Supreme Court dismisses appeal but orders refund of costs paid under overturned judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision but accepted a concurrent request for restitution. The appellant had paid 650 euros to the respondent to settle a debt order based on a judgment later overturned by the Supreme Court. Consequently, the court ordered the respondent to refund the 650 euros to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 C.Pol.D.; Art. 568 para. 4 C.Pol.D.: If a party fails to appear at a hearing after being legally summoned, the court proceeds ex officio to verify the summons; if valid, the appeal is heard. Furthermore, when an appeal overturns a judgment that was the basis for the execution of a provisional first-instance decision, the court must order restitution of the situation prior to that execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1894 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1894/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.Τ.-Μ., συζ. Α.Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανανιάδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Χ. του Α., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 18-2-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 792/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 890/2018 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 54/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 3876/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... όπως διορθώθηκε το διατακτικό της με την 351/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ) προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 937/2023, ΑΠ 642/2023, ΑΠ 1507/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 59161/24.5.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου ... Σ. Ρ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3.11.2023) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 173 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Η υπό κρίση, από 7.2.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 923/83/7.2.2022), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3876/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 351/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές από οριζόντια ιδιοκτησία (άρθρο 614 αρ. 2 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 14.1.2021, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία, πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ`αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.
Kατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική". Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την ένδικη από 23.12.2009 αγωγή της κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) εξέθετε ότι είναι συνιδιοκτήτρια της ευρισκομένης στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ... και ..., πολυκατοικίας, η οποία διέπεται από τους όρους του ν. 3741/1929, τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ και τους όρους της με αριθμό 10901/1973 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου ...
Μ.Ι.-Ν. και ειδικότερα, ότι η ίδια είναι κυρία του με στοιχεία Ε1 διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου της άνω πολυκατοικίας και η εναγομένη κυρία του με στοιχεία Ζ1 διαμερίσματος του έκτου ορόφου αυτής, στο οποίο ανήκει και η βεράντα, επιφανείας 80,25 τ.μ., η οποία είναι ανοικτή και αποτελεί την επέκταση του δαπέδου του διαμερίσματός της (εναγομένης) μέχρι το κατακόρυφο επίπεδο των όψεων της πολυκατοικίας, συγχρόνως δε αποτελεί και την πλάκα οροφής του διαμερίσματος της ενάγουσας.
Ότι εξαιτίας της πλημμελούς συντήρησης της βεράντας του διαμερίσματος της εναγομένης τα όμβρια ύδατα εισέρχονται μέσω αυτής, κατά τη διάρκεια των βροχοπτώσεων, στο υποκείμενο διαμέρισμα της ίδιας (ενάγουσας), με αποτέλεσμα να προκαλούνται σημαντικές ζημίες σ' αυτό και να καθίσταται αδύνατη η χρήση του.
Ότι η εναγομένη, καίτοι οχλήθηκε επανειλημμένα να επισκευάσει την υγρομόνωση της βεράντας του διαμερίσματός της επέδειξε παντελή αδιαφορία γι' αυτό. Ζήτησε, πλην άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποκαταστήσει την υγρομόνωση της βεράντας της, αλλιώς να επιτραπεί σ' αυτήν (ενάγουσα) να προβεί σε εργασίες αποκατάστασης της στεγανότητας της άνω βεράντας με δαπάνες αυτής (ενάγουσας).
Επί της αγωγής αυτής (η οποία συνεκδικάστηκε με προσεπίκληση και ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης, η οποία δεν ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 792/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ...
η από 20-9-2016 έφεση της εναγομένης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 890/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, η υπ' αριθμ. 890/2018 απόφαση δέχθηκε ότι η διαρροή υδάτων στο διαμέρισμα της ενάγουσας οφείλεται στην εκ μέρους της εναγομένης παράλειψη συντήρησης της υγρομόνωσης της βεράντας της και ότι, επομένως, η τελευταία έχει υποχρέωση να επισκευάσει και να συντηρεί αυτήν (υγρομόνωση βεράντας).
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 10-3-2018 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 54/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση α) για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, ήτοι για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σύστασης νομίμως σχέσης χωριστής ιδιοκτησίας, λόγω μη αναφοράς ότι για την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις μεταγραφής της και β) για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, διότι δεν καθίστατο βέβαιο ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 24818/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Γ., ενώπιον της συμβ/φου ... Φ.Φ.-Ψ., και, παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Τελικά, το Μονομελές Εφετείο ... στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, με την υπ' αριθμ. 3876/2021 τελεσίδικη απόφασή του (ήδη προσβαλλομένη), ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 54/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου και δικάζοντας μέσα στα όρια που διαγράφονται από αυτήν, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-9-2016 έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 792/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
δεχόμενο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι κυρία του υπό στοιχ. Ε1 διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου που βρίσκεται στην κείμενη επί της συμβολής των οδών ... και ..., στην Αθήνα, πολυκατοικίας, η δε εναγομένη είναι κυρία του υπό στοιχ. Ζ1 διαμερίσματος του έκτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας. Η παραπάνω οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 10901/1973 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβ/φου ...
Μ. Ι. - Ν., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου ... (τ.2717 και αριθμ.379) ...". Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ` αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 109/2006, 194/2004).
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, συμμορφώθηκε πλήρως με την υπ' αριθμ. 54/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως όσον αφορά το ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα της ύπαρξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας επί της επίδικης πολυκατοικίας, ως προς το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 890/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...
αφού η δέσμευσή του, ως δικαστηρίου της παραπομπής, εξηντλείτο στο θέμα που επέλυσε εκείνη, κρίνοντας ότι η υπ' αριθμ. 10901/1973 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ.2717 και αριθμ.379). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον πρώτο, κατά πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το δικαστήριο της παραπομπής εσφαλμένως έκρινε ορισμένη την αγωγή, ενώ στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρεται ότι για την ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις μεταγραφής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, το Εφετείο, όπως και το Δικαστήριο τούτο, δεσμεύονται και δεν δύνανται να αποστούν από την υπ' αριθμ. 54/2020 αναιρετική απόφαση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σύστασης νομίμως σχέσης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της επίδικης πολυκατοικίας και δη ότι η μεταγραφή της πράξης, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη σύσταση της σχέσης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποτελεί στοιχείο της αιτιολογίας της απόφασης, για την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020).
Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ` ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ` ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν` απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.
Εάν, συνεπώς, το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016, ΑΠ 1569/2010).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό της, περί αοριστίας της αγωγής, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή (αγωγή) της μεταγραφής της υπ' αριθμ. 10901/1973 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι προσβάλλει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την 54/2020 αναιρετική απόφαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/1996).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1199/2018).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται στο δικόγραφο της αναίρεσης σε τι συνίσταται η έλλειψη επαρκούς ή νόμιμης ή αντιφατικής αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 317/2001).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα αποκατέστησε με δαπάνες της τις φθορές και, επομένως, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό της έννομο συμφέρον για παροχή δικαστικής προστασίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αρνούμενη την επίμαχη αγωγή, αναπτύσσει τη σχετική επιχειρηματολογία της, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.
Δηλαδή, για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.
Ενόψει της ανωτέρω φύσης της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, σε περίπτωση μη απόδειξης του περί νομιμοποίησής του ισχυρισμού, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησής (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1718/2012).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η ενάγουσα δυνάμει του υπ` αριθμ. .../28-1-2021 συμβολαίου του συμβ/φου ... Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβη στη μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος και, συνεπώς, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, κατά τη δικάσιμο της 1ης-6-2021, η αγωγή ήταν απορριπτέα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν προβάλλεται ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος (ο λόγος) ως αλυσιτελής, διότι η μεταβίβαση του επιδίκου διαμερίσματος κατά τη διάρκεια της δίκης δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8,10, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί καθ' όλα τα σκέλη του και δη α) κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν μνημονεύεται ποιά πράγματα έλαβε υπόψη το Εφετείο, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, β) κατά το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, αφού το δικαστήριο στήριξε το πόρισμά του στην κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, στις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων υπ' αριθμ. 1591/2011 Ι.Κ.
ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... (ληφθείσα με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγομένης), 24117/2012 και 24818/2015, Σ.Π. και Β.Γ., ενώπιον της συβ/φου ... (ληφθείσες με επιμέλεια της εναγομένης κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας), 4400/2010 και 4339/2010 ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... (δοθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, εκτιμώμενες για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), σε όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες και ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, σε ορισμένα εκ των οποίων αναφέρεται ειδικώς, γ) κατά το τρίτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στη διαδικασία του άρθρου 614 αρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία εκδικάσθηκε η αγωγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και δ) κατά το τέταρτο σκέλος του ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την εκτίμηση πραγμάτων, με πρόσχημα την απλή επίκληση της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, ενώ δικαστικά έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας δεν επιβάλλονται ελλείψει αιτήματος, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να διατάξει ο Άρειος Πάγος την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια, προσωρινώς δε εκτελεστή, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο και συνεπώς ενσωματωθείσα στην αναιρούμενη απόφαση, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του Εφετείου, δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της ενσωματωμένης στην αναιρούμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 89/1996, 832/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα στην ένδικη από 7.2.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 923/83/7.2.2022), αίτηση αναίρεσης σωρεύει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 890/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 54/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 650,00 ευρώ που κατέβαλε σ' αυτήν, στις 7-5-2018, για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της από 17-4-2018 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο από το υπ' αριθμ. 232/2018 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της αναιρεθείσας (υπ' αριθμ. 890/2018) απόφασης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.
Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς σωρεύεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προπαρατεθείσα διάταξη. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας και, ειδικότερα, από τα παραστατικά καταβολών στον λογαριασμό του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης (GR 06 0140 1490 1490 0200 2012 075 της ALPHA BANK σε συνδυασμό με την από 2-5-2018 επιστολή αυτού), αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε, το ποσό των 650,00 ευρώ, προς πλήρη και οριστική εξόφληση της ως άνω επιταγής προς εκτέλεση.
Επομένως, η σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ως άνω χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 7.2.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 923/83/7.2.2022), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3876/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου.
Δέχεται, τη σωρευόμενη, στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εξακοσίων πενήντα (650,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ