάσεως" και τα προτεινόμενα ωράρια διδασκαλίας για όλες τις βαθμίδες, με σύγχρονη μέθοδο διδασκαλίας (απευθείας διδασκαλία και μετάδοση μαθήματος σε πραγματικό χρόνο μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας) και ασύγχρονη (συνεργασία μαθητή - εκπαιδευτικού σε διαφορετικό χρόνο από τη διδασκαλία παράδοσης του μαθήματος ή πρόσβαση μαθητή σε μαθησιακό υλικό κατόπιν δημιουργίας και ανάρτησής του από τον εκπαιδευτικό), καθώς παρείχε καθημερινά και προσηκόντως υπηρεσίες σύγχρονης και ασύγχρονης εκπαίδευσης χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά μέσα και το διδακτικό προσωπικό της και ειδικότερα, στην πρώτη φάση (11/3 έως 22/3) υπηρεσίες ασύγχρονης εκπαίδευσης και στις επόμενες τρεις φάσεις (23/3 έως 5/4, 6/4 έως 3/5 και 4/5 έως λήξη) υπηρεσίες σύγχρονης και ασύγχρονης εκπαίδευσης, με ενταγμένα όλα τα μαθήματα στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα είτε της σύγχρονης είτε της ασύγχρονης εκπαίδευσης, ενώ μείωσε ανάλογα τα συμφωνηθέντα δίδακτρα για τις μη παρασχεθείσες εκ μέρους της υπηρεσίες της χρήσης σχολικού λεωφορείου και διευρυμένου προγράμματος στα τέκνα των αναιρεσειόντων, έτσι ώστε, μετά και την αφαίρεση του συνολικώς καταβληθέντος από αυτούς ποσού των 5.458,68 ευρώ, να απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο διδάκτρων ποσό 4.259,32 ευρώ για τη φοίτηση και των δύο τέκνων τους στην άνω σχολική περίοδο.

Κατόπιν αυτών, αντικατασταθείσας κατ' άρθρο 578ΚΠολΔ της εσφαλμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης με τις ορθές ως άνω διατάξεις της μείζονα πρότασης του νομικού συλλογισμού (648, 652, 653 και 655ΑΚ) δοθέντος ότι δεν υφίσταται στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, ο παραπάνω από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 261/2021, ΑΠ 65/2020).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ουσιώδη ισχυρισμό ότι η μέθοδος ασύγχρονης εκπαίδευσης προτάθηκε από εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων ως τρόπος διδασκαλίας κατά την περίοδο αναστολής λειτουργίας των σχολικών μονάδων της χώρας λόγω της εμφάνισης της πανδημίας του κορωνοϊού. Ωστόσο, τα παραπάνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό αλλά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και συνεπώς, δεν συνιστούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος. Με τις λοιπές δε, αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η ασύγχρονη εκπαίδευση δεν πληροί τους όρους για τη διδασκαλία μαθημάτων στους μαθητές των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων βασικής εκπαίδευσης, καθώς χρησιμοποιείται βοηθητικά για τη διδασκαλία, υπό την επίφαση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα, απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-1-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2105/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ