Supreme Court dismisses appeal for failure to rule on default interest claim as it was adjudicated in the main suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two appeals challenging a lower court's decision on default interest claims. The appellant argued the appellate court failed to rule on their request for default interest, but the court found the lower court had already adjudicated this issue within the main lawsuit. Consequently, the appeals were rejected as the legal ground for non-adjudication was absent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground for leaving a request unadjudicated requires the court of first instance to have completely ignored the request in both the reasoning and operative parts of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 660 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 660/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καπλανίδη - Σωτηρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Άνθη Αθήνας ΕΠΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. συζ. Γ. Κ., το γένος Β. Σ., για την ίδια ατομικώς και ως διαχειρίστριας και εταίρου της ως άνω εταιρείας "Άνθη Αθήνας ΕΠΕ", 3) Γ. Κ. του Α., για τον ίδιο ατομικώς και ως ασκούντος διαχειριστικές πράξεις για την ως άνω εταιρεία "Άνθη Αθήνας ΕΠΕ", 4) Β. - Θ. Κ. του Γ., 5) Α. Κ. του Γ., 6) Ε. Κ. του Γ. και 7) Χ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καπλανίδη - Σωτηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2008 αγωγή του Γ. Τ. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 1761/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο, μετά δε από έφεση του ίδιου (ενάγοντος), εκδόθηκε η 686/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2141/2013 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5052/2017 μη οριστική και 745/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 2-5-2019 αίτησή της και τους από 6-11-2020 πρόσθετους λόγους αυτής και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 2-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσας και των υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του και την απόρριψη της αντίθετης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι από α) 2-5-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4264/386/2-5-2019 και β) 2-5-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4280/387/3-5-2019 αιτήσεις, καθώς και ο από 6-11-2020 και με αριθμό κατάθεσης 99/2020 πρόσθετος λόγος επί της τελευταίας αίτησης που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 του ΚΠολΔ, για αναίρεση της 745/7-2-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Οι αιτήσεις αυτές και ο πρόσθετος λόγος πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους φανερής συνάφειας (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 του ίδιου Κώδικα).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: O ενάγων και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος Γ. Τ., με την από 1-7-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 134209/4286/2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΕΠΕ "ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΕΠΕ" και των αναιρεσιβλήτων Π.
Κ., Γ. Κ., Β.-Θ. Κ., Α. Κ., Ε. Κ. και Χ. Κ., ισχυρίστηκε ότι το έτος 1997, κατόπιν πρότασης της δεύτερης εναγομένης, εταίρου και διαχειρίστριας της πρώτης εναγομένης και του τρίτου εναγομένου συζύγου της δεύτερης και κατέχοντος την πλειοψηφία των εταιρικών μεριδίων-εταίρου της πρώτης, οι οποίοι (δεύτερη και τρίτος των εναγομένων) ενεργούσαν για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, των ιδίων ατομικά αλλά και του ήδη αποβιώσαντος (πατέρα του τρίτου) Α.
Κ. και των τέταρτου έως και έβδομης των εναγομένων-τέκνων τους, που ο ίδιος αποδέχτηκε (την πρόταση), μίσθωσε άτυπα από τον Α. Κ. και όλους τους εναγομένους μια θερμοκηπιακή μονάδα καλλιέργειας τριαντάφυλλων που βρίσκεται στις .... Ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 385.000 δραχμών, καταβλητέο από το δεύτερο μισθωτικό έτος και εφεξής λόγω εργασιών ανανέωσης της φυτείας και ανακαίνισης των εγκαταστάσεων του μισθίου που αυτός θα πραγματοποιούσε με δικές του δαπάνες.
Ότι μέχρι την υπογραφή έγγραφου μισθωτηρίου συμβολαίου συμφωνήθηκε η ασκούμενη στο μίσθιο επιχείρηση να λειτουργεί, όπως και προηγουμένως, με τα φορολογικά στοιχεία της πρώτης εναγόμενης εταιρείας. Ότι αυτός παρέλαβε το μίσθιο τον Ιούνιο του έτους 1997 και άρχισε να εκτελεί στις απαιτούμενες εργασίες και να ασκεί τη συμφωνηθείσα επαγγελματική δραστηριότητα ατομικά μεν αλλά υπό τα φορολογικά στοιχεία και παραστατικά της πρώτης εναγομένης, που κάλυπτε και τις σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις, αναμένοντας την υπογραφή έγγραφης σύμβασης, προκειμένου να προβεί σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στο δικό του όνομα, πλην όμως οι εναγόμενοι, με διάφορα προσχήματα, απέφευγαν την υπογραφή μισθωτηρίου.
Ότι, όπως εκ των υστέρων διαπίστωσε, η πρώτη εναγομένη είχε λάβει δάνεια και επιδοτήσεις για την κατασκευή του θερμοκηπίου και εκ του λόγου αυτού είχε την υποχρέωση να διατηρήσει την επιχείρησή της επί δεκαετία, γεγονός που οι εναγόμενοι δολίως απέκρυψαν. Ότι ο ίδιος συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο με τους πιο πάνω όρους, οπότε το έτος 2007, όταν οι δανειακές υποχρεώσεις των εναγομένων τακτοποιήθηκαν, ζήτησε την υπογραφή έγγραφου μισθωτηρίου.
Ότι οι τελευταίοι, προβάλλοντας διάφορες αξιώσεις, δεν προέβησαν σε τέτοια υπογραφή αλλά αντ' αυτού ζήτησαν και έλαβαν δυνάμει δικαστικής απόφασης τα φορολογικά στοιχεία της πρώτης εξ αυτών, με βάση τα οποία λειτουργούσε έως τότε η ασκούμενη από τον ίδιο στο μίσθιο επιχείρηση, την οποία έθεσαν σε αδράνεια και διέκοψαν τη συνεργασία τους με προμηθευτές και πελάτες, με αποτέλεσμα αυτός να αδυνατεί να εκμεταλλευτεί πλέον μίσθιο από το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και να καταστραφεί η παραγωγή και η φυτεία που ο ίδιος είχε ανανεώσει.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον, εκτός άλλων που δεν εδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, το ποσό των 919.231,86 ευρώ λόγω καταστροφής της φυτείας του θερμοκηπίου. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την κατάρτιση μισθωτικής σύμβασης μεταξύ αυτών και του ενάγοντος, ισχυριζόμενοι ότι επρόκειτο για σχέση συνεργασίας μεταξύ του τελευταίου και της πρώτης εξ αυτών (ΕΠΕ), ενώ πρότειναν, εκτός των άλλων, τις ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση και την έκταση της ζημίας του.
Επί της αγωγής εκδόθηκαν α) η 1761/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε ότι πρόκειται για διαφορά από αδικοπραξία και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, β) η 686/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που έκρινε ότι πρόκειται για μισθωτική διαφορά και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, γ) η 2141/2013 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, που τη δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 889.672,66 ευρώ (απορρίπτοντας τη σωρευθείσα βάση της αδικοπραξίας) και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς και δ) κατόπιν ασκήσεως εκατέρωθεν εφέσεων η προσβαλλομένη, 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της πρώτης εναγομένης και αφού εξαφανίστηκε η εκκληθείσα 2141/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση λόγω καταστροφής της φυτείας του, εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου που εμπόδιζαν ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση του και οδήγησαν στην καταστροφή της, το συνολικό ποσό των 145.000 ευρώ.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Η 1η εναγόμενη είχε κατασκευάσει και λειτουργήσει από το έτος 1990 θερμοκηπιακή μονάδα παραγωγής τριαντάφυλλων, εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ......Η θερμοκηπιακή αυτή μονάδα είχε ανεγερθεί σε αγρόκτημα ευρύτερης εκτάσεως...την κυριότητα του ευρύτερου αυτού αγρού, εκτάσεως 33 περίπου στρεμμάτων, είχε αποκτήσει ο Α.
Κ....πατέρας του 3ου εναγόμενου, πεθερός της 2ης εναγόμενης και παππούς των λοιπών εναγομένων από αγορά...Ο Α. Κ. μεταβίβασε στη συνέχεια την κυριότητα διαιρετών τμημάτων του αρχικού αγρού στους 1η και 4ο έως και 7η των εναγομένων ως εξής ...(αναφέρονται τα διαιρετά τμήματα του όλου ακινήτου που μεταβίβασε ο Α.
Κ. λόγω δωρεάς στους εγγονούς του (4ο έως και 7η των εναγομένων) κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία και το τμήμα που μεταβίβασε λόγω πώλησης στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία κατά πλήρη κυριότητα)...Ο ως άνω δωρητής, Α. Κ. απεβίωσε στην Αθήνα, στις 22-9-2002, οπότε ενώθηκε η παρακρατηθείσα υπέρ αυτού επικαρπία με την ψιλή κυριότητα των εγγονών του...
Σημειώνεται ότι, λόγω της ανηλικότητας των εναγομένων δωρεοδόχων, στις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις είχαν συμβληθεί για λογαριασμό τους οι 2η και 3ος των εναγόμενων, γονείς τους, οι οποίοι και εκμεταλλεύονταν ουσιαστικά μέσω της 1ης εναγόμενης εταιρείας την επιχείρηση του θερμοκηπίου παραγωγής τριαντάφυλλων, όντας εξάλλου μοναδικοί κάτοχοι των εταιρικών μεριδίων της Ε.Π.Ε.
από την ίδρυσή της. Διαχειριστής της εταιρείας από την ίδρυσή της, το έτος 1989, είναι η 2η εναγόμενη, Π. Κ., ενώ ο 3ος εναγόμενος, Γ. Κ., είναι από την ίδρυση της εταιρείας ο κατέχων την πλειοψηφία των εταιρικών μεριδίων της Ε.Π.Ε. [βλ. υπ' αριθμ. 8353/08.08.2012 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε.-Ε.Π.Ε. & Γ.Ε.ΜΗ.)]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ.
…/….10.1988 απόφαση του Διοικητή της Α.Τ.Ε. η 1η εναγόμενη εταιρεία, ούσα ακόμη υπό σύσταση, επιχορηγήθηκε υπαχθείσα στις διατάξεις του αναπτυξιακού Νόμου 1262/1982. Με το άρθρο 6 της απόφασης αυτής ορίστηκε ειδικότερα ότι η 1η εναγόμενη, που πραγματοποιούσε την επένδυση, εάν, πριν παρέλθει δεκαετία από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αυτής, έπαυε να λειτουργεί η εάν, χωρίς προηγούμενη έγκριση του διοικητή της Α.Τ.Ε., μεταβιβάζονταν ή μεταβαλλόταν η νομική μορφή της εταιρίας, μειώνοντας το εταιρικό της κεφάλαιο χωρίς η μείωση αυτή να επιβάλλεται από την κείμενη νομοθεσία ή αν μεταβίβαζε πάγια περιουσιακά της στοιχεία που είχαν συμπεριληφθεί στην επένδυση χωρίς να τα αντικαταστήσει σε έξι μήνες, υποχρεούταν σε μερική ή ολική επιστροφή της επιχορήγησης και επιδότησης σύμφωνα τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 1262/1982, όπως ίσχυε.
Με την επιδότηση του αναπτυξιακού αυτού νόμου κατασκευάσθηκαν 5.037,00 τ.μ. θερμοκηπίου, συνεχόμενος χώρος 306,00 τ.μ. με εντός αυτού ψυγείο εμβαδού 21,00 τ.μ., δεξαμενή ύδατος 29,00 τ.μ., ενώ έγινε και προμήθεια για τον εξοπλισμό του θερμοκηπίου (σύστημα θέρμανσης, άρδευσης, εκθειωτήρες και μηχανή συσκευασίας) (βλ.
ειδ. την από 10.06.2003 βεβαίωση της Δ/νσης Τεχνικών Έργων της Α.Τ.Ε., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι ήδη εφεσίβλητοι υπό στοιχείο Β). Επίσης, με την υπ' αριθμ. …/…/….03.1991 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η πρώτη εναγόμενη εταιρεία εντάχθηκε στα Μ.Ο.Π. Αττικής για την κατασκευή υαλόφρακτης θερμοκηπιακής μονάδας, εκτάσεως 4,00 στρεμμάτων για παραγωγή ανθοκομικών προϊόντων με χρήση ηλιακής ενέργειας, πιστοποιήθηκε, δε, κατά το έτος 1992 από την αρμόδια επιτροπή πιστοποίησης και προόδου της επένδυσης για τα κάτωθι, α) χωματουργικά-θεμελίωση- δεξαμενή, β) θερμοκήπιο 4,00 στρεμμάτων (σκελετός, υαλοπίνακες, υλικά θερμοκηπίου), γ) τύρφη, δ) σύστημα θέρμανσης-αερισμού, ε) άρδευση με όλα τα εξαρτήματα (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. …/….06.2003 βεβαίωση της Δ/νσης Γεωργίας Ανατολικής Αττικής). Το θερμοκήπιο της 1ης εναγόμενης εταιρείας είναι του οίκου ΟCKHVIZEN Ολλανδίας, με χαρακτηριστικά ΒΚΜ 6,40 μ. Χ 3,00 μ., τύπου αμφίρρικτο, πολλαπλό, διπλής κορυφής και έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες τύπου του Υπουργείου Γεωργίας και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.) (βλ.
ειδ. την από 26.06.2003 βεβαίωση της Δ/νσης Τεχνικών Έργων της Α.Τ.Ε.). Επίσης, η 1η εναγόμενη εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τη 2η εναγόμενη, διαχειρίστρια αυτής, και προς ευόδωση του επιχειρηματικού της σκοπού προέβη, ως πιστούχος, στη σύναψη με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.) ως πιστώτρια τράπεζα, α) της υπ' αριθμ.
…/….02.1990 συμβάσεως παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό συνολικού ποσού 70 εκατ. δρχ. και στη συνέχεια, β) της υπ' αριθμ. …/….08.1991 όμοιας, ποσού 40 εκατ. δρχ.. Ειδικότερα, με το υπ' αριθμ. - 4 - παρ. 1 άρθρο των συμβάσεων αυτών, προβλεπόταν ρητά ότι, μέχρι να εξοφληθούν τελείως τα ποσά που χορηγήθηκαν ή που επρόκειτο να χορηγηθούν, απαγορευόταν στην 1η εναγόμενη τόσο η εκχώρηση των δικαιωμάτων της με βάση τη σύμβαση όσο και η μεταβίβαση των κάθε είδους υποχρεώσεών της σε τρίτο χωρίς τη ρητή έγγραφη συμφωνία της τράπεζας και ιδίως στερούταν το δικαίωμά της να παραχωρήσει σε άλλον με οποιαδήποτε μορφή την κυριότητα ή τη χρήση των πραγμάτων γενικά που αποκτήθηκαν με τα δάνεια χωρίς και πάλι την έγγραφη συναίνεση της τράπεζας.
Αν παραβιαζόταν ο συγκεκριμένος όρος η τράπεζα είχε δικαίωμα μονομερώς και ανεξάρτητα από τυχόν υπερημερία να κηρύξει τα δάνεια ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Επίσης, με το υπ' αριθμ. - 8 - άρθρο των συμβάσεων αυτών προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, ότι η παράβαση οποιουδήποτε όρου αυτών συνεπαγόταν την υποχρέωση της 1ης εναγόμενης να καταβάλει στην τράπεζα υπέρ του ελληνικού δημοσίου το ποσό που καθοριζόταν σαν ποινική ρήτρα σύμφωνα με τις αποφάσεις της νομισματικής επιτροπής ή άλλο αρμόδιο όργανο, οι οποίες ισχύουν για τις παραβάσεις των αποφάσεων αυτών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η 2η εναγόμενη με την ανωτέρω ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της 1ης εναγόμενης εταιρείας, κατά το έτος 1997, κατάρτισε προφορικά με τον ενάγοντα, ο οποίος ως γεωπόνος είχε απασχοληθεί εργασιακά στο θερμοκήπιό της, σύμβαση, δυνάμει της οποίας, η 1η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει στο δεύτερο τη χρήση και τη με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης κάρπωση της ίδιας θερμοκηπιακής μονάδας με αντάλλαγμα ίσο με 385.000 δραχμές μηνιαίως, για το μετά τον Ιούνιο του έτους 1998 χρονικό διάστημα και χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος, ήτοι μέχρι τις 31.05.1998, δεδομένου ότι ο ενάγων θα προέβαινε με δικές του δαπάνες στην ανανέωση της φυτείας με περίπου 40.000 νέα φυτά που ήδη είχε παραγγείλει η 1η εναγόμενη.
Επομένως, λόγω του σημαντικού ύψους των δαπανών στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί ο ενάγων για την εκτεταμένη ανανέωση της φυτείας κατά το πρώτο αυτό έτος, οι οποίες θα υπερέβαιναν το ύψος του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος για τον αντίστοιχο χρόνο, αλλά και της μειωμένης παραγωγής μέχρι τα νέα φυτά να εισέλθουν σε παραγωγικό στάδιο, συμφωνήθηκε να μην καταβληθεί κάποιο αντάλλαγμα στη 1η εναγόμενη κατά το πρώτο τούτο έτος.
Στα πλαίσια της άτυπης αυτής συμβάσεως ο ενάγων, από την άλλη πλευρά, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη το πιο πάνω χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα της παροχής της. Ταυτόχρονα οι διάδικοι επιφυλάχτηκαν να καταρτίσουν έγγραφο για την πιο πάνω σύμβαση τους, ώστε ο ενάγων να δύναται να κάνει έναρξη της σχετικής με την εκμετάλλευση του μισθίου δραστηριότητάς τους επ' ονόματι του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Όμως, μέρος του ακινήτου στο οποίο ήταν εγκαταστημένη η θερμοκηπιακή μονάδα ήταν βεβαρημένο με υποθήκη, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 4112/1929, προς εξασφάλιση απαίτησης της Αγροτικής Τράπεζας κατά της 1ης εναγόμενης. Για το λόγο αυτό η τελευταία δεν ήθελε να προκύπτει στις προς τα έξω συναλλαγές ότι έχει παραχωρήσει τη χρήση της θερμοκηπιακής μονάδας, φοβούμενη την εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας επίκληση της ακυρότητας ή και την επέλευση σε βάρος της άλλων δυσμενών συνεπειών, γιατί είχε επιδοτηθεί με βάση το Ν. 1262/1982, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε πιο πάνω.
Λόγω της κατάστασης αυτής η σύνταξη εγγράφου για τη με αντάλλαγμα παραχώρηση της χρήσης και κάρπωσης της θερμοκηπιακής μονάδας αναβλήθηκε για το χρονικό σημείο που, με την εξόφληση του χρέους της 1ης εναγόμενης προς την Αγροτική Τράπεζα, θα εξέλειπε το προαναφερόμενο εμπόδιο, κάτι που αρχικά αναμενόταν να γίνει σύντομα.
Ακόμη δε και εάν η 1η εναγόμενη θα μπορούσε να αντικρούσει τις απειλούμενες σε βάρος της δυσμενείς συνέπειες από την εμφανή παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης του θερμοκηπίου για το οποίο είχε λάβει την ανωτέρω επιχορήγηση του ελληνικού δημοσίου και τα δάνεια της ΑΤΕ με επιδότηση επιτοκίου, σε περίπτωση που πράγματι αυτές επέρχονταν, εάν καταρτιζόταν έγγραφο μισθωτήριο με τον ενάγοντα πριν την εκπνοή των παραπάνω αναλαμβανόμενων από αυτήν δεσμεύσεων, δεν αναιρείται ότι υφίστατο πράγματι κίνδυνος να επέλθουν οι δυσμενείς τούτες συνέπειες, όπως η κατάπτωση ποινικών ρητρών εις βάρος της 1ης εναγόμενης, η αναζήτηση της επιχορήγησης και της επιδότησης του επιτοκίου από το Ελληνικό Δημόσιο, ανεξαρτήτως μάλιστα του ότι πριν τη σύναψη της προφορικής μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως είχαν ήδη καταγγελθεί τα δάνεια της ΑΤΕ, λόγω της μη εξυπηρέτησης αυτών από την 1η εναγόμενη, ώστε η τελευταία πράγματι για λόγους που την αφορούσαν να αποφεύγει την κατάρτιση εγγράφου για την αποτύπωση της μεταξύ αυτής και του ενάγοντος συμφωνίας που θα καθιστούσε εμφανές προς τα έξω ότι παραχωρήθηκε εκ μέρους της σε τρίτον η χρήση και η κάρπωση της θερμοκηπιακής μονάδας για την οποία είχε επιχορηγηθεί από το ελληνικό δημόσιο και λάβει δάνεια από την ΑΤΕ με επιδότηση επιτοκίου από αυτό.
Το γεγονός τούτο επίσης δεν αναιρείται από το ότι και ο ενάγων πλην των δυσμενών συνεπειών που συνεπαγόταν γι' αυτόν η μη κατάρτιση εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού (αδυναμία δανειοδοτήσεως του και λήψης μπλοκ επιταγών από τράπεζες ή λήψης επιδοτήσεων και επιχορηγήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο, κίνδυνος να λυθεί η σχέση που τον συνέδεε με την 1η εναγόμενη και να απολέσει τη φυτεία του στην οποία είχε επενδύσει σημαντικά ποσά, με μονομερείς ενέργειες της τελευταίας χωρίς να αποζημιωθεί για τις επενδύσεις που είχε κάνει σε αυτό, ενόψει της δυσχέρειας αποδείξεως της πραγματικής συμβατικής σχέσεως που τον συνέδεε με την 1η εναγόμενη) είχε επίσης, δικούς του λόγους για να μην καταρτισθεί τέτοιο έγγραφο και να ξεκινήσει επιχειρηματική δραστηριότητα στο όνομα του με έδρα το ακίνητο της 1ης εναγόμενης, δεδομένου του ότι παρά την εξάρτηση που συνεπαγόταν ο τρόπος αυτός της επιχειρηματικής του δραστηριότητας επ' ονόματι της 1ης εναγόμενης, η λειτουργία με τον ανωτέρω τρόπο συνεπάγονταν για τον ίδιο σημαντικά μικρότερο κίνδυνο, αφού κατά τη συμφωνία τους τα φορολογικά βάρη της επιχείρησης "ΑΝΘΗ ΕΠΕ", αναλάμβανε αποκλειστικά η τελευταία, η οποία ήταν υπόλογη απέναντι στο Δημόσιο και τις αρμόδιες υπηρεσίες για τις φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις της εκ της δραστηριότητάς του, ο ίδιος δεν κινδύνευε να υποστεί τις δυσμενείς συνέπειες πιθανών ελέγχων, ενώ σε περίπτωση μη δυνατότητας αποπληρωμής των προμηθευτών, οι τελευταίοι θα στρέφονταν για την ικανοποίηση τους κατά της 1ης εναγόμενης στο όνομα της οποίας εκδίδονταν τα παραστατικά των σχετικών συναλλαγών.
Στο μεταξύ, η 1η εναγόμενη, η οποία συναλλάχθηκε με τον ενάγοντα, εκπροσωπούμενη από τη νόμιμη διαχειρίστρια της 2η εναγόμενη, μετά την προαναφερόμενη συμφωνία της με τον ενάγοντα, του παραχώρησε τη θερμοκηπιακή μονάδα, την οποία από τότε κατείχε συνεχώς ο ίδιος, ο οποίος μέχρι τον Ιούνιο του 2000 αρνούνταν να καταβάλει στην 1η εναγόμενη το συμφωνημένο για το μετά τον Ιούνιο του 1998 χρηματικό αντάλλαγμα των 385.000 δραχμών το μήνα, επικαλούμενος για την αθέτηση της σχετικής του υποχρεώσεως την μη σύνταξη του εγγράφου, που είχαν επιφυλαχθεί να καταρτίσουν.
Επειδή, όμως, ο προαναφερόμενος λόγος, για τον οποίο αυτό δεν καταρτίστηκε από την αρχή, εξακολουθούσε να υφίσταται και η 1η εναγόμενη μετά τον Ιούνιο του 1998 οχλούσε συνεχώς τον ενάγοντα για την καταβολή του μηνιαίου χρηματικού ανταλλάγματος που είχαν συμφωνήσει για την εκ μέρους της παραχώρηση σ' αυτόν της χρήσης και κάρπωσης της θερμοκηπιακής μονάδας, ο δεύτερος από τον Ιούλιο του έτους 2000 άρχισε να καταβάλει για κάθε μήνα που ακολουθούσε το ποσό των 385.000 δραχμών.
Μαζί με το ποσό αυτό κατέβαλε και 115.000 δραχμές, που καταλογίζονταν στο ποσό που όφειλε συνολικά ως αντάλλαγμα για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι και τον Ιούνιο του 2000. Ο καταλογισμός αυτός έγινε με συμφωνία των διαδίκων, την οποία κατάρτισε αυτοπροσώπως ο ενάγων και 1η εναγόμενη με άμεσο αντιπρόσωπο της τον 3ο εναγόμενο, Γ.
Κ., ο οποίος μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, κατείχε την πλειοψηφία των εταιρικών μεριδίων της 1ης εναγόμενης εταιρείας. Έτσι ο ενάγων κατέβαλε στην 1η εναγόμενη 500.000 δραχμές για κάθε μήνα μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2006. Όλα τα ποσά εισέπραξε, κατ' εξουσιοδότηση της 1ης εναγόμενης εταιρείας, ο 3ος εναγόμενος, Γ.
Κ. (άρθρο 417 παρ. 1 ΑΚ). Στις 18.04.2007, μεταξύ των διαδίκων, από τους οποίους η 1η εναγόμενη εταιρεία συμβλήθηκε εκπροσωπούμενη από τον 3ο εναγόμενο, Γ. Κ., καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση τιτλοφορούμενη "ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΟΦΕΙΛΩΝ /ΕΝΟΙΚΙΩΝ". Περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού είναι η ρύθμιση των οφειλών του ενός διαδίκου προς τον άλλο, οι οφειλές δε του ενάγοντος χαρακτηρίζονται ρητά και επανειλημμένα ως "ενοίκια".
Με τον ίδιο όρο χαρακτηρίζονται οι οφειλές του και σε προγενέστερο, χωρίς ημεροχρονολογία, ιδιόχειρο έγγραφο του Γ. Κ., τιτλοφορούμενο "ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΝΟΙΚΙΩΝ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΤΗ ΤΟΝ κ. Γ. Τ.". Ο 3ος εναγόμενος, Γ. Κ., σε όλες τις προαναφερόμενες συμβάσεις ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της 1ης εναγόμενης εταιρείας, έχοντας την απαιτούμενη αντιπροσωπευτική εξουσία.
Γι' αυτό τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών, τις οποίες αυτός κατάρτισε επήλθαν στο πρόσωπο της 1ης εναγόμενης εταιρείας (άρθρο 211 παρ. 1 ΑΚ). Το αποτέλεσμα τούτο, δεν εμπόδισε το γεγονός ότι διαχειριστής της δεν ήταν ο 3ος εναγόμενος, Γ. Κ., αλλά η 2η εναγόμενη, Π. Κ.. Και τούτο, επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 παρ. 1,2 και 18 παρ. 1 εδ.
α' του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" (όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του π.δ. 419/1986), που ρυθμίζουν τη διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία του νομικού αυτού προσώπου, δεν αποκλείεται η εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 211 επ. ή 713 επ. ΑΚ. Γι' αυτό οι διαχειριστές της εταιρίας μπορούν να προβούν, σε κάθε περίπτωση, κατά τους όρους των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων (211 επ., 713 επ.
ΑΚ), στο διορισμό πληρεξουσίου ή εντολοδόχου για ορισμένη ή ορισμένες υποθέσεις της εταιρείας. Ο κατά τον τρόπο αυτό διοριζόμενος 3ος εναγόμενος δεν είχε την ιδιότητα του οργάνου του νομικού προσώπου της εταιρείας και δεν εξέφραζε τη βούλησή της, αλλά ενήργησε, ως άμεσος αντιπρόσωπος, πράξεις, που αποφασίστηκαν από το αρμόδιο όργανο της, ήτοι τη 2η εναγόμενη που ήταν διαχειρίστρια της, και των οποίων (πράξεων) μόνο η εκτέλεση ανατέθηκε από την 2η σ' αυτόν.
Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και εάν δεν είχε χορηγηθεί με ρητή δήλωση της διαχειρίστριας της εταιρείας, 2ης εναγόμενης, η αντιπροσωπευτική εξουσία στον τρίτο εναγόμενο, Γ. Κ., η χορήγηση τέτοιας εξουσίας σ' αυτόν, προέκυπτε σιωπηρά από τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις και σε κάθε περίπτωση η αντιπροσωπευτική του εξουσία θεμελιώνεται στη συμπεριφορά της διαχειρίστριας της εταιρείας, η οποία, ενώ ως οικονομολόγος είχε πνευματική ικανότητα και μπορούσε να εκτιμά τις συνέπειες από τη συμπεριφορά του συζύγου της, Γ.
Κ., επέτρεπε σ' αυτόν να αναμειγνύεται ενεργά στις συναλλαγές και λοιπές υποθέσεις της εταιρείας, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και τις αρχές της καλής πίστης, να είναι σαφώς δηλωτική παροχής πληρεξουσιότητας και να προκαλέσει δικαιολογημένα την εμπιστοσύνη του ενάγοντος κατά τρόπο τέτοιο ώστε εύλογα να πιστεύει ότι ο 3ος εναγόμενος, Γ.
Κ., νομιμοποιούταν, γιατί είχε εξουσία αντιπροσωπεύσεως. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι, αφενός η 2η και ο 3ος των εναγόμενων είναι σύζυγοι και αφετέρου ο τελευταίος κατέχει την πλειοψηφία των μεριδίων της 1ης εναγόμενης και συνεπώς είναι εύλογη η ανάμειξή του, με τη συναίνεση και της διαχειρίστριας συζύγου του, σε ανάλογες αντιπροσωπευτικές ενέργειες για λογαριασμό του νομικού προσώπου της εταιρείας, 1ης εναγόμενης.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγομένων με τις προτάσεις τους, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν ήταν μία άτυπη σύμβαση συνεργασίας, όπως υποστήριξαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επαναφέροντας τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τον χαρακτήρα της μεταξύ τους συμβάσεως με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους, αλλά συνιστούσε καταρτισμένη σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου και μάλιστα αγροτικού ακινήτου, αφού ως τέτοιο χαρακτηρίζεται το ακίνητο που δεν είναι αστικό, αλλά προορίζεται και είναι πρόσφορο για τη συλλογή καρπών, χωρίς να έχει σημασία αν η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται είναι σε πόλη, σε χωριό ή στους αγρούς.
Το γεγονός ότι δεν καταρτίστηκε το έγγραφο, που συμφώνησαν τα μέρη, δεν ανατρέπει το πιο πάνω συμπέρασμα, αφού δεν αποδεικνύεται ότι αυτά θέλησαν να μην ισχύει η σύμβαση χωρίς το έγγραφο και σε κάθε περίπτωση τα μέρη, ενώ γνώριζαν ότι το έγγραφο δεν είχε συνταχθεί, εκπλήρωσαν τη δικαιοπραξία κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία και τις ουσιώδεις παροχές της, γεγονός, που επιπρόσθετα καταδεικνύει, ότι τα μέρη είχαν τη βούληση να ισχύει η σύμβαση και χωρίς να έχουν συμφωνήσει σε άλλα μη ουσιώδη στοιχεία της, τα οποία θα ρύθμιζαν στο μέλλον.
Εξάλλου, το γεγονός ότι στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως εμπλέκονται και στοιχεία άλλων, ρυθμισμένων ή μη, συμβάσεων με τις οποίες συμφωνήθηκαν, εις βάρος της εκμισθώτριας ή του μισθωτή, πρόσθετες παρεπόμενες παροχές, δεν αναιρεί τον κριθέντα χαρακτήρα της συμβάσεως, δεδομένου ότι όπως διαλαμβάνεται στην μείζονα σκέψη, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μια σύμβαση περιέχει τα στοιχεία περισσοτέρων, ρυθμισμένων ή μη, συμβάσεων, προκειμένου να κριθεί ο χαρακτήρας της συμβάσεως αυτής ερευνώνται και λαμβάνονται υπόψη τα προέχοντα και κυρίαρχα στοιχεία της συμβάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν η ένδικη σύμβαση, στην οποία πράγματι εμπλέκονται στοιχεία και άλλες, ρυθμισμένες ή μη, συμβάσεις (π.χ. εντολής, χρησιδανείου, management κλπ), φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως, ερευνάται αν η κύρια υποχρέωση που αναλαμβάνει το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι η παραχώρηση της χρήσεως του πράγματος έναντι της κύριας υποχρέωσης που αναλαμβάνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος της καταβολής ανταλλάγματος, υπό την ως άνω έννοια για την παραχωρηθείσα από τον αντισυμβαλλόμενο του χρήση.
Εν προκειμένω, επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, είναι προφανές ότι στη λειτουργία της άτυπης συμβάσεως που κατήρτισαν ο ενάγων και η 1η εναγόμενη δια της διαχειρίστριάς της το έτος 1997, οι κύριες υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν από τα μέρη ήταν από την πλευρά της 1ης εναγόμενης η παραχώρηση στον ενάγοντα της χρήσης του θερμοκηπίου της και της κάρπωσης αυτού με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης με αντάλλαγμα από την πλευρά του ενάγοντος την καταβολή ενός σταθερού ανταλλάγματος (μισθώματος) το οποίο προσδιορίστηκε στο ποσό των 385.000 δραχμών (ήδη κατά μετατροπή 1130 ευρώ) μηνιαίως.
Οι ειδικότερες δε πρόσθετες υποχρεώσεις και όροι της μεταξύ τους συνεργασίας οι οποίοι κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους συνομολογούνται από τους διαδίκους, όπως η δραστηριοποίηση του ενάγοντος στο όνομα της 1ης εναγόμενης αλλά για δικό του λογαριασμό, αφού αυτός εισέπραττε όλα τα έσοδα και κατέβαλε όλες τις δαπάνες πλην των φορολογικών υποχρεώσεων που προέκυπταν από την δραστηριότητα του για την πρώτη εναγόμενη και τα έξοδα της λογιστικής παρακολούθησης της εταιρείας που ανέλαβε η 1η εναγόμενη, όπως και την αποπληρωμή των δανείων που είχαν ληφθεί κατά τα ανωτέρω από την 1η εναγόμενη για την εγκατάσταση της θερμοκηπιακής της μονάδας, η παραχώρηση της χρήσης των φορολογικών στοιχείων της και του αυτοκινήτου της στον ενάγοντα, ακόμη και εάν συμπλέκονται και με άλλα είδη ρυθμισμένων ή μη συμβάσεων δεν αναιρούν τον χαρακτήρα της συμβάσεως ως τέτοιας (μισθώσεως), ο οποίος με σαφήνεια προκύπτει από τις κυρίαρχες υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα συμβαλλόμενα μέρη, οι οποίες προσιδιάζουν στη σύμβαση μισθώσεως.
Επισημαίνεται ότι ο παραπάνω νομικός χαρακτηρισμός δεν προσκρούει στο δεδικασμένο που παράγεται από την υπ' αριθμ. 2361/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ενάγοντος κατά της 1ης εναγόμενης κατά της υπ' αριθμ. 176/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας, και ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, κατόπιν απορρίψεως της κατ' αυτής ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 552/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει η αντικειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου, ήτοι ταυτότητα του δικαιώματος και του αντικειμένου του και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω αμετάκλητη ήδη απόφαση και της προκείμενης δίκης το αντικείμενο της οποίας αναφέρεται στο ενοχικό δικαίωμα του ενάγοντος εις βάρος μεταξύ άλλων και της 1ης εναγόμενης σε αποζημίωση λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης της τελευταίας που απορρέει από την αθέτηση της υποχρέωσης της ως εκμισθώτριας να παραχωρεί τη χρήση του μισθίου άνευ ελαττωμάτων που παρεμποδίζουν τη χρήση αυτού και να διατηρεί αυτή μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης καθώς και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Αντιθέτως η δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω αμετάκλητη ήδη απόφαση είχε ως αντικείμενο το δικαίωμα νομής της 1ης εναγόμενης σε επιμέρους αντικείμενα (φορολογικά στοιχεία, αυτοκίνητο) των οποίων η χρήση είχε παραχωρηθεί στον ενάγοντα από αυτήν. Επομένως η αμετάκλητη αποδοχή της αγωγής της 1ης εναγόμενης για την απόδοση της νομής των φορολογικών στοιχείων και του ΙΧΦ αυτοκινήτου που είχε παραχωρήσει στα πλαίσια της μεταξύ τους σύνθετης εννόμου σχέσεως η οποία όσον αφορά την επιμέρους συμφωνία για παραχώρηση της χρήσης των φορολογικών στοιχείων χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση εντολής και ως προς την παραχώρηση της χρήσης του ΙΧΦ χαρακτηρίστηκε χρησιδάνειο, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο τούτο να κρίνει σε σχέση με την ευρύτερη σύνθετη έννομη σχέση που περιγράφεται στην αγωγή, η οποία στηρίζεται σε διαφορετικά και επιπλέον πραγματικά περιστατικά και να χαρακτηρίσει αυτήν ως μίσθωση, εφόσον τούτο αφενός μεν εδράζεται στα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που μαζί με τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις συγκροτούν ένα διαφορετικό αντικείμενο δίκης σε σχέση με εκείνο που ήδη έχει κριθεί, αφού τόσο τα δικαιώματα και τα αντικείμενα αυτών που αποτελούν αντικείμενα των διαφορών των δύο δικών, όσο και η ιστορική και νομική αιτία τους διαφοροποιούνται, με αποτέλεσμα τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου που παρήχθη από την ως άνω απόφαση να μην εκτείνονται στο ουσιαστικό ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο της δίκης τούτης.
Στην προκείμενη δίκη ωστόσο κατάγεται προς δικαστική διάγνωση το δικαίωμα του ενάγοντος που στηρίζεται στην άτυπη σύμβαση μισθώσεως που φέρεται ότι καταρτίστηκε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς μεταξύ των διαδίκων από το έτος 1997, η οποία δεν αποκλείεται για το λόγο ότι για επιμέρους υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν στα πλαίσια της ευρύτερης σχέσεως τους και προκειμένου να επέλθει η αιτούμενη στην προηγούμενη δίκη έννομη συνέπεια της απόδοσης της νομής συγκεκριμένων πραγμάτων που σημειωτέον δεν αποτέλεσαν το κύριο αντικείμενο της ένδικης σύμβασης, κρίθηκε ότι αναλήφθηκαν στα πλαίσια σύμβασης χαρακτηριζόμενης με αμετάκλητη απόφαση ως σύμβαση εντολής και χρησιδανείου, πολύ περισσότερο που η ύπαρξη στοιχείων αυτών των συμβάσεων στα πλαίσια της σύνθετης έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους, δεν αναιρεί τον κυρίαρχο χαρακτήρα της συμβάσεως των διαδίκων που με βάση τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα περιστατικά αλλά και όσα αποδείχθηκαν κατά τα ανωτέρω συνιστά σύμβαση μισθώσεως που μπορεί να θεμελιώσει τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος ως μισθωτού του οποίου η χρήση παρεμποδίστηκε.
Εξάλλου δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στην προκείμενη δίκη ώστε να θεωρηθεί ότι το δικαστήριο τούτο δεσμεύεται από την περί αυτού κρίση, η κρίση ότι η έννομη σχέση στα πλαίσια της οποίας παραχωρήθηκαν από την 1η εναγόμενη τα φορολογικά της στοιχεία και το ΙΧΦ την απόδοση της νομής των οποίων ζήτησε χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση εντολής και χρησιδάνειο αντίστοιχα, διότι η κρίση αυτή δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς, αλλά ούτε και η κρίση περί του εάν υπήρξε σύμβαση μίσθωσης στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης ήταν αναγκαία για την κατάφαση της αγωγής εκείνης, οι όποιες δε αναφορές γίνονται στις αποφάσεις σε σχέση με την φύση της ευρύτερης έννομης σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους καθώς δεν ήταν αναγκαίες για την κατάφαση της αιτούμενης έννομης συνέπειες δεν καλύπτονται με την δεσμευτική ισχύ του δεδικασμένου.
Κατά συνέπεια μη ταυτιζόμενων των αντικειμένων των παραπάνω δικών, αλλά και των προϋποθέσεων για την επέκταση του δεδικασμένου στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της σύνθετης έννομης σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους ως προδικαστικού ζητήματος, καθόσον τούτη δεν ήταν αναγκαία για το κύριο ζήτημα που αποτέλεσε αντικείμενο της άλλης δίκης, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται από το παραχθέν από την ως άνω απόφαση δεδικασμένο, κατά τον χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης τούτης προκειμένου να κριθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατάφαση της αιτούμενης έννομης συνέπειας.
Στα πλαίσια της διερευνήσεως αυτής επισημαίνεται ότι ο κυρίαρχος χαρακτήρας της ένδικης συμβάσεως ως μίσθωση δεν αναιρείται από το ότι το αντάλλαγμα της παραχωρηθείσας στον ενάγοντα χρήσης του θερμοκηπίου που συμφωνήθηκε ήταν κατώτερο αυτού που κατά τις συνήθειες των συναλλαγών θα έπρεπε να έχει συμφωνηθεί με βάση τις τρέχουσες μισθωτικές αξίες ομοειδών θερμοκηπίων στην ίδια περιοχή, το οποίο δεν θα ήταν κατώτερο του ποσού των 2.500-3000 ευρώ, ούτε από το ότι δεν συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή αυτού στην πολυετή διάρκειά της, η οποία μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και η καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος σημαντικών δαπανών για την ανανέωση της φυτείας και την συντήρηση του θερμοκηπίου, από το ότι δεν καταβλήθηκε "αέρας" όπως είθισται στις μισθώσεις, καθώς και από το ότι η 1η εναγόμενη διατήρησε σχέση με την δραστηριότητα του ενάγοντος, φέροντας τα φορολογικά βάρη της επιχειρήσεως, το κόστος λογιστικής παρακολούθησης και τους κινδύνους που απέρρεαν από την δραστηριότητά του, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν είναι ικανά να αποδυναμώσουν τα στοιχεία εκείνα που προσδίδουν τον κυρίαρχο χαρακτήρα στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, που προαναφέρονται και προσιδιάζουν στην σύμβαση μισθώσεως.
Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ίδια σχετικά με την φύση της ένδικης συμβάσεως δεν έσφαλε, αντιθέτως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα με τον 1ο λόγο της υπό στοιχείο Α εφέσεως της 1ης εναγόμενης και με τον 2ο πρόσθετο λόγο εφέσεως της ιδίας κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε από κάποιο πειστικό αποδεικτικό μέσο ότι συνεκμισθωτές με την πρώτη εναγόμενη στην ανωτέρω άτυπη σύμβαση υπήρξαν οι 4ος έως και 7η των εναγομένων. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι, α) στο από 18.04.2007 συμφωνητικό διακανονισμού οφειλών/ενοικίων που υπογράφεται από τον 3ο εναγόμενο για λογαριασμό της 1ης εναγόμενης εταιρείας και τον ενάγοντα, δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, δεν αναφέρεται η ύπαρξη λοιπών συνεκμισθωτών, ούτε ο 3ος εναγόμενος φέρεται να υπογράφει και για λογαριασμό των εναγόμενων τέκνων του, β) ομοίως, στον προαναφερθέντα λογαριασμό ενοικίων που έχει συντάξει ιδιοχείρως ο 3ος εναγόμενος, Γ.
Κ., και πάλι σε ανύποπτο χρόνο, δεν γίνεται αναφορά σε εκμισθωτές ή συνεκμισθωτές, αλλά αναφέρεται στην επικεφαλίδα του λογαριασμού ότι αφορά στα ενοίκια θερμοκηπίου της 1ης εναγόμενης εκμισθώτριας. γ) ούτε σε κάποια από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις των ποσών που κατέβαλε ο ενάγων κατά τα έτη 2000 έως 2006 γίνεται κάποια αναφορά στους 4ο έως και 7η των εναγόμενων, ενώ αντιθέτως, αναφέρεται η πρώτη εναγόμενη ως η παραχωρούσα τη χρήση του επίδικου θερμοκηπίου, δ) αντιθέτως, εάν πράγματι μαζί με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία συνεκμισθωτές στην επίδικη άτυπη σύμβαση μισθώσεως ήταν και οι 4ος έως και 7η των εναγόμενων, δεν υπήρχε ουσιαστικός δικαιολογητικός λόγος να μην αναφέρονται και αυτοί στα ανωτέρω έγγραφα, ε) από κανένα έγγραφο, αλλά ούτε και από κάποια πειστική μαρτυρική κατάθεση, δεν αποδεικνύεται ειδικότερα συμμετοχή ή ανάμειξη του 4ου έως και 7ης των εναγόμενων στη διοίκηση, τη διαχείριση, τη λειτουργία και την εν γένει δραστηριότητα της 1ης εναγόμενης ως προς το θερμοκήπιο μέχρι την παράδοση της χρήσης του στον ενάγοντα κατά το έτη 1997-1998, οπότε και συνήφθη κατά τα ανωτέρω η ένδικη άτυπη σύμβαση μισθώσεως ανάμεσα στη 2η εναγόμενη ως διαχειρίστρια της 1ης εναγόμενης και στον ενάγοντα, στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του δικαστηρίου ότι στην επίδικη μίσθωση και στην εν γένει συμφωνία με τον ενάγοντα συμμετείχαν ως συνεκμισθωτές οι 4ος έως και 7η των εναγομένων.
Τούτο ενισχύεται έτι περαιτέρω από το αδιαμφισβήτητο γεγονός του νεαρού της ηλικίας των 4ου έως και 7ης των εναγόμενων κατά τον ανωτέρω χρόνο, σε συνδυασμό και με το γεγονός, όπως προαναφέρθηκε, ότι αποκλειστικά ενασχολούμενοι με την επίδικη θερμοκηπιακή μονάδα ήταν η 2η και ο 3ος των εναγόμενων, οι οποίοι εξάλλου αποτελούσαν και τους μοναδικούς εταίρους της 1ης εναγόμενης.
Ούτε και αποδείχθηκε με πειστικό τρόπο ότι κατά το χρόνο που η επίδικη άτυπη σύμβαση μισθώσεως συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της 1ης εναγόμενης, εκπροσωπούμενης από τη 2η εναγόμενη, διαχειρίστριά της, κατά τα ανωτέρω, η τελευταία συμβλήθηκε και για λογαριασμό των 4ου έως και 7ης των εναγομένων ως συνεκμισθωτών - αντισυμβαλλομένων του ενάγοντος, αλλά ούτε και όλο το διάστημα που λειτούργησε η σύμβαση αποδείχτηκε τέτοια ανάμειξη αυτών στη λειτουργία της, δηλαδή με την ιδιότητά τους ως συνεκμιθωτών.
Εξάλλου, με δεδομένο ότι η μίσθωση φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί ο εκμισθωτής να μην είναι και κύριος του μισθίου, η εγκυρότητα της ανωτέρω άτυπης συμβάσεως μισθώσεως ουδόλως επηρεάσθηκε από το γεγονός ότι το μίσθιο αποτελούσε συνιδιοκτησία της 1ης εναγόμενης εταιρείας και των 4ου έως και 7ης των εναγόμενων, σύμφωνα με τα παραπάνω.
Σημειώνεται ότι λόγω του ενοχικού χαρακτήρα της μισθώσεως, αυτή είναι έγκυρη ακόμη και αν το μίσθιο είναι αλλότριο, δεδομένου ότι, αφού δεν είναι εμπράγματη σύμβαση, η κυριότητα του εκμισθωτή δεν επιδρά στο κύρος της ούτε και η τυχόν ύπαρξη άλλου εμπράγματου δικαιώματος στο μίσθιο, άσχετα, μάλιστα, αν το τελευταίο (μίσθιο) είναι κινητό ή ακίνητο.
Ακόμη και ο 4ος εναγόμενος, που ως δικηγόρος συμμετείχε στις συζητήσεις - διαπραγματεύσεις με τον ενάγοντα για τη σύναψη νέας έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως το έτος 2007, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει προηγούμενη εμπλοκή του ή συμμετοχή του στη σύναψη και κατάρτιση της άτυπης επίδικης συμβάσεως μισθώσεως κατά τα έτη 1997-1998.
Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών δεδομένων, σε αντίθετη κρίση του δικαστηρίου δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του το γεγονός ότι στα προτεινόμενα εκατέρωθεν σχέδια συμφωνητικών για τη νέα μίσθωση που θα καταρτιζόταν εγγράφως το έτος 2007 περιλαμβάνονταν ως συνεκμισθωτές και οι τέταρτος έως και έβδομη των εναγόμενων ούτε και όσα καταθέτει ο πατέρας του ενάγοντος στην ένορκη βεβαίωσή του που προσκομίζεται.
Ούτε και από όσα κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά ούτε και από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν τόσο για την παρούσα δίκη, όσο και για προηγούμενες μεταξύ των διαδίκων, αποδεικνύεται με πειστικότητα ότι οι 4ος έως και 7η των εναγόμενων υπήρξαν συνεκμισθωτές στην άτυπη προφορική σύμβαση μισθώσεως πού συνήφθη ανάμεσα στον ενάγοντα και την 1η εναγόμενη, εκπροσωπούμενη από τη 2η εναγόμενη, διαχειρίστρια αυτής, κατά τα έτη 1997-1998.
Ούτε και το στοιχείο της γνώσης των τέκνων της 2ης και του 3ου των εναγόμενων για την επίδικη μισθωτική σχέση και μάλιστα σε νεαρή ηλικία κατά τον ανωτέρω χρόνο ούτε και η περιστασιακή παρουσία τους στο θερμοκήπιο και η τυχόν γνωριμία τους με τον ενάγοντα μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή κρίση του δικαστηρίου περί του αντιθέτου.
Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι 4ος έως και 7η των εναγομένων, μόλις έλαβαν το πρώτον την όχληση του ενάγοντος με την από 25.06.2007 εξώδικη δήλωσή του προς αυτούς, απάντησαν άμεσα με την από 29.06.2007 εξώδικη δήλωσή τους προς τον ενάγοντα με την οποία αρνήθηκαν ότι αυτοί του είχαν ποτέ εκμισθώσει οποιαδήποτε έκταση στο χώρο του επίδικου θερμοκηπίου και δήλωναν ότι η όποια έννομη σχέση τον συνέδεε με την 1η εναγόμενη εταιρεία δεν τους αφορούσε, προσφέρονταν δε να διαπραγματευθούν μαζί του οποιαδήποτε μελλοντική εκμίσθωση ακινήτων τους και τους σχετικούς όρους.
Επίσης το εάν οι λοιποί των εναγομένων ή ο δικαιοπάροχος τους Α. Κ. είχαν υποχρεώσεις από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις με την ΑΤΕ, εάν είχε εγγραφεί η παραπάνω υποθήκη για την εξασφάλιση των ληφθέντων δανείων και επί τμημάτων των ιδιοκτησιών τους επί των οποίων είχε ανεγερθεί το παραπάνω θερμοκήπιο και είχαν εναχθεί από την ΑΤΕ στα πλαίσια της μη τήρησης των υποχρεώσεων της 1η εναγόμενης από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις, ή εάν είχαν κι αυτοί λόγους να μην συνταχθεί έγγραφο για την κατάρτιση μίσθωσης με τον ενάγοντα για την αποφυγή δυσμενών σε βάρος τους συνεπειών λόγω των ανωτέρω δανείων, ουδόλως ασκούν επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα της μη αναμείξεώς του κατ' ουδένα τρόπο στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως και κατά συνέπεια στην ανυπαρξία αναλήψεως οιασδήποτε υποχρεώσεώς τους έναντι του ενάγοντος από αυτήν, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί παρείχαν εντολή και πληρεξουσιότητα στους 2η και 3ο των εναγόμενων να συμβληθούν με τον ενάγοντα και για λογαριασμό τους για την κατάρτιση μισθωτικής συμβάσεως, ούτε ότι συνήνεσαν σε μία τέτοια κατάρτιση ή ότι την ενέκριναν εκ των υστέρων.
Αντιθέτως επαρκώς αποδείχθηκε ότι η ένδικη άτυπη σύμβαση μισθώσεως καταρτίστηκε αποκλειστικά από την διαχειρίστρια της 1ης εναγόμενης, 2η εναγόμενη, η οποία συμβλήθηκε στο όνομα της εταιρείας που εκπροσωπούσε, ενώ ο 3ος εναγόμενος ενήργησε κατά τα ανωτέρω, αντιπροσωπεύοντας την 1η εναγόμενη και όχι για τον εαυτό του, πολύ περισσότερο ουδέποτε εκδήλωσαν αμφότεροι οι 2η και 3ος των εναγόμενων στον ενάγοντα τη βούλησή τους να συμβληθούν είτε για λογαριασμό τους ατομικά, είτε ως αντιπρόσωποι του πατέρα του 3ου εναγόμενου, Α.
Κ. και των τέκνων τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ομοίως και απορρίπτοντας για τους ίδιους λόγους την αγωγή ως προς την βάση της εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης των 2ης έως και 7ης των εναγομένων δεν έσφαλε. Αντιθέτως ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε.
Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι της υπό στοιχείο Β εφέσεως του ενάγοντος (1ος-5ος) πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη σύμβαση μισθώσεως δεν καταγγέλθηκε από την Αγροτική Τράπεζα και ανεξάρτητα από το εάν υπάγεται ή όχι στις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995, δεν έληξε γιατί, με την εκδοχή μεν ότι υπάγεται στο Π.Δ. 34/1995, έχει αναγκαστική δωδεκαετή διάρκεια, ενώ, με την αντίθετη εκδοχή, η λήξη της, λόγω του αορίστου χρόνου της, προϋπέθετε την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία της και τη μετά το εξάμηνο αυτό λήξη της γεωργικής περιόδου (άρθρο 635 ΑΚ), αλλά τέτοια καταγγελία δεν αποδεικνύεται ότι έχει λάβει χώρα, καθόσον δεν συνιστούν καταγγελία οι παρακάτω ενέργειες της 1ης εναγόμενης με τις οποίες αυτή δεν εξέφρασε κατά τρόπο σαφή και ανεπίδεκτο αντίθετης ερμηνείας τη βούληση της να λυθεί με καταγγελία της η ένδικη σύμβαση, αλλά αρνούμενη την ίδια την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, άρνηση που δεν ισοδυναμεί με καταγγελία, επεδίωξε να αναλάβει την νομή επιμέρους στοιχείων που είχε αναλάβει, όπως και η ίδια συνομολογεί, να παραχωρεί τη χρήση τους στον ενάγοντα στα πλαίσια της άτυπης σύμβασης συνεργασίας, όπως η ίδια χαρακτηρίζει τη μεταξύ τους έννομη σχέση.
Η καταγγελία όμως της σύμβασης μισθώσεως που αποδεικνύεται ότι συνέδεε τους διαδίκους, χαρακτηρίζοντας ορθά τον κυρίαρχο χαρακτήρα της σύνθετης έννομης σχέσεως που είχαν τούτοι συνάψει, θα έπρεπε να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και ανεπίδεκτο αντίθετης ερμηνείας της σχετικής βουλήσεως της εκμισθώτριας.
Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει από το γεγονός ότι η εναγόμενη, αρνούμενη την ύπαρξη μισθώσεως αξίωσε και πέτυχε με την ως άνω αμετάκλητη ήδη απόφαση να αναλάβει την νομή επιμέρους πραγμάτων της τα οποία δεν αποτέλεσαν το κύριο αντικείμενο των υποχρεώσεων που ανέλαβε στα πλαίσια της άτυπης συμβάσεως που συνήψε με τον ενάγοντα.
Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ίδια σε σχέση με την ανυπαρξία καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα υπό στοιχείο Α με το σχετικό λόγο (5ο) εφέσεώς της κρίνονται κατ'ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στα πλαίσια λειτουργίας της προαναφερόμενης συμβάσεως μισθώσεως, ο ενάγων χρησιμοποιούσε και καρπωνόταν τη θερμοκηπιακή μονάδα (μίσθιο) μετά τον Ιούνιο του έτους 1998, που είχε ολοκληρωθεί η φύτευση των νέων φυτών, συνεχώς, όπως έπραττε και το προηγούμενο έτος, ανεξαρτήτως του εάν κατά το έτος εκείνο είχε την ιδιότητα του χρησάμενου όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη, ή του μισθωτή, καθόσον η μη καταβολή ανταλλάγματος για την χρήση του μισθίου το έτος αυτό έγινε για το λόγο ότι ο ενάγων θα κατέβαλε τη δαπάνη για την αγορά και φύτευση των νέων φυτών, όπως είθισται σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά και προκειμένου να διευκολυνθεί ο μισθωτής του προσοδοφόρου, ο οποίος κατά την έναρξη της μίσθωσης προέβη σε σημαντικές δαπάνες χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα πριν εισέλθει το μίσθιο σε παραγωγική φάση να έχει έσοδα που θα του επέτρεπαν να ανταποκριθεί στην υποχρέωση καταβολής μισθώματος.
Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η πραγματική φύση της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους κατά το πρώτο έτος που ο ενάγων είχε την χρήση του μισθίου δεν ασκεί κάποια ειδικότερη έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση. Ο ενάγων στα πλαίσια της παραχωρηθείσας από την 1η εναγόμενη χρήσης και κάρπωσης του μισθίου καλλιεργούσε στο θερμοκήπιο τριαντάφυλλα, τα οποία στη συνέχεια πωλούσε επί κέρδει σε τρίτους στο όνομα μεν της 1ης εναγόμενης αλλά για δικό του λογαριασμό.
Επειδή, όμως, η αναφερόμενη πιο πάνω αιτία, για την οποία δεν επιθυμούσε η 1η εναγόμενη εταιρεία να προκύπτει η εκ μέρους της παραχώρηση της χρήσης της θερμοκηπιακής μονάδας, διήρκεσε μέχρι τις 30.3.2007, οι διάδικοι από την αρχή της παραχώρησης της χρήσης συμφώνησαν ότι όλες οι συναλλαγές, που θα αφορούσαν την πώληση των προϊόντων της θερμοκηπιακής μονάδας και την προμήθεια των αναγκαίων υλικών για την τακτική εκμετάλλευσή της με την καλλιέργεια τριαντάφυλλων, θα διενεργούνταν από τον ενάγοντα για δικό του μεν λογαριασμό (αφού σ' αυτόν θα παρέμεναν τα εισπραττόμενα ως τιμήματα ποσά και αυτός θα επιβαρυνόταν με τις δαπάνες για την τακτική εκμετάλλευση του ακινήτου και ιδίως την καλλιέργεια), αλλά υπό την επωνυμία της 1ης εναγόμενης εταιρείας, η οποία, για να επιτευχθεί αυτό, ανέλαβε την πρόσθετη υποχρέωση να παραδίδει στο 2ο θεωρημένα για την ίδια (και στην επωνυμία της) από τον προϊστάμενο της αρμόδιας λόγω της έδρας της Δ.Ο.Υ.
στοιχεία που προβλέπει ο Κ.Β.Σ.. Τα στοιχεία αυτά, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, θα τα χρησιμοποιούσε ο ενάγων στις συναλλαγές που θα διενεργούσε με τους τρίτους για λογαριασμό του αλλά υπό την επωνυμία της 1ης εναγόμενης εταιρείας και στη συνέχεια, σε τακτά χρονικά διαστήματα, θα παρέδιδε στην τελευταία όσα στοιχεία ήταν αναγκαία για την εκ μέρους της ενημέρωση των προβλεπόμενων από το νόμο φορολογικών βιβλίων, για την τήρηση των οποίων είχε η ίδια κατά το νόμο την ευθύνη ως επιτηδευματίας για τον οποίο αυτά είχαν θεωρηθεί και τα οποία πράγματι τηρούσε αυτή στην έδρα της.
Επίσης, με βάση τα ίδια στοιχεία, δηλαδή αυτά που θα της παρέδιδε ο ενάγων, θα προσδιοριζόταν οι φορολογικές της υποχρεώσεις και τα τυχόν φορολογικά της δικαιώματα. Συμφώνησαν ακόμη οι διάδικοι ότι ο ενάγων θα παρέδιδε στην 1η εναγόμενη εταιρεία ταυτόχρονα με τα πιο πάνω φορολογικά στοιχεία και όσα (φορολογικά) στοιχεία θα εξέδιδαν στην επωνυμία της 2ης - άλλοι επιτηδευματίες για τις συναλλαγές τους, που θα καταρτίζονταν με τον πρώτο για λογαριασμό του, αλλά θα αφορούσαν την θερμοκηπιακή μονάδα.
Ο με τον πιο πάνω περιεχόμενο συμφωνημένος τρόπος συναλλαγών τηρήθηκε και στην πράξη από τους δύο διαδίκους χωρίς πρόβλημα συνεχώς μέχρι και τον Αύγουστο του 2007. Τότε, όμως, οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν έντονα, γιατί διαφώνησαν ως προς το περιεχόμενο που θα είχε το έγγραφο μισθωτήριο που θα κατάρτιζαν.
Είχε προηγηθεί η επίδοση στους εναγόμενους της από 25.06.2007 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης του ενάγοντος προς αυτούς να προσέλθουν στις 28.06.2007 και να υπογράψουν έγγραφη σύμβαση μισθώσεως του θερμοκηπίου με μηνιαίο μίσθωμα 1.000,00 ΕΥΡΩ, δεκαετή διάρκεια μισθώσεως και πρόβλεψη αποζημίωσης του ενάγοντος με ποσό 300.000,00 ΕΥΡΩ κατά τη λήξη της μισθώσεως ή την τυχόν λύση της προς κάλυψη της ζημίας του από την καρπούμενη ωφέλεια των εναγομένων ως εκμισθωτών.
Η 1η εναγόμενη εταιρεία, λόγω της διάρρηξης των μέχρι τότε καλών σχέσεων που είχε με τον ενάγοντα και της εκ της αιτίας αυτής άρσης της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του, κατά το Σεπτέμβριο του 2007, με την από 25.09.2007 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση που απηύθυνε προς τον ενάγοντα, του ζήτησε να της επιστρέψει αμέσως τα φορολογικά της βιβλία και στοιχεία που κατείχε στα πλαίσια της συμβάσεως μισθώσεως, επικαλούμενη την ανάγκη και την υποχρέωση τήρησης αυτών από την ίδια ως φορολογικά υπόχρεη, τον κίνδυνο να υποστεί φορολογικό έλεγχο με ανάλογες διοικητικές κυρώσεις από την απουσία των βιβλίων της, την αδυναμία της να υποβάλει δήλωση Φ.Π.Α.
μέχρι τις 27.09.2007, οπότε έληγε η σχετική προθεσμία και για την οποία επίσης αυτή ήταν φορολογικά υπόχρεη, ενώ διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά του ενάγοντος επικαλούμενη ότι αυτός εξαρτούσε την επιστροφή των φορολογικών βιβλίων και στοιχείων της εταιρείας τα οποία κατείχε με την σύναψη μελλοντικής (έγγραφης) συμβάσεως μισθώσεως.
Ο ενάγων απάντησε με την από 28.11.2007 εξώδικη δήλωσή του, την οποία απηύθυνε προς όλους τους εναγόμενους και με την οποία αξίωνε την άμεση υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, διαμαρτυρόταν για την αποστολή των επιστολών στους προμηθευτές, επιφυλασσόμενος για τη ζημία της φυτείας και απαιτώντας να του αποδοθεί το πιστωτικό υπόλοιπο του Φ.Π.Α.
από τη δραστηριότητά του στο όνομα της 1ης εναγόμενης, ποσού 9.419,64 ΕΥΡΩ. Στη συνέχεια, η πρώτη εναγόμενη στις 03.12.2007 διέκοψε την επαγγελματική της δραστηριότητα με σχετική δήλωσή της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. (ΚΑ Αθηνών), ενημερώνοντας αυθημερόν εγγράφως, με σχετική εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση, τον ενάγοντα για την ενέργεια της αυτή και επισημαίνοντάς του ότι εκ του λόγου αυτού απαγορευόταν οποιαδήποτε συναλλαγή επ' ονόματί της ή για λογαριασμό της καθώς και χρήση των παραστατικών της από αυτόν (ενάγοντα).
Παράλληλα, η πρώτη εναγόμενη αξίωσε να της επιστραφεί και το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, τύπου 0704, που είχε παραχωρήσει κατά χρήση και για τον ίδιο σκοπό στον ενάγοντα. Με την υπ' αριθμόν 176/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, που επικυρώθηκε μετά την άσκηση εφέσεως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 2361/2011 απόφαση του τελευταίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν απορρίψεως της κατ' αυτής ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος με την υπ' αριθμ. 552/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο ενάγων υποχρεώθηκε να αποδώσει στην πρώτη εναγόμενη τη νομή των ανωτέρω πραγμάτων (φορολογικών στοιχείων και ΙΧΦ αυτοκινήτου).
Σημειώνεται ότι είχε ήδη εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η με αριθμό 674/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, με την οποία υποχρεώθηκε προσωρινά ο ενάγων να αποδώσει τη νομή των ανωτέρω πραγμάτων στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 3548/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την άσκηση σχετικής εφέσεως από τον ενάγοντα.
Παράλληλα η πρώτη εναγόμενη εταιρεία απέστειλε τις από 09.10.2007 επιστολές της προς προμηθευτές του ενάγοντος (Λ. Ε.Π.Ε., Γ. Α., AGROSYSTEM Α.Γ.Γ.Ε.Ε., ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Α.Ε.), που, με δεδομένο ότι ο τελευταίος χρησιμοποιούσε τη δική της επωνυμία για τις συναλλαγές του με τρίτους, τα αντίστοιχα παραστατικά εκδίδονταν στο όνομά της, με την οποία (επιστολή) τους ενημέρωνε ότι η εταιρεία εκπροσωπούνταν μόνο από τη νόμιμη διαχειρίστριά της, Π.
Κ., 2η εναγόμενη και ότι μόνο στην περίπτωση αυτή νομιμοποιούνταν να εκδίδουν παραστατικά στο όνομά της για πώληση προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών, τυχόν δε αξιώσεις τους, ως προς τις οποίες δεν είχαν συναλλαχθεί με τη νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας, δεν τη δέσμευαν παρά μόνο (δέσμευαν) τα πρόσωπα με τα οποία αυτοί τυχόν συναλλάχθηκαν (δηλαδή τον ενάγοντα).
Από τις ανωτέρω επιχειρήσεις, μάλιστα, η ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Α.Ε., απευθυνόμενη τόσο στον ενάγοντα όσο και στην πρώτη εναγόμενη, κατήγγειλε την από 30.10.2001 σύμβαση προμήθειας υγραερίου στο θερμοκήπιο (για τη θέρμανση των φυτών), καλώντας αμφοτέρους να της παραδώσουν τις σχετικές δεξαμενές της που είχε τοποθετήσει στο χώρο του θερμοκηπίου για την αποθήκευση του υγραερίου.
Περαιτέρω, ως προς τη συρρέουσα αδικοπρακτική βάση της αγωγής, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η επικαλούμενη αδικοπραξία των εναγόμενων ερείδεται ειδικότερα και με βάση όσα εκθέτει με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων, α) στην άρνηση υπογραφής από τους εναγόμενους εγγράφου συμφωνητικού μισθώσεως, β) στην άρνηση των εναγόμενων να του παραδώσουν θεωρημένα τιμολόγια και δελτία αποστολής της 1ης εναγόμενης, γ) στην άρνηση των εναγόμενων να του καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό του Φ.Π.Α., την επιστροφή του οποίου με βάση τις πωλήσεις δικαιούνταν ο ενάγων, δ) στην άσκηση σε βάρος του ενάγοντος της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής για τα φορολογικά στοιχεία και το φορτηγό, ε) στην αποστολή της από 08.10.2007 επιστολής (ενν.
τις από 09.10.2007 επιστολές της 1ης εναγόμενης προς τους ανωτέρω προμηθευτές του ενάγοντος), στ) στη θέση σε αδράνεια της 1ης εναγόμενης στις 03.12.2007 και ζ) στην αποστολή της από 01.02.2008 εξωδίκου, ενέργειες που κατά τον ενάγοντα του επέφεραν ζημία κατά τα ποσά που με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα προπαρασκευαστικά μέτρα στα οποία είχε προβεί μετά βεβαιότητας θα εισέπραττε εάν δεν ελάμβαναν χώρα οι ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις του εναγόμενων.
Πλην, όμως, τα ανωτέρω, επικαλούμενα από τον ενάγοντα προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής δεν συνιστούν παράνομες ενέργειες ή παραλείψεις από την πλευρά των εναγόμενων ώστε να θεμελιώσουν, πέραν των άλλων απαιτούμενων στοιχείων, αξίωση του ενάγοντος από αδικοπραξία κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο του παράνομου για τη θεμελίωση της τυχόν αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγόμενων.
Ειδικότερα, η άρνηση υπογραφής συμβάσεως αποτελεί δικαίωμα του κάθε αντισυμβαλλόμενου αφού ανάγεται στα πλαίσια και όρια της δικαιοπρακτικής του βούλησης, είναι δε διάφορο αν στα πλαίσια διαπραγματεύσεων ή συζητήσεων μεταξύ αντισυμβαλλομένων δημιουργηθεί ευθύνη κάποιου από αυτούς από τις διαπραγματεύσεις (άρθρα 197- 198 ΑΚ), στοιχείο εξάλλου που αφενός δεν συνιστά βάση της ένδικης αγωγής και αφετέρου δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω.
Η άρνηση, δε, της υπογραφής της νέας έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως από την πλευρά της 1ης εναγόμενης ήταν αποτέλεσμα της διαφωνίας που προέκυψε με τον ενάγοντα ως προς τους ειδικότερους όρους και το περιεχόμενο της (νέας) συμβάσεως σε συνδυασμό με τη διάρρηξη των μέχρι τότε καλών σχέσεων που είχε με τον ενάγοντα και της εκ της αιτίας αυτής άρσης της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του, με συνέπεια τη βούληση της 1ης εναγόμενης και των εκπροσώπων της, 2ης και 3ου των εναγομένων, να λυθεί η συμβατική τους σχέση και να μη συναφθεί νέα για το μέλλον και δη έγγραφη.
Τα ανωτέρω όμως δεν συγκροτούν το στοιχείο του παρανόμου για την τέλεση - θεμελίωση αδικοπραξίας. Επίσης, το στοιχείο της άρνησης των εναγόμενων να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό του Φ.Π.Α., την επιστροφή του οποίου με βάση τις πωλήσεις δικαιούνταν ο ενάγων, δεν ανάγεται σε παράνομη ενέργεια ή παράλειψη του, αλλά σε καταρχήν νόμιμο δικαίωμα της 1ης εναγόμενης που αποτελεί το νόμιμο λήπτη του ποσού της επιστροφής του Φ.Π.Α., αφού, με δεδομένο ότι τα φορολογικά στοιχεία της δραστηριότητας του μισθωτή ενάγοντα ήταν στο όνομα της 1ης εναγόμενης εταιρείας, δικαιούχος του ποσού γης επιστροφής του Φ.Π.Α.
ως προς το ελληνικό δημόσιο ήταν η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, είναι δε διάφορο αν στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης ανάμεσα στον ενάγοντα ως μισθωτή και στην πρώτη εναγόμενη ως εκμισθώτρια και με βάση τον ειδικό όρο της συμφωνίας τους, όφειλε η τελευταία, συμβατικά ενεχόμενη και όχι από αδικοπραξία, να αποδώσει το ποσό στον ενάγοντα σε εκτέλεση του σχετικού όρου της άτυπης συμβάσεως, στοιχείο εξάλλου που η πρώτη εναγόμενη αμφισβητεί, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι η δικαιούχος του ποσού του Φ.Π.Α.
και που επίσης κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου δεν απέδειξε ο φέρων το σχετικό βάρος απόδειξης ενάγων. Ο ενάγων, σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να διατηρεί ως προς το ποσό αυτό είτε συμβατική αξίωση απόδοσής του με βάση τη σύμβαση μεταξύ αυτού και της 1ης εναγόμενης είτε αξίωση αποζημίωσης με βάση τα άρθρα 576 έως 578 ΑΚ από το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου σύμφωνα με τα επικαλούμενα την αγωγή και αναγόμενο σε θετική του ζημία.
Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι από την πλευρά τους ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους ότι η πρώτη εναγόμενη δεν υποχρεούταν στα πλαίσια της σύμβασής της με τον ενάγοντα να του επιστρέφει το ποσό του πιστωτικού Φ.Π.Α., ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας και άρα λόγω εύλογης αμφιβολίας της ως προς την υποχρέωσή της αυτή.
Επίσης, η άσκηση σε βάρος του ενάγοντος της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής για τα φορολογικά στοιχεία και το φορτηγό, δεν εμπίπτει στην έννοια του παράνομου, ώστε να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη είτε της 1ης εναγόμενης είτε των λοιπών εναγόμενων, αφού συνιστά ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της να αξιώσει δικαστικά την απόδοση της νομής των φορολογικών βιβλίων και στοιχείων της του φορτηγού της, η οποία εξάλλου έγινε αποδεκτή και με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις και τελεσίδικα υποχρεώθηκε ο ενάγων να αποδώσει τη νομή των πραγμάτων αυτών στην πρώτη εναγόμενη.
Ομοίως, η θέση σε αδράνεια της 1ης εναγόμενης στις 03.12.2007 και πάλι συνιστά καταρχήν ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος από αυτήν (πρώτη εναγόμενη), υπό τα ανωτέρω δεδομένα και ιδίως προς αποσόβηση του κινδύνου να ελεγχθεί από τις φορολογικές αρχές και να υποστεί διοικητικές κυρώσεις από την κατοχή των φορολογικών της στοιχείων από τον ενάγοντα.
Η αποστολή, δε, των επιστολών στους προμηθευτές ομοίως συνιστά εναντίωση της 1ης εναγόμενης σε συναλλαγές στο όνομά της από τρίτο, τούτο όμως δεν συνιστά κατά τα ανωτέρω παράνομη ενέργεια ή παράλειψη προς θεμελίωση τυχόν αδικοπρακτικής ευθύνης της. Μάλιστα το περιεχόμενο των επιστολών δεν είναι δυσφημιστικό ή συκοφαντικό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά περιορίζεται στην απαίτηση της 1ης εναγόμενης προς τους προμηθευτές οι συναλλαγές με την ίδια να πραγματοποιούνται με τη νόμιμη εκπρόσωπο της, δηλαδή τη 2η εναγόμενη, διαχειρίστρια αυτής, δηλαδή να μην εκδίδονται παραστατικά στο όνομά της ή για λογαριασμό της χωρίς τη συναίνεσή της.
Ομοίως και η αποστολή της από 01.02.2008 εξωδίκου, με την οποία η πρώτη εναγόμενη αξίωνε από τον ενάγοντα να παραδώσει τις δεξαμενές του υγραερίου στην προμηθεύτρια ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Α.Ε., στην οποία κοινοποιούταν η συγκεκριμένη εξώδικη δήλωση που απευθυνόταν στον ενάγοντα, δεν συνιστά παράνομη ενέργεια της 1ης εναγόμενης, αφού λόγω της καταγγελίας της σχετικής συμβάσεως προμήθειας υγραερίου στην οποία είχε προβεί η ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Α.Ε., στα πλαίσια της οποίας (συμβάσεως) είχε χρησιδανείσει η τελευταία τις δεξαμενές, τόσο ο ενάγων όσο και η πρώτη εναγόμενη δεν είχαν δικαίωμα να τις χρησιμοποιούν και έπρεπε να αποδοθούν στην ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Α.Ε..
Συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τη συρρέουσα αδικοπρακτική βάση της ως προς όλους τους εναγόμενους, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω επικαλούμενες από τον ενάγοντα πράξεις και παραλείψεις τους συνιστούν αδικοπραξία, ενώ, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων δεν μπορεί να θεμελιωθεί βάσιμα συμπεριφορά των εναγόμενων αντικείμενη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, την παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και τις αρχές των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών υπό στοιχείο Β.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ιδίως ως προς τους 4ο έως και 7η των εναγόμενων από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η όποια εμπλοκή τους με ενέργεια ή παράλειψη ενός εκάστου εξ αυτών σε κάποια από τις ανωτέρω επικαλούμενες από τον ενάγοντα ενέργειες- παραλείψεις στις οποίες επιχειρεί με την ένδικη αγωγή του να στηρίξει την αδικοπραξία των εναγομένων, ενώ ακόμη και οι ενέργειες του 4ου ενάγοντος ως δικηγόρου στα πλαίσια της προκληθείσας διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και των συζητήσεων και διαφωνιών με ανταλλαγή εξωδίκων και επιστολών ανάγεται στα πλαίσια της εντολής του ως δικηγόρου και υπό την ιδιότητά του αυτή του χειρισμού της υπόθεσης από την πλευρά της 1ης εναγόμενης εταιρείας και των 2ης και 3 ου των εναγόμενων, που, από κοινού ουσιαστικά, ως σύζυγοι, διαχειρίζονται και λειτουργούν την πρώτη (εναγόμενη εταιρεία).
Ακόμη και η 6η εναγόμενη, παρόλο που επαγγελματικά δραστηριοποιείται στην επιχείρηση (AGRINVEST) του συζύγου της, μάρτυρα ανταποδείξεως των εναγομένων στη προκείμενη δίκη, με παρεμφερές μάλιστα αντικείμενο με τη δραστηριότητα του ενάγοντος και της 1ης εναγόμενης στο επίδικο θερμοκήπιο, δεν αποδείχθηκε ότι αναμίχθηκε με ενέργειες ή παραλείψεις της στη διαχείριση της επίδικης συμβατικής σχέσης και δη κατά τα έτη 2007-2008 οπότε και κορυφώθηκε η αντιδικία του ενάγοντος με την 1η εναγόμενη και τους 2η και 3ο των εναγομένων από την ανωτέρω αιτία.
Κατά συνέπεια η εκκαλούμενη απόφαση η οποία με τις ίδιες αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή ως προς την εν λόγω βάση της εκ της αδικοπραξίας, δεν έσφαλλε αντιθέτως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα υπό στοιχείο Β με τους σχετικούς προς το κεφάλαιο τούτου λόγους της υπό στοιχείο Β εφέσεως του (6ος- 9ος) κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, όμως, οι ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενες ενέργειες της 1ης εναγόμενης θεμελιώνουν αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος από τη σύμβαση μισθώσεως και το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η ένδικη άτυπη σύμβαση μισθώσεως, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε λυθεί, αφού δεν καταγγέλθηκε με κάποιο νόμιμο τρόπο από τον ενάγοντα ή την 1η εναγόμενη και συνέχιζε να παράγει έννομες συνέπειες προς τους αντισυμβαλλόμενούς της.
Συνεπώς, ως προς τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, τα οποία αποδείχθηκε ότι παρεμπόδιζαν ολικά τη συμφωνημένη χρήση του από τον ενάγοντα και για τα οποία από υπαιτιότητά της ευθύνεται η εκμισθώτρια, 1η εναγόμενη εταιρεία, ο ενάγων μισθωτής δικαιούται να αξιώσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, καθώς και κάθε περαιτέρω ζημία του.
Ειδικότερα τέτοια ελαττώματα που αποδείχθηκε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση εμπόδιζαν τη συμφωνηθείσα χρήση ήταν η μη κατάρτιση παρά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών εγγράφου συμφωνητικού μισθώσεως, που ήταν αναγκαίο προκειμένου να μπορεί να γίνει από τον ενάγοντα έναρξη της επ' ονόματι του συμφωνηθείσας δραστηριότητας στο μίσθιο, καθώς και η παρεμπόδιση της χρήσης αυτού από επιβαλλόμενα από τη διοικητική αρχή μέτρα, προκειμένου να μπορεί ο ενάγων να ασκήσει στο μίσθιο την συμφωνηθείσα επαγγελματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα, εν προκειμένω, η ανάκληση των αναγκαίων εγγράφων (τιμολογίων, δελτίων αποστολής κλπ), η μη παροχή αντίθετα προς τη συμφωνία των αναγκαίων πραγμάτων για τη λειτουργία του μισθίου (δεξαμενή θέρμανσης, αυτοκίνητο διακίνησης προϊόντων κλπ) και η θέση σε αδράνεια της επιχείρησης της 1ης εναγόμενης χωρίς να έχει ληφθεί μέριμνα για να καταρτισθεί έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου να δύναται ο ενάγων να προβεί σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στο όνομά του με την συγκεκριμένη έδρα.
Η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α εφέσεως ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέροντας τους ισχυρισμούς της παραδεκτώς με σχετικούς λόγους εφέσεως ότι τα ανωτέρω και συγκεκριμένα η μη υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης και η ανάληψη των φορολογικών της στοιχείων κατόπιν δικαστικής αποφάσεως δεν συνιστούν πραγματικά ελαττώματα, αφού το μεν πρώτο έγινε αμοιβαία αποδεκτό από την αρχή της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας για λόγους που εξυπηρετούσαν κυρίως τον ενάγοντα, το δε δεύτερο έγινε κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της και προκειμένου να προστατευθεί λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς του αντιδίκου της ενάγοντος ο οποίος προκειμένου να την πιέσει να καταρτισθεί συμφωνητικό με τους υπερβολικούς όρους που έθετε δεν της παρέδιδε τα αναγκαία στοιχεία για να εκπληρώσει τις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις της κινδυνεύοντας να επιβληθούν εις βάρος της πρόστιμα, ενώ κινδύνευε επίσης να υποχρεωθεί να καταβάλει οφειλόμενα από τον ίδιο ποσά για δαπάνες του θερμοκηπίου για τις οποίες είχαν εκδοθεί παραστατικά στο όνομα της.
Οι ανωτέρω ενέργειες ωστόσο της 1ης εναγόμενης κρίθηκε μεν ότι δεν συνιστούν παράνομες πράξεις ως προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση ευθύνης αυτής και των προσώπων που ενήργησαν με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στα πλαίσια της άτυπης συμφωνίας των μερών που φέρει τον χαρακτήρα μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (θερμοκηπίου) σε συνδυασμό μεταξύ τους και όχι αντιμετωπιζόμενα μεμονωμένα συγκροτούν την έννοια του πραγματικού ελαττώματος που εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2007 από υπαιτιότητα της εναγόμενης, η οποία αφενός μεν αρνήθηκε να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή μίας συμφωνίας, οι όροι, της οποίας θα ευρίσκονταν μέσα στα πλαίσια των προφορικώς συμφωνηθέντων, αφετέρου δε με το σύνολο των παραπάνω ενεργειών πέτυχε σε αντίθεση με το περιεχόμενο της προφορικής τους συμβάσεως να παρεμποδίσει πλήρως τον ενάγοντα από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το μίσθιο σύμφωνα με τον προορισμό του και τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσής του, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους.
Η εκκαλούμενη απόφαση επομένως η οποία έκρινε ότι υφίσταται ευθύνη της εκμισθώτριας 1ης εναγόμενης να αποζημιώσει τον ενάγοντα λόγω μη εκτέλεσης της συμβάσεως, με βάση το δικαίωμα που τούτος επέλεξε να ασκήσει δια της υπό κρίση αγωγής, το οποίο δεν αποκλείσθηκε δια της ασκήσεως κάποιου άλλου από τα διαζευκτικώς παρεχόμενα από τις εφαρμοζόμενες διατάξεις δικαιώματα του ενάγοντος για την ίδια αιτία, και απορρέει από την συναφθείσα μεταξύ τους άτυπη σύμβαση μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου, λόγω ειδικότερα των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου τα οποία εμφανίστηκαν από υπαιτιότητά της μετά την συνομολόγηση της συμβάσεως και σε συνδυασμό μεταξύ τους παρεμπόδισαν ολικά την συμφωνηθείσα χρήση δεν έσφαλε, αλλά αντιθέτως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι οι τα αντίθετα υποστηριζόμενα σχετικοί λόγοι της υπό στοιχείο Α εφέσεως (2ος-4ος, 7ος λόγοι εφέσεως και 1ος πρόσθετος λόγος). Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών ο ισχυρισμός-ένσταση των εναγομένων ο οποίος επαναφέρεται με τον 12ο λόγο της υπό στοιχείο Α εφέσεως ότι ο ενάγων ασκεί το δικαίωμά του καταχρηστικά, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και επί τη βάσει της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον η επικαλούμενη 11 ετής αδράνεια του ενάγοντος να εγείρει τις αξιώσεις του από την επίδικη άτυπη σύμβαση που είχε συναφθεί κατά τα έτη 1997-1998 και αληθής υποτιθέμενη, δεν είναι ικανή να στηρίξει τον εν λόγω ισχυρισμό, διότι ο ενάγων στην διάρκεια των ετών αυτών αφενός μεν μπορούσε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και να καρπώνεται τούτο με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης χρησιμοποιώντας τα φορολογικά στοιχεία της 1ης εναγόμενης, αντισταθμίζοντας τη ζημία που υφίστατο από την με αυτόν τον τρόπο λειτουργία του, ενώ για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του έτους 2007 η μη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως σε συνδυασμό με τις άλλες περιστάσεις που αποδείχθηκαν οι οποίες είχαν ως συνέπεια την παρεμπόδιση του εναγομένου να χρησιμοποιεί το μίσθιο και να καρπώνεται τούτο (στέρηση φορολογικών στοιχείων, θέση σε αδράνεια της πρώτης εναγόμενης, επιστολές προς τους προμηθευτές με το ως άνω περιεχόμενο) δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την άσκηση του ένδικου δικαιώματος αποζημιώσεως.
Επομένως ο ενάγων αποδεικνύεται ότι μόλις έλαβαν χώρα τα ανωτέρω περιστατικά που συγκροτούν σε συνδυασμό μεταξύ τους την έννοια του πραγματικού ελαττώματος αντέδρασε αρχικά στέλνοντας τις ως άνω εξώδικους και στη συνέχεια ασκώντας την ένδικη αγωγή και έτσι ουδόλως συντρέχει το στοιχείο της μακροχρόνιας αδράνειας ως προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση της καταχρηστικότητας υπό την μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος.
Εξάλλου από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν διαμαρτύρονταν στην διάρκεια των 11 περίπου ετών συνεργασίας με την 1η εναγόμενη λόγω της ανυπαρξίας του εγγράφου μισθωτηρίου δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του καταχρηστική, διότι ο ενάγων είχε αποδεχθεί τον τρόπο τούτο λειτουργίας της επιχειρήσεώς του που εμφανίζονταν αναγκαίος από την πλευρά της 1ης εναγόμενης, έχοντας παράλληλα λάβει την υπόσχεση εκ μέρους των ενεργούντων για λογαριασμό της 2ης και 3ου των εναγόμενων, αφενός μεν ότι θα καταρτίζονταν έγγραφη σύμβαση μόλις τούτο καθίστατο εφικτό αφετέρου, ότι σε περίπτωση λύσεως της μεταξύ τους άτυπης συμβάσεως θα ελάμβανε ως μισθωτής ικανή αποζημίωση για τον τρόπο που λειτούργησε επί σειρά ετών.
Έτσι για την άσκηση των ενδίκων δικαιωμάτων του, όταν πλέον η πρώτη εναγόμενη με τον συνδυασμό των παραπάνω ενεργειών της πέτυχε να τον παρεμποδίσει ολικά στη χρήση του θερμοκηπίου το οποίο δεν μπορούσε πλέον να καρπωθεί κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσής του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προηγούμενη ανεκτική και αδιαμαρτύρητη συμπεριφορά καθιστά την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, ενόψει και της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, αδικαιολόγητη και μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Επομένως, ο χρόνος της αδράνειας του ενάγοντος δικαιούχου υπολογίζεται όχι από την έναρξη της μεταξύ τους άτυπης συμβάσεως αλλά από τον χρόνο που εκδηλώθηκαν διαδοχικά οι ως άνω ενέργειες της εναγόμενης (9ος -11ος του 2007), ο οποίος μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλος ούτε ότι δικαιολογεί ενόψει και των άμεσων αντιδράσεών του καλόπιστη πεποίθηση της 1ης εναγόμενης ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού.
Ούτε εξάλλου η μη αντίδραση του ενάγοντος στον ως άνω τρόπο άτυπης λειτουργίας της μεταξύ τους σχέσεως η οποία όπως προαναφέρεται συνδυάζονταν με την αδυναμία για τους ως άνω λόγους συνάψεως έγγραφου μισθωτηρίου την οποία είχε αποδεχθεί, αλλά και τις προφορικές υποσχέσεις για αποζημίωση του σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως αυτής, καθιστούν μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη την άσκηση των ενδίκων δικαιωμάτων του, καθόσον τούτα σχετίζονται με την εκδηλωθείσα σε πρόσφατο χρόνο συμπεριφορά της 1ης εναγόμενης η οποία προσπαθώντας να αποδεσμευτεί από υποσχέσεις που προφορικώς είχε δώσει ενάγοντα, αρνιόταν πλήρως να συμπεριληφθεί στο μισθωτήριο του οποίου την κατάρτιση διαπραγματεύονταν όρος περί αποζημιώσεως του ενάγοντος, και ακολούθως στηριζόμενη στην ανυπαρξία έγγραφης αποτύπωσης των όποιων συμφωνιών της με το σύνολο των παραπάνω ενεργειών της παρεμπόδισε πλήρως τον ενάγοντα από τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει και να καρπωθεί το μίσθιο θερμοκήπιο.
Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν εν προκειμένω τέτοιες περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχείρησε ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως το οποίο απέρριψε την παραπάνω ένσταση δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Κατά συνέπεια ο σχετικός με την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως λόγος (12ος) της υπό στοιχείο Α εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος.
Επίσης ο ισχυρισμός-ένσταση των εναγόμενων ότι ο ίδιος ο ενάγων συνετέλεσε στην επέλευση της ανωτέρω ζημίας του από συντρέχον πταίσμα του (άρθρο 300 ΑΚ), ο οποίος επαναφέρεται με τον 10ο λόγο της υπό στοιχείο Α εφέσεως της 1ης εναγόμενης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από κανένα πειστικό αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι, ως προς το ανωτέρω πραγματικό ελάττωμα του μισθίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκδήλωσης που αυτό έλαβε και στα πλαίσια λειτουργίας της επίδικης άτυπης συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ αυτού και της 1ης εναγόμενης, βαρύνεται με βαθμό πταίσματος.
Η 1η εναγόμενη αξιοποιώντας προς όφελός της την έλλειψη έγγραφης συμφωνίας κατά τις διαπραγματεύσεις αποδεικνύεται από το σχέδιο συμφωνητικού που πρότεινε ότι ήθελε να αποδεσμευτεί από οποιαδήποτε υποχρέωση είχε αναλάβει προφορικά έναντι του ενάγοντος για αποζημίωση του λόγω των δαπανών που είχε κάνει στο μίσθιο και λόγω του τρόπου λειτουργίας της δραστηριότητάς του επί σειρά ετών.
Ακόμη δεν και εάν οι προτάσεις του ενάγοντος ήταν υπερβολικές και δεν ανταποκρίνονταν στα προφορικώς συμφωνηθέντα η απόλυτη μεταστροφή της εναγόμενης η διακοπή των όποιων διαπραγματεύσεων, η άρνησή της ότι είχε συναφθεί μεταξύ τους άτυπη σύμβαση μισθώσεως με βάση την οποία είχε αναλάβει έναντι του ενάγοντος συγκεκριμένες υποχρεώσεις, η ανάληψη των φορολογικών στοιχείων που είχε αναλάβει ως παρεπόμενη της μισθώσεως υποχρέωσή της να παραχωρεί στον ενάγοντα για να μπορεί να λειτουργήσει, η αποστολή επιστολών στους προμηθευτές, και η θέση σε αδράνεια της εταιρείας της ναι μεν αποτελούσαν ενέργειες τις οποίες με βάση το νόμο δικαιούταν να μετέλθει, ενώ η ανάληψη των φορολογικών της στοιχείων επιπλέον και του φορτηγού της έγιναν σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, για αυτό κρίθηκε ότι δεν συγκροτούν το πραγματικό αδικοπραξίας, καθόσον όμως έρχονταν σε αντίθεση με το περιεχόμενο των προφορικών τους συμφωνιών αποτελούσαν ενέργειες που παρεμπόδιζαν την εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης της από την μεταξύ τους άτυπη σύμβαση μίσθωσης.
Ο ενάγων από την άλλη πλευρά δεν συνετέλεσε με δικό του πταίσμα στην επέλευση της ζημίας του καθόσον η μη στοίχισή του στις προτάσεις της εναγόμενης για σύναψη μίσθωσης με όρους που θεωρούσε ότι δεν ανταποκρίνονταν στην προφορική τους συμφωνία, η καθυστέρηση στην παράδοση φορολογικών στοιχείων για την υποβολή δηλώσεως ΦΠΑ, η οποία προσέτι δεν αποδείχθηκε, η μη πληρωμή ενόψει της πορείας της συνεργασίας του τιμολογίου που αφορούσε δαπάνη αερίου, αφότου όμως είχαν ξεκινήσει τα ανωτέρω προβλήματα, δεν συγκροτούν πταίσμα του εναγόμενου που προκάλεσε κατά κάποιο ποσοστό την ζημία του, λόγω της μη εκπλήρωσης της κύριας παροχής της εναγόμενης.
Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προκειμένου να περιορίσει την ζημία του θα μπορούσε κατόπιν των ως άνω ενεργειών της εναγόμενης, χωρίς μισθωτήριο έγγραφο να προχωρήσει, παρά τις αντιρρήσεις της 1ης εναγομένης, σε έναρξη δραστηριότητας επ'ονόματι του με έδρα το ακίνητο των εναγόμενων ή με δικά του φορολογικά στοιχεία ως αγρότης του ειδικού καθεστώτος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η 1η εναγόμενη.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την παραπάνω ένσταση δεν έσφαλε". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο δέχτηκε ότι μεταξύ των εκ των διαδίκων Γ. Τ. και εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΕΠΕ", εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής, αναιρεσίβλητη Π.
Κ., καταρτίστηκε προφορικά το έτος 1997 σύμβαση μίσθωσης αγροτικού ακινήτου-προσοδοφόρου αντικειμένου αόριστου χρόνου, με μηνιαίο μίσθωμα 385.000 δραχμών, ότι από λόγους που αφορούσαν στην εκμισθώτρια δεν υπογράφηκε έγγραφο μισθωτήριο, ότι ο μισθωτής ασκούσε στο μίσθιο επιχειρηματική δραστηριότητα για δικό του λογαριασμό και με δικές του δαπάνες αλλά στο όνομα και με τα φορολογικά στοιχεία της εκμισθώτριας που έφερε τα φορολογικά βάρη, ότι με τον τρόπο αυτό λειτούργησε η μισθωτική σύμβαση έως τον Αύγουστο του έτους 2007, οπότε οι σχέσεις των μερών διερράγησαν, ότι η ένδικη αόριστου χρόνου σύμβαση δεν καταγγέλθηκε από τα διάδικα μέρη, ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 η εκμισθώτρια ζήτησε την επιστροφή των φορολογικών της στοιχείων και του … ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο είχε χρησιδανείσει στο μισθωτή που αξίωνε έως τότε την υπογραφή έγγραφης σύμβασης, τα οποία και έλαβε, διέκοψε τη συνεργασία της με προμηθευτές, κατήγγειλε τη σύμβαση προμήθειας υγραερίου του θερμοκηπίου και τέθηκε σε αδράνεια, ώστε η εκμετάλλευση του μισθίου από το μισθωτή να καθίσταται αδύνατη, ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες της εκμισθώτριας από το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και εφεξής συνιστούν πραγματικό ελάττωμα, από υπαιτιότητα αυτής, που εμπόδιζε ολικά τη συμφωνημένη χρήση και εκμετάλλευση του μισθίου από το μισθωτή και θεμελιώνει δικαίωμά του (κατά τη νόμιμη επιλογή του) προς αποζημίωση και ότι εξαιτίας αυτών των ελαττωμάτων καταστράφηκε η φυτεία τριαντάφυλλων του επιδίκου, που ο ίδιος ο ενάγων μισθωτής είχε ανανεώσει με δικές του δαπάνες.
Στη συνέχεια, αφού υπολόγισε την αξία της φυτείας σε 145.000 ευρώ, αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης-εκμισθώτριας να καταβάλει στον ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσό νομιμοτόκως ως αποζημίωση με βάση την προαναφερθείσα μισθωτική σύμβαση, απορρίπτοντας την αγωγή ως προς τη βάση της αδικοπραξίας.
Επί της πρώτης, από 2-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4264/386/2-5-2019), αίτησης αναίρεσης του Γ. Τ..
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό.
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικός του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 243/2019, ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 677/2019).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 εδ. γ' και 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι oι δεύτερη έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν υποχρεούνται προς αποζημίωσή του, γιατί δεν έχουν την ιδιότητα του εκμισθωτή, και να απορρίψει συνακόλουθα κατ' ουσίαν την αγωγή του ως προς αυτούς, δεν έλαβε υπόψη του α) τη νομίμως επικληθείσα από τον ίδιο σχετική δικαστική ομολογία τους που περιέχεται στις από 18-5-2011 προτάσεις τους ενώπιόν του, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρουν "...η β' εξ ημών λόγω οικογενειακού προβλήματος (οι υπερήλικες τότε γονείς μου χρειάζονταν καθημερινή φροντίδα) δεν είχα πλέον τη δυνατότητα να εργάζομαι καθημερινώς στο θερμοκήπιο, όπως έπραττα από την κατασκευή του μέχρι τότε.
Από την πλευρά μου, ούτε ο γ' εξ ημών μπορούσα να αναλάβω την καθημερινή λειτουργία του θερμοκηπίου λόγω της απασχόλησής μου στο Πανεπιστήμιο. Έτσι, απευθυνθήκαμε, μεταξύ άλλων, στον εκκαλούντα, προτείνοντάς του να αναλάβει τη διαχείριση του θερμοκηπίου της α' εφεσίβλητης. Εκείνος δέχτηκε...Αυτή ήταν η συμφωνία της β' και του γ' εξ ημών που καταρτίσαμε με τον αντίδικο στο όνομα και για λογαριασμό της α' εξ ημών και λειτούργησε έτσι μέχρι την άνοιξη του 2007 χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθεί εκείνος για οτιδήποτε...", καθώς και στις από 17-4-2013 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (κατά την εκδίκαση της υπόθεσης μετά την παραπομπή από το Εφετείο δυνάμει της 655/12 απόφασής του), στις οποίες αναφέρουν "...έτσι αναζητήσαμε οι β' και γ' εξ ημών (για λογαριασμό πάντοτε της α' εξ ημών) συνεργασίες με τρίτους (ακόμη και με ανθρώπους που γνωρίζει ο αντίδικος) απευθυνθήκαμε δε και στον τελευταίο για να δούμε εάν επιθυμούσε κάποιας μορφής συνεργασία...", από την οποία (δικαστική ομολογία) αποδεικνύεται πλήρως το βάσιμο του ισχυρισμού του περί κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης με όλους τους αναιρεσιβλήτους, β) τον ισχυρισμό του περί της πιο πάνω ομολογίας των αναιρεσιβλήτων που πρότεινε με την από 15-9-2014 έφεσή του ως λόγο έφεσης και γ) τον ισχυρισμό του ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος συμβλήθηκε για την κατάρτιση της μίσθωσης ατομικά αλλά και ως αντιπρόσωπος του ηλικιωμένου πατέρα του Α.
Κ. και περαιτέρω, από κοινού με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη-σύζυγό του, για λογαριασμό των λοιπών αναιρεσιβλήτων-τέκνων τους, που είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς τις υπό στοιχεία α' και β' αιτιάσεις ως απαράδεκτος, γιατί, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα προς θεμελίωσή του περιστάσεις, δεν αποτελούν ομολογία των αναιρεσιβλήτων κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά επιχειρήματα αυτών προς απόκρουση της αγωγής στο πλαίσιο αρνητικών ισχυρισμών τους τόσον ως προς την κατάρτιση μίσθωσης όσο και ως προς την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) και επιπλέον (ως προς τη δεύτερη αιτίαση) γιατί τα αποδεικτικά μέσα, όπως η ομολογία, δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου και ως προς την υπό στοιχείο γ' αιτίαση ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την παραδοχή αντίθετων γεγονότων.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεών του, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνον αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Ο λόγος δε αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 12-7-2000, 5-10-2000, Νοεμβρίου 2000, 15-12-2000, 15-1-2001, 15-2-2001, 20-8-2001, 31-12-2001, 19-7-2002, 12-9-2003, 19-3-2004, 28-4-2005, 8-4-2006 και 1-10-2006 αποδείξεων καταβολής μισθωμάτων που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και όλων των αναιρεσιβλήτων, δίδοντας άλλη αποδεικτική αξία από αυτή που οι ίδιες έχουν και δεχόμενο α) ότι ο αναφερόμενος στις αποδείξεις αυτές ως "λαβών" τα μισθώματα τρίτος αναιρεσίβλητος Γ.
Κ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, παραβλέποντας το γεγονός πως σε ουδεμία των ως άνω αποδείξεων αναφέρεται ως (μόνη) εκμισθώτρια η πρώτη αναιρεσίβλητη και β) ότι ο Γ. Κ. ενεργούσε αποκλειστικά για λογαριασμό της, με συνέπεια να καταλήξει σε επιβλαβές για τον ίδιο πόρισμα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται ποιό περιεχόμενο αποδόθηκε με την προσβαλλομένη στα επίδικα έγγραφα, η προβαλλόμενη αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα του δικάσαντος Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την απόρριψη, ως αβασίμου κατ' ουσίαν της αγωγής ως προς τους δεύτερη έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά αλλά τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 του ΑΚ "δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δήλωση της βούλησης απευθύνεται στον αντιπρόσωπο", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρο 211 του ίδιου Κώδικα "Αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι α) για να ενεργήσει η δήλωση βούλησης αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται ότι η ενέργεια από την δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση έλλειψης ρητής δήλωσης του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις και β) αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.
Αν ο εναγόμενος, ως αντιπροσωπευόμενος αρνείται την ιδιότητα αυτή, ο ενάγων βαρύνεται με την απόδειξη ότι ο εναγόμενος είναι αντισυμβαλλόμενός του είτε γιατί αυτός που κατάρτισε τη σύμβαση δήλωσε ρητά ότι ενεργεί στο όνομα του εναγομένου, είτε γιατί αυτό συνάγεται από τις περιστάσεις. Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος άλλου και όχι στο δικό του όνομα, ο ίδιος βαρύνεται με την απόδειξη ότι η δικαιοπρακτική δήλωση έγινε ρητά στο όνομα άλλου είτε ότι η ενέργειά του στο όνομα άλλου συνεπαγόταν από τη διάγνωση στον αντισυμβαλλόμενο των περιστατικών.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον ως άνω λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την εξειδίκευση των περιεχόμενων σ' αυτούς αόριστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγμάτων και επομένως λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.
Κατά την τελευταία διάταξη κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με το ν. 2915/2001. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό.
Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 563/2020, 847/2013).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261, 262 παρ. 1 και 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ' άρθρο 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εφαρμόζονται και στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ), συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να επιδιώξει είτε την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή προβάλλοντας με ένσταση νέα πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος αυτού είτε να αρνηθεί, εν όλω ή εν μέρει, την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, αμφισβητώντας απλώς την αλήθειά τους ή προσθέτοντας στην αμφισβήτηση αυτή και τους λόγους που δικαιολογούν την αναλήθειά τους.
Στην περίπτωση της άρνησης ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής του πραγματικών περιστατικών, ενώ στην περίπτωση της ένστασης ο εναγόμενος-ενιστάμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του. Τέλος, η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ συντρέχει μόνον όταν ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας αφορά την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και όχι της αιτιολογημένης άρνησης (ΑΠ 181/2020, ΑΠ 59/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδoνται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδ. α', 13, 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), κατά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, ενεργούσαν για λογαριασμό της πρώτης (ΕΠΕ) και όχι και στο δικό τους όνομα, α) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι ένσταση εκ των άρθρων 211 και 212 του ΑΚ που οι τελευταίοι δεν είχαν προτείνει, β) κατένειμε εσφαλμένα το σχετικό αντικειμενικό βάρος απόδειξης, κρίνοντας ότι ο ίδιος δεν απέδειξε ότι οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι ενεργούσαν και για τον εαυτό τους ατομικά, ενώ το σχετικό βάρος απόδειξης έφεραν οι τελευταίοι και γ) παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλά και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 και 212 του ΑΚ.
Με τους συναφείς τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται, όπως και με τον τρίτο, η κρίση της προσβαλλομένης ότι οι δεύτερη έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν είναι συνεκμισθωτές του επίδικου και η συνακόλουθη απόρριψη της ένδικης αγωγής ως προς αυτούς και ως εκ τούτου ερευνώνται ενιαία, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες 1) με τον τέταρτο λόγο από τους αριθμούς 8 εδ.
β', 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο Α. Κ. και οι δεύτερη έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) δεν είχαν την ιδιότητα του συνεκμισθωτή α) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος ενεργούσε διαχειριστικές πράξεις και εισέπραττε τα μισθώματα για λογαριασμό όλων των συνιδιοκτητών του μισθίου, ήτοι και του ήδη αποβιώσαντος πατέρα του Α.
Κ. και των τεσσάρων τέκνων του (τέταρτου έως και έβδομης των αναιρεσιβλήτων) και β) με το να δεχτεί ότι ο προαναφερόμενος ενεργούσε, στο πλαίσιο κατάρτισης και λειτουργίας της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος μόνον της πρώτης αναιρεσίβλητης και όχι όλων των παραπάνω, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλά και εκ πλαγίου, μη διαλαμβάνοντας αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας ελλιπείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 574, 416 και 417 σε συνδ.
με εκείνες των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ, ενώ εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 494, 785, 789 και 790, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, 2) με τον πέμπτο λόγο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδ. β', 19 και 11 εδ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή του έναντι των τεσσάρων τελευταίων αναιρεσιβλήτων, α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι ο Α.
Κ. και μετά το θάνατο αυτού οι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, είχαν αναλάβει, κατόπιν συμφωνίας τους, την ασφάλιση στο όνομά τους τους εργάτες του μισθίου Μ. Χ. και Α. Μ. ως συνεκμισθωτές, β) παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 221, 224 και 238 του ΑΚ, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την κρίση του ότι ο αποβιώσας Α.
Κ. και οι τέταρτος έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν είχαν την ιδιότητα του εκμισθωτή και γ) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο εάν, προκειμένου να αχθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, έλαβε υπόψη του έγγραφα που ο ίδιος προσκόμισε νόμιμα και ειδικότερα την από 23-5-2000 υπεύθυνη δήλωση του Α. Κ. περί απασχόλησης του Μ.
Χ. και την από 30-4-2000 υπεύθυνη δήλωση του ίδιου προς τον ΟΓΑ με όμοιο περιεχόμενο, από τις οποίες αποδεικνυόταν ότι ο αυτός (ο Α. Κ.) ήταν συνεκμισθωτής, 3) με τον έκτο λόγο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδ. β' και 11 εδ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή του έναντι των τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, α) δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι μετά το θάνατο του Α.
Κ. ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Β.-Θ. Κ. είχε αναλάβει ατομικά αλλά και ως πληρεξούσιος του πέμπτου-αδελφού του, κατόπιν συμφωνίας τους με τον ίδιο (αναιρεσείοντα) την ασφάλιση των εργατών του μισθίου Μ. Χ. και Α. Μ. και ότι οι δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων ενεργούσαν κατά τη σύναψη της μίσθωσης, ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα, για λογαριασμό και του τέταρτου αναιρεσιβλήτου -ανήλικου τότε τέκνου τους και β) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του έγγραφα που ο ίδιος προσκόμισε νόμιμα, από τα οποία αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός του ότι οι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων ήταν συνεκμισθωτές που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και ειδικότερα α) την από 9-12-2002 υπεύθυνη δήλωση εργοδότη (απογραφικό ΟΓΑ) του τέταρτου αναιρεσιβλήτου περί απασχόλησης ως αγρεργάτη σε έκταση 4 στρεμμάτων του Χ.
Μ. για το έτος 2002, β) την από 22-5-2003 υπεύθυνη δήλωση του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, υπογεγραμμένη από τον τέταρτο ως πληρεξούσιο αυτού, περί απασχόλησης του αυτού εργαζομένου από Ιανουάριο έως και Μάιο 2003, γ) την από 10-3-2014 υπεύθυνη δήλωση εργοδότη (απογραφικό ΟΓΑ) του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων περί απασχόλησης του αυτού εργαζομένου σε έκταση 4 στρεμμάτων για το έτος 2003, δ) τρεις όμοιες από 6-5-2004 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων (του πέμπτου υπογράφοντος δια του πληρεξουσίου του τέταρτου αναιρεσιβλήτου) και των Χ.
Μ., Α. Μ. και Χ. Σ., ε) δύο όμοιες από 31-7-2004 υπεύθυνες δηλώσεις του πέμπτου αναιρεσιβλήτου (υπογράφοντος δια του πληρεξουσίου του τέταρτου αναιρεσιβλήτου) για τους εργαζόμενους Α. Μ. και Χ. Σ., στ) τις από 8-5-2006 δηλώσεις εργοδότη του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων (υπογράφοντος δια του πληρεξουσίου του τέταρτου αναιρεσιβλήτου) που αφορούν στους εργαζόμενους Α.
Μ. και Χ. Σ. και ζ) τις από 11-11-2006 όμοιες δηλώσεις του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων (υπογράφοντος δια του πληρεξουσίου του τέταρτου αναιρεσιβλήτου) για τους αυτούς εργαζομένους, 4) με τον έβδομο λόγο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδ. β' και 11 εδ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή του ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι αυτός είχε παράσχει την εντολή και πληρεξουσιότητα τόσο στους δεύτερη και τρίτο-γονείς του αλλά και στον τέταρτο-αδελφό του να ενεργούν για λογαριασμό του και να διαχειρίζονται την περιουσία του, ενώ δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη το νομίμως προσκομισθέν από αυτόν και κρίσιμο για την έκβαση της δίκης …/…-8-2002 πληρεξούσιο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και 5) με τον όγδοο λόγο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδ.
β' και 1 εδ. α' και β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο πόρισμα ότι οι τέταρτος έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν συνεκμισθωτές, α) δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του περί κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης από μέρους των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων για λογαριασμό και των λοιπών-τέκνων τους, περί υπεισέλευσης των τελευταίων στη μισθωτική σχέση ως συνεκμσθωτών-ψιλών κυρίων τμημάτων του μισθίου που μετά το θάνατο του επικαρπωτή παππού τους και συνεκμισθωτή Α.
Κ. απέκτησαν το μίσθιο κατά πλήρη κυριότητα, άλλως περί έγκρισης της καταρτισθείσας και για λογαριασμό τους μίσθωσης και β) παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 211, 221, 224 και 238 του ΑΚ σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 281 και 288 του ίδιου Κώδικα αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι τα νεαρής ηλικίας άτομα εκπροσωπούνται στις συναλλαγές με τρίτους από τους γονείς τους, οι οποίοι (τρίτοι) ευλόγως θεωρούν ότι οι τελευταίοι έχουν αντιπροσωπευτική ικανότητα.
Ως προς το κρίσιμο ζήτημα του εκμισθωτή της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι η πρώτη εναγομένη, της οποίας μοναδικοί εταίροι είναι οι δεύτερη και τρίτος, λειτουργούσε από το έτος 1990 θερμοκηπιακή μονάδα επί έκτασης 10 στρεμμάτων στη θέση "..." του Δήμου ..., που αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 33 στρεμμάτων, η οποία ανήκε στον πατέρα του τρίτου των εναγομένων και παππού των τέταρτου έως και έβδομης Α.
Κ., ότι ο τελευταίος μεταβίβασε το ακίνητο αυτό κατά διακεκριμένα τμήματα στην πρώτη των εναγομένων λόγω πώλησης και στους τέταρτο έως και έβδομη των εναγομένων-εγγονούς του κατά ψιλή κυριότητα λόγω δωρεάς, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία, ότι ο δωρητής απεβίωσε το έτος 2002, οπότε η ψιλή κυριότητα συνενώθηκε με την επικαρπία, ότι λόγω της ανηλικότητας των τέταρτου έως και έβδομης των εναγομένων κατά την υπογραφή των σχετικών δωρητηρίων συμβολαίων, συμβλήθηκαν για λογαριασμό τους οι δεύτερη και τρίτος (γονείς τους), ότι διαχειρίστρια της πρώτης εναγομένης (ΕΠΕ) ήταν από την ίδρυσή της η δεύτερη εναγομένη, ότι ο τρίτος εναγόμενος κατείχε την πλειοψηφία των εταιρικών μεριδίων, ότι η δεύτερη εναγομένη, ενεργώντας (ως διαχειρίστρια) για λογαριασμό της πρώτης, κατάρτισε προφορικά με τον ενάγοντα το έτος 1997 σύμβαση μίσθωσης αόριστου χρόνου της ως άνω θερμοκηπιακής μονάδας, την οποία έως τότε εκμεταλλευόταν η πρώτη εναγομένη, ότι κατά τη διάρκεια της μίσθωσης ο τρίτος εναγόμενος προέβαινε σε είσπραξη των μισθωμάτων και επί μέρους συμφωνίες με τον ενάγοντα σχετικά με τη λειτουργία της μισθωτικής σύμβασης ως αντιπρόσωπος της πρώτης στο πλαίσιο της ανάθεσης συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων εκ μέρους της διαχειρίστριας αυτής (δεύτερης εναγομένης) χωρίς να εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και μόνον, εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστριά της δεύτερη εναγομένη, ότι η τελευταία, όπως και ο τρίτος εναγόμενος, δεν έχουν συμβληθεί κατά τη σύναψη της σύμβασης αυτής και για τον εαυτό τους ατομικά, ούτε για λογαριασμό του αρχικού κυρίου της επίδικης έκτασης (πεθερού και πατέρα τους) Α.
Κ., ούτε για λογαριασμό των τέκνων τους (τέταρτου έως και έβδομης των εναγομένων), τα οποία δεν υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση ούτε μετά το θάνατο του δωρητή-επικαρπωτή παππού τους, καθόσον ο τελευταίος ουδέποτε είχε την ιδιότητα του εκμισθωτή. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι μοναδική εκμισθώτρια του επιδίκου ήταν η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία ως προς την οποία και δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και ότι η δεύτερη ενεργούσε ως διαχειρίστρια αυτής και ο τρίτος ως αντιπρόσωπός της, βάσει εξουσιοδότησης της δεύτερης, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 και 212 (σε συνδ.
με εκείνες των άρθρων 574, 619, 638, 416 και 417) του ΑΚ, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ενώ δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων άρθρων 221, 224, 238, 281, 288, 494, 785, 789 και 790 (περί πληρεξουσιότητας με δήλωση προς τον τρίτο, δικαιοπραξίας μετά την παύση της πληρεξουσιότητας, έγκρισης της δικαιοπραξίας μετά την επιχείρησή της, αδιαίρετης παροχής, καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, εκπλήρωσης της παροχής κατά την καλή πίστη και κοινωνίας), όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και ορθώς δεν εφαρμόστηκαν.
Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί μοναδικής υποχρέου έναντι του αναιρεσείοντος προς αποζημιωση ως εκμισθώτριας της πρώτης αναιρεσίβλητης (πρώτης εναγομένης).
Στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων, με την επίφαση πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο ως προς το ζήτημα που προαναφέρθηκε.
Επομένως, οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το σκέλος των αιτιάσεων από αριθμούς 1 εδ. α' και 19, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Οι ίδιοι λόγοι, ως προς τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 εδ. β' και 11 εδ. γ', είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την παραδοχή αντίθετων γεγονότων, ενώ από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλομένη (9ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη "...και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται.." σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τον εκμισθωτή της ένδικης μίσθωσης, έστω και αν δεν κατονομάζει ρητά τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, όπως άλλα, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και τα έγγραφα αυτά.
Η επιλεκτική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, δεν μαρτυρεί ότι όσα δεν κατονομάζονται ρητά δεν έχουν ληφθεί υπόψη, όπως αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, η απόδοση δε μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος, ως προς τα σκέλη αυτού από τους αριθμούς 8α και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, ως προς το πρώτο (8α), ο ισχυρισμός ότι οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της πρώτης προβλήθηκε από τον ενάγοντα με την αγωγή του (σελ. 2 αυτής) και συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και ως προς το δεύτερο (13) γιατί, λόγω της αμφισβήτησης από πλευράς των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων των επικαλούμενων από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα θεμελιωτικών της παθητικής νομιμοποίησής του περιστατικών ισχυρισμοί που αποτελούσαν άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ο αναιρεσείων, ως ενάγων που είχε επικαλεστεί ότι οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων ενεργούσαν για την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών εναγομένων και του Α.
Κ., έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης και συνεπώς ορθά, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ίδιος έφερε, ενόψει της προαναφερόμενης άρνησης, το βάρος απόδειξης των γεγονότων που συγκροτούσαν τη βάση της αγωγής του και τον κίνδυνο, εντεύθεν, της αμφιβολίας του παραπάνω Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των γεγονότων αυτών.
Τέλος, ο όγδοος λόγος, ως προς το σκέλος από τον αριθμό 1 εδ. β', είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη πλημμέλεια περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Ειδικότερα, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη και την καλή πίστη.
Έτσι παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του ΑΚ.
Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1115/2015, ΑΠ 1563/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συμπλήρωμα της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, η οποία γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, 2) η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας χωρίς να είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος) αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και παρ' όλα αυτά δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία), 3) η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν καθ' εαυτή και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και αντίστοιχα η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη - επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1121/2019, 212/2018).
Συρροή αξιώσεων από σύμβαση και αδικοπραξία είναι δυνατή, όταν πέραν της συμβατικής παράβασης, συντρέχουν πρόσθετα στοιχεία, τα οποία, μαζί με τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η όλη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά αδικοπραξία και να απορρίψει την αγωγή του κατά τη σχετική βάση της, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 281 του ΑΚ.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, όπως πιο πάνω αναφέρεται, ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης (άρνηση υπογραφής συμφωνητικού, παράδοσης θεωρημένων τιμολογίων και δελτίων αποστολής και καταβολής του οφειλόμενου ΦΠΑ, άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων απόδοσης της νομής των φορολογικών στοιχείων και του φορτηγού, θέση αυτής σε αδράνεια και αποστολή του από 1-2-2008 εξωδίκου) δεν συνιστά αδικοπραξία, καθόσον λείπει στο στοιχείο του παρανόμου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 919 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα θεμελιωτικά της αγωγής ως προς τη βάση της αδικοπραξίας γεγονότα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, καθόσον δεν στοιχειοθετούν αδικοπραξία, αφού οι φερόμενες ως υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της εκμισθώτριας, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν είναι παράνομες.
Με το δέκατο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εντελώς αντιφατικά: α) ενώ δέχεται ότι υπήρχε καταρτισμένη σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου, εντούτοις δέχεται ότι επρόκειτο να υπογραφεί νέα σύμβαση και παρότι η σύμβαση που οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν να υπογράψουν δεν ήταν νέα αλλά επιβεβαιωτική της υπάρχουσας, κυρίως δε αφορούσε σε ρύθμιση των απαιτήσεων αυτού κατά των αναιρεσιβλήτων και μόνον για τις απαιτήσεις αυτές υπήρχε διαφωνία και β) δέχεται ότι υπήρχαν μέχρι τότε καλές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων και υπήρξε τότε άρση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές, ούτε σχέσεις καλές υπήρξαν ούτε εμπιστοσύνη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες αντιφάσεις δεν αφορούν σε ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά ανάγονται στην, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 19, 13 και 11 εδ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το κονδύλιο των 9.121,24 ευρώ που αφορούσε πιστωτικό ΦΠΑ, τον οποίο είχαν υποχρέωση να του επιστρέψουν οι αναιρεσίβλητοι, α) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί "...αν παρακρατούσαν οι αναιρεσίβλητοι κάθε φορά πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ, αυτό θα εσήμαινε ότι θα κατέβαλε και κάποιο ποσόν επιπλέον (του μισθώματος) των 385.000 δρχ μηνιαίως...", β) εσφαλμένα επέβαλε σ' αυτόν το σχετικό βάρος απόδειξης και γ) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τους έγγραφους λογαριασμούς ΦΠΑ που συνέτασσε κάθε μήνα η δεύτερη αναιρεσίβλητη και ο ίδιος είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει με στοιχεία Ε11-Ε103.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στρέφεται κατά κεφαλαίου το οποίο δεν αποτέλεσε αντικείμενο της παρούσας δίκης, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλομένης, ο ενάγων, με την προαναφερόμενη αγωγή του, ζητούσε αποζημίωση 919.231,86 ευρώ για καταστροφή της φυτείας του και 60.000 ευρώ για απώλεια της πελατείας του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 140.000 ευρώ, κονδύλια ως προς τα οποία και έκρινε το Εφετείο, χωρίς να περιλαμβάνεται και κονδύλιο 9.121,24 ευρώ για επιστροφή πιστωτικού ΦΠΑ.
Από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο εναγόμενος, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους ισχυρισμούς του που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, τους οψιγενείς και αυτούς για τους οποίους, χωρίς να είναι οψιγενείς ή να είχαν προταθεί πρωτοδίκως συντρέχει κάποιος από τους αναφερόμενους στο ίδιο άρθρο λόγους.
Η για πρώτη φορά προβολή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα εναγόμενο ισχυρισμών, με το δικόγραφο της έφεσης και των προσθέτων λόγων, χωρίς αυτοί να είναι οψιγενείς και χωρίς τη συνδρομή των αναφερομένων στο ως άνω άρθρο προϋποθέσεων, είναι απαράδεκτη και, αν το εφετείο λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς, υποπίπτει στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Ως νέοι ισχυρισμοί όμως, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Η ως άνω διάταξη δεν αφορά στην προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την οποία εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠολΔ, κατά την οποία παρέχεται στο εφετείο η εξουσία να αποκρούσει τα νέα αυτά αποδεικτικά μέσα ως απαράδεκτα, αν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν προσκομίστηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια του διαδίκου που τα προσκομίζει (ΑΠ 896/2014, ΑΠ 1554/2010, ΑΠ 1641/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, α) δεν απέρριψε ως απαράδεκτους τους τρίτους πρόσθετους λόγους έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τους οποίους διατυπώνεται για πρώτη φορά ο ισχυρισμός ότι η φυτεία δεν είχε αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο και ότι είχε καταστεί ζημιογόνος και μη βιώσιμη οικονομικά και χωρίς να έχει υποβληθεί πρωτοδίκως ένσταση περιορισμού της αποζημίωσης κατά το ποσό των εξόδων και β) δεν έκρινε ως απαράδεκτες τις τεχνικές εκθέσεις που προσκόμισε η ίδια αναιρεσίβλητη, στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί ο ως άνω ισχυρισμός της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο επικαλούμενος ως νέος ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 527 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, ώστε να υπόκειται στην καθιερούμενη με το εν λόγω άρθρο απαγόρευση, αφού δεν τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό και επιχείρημα κατά της αξίωσης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση λόγω καταστροφής της φυτείας του, ενώ η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό της προσκόμισης από την πρώτη αναιρεσίβλητη τεχνικών εκθέσεων ενώπιόν του ως νέων αποδεικτικών μέσων είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, αναιρετικά ανέλεγκτη.
Με το δέκατο τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλοντας τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να υπολογίσει την αξία της φυτείας του, α) έλαβε ως μέση τιμή πώλησης κάθε άνθους το ποσό των 0,20 ευρώ και όχι εκείνο των 0,18 ή 0,78 ευρώ, ή των 0,30 ευρώ που προκύπτει από τους δείκτες, χωρίς να διευκρινίζει από πού προκύπτει η τιμή αυτή, από ποια αποδεικτικά μέσα και ποια η αποδεικτική δύναμη των μέσων αυτών και β) δεν διέλαβε κάποια παραδοχή για τον προσδιορισμό των δαπανών που συνυπολόγισε, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε κάποια κατάσταση εξόδων, ούτε ζήτησε να μειωθεί η τιμή πώλησης ανά άνθος ή να αυξηθούν οι δαπάνες.
Ο λόγος αυτός είναι στο σύνολό του απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρωτίστως ως αόριστος, γιατί, πέραν της διάταξης αυτής, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν, ως προς δε την αιτίαση από τον αριθμό 19, γιατί, υπό την επίφαση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση και την πληρέστερη ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο σε σχέση με το ύψος της ζημίας του αναιρεσείοντος, ως προς τις οποίες ο ίδιος έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφώς εκτιθέμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Μετά από αυτά, η πρώτη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Επί της δεύτερης, από 2-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4280/387/3-5-2019) αίτησης αναίρεσης της ΕΠΕ "ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΕΠΕ" και του από 6-11-2020 (αριθμ. καταθ. 99/2020) πρόσθετου λόγου αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 του ΑΚ, με τη σύμβαση μίσθωσης αγροτικού κτήματος, ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, τη χρήση του μισθίου (αγροτικού κτήματος) και την κάρπωσή του με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 638 του ίδιου Κώδικα, μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εκμισθωτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλο (μισθωτή), έναντι ανταλλάγματος (μίσθωμα), τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, πράγματος (πλην αγροκτήματος) ή δικαιώματος, στις μισθώσεις δε αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αγρομίσθωση, πλην εκείνων των άρθρων 632 έως 637.
Μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος αποτελεί και η μίσθωση επιχείρησης. Στις ως άνω μισθώσεις (αγροτικού κτήματος και άλλων προσοδοφόρων αντικειμένων), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, εφαρμόζονται αναλόγως (ΑΚ 620 και 638 αντίστοιχα) οι διατάξεις για τη μίσθωση πράγματος. Η διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης δεν θεωρείται ουσιώδες στοιχείο αυτής, μπορεί δε να είναι οριοθετημένη από το νόμο ή τη σύμβαση, ή και απλώς αόριστη.
Αν η διάρκειά της δεν είναι ορισμένη ή οριστή τότε πρόκειται για μίσθωση αόριστης διάρκειας χωρίς χρονική οριοθέτηση. Ειδικά επί μίσθωσης αγροτικού ακινήτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 635 του ΑΚ, αν δεν καθορίστηκε η διάρκειά της, αυτή λήγει, αφού περάσουν τέσσερα έτη, οποτεδήποτε με καταγγελία καθενός από τα μέρη, που γίνεται τουλάχιστον πριν από έξι μήνες και ισχύει για το τέλος της γεωργικής περιόδου του μισθίου.
Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη (ΑΚ 638), στις μισθώσεις άλλων προσοδοφόρων αντικειμένων, οπότε σε σχέση με τη λήξη της αόριστου χρόνου διάρκειά τους, εάν δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση για τη μίσθωση του συγκεκριμένου προσοδοφόρου αντικειμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η γενική διάταξη του άρθρου 608 εδ.
β' του ΑΚ περί λήξης της αόριστου χρόνου μίσθωσης πράγματος. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων (ΑΚ 635 και 608 εδ. β') με εκείνη του άρθρου 167 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της αόριστου χρόνου μισθωτικής σύμβασης είναι μονομερής δήλωση βούλησης του καταγγέλλοντος που απευθύνεται στον αντισυμβαλλόμενό του, προς τον οποίο και πρέπει να ανακοινωθεί χωρίς την ανάγκη αποδοχής και να γνωστοποιηθεί η πρόθεσή του για λήξη της μίσθωσης.
Πανηγυρική διατύπωση του όρου καταγγελία δεν απαιτείται αλλά μπορεί, κατά περίπτωση, να συνάγεται και από τις περιστάσεις. Στη σύμβαση μίσθωσης δεν αποκλείεται εμπλοκή και στοιχείων άλλων συμβάσεων. Έτσι, επί μικτής σύμβασης, θα κριθεί, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις, εάν τα μέρη απέβλεψαν σε μίσθωση πράγματος ή σε άλλη σύμβαση ή και στα δύο, οπότε εάν θεωρηθεί προέχουσα η μίσθωση θα εφαρμοστούν οι σχετικές για την οικεία σύμβαση μίσθωσης διατάξεις.
Για το χαρακτηρισμό της σύμβασης δεν αποκλείεται η λήψη στοιχείων και εκτός του περιεχομένου της. Η μισθωτική σύμβαση διαφοροποιείται από τις συμβάσεις α) διαχείρισης επιχείρησης (management contract, contract de gestion d' entreprise) που είναι μια-μη ρυθμιζόμενη στις περισσότερες έννομες τάξεις-σύμβαση, με την οποία μία επιχείρηση (συνήθως εταιρεία) αναθέτει, έναντι αμοιβής, τη διαχείριση του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των δραστηριοτήτων της σε μία άλλη εταιρεία με ειδική γνώση και εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο, τη διαχειρίστρια.
Σε σχέση με τη μίσθωση αγροτικού κτήματος-προσοδοφόρου αντικειμένου, στη σύμβαση αυτή ο μισθωτής έχει τη χρήση και κάρπωση του "μισθίου" και φέρει συνεπώς τον σχετικό κίνδυνο, ενώ αντίθετα, στη σύμβαση διαχείρισης, ο διαχειριστής παρέχει υπηρεσίες διοίκησης στον επιχειρηματία που εξακολουθεί να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017), β) χρησιδανείου (810 ΑΚ), με την οποία ο χρήστης παραχωρεί (συνήθως προσωρινά) τη χρήση πράγματος στο χρησάμενο χωρίς αντάλλαγμα και γ) εντολής (713 ΑΚ), κατά την οποία ο εντολέας αναθέτει σε άλλον τη διεξαγωγή υπόθεσης, ο δε εντολοδόχος έχει υποχρέωση να τη διεξαγάγει χωρίς αμοιβή (συμφωνία περί αμοιβής δεν αποκλείεται) και να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που απέκτησε από την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως και 578 του ΑΚ, οι οποίες, εφαρμόζονται και επί μισθώσεων αγροτικών κτημάτων και προσοδοφόρων αντικειμένων, συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο για την ίδια χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του ή αν το ελάττωμα εμφανίστηκε αργότερα (κατά τη διάρκεια της μίσθωσης) από υπαιτιότητά του (κρινόμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ), τότε ο μισθωτής, εφόσον δεν χρησιμοποίησε το μίσθιο, έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης.
Πραγματικό ελάττωμα, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, συνιστά κάθε ατέλεια φυσική ή υλική που αποκλίνει από την κατά τη σύμβαση αναμενόμενη κατάσταση του μισθίου που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση, όπως και η πλήρης ή μερική παρακώλυση της συμφωνημένης χρήσης συνεπεία νομοθετικού μέτρου ή μέτρου που επιβάλλεται από τις διοικητικές αρχές και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε λόγω μη σύμπραξης του εκμισθωτή για την έκδοση της απαιτούμενης από την αρχή άδειας προς άσκηση στο μίσθιο συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας από το μισθωτή (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 269/2020).
Αν η χρήση δεν εμποδίζεται, παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων, δεν υπάρχει ελάττωμα. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής, στις πιο πάνω περιπτώσεις, έχει, κατ' επιλογήν, ή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, ή αγωγή προς αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει την ανόρθωση της ζημίας του για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Οι παρεχόμενες όμως παραπάνω κατά συρροή αξιώσεις υπάρχουν διαζευκτικά και συνεπώς η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των υπολοίπων, υπό οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφόσον αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, αφού, από τη φύση της μίσθωσης ως διαρκούς σύμβασης και την υποχρέωση του εκμισθωτή όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο γι' αυτή και απαλλαγμένο από ελαττώματα και ελλείψεις όσο διαρκεί η μίσθωση, προκύπτει ότι η ύπαρξη των διαζευκτικά συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις.
Είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης, γιατί δεν συντρέχουν και οι ειδικότερες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, γεννιέται το δικαίωμα αυτό, ενώ σε άλλο χρονικό διάστημα, όπως στην περίπτωση που σ' αυτό υφίσταται υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή εμφάνιση ελαττώματος από υπαιτιότητα του εκμισθωτή, να υπάρχει και αξίωση αποζημίωσης.
Η αξίωση αποζημίωσης για μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, περιλαμβάνει κάθε ζημία του μισθωτή που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ελάττωμα είτε θετική, είτε αναφερόμενη σε διαφυγόν κέρδος (άρθρα 297 - 298 ΑΚ). Έτσι, αποκαθίσταται η ζημία που υπέστη ο μισθωτής για τις δαπάνες του στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμφωνηθέντα, καθώς και το διαφυγόν κέρδος αυτού από τη μη χρησιμοποίηση του μισθίου λόγω του ελαττώματος μέχρι την άρση του ελαττώματος ή τη λύση ή λήξη της μίσθωσης.
Διαφυγόν κέρδος δεν οφείλεται για το διάστημα μετά τη λύση ή τη λήξη της μίσθωσης (ΑΠ 1638/2018, ΑΠ 774/2015, ΑΠ 1291/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, ως θετική ζημία είναι η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (μείωση ενεργητικού ή αύξηση του παθητικού της), ενώ διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκάται, με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Έτσι, για να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση θετικής ή αποθετικής ζημίας του μισθωτή, λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου που εμποδίζει ολικά τη συμφωνημένη χρήση του, πρέπει στο δικόγραφό της να εκτίθενται με σαφήνεια, πέραν των περιστατικών που προσδιορίζουν τη ζημία, και εκείνα που αφορούν στη μίσθωση και το εμποδίζον τη χρήση του μισθίου ελάττωμα.
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 1-7-2008 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εξέθετε, εκτός των άλλων, ότι με μισθωτική σύμβαση που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ αυτού και των εναγομένων το έτος 1997 μίσθωσε από τους τελευταίος την σ' αυτή περιγραφόμενη θερμοκηπιακή μονάδα με μηνιαίο μίσθωμα 385.000 ευρώ, ότι οι μισθωτές του παρέδωσαν τη χρήση του μισθίου με την υπόσχεση να υπογράψουν έγγραφη σύμβαση σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε το μίσθιο έως το καλοκαίρι του έτους 2007 χωρίς να έχει υπογραφεί μισθωτήριο, δραστηριοποιούμενος υπό την επωνυμία και με τα παραστατικά της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ότι από το τέλος Αυγούστου 2007 οι εναγόμενοι, αρνούμενοι την υπογραφή μισθωτηρίου συμβολαίου, του αφαίρεσαν τα παραστατικά της πρώτης εναγομένης και το αυτοκίνητο που του είχαν παραχωρήσει, διέκοψαν τη συνεργασία τους με προμηθευτές και έθεσαν την πρώτη εξ αυτών σε αδράνεια, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται ολικά η συμφωνημένη χρήση του μισθίου από υπαιτιότητα των εναγομένων και να υποστεί τη σ' αυτή προσδιοριζόμενη ζημία.
Με αυτό το ιστορικό ζητούσε, όπως εκτέθηκε και στην αρχή της απόφασης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον, εκτός των άλλων, 919.231,86 ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή της φυτείας του. Κρίνοντας το Εφετείο, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, επαρκή τα στοιχεία για τη θεμελίωση της αγωγής στις διατάξεις που προαναφέρθηκε, απορρίπτοντας τη νομίμως επαναφερθείσα ενώπιόν του ένσταση της αναιρεσείουσας περί αοριστίας αυτής λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένης διάρκειας μίσθωσης, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού, όπως εκτέθηκε και στη σχετική νομική σκέψη, η διάρκεια της μίσθωσης μπορεί να είναι και αόριστη, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της, που είχε προτείνει πρωτοδίκως και επαναφέρει με τον έκτο λόγο της έφεσής της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αποζημίωσης για πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, γιατί είχε ήδη αναλώσει το σχετικό δικαίωμά του, επιλέγοντας να ζητήσει την άρση του ελαττώματος, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 578 του ΑΚ σε συνδ.
με εκείνες των άρθρων 574-575, 343 παρ. 1 και 306 του ίδιου Κώδικα. Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "...τον Αύγουστο του 2007 οι σχέσεις των διαδίκων διερράγησαν γιατί διαφώνησαν ως προς το περιεχόμενο που θα είχε το έγγραφο μισθωτήριο που θα κατάρτιζαν...(αναφέρονται οι εκατέρωθεν εξώδικες δηλώσεις)...ο ενάγων...με την από 28-11-2007 εξώδικη δήλωσή του...με την οποία αξίωνε την άμεση υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού, διαμαρτυρόταν για την αποστολή των επιστολών στους προμηθευτές, επιφυλασσόμενος για τη ζημία της φυτείας και απαιτώντας να του αποδοθεί το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ...(στη συνέχεια εκτίθενται οι ενέργειες στις οποίες προέβη η πρώτη εναγομένη)...ελαττώματα που εμπόδιζαν τη συμφωνηθείσα χρήση ήταν η μη κατάρτιση, παρά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών εγγράφου συμφωνητικού μισθώσεως, που ήταν αναγκαίο για να γίνει από τον ενάγοντα έναρξη της επ' ονόματί του συμφωνηθείσας δραστηριότητας στο μίσθιο, καθώς και η παρεμπόδιση της χρήσης αυτού από επιβαλλόμενα από τη διοικητική αρχή μέτρα, ...η ανάκληση των αναγκαίων εγγράφων (τιμολογίων, δελτίων αποστολής, κλπ), η μη παροχή αντίθετα προς τη συμφωνία των αναγκαίων πραγμάτων για τη λειτουργία του μισθίου (δεξαμενή θέρμανσης, αυτοκίνητο διακίνησης προϊόντων, κλπ) και η θέση σε αδράνεια της επιχείρησης της 1ης εναγομένης χωρίς να έχει ληφθεί μέριμνα για να καταρτιστεί έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου να δύναται ο ενάγων να προβεί σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στο όνομά του με τη συγκεκριμένη έδρα...Οι ανωτέρω ενέργειες της πρώτης εναγομένης σε συνδυασμό μεταξύ τους συγκροτούν την έννοια του πραγματικού ελαττώματος που εμφανίστηκε το Σεπτέμβριο του 2007 από υπαιτιότητα της εναγομένης...που πέτυχε ...να παρεμποδίσει πλήρως τον ενάγοντα από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το μίσθιο σύμφωνα με τον προορισμό του και τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσής του, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους...υφίσταται ευθύνη της πρώτης εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης, με βάση το δικαίωμα που αυτός επέλεξε να ασκήσει δια της υπό κρίση αγωγής, το οποίο δεν ασκήθηκε δια της ασκήσεως κάποιου άλλου από τα διαζευκτικώς παρεχόμενα από τις εφαρμοζόμενες διατάξεις δικαιώματα του ενάγοντος για την ίδια αιτία...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει ότι συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας και εμποδίζει ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση και ότι ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει κάποιο άλλο, από τα διαζευκτικώς παρεχόμενα από το νόμο για την περίπτωσή του δικαιώματα (μείωση ή μη καταβολή μισθώματος ή αποζημίωση λόγω υπερημερίας του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου καταρτισθείσα σύμβαση ήταν μίσθωση και όχι άτυπη συνεργασίας με αντικείμενο τη διαχείριση του θερμοκηπίου, στην οποία εμπλέκονταν επί μέρους παροχές κατά τις διατάξεις περί εντολής και χρησιδανείου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 638, 619 και 574 του ΑΚ και εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 713 και 810 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ως άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, παράλληλα δε, για το νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης, εσφαλμένα δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων ως προς το χαρακτήρα των εκατέρωθεν παροχών.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο (με βάση τις παραδοχές που αναφέρονται -κατά λέξη-παραπάνω), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, ότι το έτος 1997 με συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας, εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστριά της Π. Κ. και του αναιρεσιβλήτου καταρτίστηκε άτυπα σύμβαση μίσθωσης, με την οποία η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει στο δεύτερο τη χρήση και την κάρπωση με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης μιας θερμοκηπιακής μονάδας με αντάλλαγμα το ποσό των 385.000 δραχμών μηνιαίως, καταβαλλόμενο από το δεύτερο μισθωτικό έτος και εφεξής, ότι για το πρώτο έτος συμφωνήθηκε η μη καταβολή μισθώματος λόγω της ανανέωσης της φυτείας και των εργασιών στις οποίες θα προέβαινε ο αναιρεσίβλητος με δικές του δαπάνες, ότι το προαναφερόμενο μίσθωμα ήταν χαμηλότερο της μισθωτικής αξίας του επιδίκου και δεν συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή ούτε "αέρας" λόγω των μεγάλου ύψους δαπανών στις οποίες θα προέβαινε ο αναιρεσίβλητος για την ανανέωση και συντήρηση του μισθίου, ότι οι συμβαλλόμενοι επιφυλάχθηκαν να υπογράψουν έγγραφο συμφωνητικό ώστε να καταστεί δυνατή η εκμετάλλευση του μισθίου από το μισθωτή στο δικό του όνομα, ότι μέχρι την υπογραφή του μισθωτηρίου, που δεν ακολούθησε από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, συμφωνήθηκε η ασκούμενη στο μίσθιο δραστηριότητα να πραγματοποιείται στο όνομα και υπό τα φορολογικά στοιχεία και παραστατικά της εκμισθώτριας, ότι ο αναιρεσίβλητος παρέλαβε το μίσθιο και ασκούσε σ' αυτό επαγγελματική δραστηριότητα για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, χρησιμοποιώντας τα φορολογικά στοιχεία της αναιρεσείουσας και το φορτηγό αυτοκίνητο που αυτή του είχε παραχωρήσει, κατά τη συμφωνία τους, για τη μεταφορά των προϊόντων του θερμοκηπίου, εισέπραττε τα έσοδα και κάλυπτε όλες τις δαπάνες, πλην των φορολογικών που βάρυναν την αναιρεσείουσα, αφού τα παραστατικά της επιχείρησης εκδίδονταν στο όνομά της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασής του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση είναι αυτή της μίσθωσης αγροτικού κτήματος-προσοδοφόρου αντικειμένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 638, 619 και 574 του ΑΚ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό των κανόνων αυτών, ενώ ορθά επίσης ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 361, 713 και 810 του ΑΚ, οι οποίες, υπό τα ίδια περιστατικά (έστω και αν, όπως δέχτηκε στο Εφετείο, εμπλέκονται και στοιχεία συμβάσεων management, εντολής, χρησιδανείου), δεν ήταν εφαρμοστέες.
Διέλαβε στην απόφασή του ως προς το ίδιο ζήτημα σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επιπλέον αιτιολογία, σε σχέση με συνυπάρχουσες συμβάσεις, δεν απαιτείτο, αφού, υπό τις παραπάνω παραδοχές, η κύρια παροχή, δηλαδή η παραχώρηση της χρήσης και κάρπωσης του μισθίου κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης έναντι ανταλλάγματος, ανταποκρίνεται στον τύπο της σύμβασης μίσθωσης.
Οι φερόμενες ως αντιφάσεις για το λόγο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η εκμισθώτρια έφερε τον κίνδυνο, ότι το μίσθωμα ήταν κατώτερο του συνήθους χωρίς να συμφωνηθεί αναπροσαρμογή ή "αέρας" και ότι κατά το πρώτο μισθωτικό έτος δεν καταβλήθηκε μίσθωμα, εντούτοις κατέληξε στο πόρισμα ότι πρόκειται περί μίσθωσης, δεν συνιστούν αντιφάσεις, γιατί στην προσβαλλομένη εξειδικεύεται περαιτέρω ότι η εκμετάλλευση του μισθίου υπό την επωνυμία της εκμισθώτριας συμφωνήθηκε και γινόταν λόγω της αδυναμίας του μισθωτή να προβεί σε έναρξη δραστηριότητας στο όνομά του ελλείψει έγγραφου μισθωτηρίου και ότι ο τελευταίος στην πραγματικότητα δραστηριοποιούνταν στο δικό του όνομα και υπό ίδιο κίνδυνο και ότι οι διάδικοι συμφώνησαν στο ως άνω ύψος μισθώματος χωρίς πρόβλεψη περί αναπροσαρμογής ή καταβολή "αέρα", όπως και στη μη καταβολή μισθώματος για το πρώτο μισθωτικό έτος λόγω των μεγάλης έκτασης δαπανών που θα πραγματοποιούσε στο μίσθιο ο μισθωτής.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τη συνδρομή ασάφειας ή κενού στις δηλώσεις βουλήσεων των διαδίκων μερών ως προς το χαρακτήρα των εκατέρωθεν παροχών, οι οποίες (δηλώσεις βουλήσεως) σημειώνεται ότι δεν έχουν αποτυπωθεί εγγράφως, και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, υπό τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι στο σύνολό του απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά στην αιτίαση περί ασαφειών στη νομική σκέψη της προσβαλλομένης ως προς το εάν το π.δ. 34/1995 (περί εμπορικών μισθώσεων), με το οποίο προβλέπεται συγκριμένη διάρκεια των υπαγόμενων σ' αυτό μισθώσεων, εφαρμόζεται και επί μισθώσεων θερμοκηπίου, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ως αιτιολογίες για έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και όχι τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αυτής.
Με τους συναφείς τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η ένδικη μίσθωση α) δεν έχει λυθεί λόγω καταγγελίας, αν και δέχτηκε ότι λύθηκαν οι εμπλεκόμενες συμβάσεις εντολής και χρησιδανείου, δυνάμει των οποίων η ίδια είχε παραχωρήσει τα φορολογικά της στοιχεία και το φορτηγό αυτοκίνητό της στον αναιρεσίβλητο (τέταρτος λόγος) και β) δεν λύθηκε με καταγγελία του αναιρεσιβλήτου τον Αύγουστο του έτους 2007 λόγω μη επίτευξης συμφωνίας για την κατάρτιση μελλοντικής μίσθωσης, άλλως λόγω καταγγελίας της ίδιας, η οποία μη υπογράφοντας μισθωτήριο, ζήτησε την επιστροφή των φορολογικών της στοιχείων και του αυτοκινήτου της (πέμπτος λόγος), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 719, 724, 810, 817 σε συνδ.
με εκείνες των άρθρων 200, 281, 288, 588, 672, 766, 767, 594, 609 και 635 του ΑΚ αλλά και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης αυτής ως προς τη λύση της επίδικης σύμβασης με καταγγελία.
Ως προς τα προαναφερόμενα ζητήματα το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές του που αναφέρονται πιο πάνω, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πρώτο εξάμηνο του έτους 2007 άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων ως προς το περιεχόμενο του έγγραφου μισθωτηρίου που θα υπέγραφαν, ότι η μίσθωση εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2007, οπότε οι συζητήσεις διακόπηκαν λόγω μη επίτευξης συμφωνίας, ότι η αναιρεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή έγγραφης σύμβασης μίσθωσης λόγω της διαφωνίας που προέκυψε με τον αναιρεσίβλητο ως προς τους όρους και το περιεχόμενό της, ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 η αναιρεσείουσα ζήτησε την επιστροφή των φορολογικών της στοιχείων, υπό τα οποία εκμεταλλευόταν ο αναιρεσίβλητος το μίσθιο, ότι τα στοιχεία αυτά, όπως και το αυτοκίνητο, επιστράφηκαν, ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες των διαδίκων δεν συνιστούν καταγγελία και ότι η ένδικη μίσθωση δεν λύθηκε κατόπιν νόμιμης καταγγελίας οποιουδήποτε των μερών και συνεχίζει να παράγει τις έννομες συνέπειές της.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση μίσθωσης ήταν ενεργή κατά το επίδικο διάστημα και δεν λύθηκε κατόπιν καταγγελίας οποιουδήποτε των μερών, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό των κανόνων αυτών ως προς την επικαλούμενη καταγγελία, ενώ δεν δέχθηκε τη συνδρομή ασάφειας ή κενού επί δηλώσεως βουλήσεως προς καταγγελία της μίσθωσης, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι μη εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου. Οι επικαλούμενες αντιφάσεις για το λόγο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι από το έτος 2007 οι διάδικοι αντάλλαξαν μεταξύ τους εξώδικα, προέβησαν σε συζητήσεις για σύναψη μίσθωσης χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία και επιστράφηκαν τα βιβλία και στοιχεία της αναιρεσείουσας, εντούτοις καταλήγει ότι δεν υπάρχει καταγγελία, δεν συνιστούν αντιφάσεις.
Στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση των παραπάνω αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, το συσχετισμό και τη στάθμιση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο εκτίθεται σαφώς ως προς το ως άνω ζήτημα.
Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Με τον έκτο και το συναφή έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδ. α' και επικουρικά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με το να κρίνει α) ότι συνέτρεξε περίπτωση πραγματικού ελαττώματος του μισθίου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης που θεμελιώνει δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση, παρότι, υπό τις παραδοχές, τέτοιο ελάττωμα δεν εμφανίστηκε, άλλως υπήρξε από τη σύναψη της μίσθωσης (1997) και ο αναιρεσίβλητος μισθωτής το γνώριζε, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 574-578 του ΑΚ και εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 579-581 (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158, 361) του ΑΚ και επικουρικά εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες (έκτος λόγος) και β) ότι ο αναιρεσίβλητος εξαιτίας της μη υπογραφής έγγραφου μισθωτηρίου αδυνατούσε να προβεί σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στο μίσθιο, παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 σε συνδ.
με το άρθρο 29 του ν. 1642/1986 και εκείνες των άρθρων 41 παρ. 4, 42, 36 και 38 του ν. 2859/2000 και των ΥΑ 1068526/2620/ΔΜ/ΠΟΛ 1169/1998 και 1050563/1800/ΔΜ/ΠΟΛ/1120/27-4-1998, κατά τις οποίες οι αγρότες δεν υποχρεούνται σε δήλωση έναρξης επιτηδεύματος ούτε προσκόμιση στοιχείου αποδεικτικού της έδρας τους για να θεωρήσουν φορολογικά στοιχεία στο όνομά τους, ενώ εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1642/1986, 3 παρ. 1 της ΥΑ 1068526/2620/ΔΜ/ΠΟΛ 1169/1998, της ΠΟΛ 1032/4-2-1999 και της ΠΟΛ 1154/19-7-2011, από τις οποίες προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να προβεί σε έναρξη εργασιών στο μίσθιο με μόνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, επικουρικά δε διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί δεν διευκρινίζει γιατί η μη υπογραφή μισθωτηρίου εγγράφου ήταν αναγκαία για την έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας από τον αναιρεσίβλητο στο μίσθιο στο δικό του όνομα και συνιστά ως εκ τούτου πραγματικό ελάττωμα (έβδομος λόγος).
Ως προς το ζήτημα των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, σύμφωνα με τις παραδοχές που αναφέρονται στην αρχή της απόφασης, ότι η ένδικη μίσθωση καταρτίστηκε άτυπα (προφορικά) μεταξύ των διαδίκων το έτος 1997 με τη συμφωνία να υπογραφεί έγγραφο μισθωτήριο σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι τέτοιο μισθωτήριο δεν ακολούθησε, ότι η σύμβαση αυτή (άτυπη αόριστου χρόνου) εκτελέστηκε έως και τον Αύγουστο του έτους 2007 με τον αναιρεσίβλητο να εκμεταλλεύεται το μίσθιο υπό την επωνυμία και τα φορολογικά στοιχεία της αναιρεσείουσας, ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2007 οι διάδικοι, προκειμένου να υπογράψουν μισθωτήριο συμβόλαιο, ήλθαν σε διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των όρων του, πλην όμως δεν κατέληξαν σε συμφωνία, με αποτέλεσμα να διαρραγούν οι σχέσεις τους και να ματαιωθεί η κατάρτιση έγγραφης μίσθωσης, ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 η αναιρεσείουσα ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο να της επιστρέψει τα φορολογικά βιβλία και στοιχεία της που χρησιμοποιούσε έως τότε για τη λειτουργία και εκμετάλλευση του θερμοκηπίου, καθώς και το φορτηγό αυτοκίνητο που του είχε παραχωρήσει κατά χρήση, τα οποία και έλαβε, ότι παράλληλα η αναιρεσείουσα απέστειλε επιστολές προς τους προμηθευτές του αναιρεσείοντος και τους ενημέρωσε ότι αυτή εκπροσωπούνταν μόνον από τη διαχειρίστριά της και ότι τυχόν αξιώσεις τους από συναλλαγές με τον ενάγοντα για λογαριασμό της δεν τη δέσμευαν, ότι κατόπιν αυτών η ανώνυμη εταιρεία "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ ΑΕ" κατήγγειλε τη σύμβαση προμήθειας υγραερίου για τη θέρμανση του θερμοκηπίου, καλώντας τους διαδίκους να της παραδώσουν τις δεξαμενές που είχε τοποθετήσει στους χώρους του θερμοκηπίου, ότι η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., διέκοψε τη λειτουργία της χωρίς να λάβει μέριμνα ώστε να υπογραφεί έγγραφο μισθωτήριο για την έναρξη από μέρους του αναιρεσιβλήτου επαγγελματικής δραστηριότητας στο μίσθιο με το δικό του όνομα και ότι οι παραπάνω ενέργειες της αναιρεσείουσας, συνδυαστικά εκτιμώμενες, συνιστούν πραγματικό ελάττωμα που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και ειδικότερα από το Σεπτέμβριο του έτους 2007, από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, το ελάττωμα δε αυτό εμπόδιζε ολικά τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου από τον αναιρεσίβλητο καθ' όλο το επίδικο διάστημα και θεμελιώνει αξίωσή του προς αποζημίωση.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 574-578 του ΑΚ, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό των κανόνων αυτών ως προς την έννοια του πραγματικού ελαττώματος που εμποδίζει ολικά τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 579-581 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού, υπό τις παραπάνω παραδοχές, πρόκειται για ελάττωμα που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης (Σεπτέμβριο 2007) και όχι που υπήρχε κατά την κατάρτιση αυτής (1997) και το οποίο ο αναιρεσίβλητος γνώριζε παραλαμβάνοντας ανεπιφύλακτα το μίσθιο.
Επίσης, με τις ίδιες παραδοχές, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 574-578 του ΑΚ, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω αιτιολογίες. Οι φερόμενες ως αντιφάσεις και ελλείψεις γιατί το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η χρήση του μισθίου εμποδίστηκε ολικά το Σεπτέμβριο του 2007, ότι επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε άτυπα, ότι οι διάδικοι ήθελαν να ισχύει η σύμβαση και χωρίς να έχουν συμφωνήσει στα μη ουσιώδη στοιχεία της, ότι οι διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα το έτος 2007 αφορούσαν στην κατάρτιση νέας μίσθωσης, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να δεχτεί την υπογραφή μισθωτηρίου, ότι δεν υπάρχει ευθύνη αυτής από τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή μισθωτηρίου από την άνοιξη έως το Σεπτέμβριο του 2007, ότι το φθινόπωρο του 2007 ο αναιρεσίβλητος φρόντιζε το μίσθιο και ότι οι πράξεις και παραλείψεις που της αποδίδονται δεν συνιστούν αδικοπραξία και δεν έγιναν όλες το Σεπτέμβριο του 2007, εντούτοις έκρινε ότι η μη υπογραφή έγγραφης σύμβασης συνιστά πραγματικό ελάττωμα, ότι ο αναιρεσίβλητος εμποδίστηκε στη χρήση του μισθίου, ότι η ίδια αρνήθηκε να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις και ότι οι μη συνιστώσες αδικοπραξία ενέργειες αυτής οφείλονται σε υπαιτιότητά της, χωρίς να διευκρινίζει πώς αυτές συνιστούν πραγματικό ελάττωμα, κρίνονται αβάσιμες, γιατί, υπό τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η μη υπογραφή μισθωτηρίου για την άσκηση δραστηριότητας στο μίσθιο από μέρους του μισθωτή στο δικό του όνομα συνιστά πραγματικό ελάττωμα μόνον για το διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και εφεξής που συνέτρεξαν και οι λοιπές περιστάσεις και συνδυαστικά προς αυτές και όχι και για τον προηγούμενο χρόνο, κατά τον οποίο η σύμβαση εκτελέστηκε, χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι τα μέρη συμφώνησαν η σύμβαση να παραμείνει άτυπη για καθ' όλο το χρόνο λειτουργίας της και ότι το φθινόπωρο του έτους 2007 ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποιούσε πλήρως το μίσθιο κατά τον προορισμό του (αναφέρεται μόνο ότι προέβη σε κλάδεμα 1-15 Σεπτεμβρίου και 5-20 Οκτωβρίου του 2007), ενώ η κρίση ότι δεν θεμελιώνεται αδικοπραξία διατυπώνεται με βάση τα εκτιθέμενα (για τη θεμελίωση της σχετικής βάσης) στην αγωγή περιστατικά, υπό τα οποία, όπως προεκτέθηκε, κατά την έρευνα των λόγων της αναίρεσης του αναιρεσιβλήτου, αδικοπραξία δεν συνέτρεχε.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται επίσης και ο έβδομος λόγος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί το Εφετείο έκρινε ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 2007 το μίσθιο παρουσίασε ελάττωμα που εμπόδιζε ολικά τη συμφωνημένη χρήση του όχι γιατί η αναιρεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή έγγραφου μισθωτηρίου και μόνον, αφού η έλλειψη αυτή από μόνη της δεν εμπόδισε την επί μακρόν χρήση και κάρπωση του μισθίου αλλά, κυρίως, γιατί προέβη στις υπόλοιπες πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες, οι οποίες, συνδυαζόμενες με τη μη υπογραφή μισθωτηρίου, κατέστησαν αδύνατη την εκμετάλλευση του μισθίου από το μισθωτή από υπαιτιότητά της.
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαπίστωση της ύπαρξης του εκ των άρθρων 297-298 του ΑΚ αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πιο πάνω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου και της ένδικης ζημίας του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν στη διάρκεια ζωής, την εξέλιξη της παραγωγικής ικανότητας της καλλιέργειας τριανταφυλλιάς σε έδαφος, σε θερμοκήπιο, για την παραγωγή δρεπτών ανθέων, καθώς και εκείνα που αφορούν στη συνάρτηση της αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου με την αναπόσβεστη αξία του και ειδικότερα τα διδάγματα ότι α) "οι φυτείες τριανταφυλλιάς στο έδαφος στο θερμοκήπιο για την παραγωγή κομμένου τριαντάφυλλου, εισέρχονται στο τελευταίο στάδιο της φθίνουσας παραγωγικότητας μετά την παρέλευση 5 ετών από το χρόνο φύτευσή τους, έχουν συνολική διάρκεια παραγωγικής και αποδοτικής ζωής 6 έως 7 έτη, κατ' ανώτατο όριο από το χρόνο φύτευσής τους.
Μετά δε την παρέλευση του διαστήματος αυτού η ανανέωση της φυτείας είναι επιβεβλημένη. Διαφορετικά η διατήρηση φυτείας ηλικίας μεγαλύτερης των 7 ετών, είναι ζημιογόνος ενόψει των ανελαστικών δαπανών της παραγωγικής διαδικασίας που δεν μπορούν να καλυφθούν από τη μειωμένη αποδοτικότητα μιας γερασμένης φυτείας", β) "τα φυτά...αφ' ότου φτάσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, όπου μπορούν να παραμείνουν για συγκεκριμένο χρόνο, η παραγωγική ικανότητά τους αρχίζει αναπόφευκτα να φθίνει" και γ) "μετά την παρέλευση της ωφέλιμης διάρκειας ζωής ενός παγίου, αυτό παύει να παράγει θετική αξία".
Επικουρικά δε αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 297-298 του ΑΚ, γιατί διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή, κατά τα ανωτέρω διδάγματα της κοινής πείρας, αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ένδικης ζημίας, καθόσον α) ενώ δέχεται ότι μετά το 5ο έτος από τη φύτευση η φυτεία αποδίδει σταθερά τη μέγιστη παραγωγή, δέχεται ταυτόχρονα ότι από το 5ο έτος αρχίζει η μειωμένη παραγωγικότητα και ότι έχει σταθερή παραγωγική ικανότητα επί 18 έτη και β) ενώ διαπιστώνει ότι από την αρχική φυτεία των 9 στρεμμάτων που είχε φυτευθεί το 1992 είχαν απομείνει μόνο 0,69 στρέμματα το 2008 λόγω των ανανεώσεων επιμέρους τμημάτων της φυτείας κατά τα έτη 1997-1998, 2002, 2003 και 2005 και ότι καθ' όλο το διάστημα από το 1992 έως και το 2006 η κεντροβαρική ηλικία της φυτείας δεν υπερέβη ποτέ το όριο των 7 ετών, χάριν στις κατά καιρούς ανανεώσεις τμημάτων της, εντούτοις δέχεται ότι το γηραιότερο τμήμα της φυτείας θα ανανεωνόταν σε σύντομο διάστημα, παραβλέποντας ότι το γηραιότερο τμήμα της φυτείας είχε ήδη ανανεωθεί εν τω μεταξύ σχεδόν στο σύνολό του.
Ο λόγος αυτός είναι στο σύνολό του απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πέραν του ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία φέρεται ότι παραβιάστηκαν με την προσβαλλομένη κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της τελευταίας και της ένδικης ζημίας του αναιρεσιβλήτου και την υπαγωγή σ' αυτή (την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας) των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας κατά την έννοια που αναφέρεται στη σχετική νομική σκέψη, η αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς τον καθορισμό του ύψους της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμηση αυτή, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 του ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, η δε κρίση για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Με τον ένατο λόγο αναίρεσης η αναιρεσουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένστασή της περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση και την έκταση της ζημίας του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αλλά και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προ το ουσιώδες αυτό ζήτημα, τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ.
Με το συναφή δέκατο λόγο προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ισχυρισμούς που αυτή είχε προτείνει νόμιμα, στήριζαν την ένσταση συνυπαιτιότητας και ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος α) εισήλθε αυτοβούλως από το 1997 στην ένδικη σύμβαση και συμφώνησε στην τήρηση της συμφωνίας προφορικής, β) προκάλεσε αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέας σύμβασης απαιτώντας την καταβολή 250.000 έως 350.000 ευρώ, προκειμένου να εξακολουθήσει η εκτέλεση της από το έτος 1997 ένδικης σύμβασης και γ) παρέλειψε να μεταφέρει τη φυτεία του σε άλλο θερμοκήπιο και ασκήσει τη δραστηριότητά του με δικά του φορολογικά στοιχεία ή τρίτου, περιορίζοντας τη ζημία του, σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό-αίτημά της περί μείωσης της αποζημίωσης κατά ποσοστό 99% κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ.
Ως προς την ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας το Εφετείο, όπως αναφέρεται παραπάνω, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του μισθωτή που να συντέλεσε, κατά οποιοδήποτε τρόπο, στη ζημία του ή την επαύξησή της από το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και εφεξής, αναφέροντας περαιτέρω ότι η κατοχή μισθωτηρίου εγγράφου ήταν αναγκαία για την άσκηση από το μισθωτή επαγγελματικής δραστηριότητας στο όνομά του, πλην όμως δεν συντρέχει πταίσμα αυτού από το λόγο ότι δεν προσχώρησε στις απόψεις της εκμισθώτριας, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία και να καταρτιστεί έγγραφο μισθωτήριο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση της διάταξης αυτής, αλλά ούτε εκ πλαγίου, γιατί, ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, διέλαβε στην απόφασή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τη μη εφαρμογή της διάταξης που προαναφέρθηκε.
Το Εφετείο δε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής του, ερεύνησε όλους τους θεμελιωτικούς της πιο πάνω ένστασης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσες και τους απέρριψε με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε χωρίς να απαιτείται κάποια περαιτέρω διευκρίνιση σε σχέση με τη συμπεριφορά του μισθωτή για το διάστημα πριν το επίδικο (έως και τον Αύγουστο του έτους 2007) που η σύμβαση εκτελέστηκε και τη δυνατότητα μεταφοράς της επαγγελματικής του δραστηριότητάς του σε άλλο ακίνητο.
Ο επικαλούμενος δε ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός της περί μείωσης της αποζημίωσης κατά 99%, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 11-9-2014 έφεσής της, με την οποία αυτή επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τους απορριφθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς της και εκείνον εκ του άρθρου 300 του ΑΚ, υποβλήθηκε στο πλαίσιο της πιο πάνω ένστασής της περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, το ποσοστό της οποίας, κατά την ανιαρεσείουσα, ανερχόταν σε 99% και όχι ως αυτοτελής ισχυρισμός στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, όπως αυτή αβάσιμα υποστηρίζει.
Συνεπώς, οι ένατος και δέκατος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, η αναιρεσείουσα δε, με την επίκληση των παραπάνω αναιρετικών πλημμελειών, επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αναιρεσείουσα, με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αλλά και εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση.
Ως προς την ένσταση αυτή το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως κατά τα προεκτιθέμενα, ότι προαναφερθείσα συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του αμέσως μετά την αποτυχία των μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας διαπραγματεύσεων και τις προηγηθείσες ως άνω ενέργειες της τελευταίας, χωρίς να αδρανήσει και μάλιστα επί μακρόν, όπως είχε ισχυριστεί η εκμισθώτρια, δεν είναι ικανή να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματός του καταχρηστική.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού, με τα περιστατικά που δέχτηκε (ανέλεγκτα) ότι αποδείχθηκαν δεν συγκροτείται το πραγματικό της διάταξης αυτής. Διέλαβε δε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4055/2012, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 4055/2012, ο οποίος ισχύει από 2-4-2012, η ως άνω διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από την ίδια λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγος αναίρεσης, η αναιρεσείουσα "ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΕΠΕ", αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος που υπέβαλε με τις ενώπιόν του προτάσεις της περί επιδίκασης των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι επιδικίας, αφήνοντάς το αδίκαστο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης από 1-7-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 134209/4286/2008) αγωγής, δίκασε και το ως άνω αίτημα της αναιρεσείουσας και επιδίκασε τόκους σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα, που (ως υποβληθέν το έτος 2008) αφορούσε τόκους υπερημερίας.
Μετά δε την απόρριψη του λόγου αυτού με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε, παρέλκει η έρευνα του, για το ίδιο ζήτημα, επικουρικού πρόσθετου λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η δεύτερη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, γιατί ο αναιρεσίβλητος, που παραστάθηκε με δήλωση και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 2-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4264/386/2-5-2019) και 2-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4280/387/3-5-2019) αιτήσεις και τον από 6-11-2020 πρόσθετο λόγο της δεύτερης για αναίρεση της 745/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την πρώτη, από 2-5-2019 αίτηση αναίρεσης του Γ. Τ..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Απορρίπτει τη δεύτερη, από 2-5-2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 6-11-2020 πρόσθετο λόγο αυτής, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΘΗ ΑΘΗΝΑΣ ΕΠΕ".
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η πιο πάνω αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσής της στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ