Supreme Court partially allowed appeal against excessive damages award for moral harm in tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision awarding 12,000 euros in damages for moral harm. The plaintiffs argued the amount was excessive and violated the principle of proportionality, while the defendant contested the validity of the claim. The court found the original award to be unreasonably high compared to judicial practice and remanded the case to recalculate the appropriate compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932, 297, 298, 330 of the Civil Code; The court must ensure that compensation for moral harm is reasonable and proportional to the circumstances, rejecting awards that exceed judicial discretion limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1893/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Φ. του Σ., κατοίκου Άμφισσας Φωκίδας 2) Π. Π. του Ζ., κατοίκου Άμφισσας Φωκίδας και 3) Λ. Λ. του Γ., κατοίκου Διστόμου Βοιωτίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σανιδά.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Ε., κατοίκου Δεσφίνας Φωκίδας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Βασιληά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2012 μη οριστική και 26/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 660/2021, ΑΠ 659/2021, ΑΠ 1115/2015).
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1494/2008).
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 698/2021, ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 2030/2017, ΑΠ 93/2016).
Σύμφωνα με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας, που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1097/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) τυγχάνει ιδιοκτήτης και οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ασχολούμενος κατ' επάγγελμα με τη μεταφορά διαφόρων εμπορευμάτων.
Την 31.3.2008 συνήψε με την εταιρία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη τη με αριθμό 4600003780/2008 σύμβαση μεταφοράς με φορτηγό αυτοκίνητο, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στη μεταφορά βωξίτη από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας "S & Β. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ Α.Ε." στην Ιτέα Φωκίδας έως τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.
στον Άγιο Νικόλαο Παραλίας Διστόμου. Στη σύμβαση ορίστηκε ρητά ότι δεν αποτελεί σύμβαση αποκλειστικότητας και ότι η ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. μπορεί να αποταθεί και σε άλλους μεταφορείς, ότι η διάρκεια είναι διετής, από 1-4-2008 έως 31-3-2010, ότι η τιμή μεταφοράς είναι 4,1 ευρώ ανά τόνο μεταφοράς και ότι η πληρωμή θα γίνεται σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την έκδοση του σχετικού νόμιμου παραστατικού.
Επίσης, ορίσθηκε ότι οι ποσότητες που θα μεταφερθούν ανά μήνα για το έτος 2008 είναι οι εξής: Απρίλιος - 2.234 τόνοι, Μάιος - 2.346 τόνοι, Ιούνιος 2.234 τόνοι, Ιούλιος 2.569 τόνοι, Αύγουστος 2.234 τόνοι, Σεπτέμβριος 2.457 τόνοι, Οκτώβριος 2.457 τόνοι, Νοέμβριος 2.234 τόνοι και Δεκέμβριος 2.234 τόνοι, ενώ για το έτος 2009 ορίσθηκε ότι θα μεταφερθεί ποσότητα της τάξης των 24.000 τόνων κατανεμημένων ισόποσα σε όλη τη διάρκεια του έτους και τέλος για το τρίμηνο από Ιανουάριο 2010 έως και 31.3.2010 ορίσθηκε ότι θα μεταφερθεί ποσότητα της τάξης των 6.000 τόνων, κατανεμημένη ισόποσα σε όλη τη διάρκεια του τριμήνου.
Την ίδια ημερομηνία είχαν συνάψει αντίστοιχη σύμβαση και οι Λ. Κ., Γ. Π., Ν. Κ. και Δ. Π.. Την 1.4.2008, περί ώρα 8:00, ο ενάγων οδηγώντας το ανωτέρω όχημά του, μαζί με τους τρεις πρώτους εκ των ανωτέρω, οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες και οδηγοί αντίστοιχα των με αρ. κυκλ. ..., ..., ... Δ.Χ.Φ., σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, έχοντας φορτώσει ποσότητα βωξίτη από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας S & Β ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ Α.Ε.
κινήθηκαν προς τις εγκαταστάσεις της ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. στην παραλία Διστόμου. Πρώτο ήταν το όχημα του Ν. Κ. και ακολουθούσαν κατά σειρά το όχημα του Γ. Π., του ενάγοντος, και τελευταίο του Λ. Κ.. Την ίδια ημέρα και ώρα, στο 3ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Διστόμου - Δεσφίνας, είχαν συγκεντρωθεί περίπου 40 αυτοκινητιστές μετά ισάριθμων Δ.Χ.Φ.
αυτοκινήτων του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΕΛΦΟΙ - ΔΙΣΤΟΜΟ Α.Μ.Ε.", μεταξύ των οποίων και το με αρ. κυκλ. ..., ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου. Τρία φορτηγά, ήτοι το με αριθμό κυκλ. ..., ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, το με αρ. κυκλ. ..., ιδιοκτησίας Ι. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και το με αρ.
κυκλ. ... ιδιοκτησίας Γ. Λ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), είχαν τοποθετηθεί κάθετα στο οδόστρωμα και εμπόδιζαν την κυκλοφορία των οχημάτων και συγκεκριμένα αυτών του ενάγοντος και των λοιπών συναδέλφων του, που μετέφεραν βωξίτη. Συγκεκριμένα, οι παρευρισκόμενοι στο σημείο αυτό αυτοκινητιστές, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) μέλη του προαναφερόμενου σωματείου, ενεργώντας από κοινού, προκειμένου να παρεμποδίσουν την ολοκλήρωση της μεταφοράς του βωξίτη, εργασία την οποία εκτελούσαν οι ίδιοι τα προηγούμενα χρόνια, κινήθηκαν απειλητικά κατά του ενάγοντος και των οδηγών που τον ακολουθούσαν, οι οποίοι είχαν εκ των πραγμάτων αναγκαστεί να ακινητοποιήσουν τα οχήματά τους, τους εξύβρισαν, έριξαν πέτρες κατά του οχήματος του Ν.
Κ. και του Γ. Π. και απαίτησαν με την απειλή ότι θα πυρπολήσουν τα φορτηγά τους να αδειάσουν το μετάλλευμα στην άκρη του δρόμου, γεγονός, το οποίο και έγινε, προς εκτόνωση της κατάστασης και κατόπιν προτροπής των παρισταμένων αστυνομικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν ειδοποιηθεί και είχαν προσέλθει στο χώρο των επεισοδίων, ο ενάγων και οι λοιποί απομάκρυναν τα οχήματά τους.
Εξαιτίας των ανωτέρω συμβάντων, ο ενάγων και οι λοιποί τρεις οδηγοί αναγκάστηκαν να διακόψουν άμεσα συναινετικά τις συμβάσεις τους με την "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", οι εκπρόσωποι της οποίας είχαν πληροφορηθεί τα επεισόδια και είχαν αντιληφθεί την αδυναμία εκτελέσεως των συναφθεισών συμβάσεων, με αποτέλεσμα μετά τη λύση αυτών το έργο της μεταφοράς του βωξίτη να ανατεθεί αποκλειστικά σε καράβι.
Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η λύση της σύμβασης του ενάγοντος με την εταιρία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε." επήλθε ως συνέπεια της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι εναγόμενοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, με βάση την υπογραφείσα διετή σύμβαση, η οποία λύθηκε εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων, θα μετέφερε από 1-4-2008 έως 31-3-2010 συνολικά 50.999 τόνους βωξίτη.
Δεδομένου ότι η αμοιβή είχε συμφωνηθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο ποσό των 4,1 ευρώ/τόνο, θα ελάμβανε συνολικά ως αμοιβή το ποσό των 209.095,90 ευρώ. Με βάση την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας του με αρ. κυκλ. ... οχήματος τους ενάγοντος, η οποία έχει εκδοθεί στις 30.5.2008, η ωφέλιμη μάζα του οχήματος είναι 24180 kg, ήτοι 24,180 τόνοι, επομένως για τη μεταφορά της άνω συνολικής ποσότητας βωξίτη, κατά το άνω χρονικό διάστημα έπρεπε να πραγματοποιήσει συνολικά 2.109 δρομολόγια.
Για κάθε δρομολόγιο έχει έξοδα (Ιδίως καύσιμα, ελαστικά, ασφάλεια, τέλη κυκλοφορίας, συντήρηση) κατά μέσο όρο 40 ευρώ, ήτοι συνολικά για τα άνω δρομολόγια θα δαπανούσε το ποσό των 84.360 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω το σύνολο της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος, αφαιρουμένων των εξόδων, ανέρχεται στο ποσό των 124.735,9 ευρώ.
Στη ζημία αυτή του ενάγοντος πρέπει να συνυπολογισθεί το κέρδος που ο ίδιος αποκόμισε από την εργασία του, ήτοι από μεταφορές που πραγματοποίησε με το ζημιωθέν φορτηγό κατά το άνω χρονικό διάστημα, την οποία δεν θα πραγματοποιούσε αν εξακολουθούσε να ισχύει η άνω σύμβαση με την "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.", συνεπώς, συνδέεται με την πρόσφορη αιτιότητα προς το άνω ζημιογόνο γεγονός και ως εκ τούτου πρέπει να συνυπολογισθεί στην αξίωση του ενάγοντος για την στέρηση εισοδημάτων από την λυθείσα σύμβαση.
Το κέρδος αυτό, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ της διαχειριστικής περιόδου από 1.1.2009 έως 31.12.2009 και τις φορτωτικές του έτους 2010 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 84.100,34 ευρώ.
Συνεπώς κατά παραδοχή της παραδεκτά προβληθείσας πρωτοδίκως και νόμιμης ένστασης των εναγομένων, που επαναφέρουν νόμιμα και με λόγο της έφεσής τους, περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας στο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, το ποσό της απώλειας εισοδημάτων του ενάγοντος αφαιρουμένου του οφέλους που αποκόμισε από την επαγγελματική του δραστηριότητα διαμορφώνεται στο ποσό των 40.635,56 ευρώ.
Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των εναγομένων, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας που βίωσε από τα άνω γεγονότα και από διαδικασία επισκευής του φορτηγού αυτοκινήτου, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η υπό κρίση αδικοπραξία, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη ο ενάγων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το εύλογο ποσό των 12.000 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 52.635,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 932 του Α.Κ. καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων με πρόθεση, από κοινού με άλλα μέλη του παραπάνω σωματείου, παρεμπόδιση του αναιρεσίβλητου, με χρήση βίας, απειλών, ύβρεων και προπηλακισμών, να ολοκληρώσει την εκτέλεση του έργου της μεταφοράς βωξίτη, το οποίο είχε αναλάβει δυνάμει σχετικής σύμβασης με την εταιρεία "ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε", υποχρεώνοντας τελικώς αυτόν να αδειάσει το μετάλλευμα, με την απειλή πυρπόλησης του φορτηγού του, στην άκρη του δρόμου, συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, αφού αντικειμενικά κρινόμενη ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ανωτέρω βλάβη, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται, με την εν λόγω συμπεριφορά, αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, οι ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις, κατά το χρόνο και υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκαν, προκάλεσαν την πεποίθηση στα συμβληθέντα μέρη ότι δεν ήταν εφικτή και ασφαλής η εκτέλεση της σύμβασης και έτσι οδήγησε στην εξαναγκαστική συναινετική διακοπή αυτής και, συνακόλουθα, στην περιουσιακή ζημία του αναιρεσίβλητου, συνιστάμενη στην απώλεια της αμοιβής, που θα αποκόμιζε από τις μεταφορές, τις οποίες θα διενεργούσε επί μία διετία, η οποία (ζημία), όμως, δεν θα επερχόταν, αν οι αναιρεσείοντες δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός μεν της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και αφετέρου της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής των αναιρεσειόντων και της επελθούσας ζημίας, υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, καθόσον διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία συνιστά και με τη μορφή της δόλιας παράβασης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, αδικοπρακτική συμπεριφορά και, συνεπώς, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καταφάσκουν την εν μέρει ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ενώ, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ο αναιρεσίβλητος δεν συντέλεσε με οικείο πταίσμα στη διακοπή της σύμβασης, με αυτόβουλη λύση αυτής, διαλαμβάνοντας με πλήρη σαφήνεια ότι ήταν εξαναγκαστική λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν ο το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται, εφόσον το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ' έφεση δίκη να προτείνει νόμιμα την ίδια ένσταση. Σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση αυτή, δημιουργείται ο από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 676/2021, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 1420/2019).
Η νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων συναρτάται και προς τη διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς (ΑΠ 1420/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 400 αρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έκδοσης της απόφασης τούτου, πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 403 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, ήτοι, αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη απ' αυτήν και, ως εκ τούτου, δεν παρέχουν εχέγγυα αληθούς μαρτυρίας.
Κατά την πρώτη των άνω διατάξεων, ως συμφέρον του μάρτυρα, νοείται το υλικό ή και ηθικό, πάντως, άμεσο και βέβαιο, ως αναπόφευκτη συνέπεια της έκβασης της δίκης (ΑΠ 670/2021, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 11/2004). Ο λόγος εξαίρεσης του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου του διαδίκου, που προσάγει τον μάρτυρα προς εξέταση, την οποία (ένσταση) πρέπει να προτείνει πριν ορκιστεί ο μάρτυρας και να επικαλεστεί το συμφέρον, ως λόγο της εξαίρεσης.
Επί μονομελών πρωτοδικείων και επί υποθέσεων πολυμελούς, που δικάζονται, κατά την τακτική διαδικασία, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την από 1-1-2016 κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, λαμβάνονται υπόψη κατά κύριο λόγο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την αποδεικτική δύναμη του καθενός, συμπληρωματικά όμως, μπορεί να ληφθούν υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 (ως προς το παραδεκτό της εμμάρτυρης απόδειξης).
Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι κατ` άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 731/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 11α και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το εφετείο, καίτοι προέβαλαν το σχετικό ισχυρισμό με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, καθόσον δεν είναι τρίτος, αφού είναι ομόδικος - συνάδελφός τους και παρών στο επίδικο βιοτικό συμβάν και έχει ασκήσει άλλη, όμοια κατά περιεχόμενο, αγωγή κατ' αυτών (αναιρεσειόντων).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι πρότειναν νομίμως τη σχετική ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρος πριν την όρκισή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τα ως άνω επικαλούμενα δεν θεμελιώνουν άμεσο συμφέρον του εξετασθέντος μάρτυρος από την έκβαση της παρούσας δίκης.
Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη συζήτηση της αγωγής, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς στις 19-5-2011, εξετάστηκε ως μάρτυρας, με πρόταση του αναιρεσίβλητου, ο Λ.
Κ. του Ι., ο οποίος είχε ασκήσει σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων αγωγή, χωρίς ωστόσο να προβληθεί από τους εναγόμενους, πριν την όρκισή του, ένσταση για τη μη εξέτασή του, όπως προκύπτει από τα με αριθμ. 48/19-5-2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, παρά μόνο με την από 19-5-2011 προσθήκη των προτάσεών τους - αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, οι ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό περί μη λήψης υπόψη της κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα, άλλως, περί της στάθμισης αυτής, για το λόγο ότι αυτός έχει προφανές άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, επειδή άσκησε παρόμοια αγωγή σε βάρους τους.
Με την από 19-6-2017 έφεσή τους και δη με τον πρώτο λόγο αυτής, οι ήδη αναιρεσείοντες παραπονέθηκαν, πλην των άλλων, και για τη μη ορθή στάθμιση και αξιολόγηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς απέρριψε σιγή τον παραπάνω λόγο έφεσης και έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, συνεκτιμώντας αυτήν με τις λοιπές αποδείξεις, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν είχε προταθεί νομίμως η ένσταση εξαίρεσης του εν λόγω μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, ακόμη και αν προτάθηκε νομίμως η ανωτέρω ένσταση, το εφετείο δεν έσφαλε, λαμβάνοντας υπόψη και εκτιμώντας ελεύθερα την ανωτέρω ένορκη μαρτυρική κατάθεση ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου, διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την από 1-1-2016, κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, λαμβάνονται συμπληρωματικά υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και τέτοια είναι και οι κατ` άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και την ένορκη κατάθεση του παραπάνω μάρτυρος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται από το νόμο ούτε παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, από τους αρ. 11α και 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 79/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όσον αφορά το αίτημα του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από την παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα εξής: Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των εναγομένων, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας που βίωσε από τα άνω γεγονότα και από διαδικασία επισκευής του φορτηγού αυτοκινήτου, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η υπό κρίση αδικοπραξία, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη ο ενάγων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το εύλογο ποσό των 12.000 ευρώ".
Το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, το ποσό των 12.000,00 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι υπέρμετρα μεγάλο, σε σχέση με εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ως παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας που θεμελιούται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 25 Σ., 932 ΑΚ, 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιδικάστηκε στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 12.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη αυτός από την, αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη, αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων - εναγόμενων. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση, ώστε να επανακαθορισθεί το ποσό της εύλογης αποζημίωσης, που πρέπει να καταβάλουν οι ήδη αναιρεσείοντες, εναγόμενοι στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, για την ένδικη αιτία, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν, προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ' αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 9/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο παραπάνω μέρος προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ