Legislator Case Law & Legislation
1892/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against excessive compensation for moral damage violating proportionality principle.

Case Number 1892/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court's award of €12,000 in moral damages. The State argued this amount violated the principle of proportionality given the victim's 30% fault, while the lower court had deemed the sum excessive compared to similar cases. The Court agreed that the award was disproportionately high and remanded the case for a new trial on this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) of the Constitution and 932 of the Civil Code; The principle of proportionality requires that compensation for moral damage must not exceed reasonable limits relative to the fault and circumstances, and awards that are disproportionately high in similar cases violate constitutional principles.

Keywords

AI generated
principle of proportionality moral damage compensation excessive award constitutional review civil liability remand for retrial fault assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1892 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1892/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κατσαβό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1355/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1092/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-12-2019 (αρ.κατ. 89/12/2020) αίτηση αναίρεσης της υπ'αρ. 1092/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, (άρθρ. 666 επ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία φέρεται νόμιμα προς συζήτηση, και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της στις 2.3.2018 αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-11-2014 (αρ.κατ. 5958/5-12-2014) αγωγή εναντίον του Γ. Β., οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ΕΑ-... αυτοκίνητου- περιπολικού της Ελληνικής Αστυνομίας (ως προς τον οποίο όμως παραιτήθηκε κατά τα άρθρα 294-297 ΚΠολΔ) και κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως ιδιοκτήτη του περιπολικού οχήματος και ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου, ως κυρίου (του ζημιογόνου περιπολικού) να του καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 42.574,01 ευρώ. Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προέβαλε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και ήδη οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1355/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η ως άνω αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο Γ. Β. απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 9-6-2015 (αρ.κατ. 3864/2015) έφεση, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εφεσίβλητο, επανέφερε στο Εφετείο προς αντίκρουση της έφεσης την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-εκκαλούντος στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, την οποία είχε προβάλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1092/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή, κατά παραδοχή της περί συνυπαιτιότητας ένστασης ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, δέχθηκε ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από συγκλίνουσα αμέλεια του οδηγού του περιπολικού Γ.Β. (μη διαδίκου) σε ποσοστό 70%, και του οδηγού της μοτοσυκλέτας Α.

Μ. (ήδη αναιρεσιβλήτου) σε ποσοστό 30%, ακολούθως δε, εξαφάνισε την υπ'αριθ.1355/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 5-12-2014 αγωγής, ως προς το προαναφερόμενο εναγόμενο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει στον τελευταίο (αναιρεσίβλητο) το ποσό των 14.897,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Ν.2696/1999-Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και χάριν συντόμευσης ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων, που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 του ίδιου ως άνω νόμου- ΚΟΚ- Φωτεινή σηματοδότηση για την κυκλοφορία οχημάτων, ορίζεται ότι: " 1. Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο.

α) ..... β) Ερυθρό σταθερό φώς κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από τον σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως....". Επίσης, από το άρθρο 12 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο και να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα...., οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή....

Περαιτέρω, το άρθρο 44 του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), Οχήματα άμεσης ανάγκης - Έργα στις οδούς ορίζει ότι 1."Αυτοί που χρησιμοποιούν την οδό, όταν ειδοποιούνται με τις συσκευές ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης, ότι πλησιάζει όχημα άμεσης ανάγκης ή όχημα της τεχνικής επιτήρησης των φορέων λειτουργίας και συντήρησης των οδών ή όχημα με το οποίο μεταφέρονται πρόσωπα, που έχουν ανάγκη άμεσης βοήθειας, υποχρεούνται να αφήνουν χώρο, κινούμενοι προς τα δεξιά της οδού, για να διέλθει το όχημα αυτό και σε περίπτωση ανάγκης, να σταματούν." Ως οχήματα άμεσης ανάγκης, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, θεωρούνται τα οχήματα που φέρουν ειδικά πρόσθετα μπλε ή ερυθρά φώτα.

Με ένα ή περισσότερα μπλε φώτα που αναβοσβήνουν, μπορούν να εφοδιάζονται μόνο τα νοσοκομειακά οχήματα, τα οχήματα πρώτων βοηθειών και κλινικών, τα οχήματα της Ελληνικής Αστυνομίας, της Δημοτικής Αστυνομίας, ως και τα οχήματα των στρατιωτικών και λιμενικών αρχών...2. Αν η ειδοποίηση για την κίνηση των οχημάτων άμεσης ανάγκης ή οχημάτων με τα οποία μεταφέρονται πρόσωπα, που έχουν ανάγκη άμεσης βοήθειας, δίνεται με τις ειδικές συσκευές προειδοποίησης και δεν δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού οι οδηγοί των οχημάτων αυτών δεν υποχρεούνται να τηρήσουν τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 43 του παρόντος Κώδικα.

Δεν μπορούν όμως να διέρχονται αντίθετα στους μονόδρομους ή να μη συμμορφώνονται στα σήματα που δίνουν οι τροχονόμοι... 4. Οι οδηγοί των οχημάτων ανάγκης επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις ειδικές συσκευές προειδοποίησης μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιολογείται αυτό εκ του κατεπείγοντος της αποστολής τους...

Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων συνάγεται ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 44 ΚΟΚ, με τις διατάξεις των άρθρων 12 έως και 43 του ν. 2696/1999, που ρητά κατά τα ανωτέρω εξαιρούνται, ρυθμίζονται γενικώς τα της συμπεριφοράς των οδηγών στους δρόμους, τα περί προτεραιότητος σε ισόπεδους κόμβους και σε διασταυρώσεις οδών με σιδηροδρομικές διαβάσεις, τα περί ηχητικών ή φωτεινών προειδοποιήσεων, περί ορίου ταχύτητας, διέλευσης πεζών κ.λπ.

Στις άνω μνημονευόμενες διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά (ως εξαιρούμενη και μη δεσμεύουσα τον οδηγό του οχήματος αμέσου ανάγκης σε εκτέλεση σχετικής υπηρεσίας) η διάταξη του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, που αφορά επίσης την ρύθμιση της συμπεριφοράς των οδηγών από φωτεινούς σηματοδότες σε διασταυρώσεις και κόμβους, πλην όμως η παράλειψη αυτή πρέπει να αποδοθεί σε νομοτεχνική ατέλεια, ενώ η παράθεση, στην παράγραφο 2 του άρθρου 44 του ως άνω νόμου, ρητά μνημονευόμενων ως εξαιρουμένων άρθρων, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειστική, αλλά μόνον ως ενδεικτική της έναντι παντός άλλου προτεραιότητας των πιο πάνω οχημάτων, στις περιπτώσεις του άρθρου 44 παρ. 1 περ.

α, δηλαδή όταν πλησιάζει όχημα άμεσης ανάγκης ή όχημα μεταφοράς ατόμων, που χρειάζονται άμεση βοήθεια. Ειδικότερα πρέπει να θεωρηθεί ότι η ακριβής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 44 ΚΟΚ είναι ότι καμία διάταξη του ΚΟΚ, που ρυθμίζει την συμπεριφορά των οδηγών δεν δεσμεύει τους οδηγούς των πιο πάνω οχημάτων σε περιπτώσεις άμεσης ανάγκης (και υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι αυτοί έχουν θέσει σε λειτουργία τα όργανα ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης, όπως συνάγεται από τη διαζευκτική διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 44... "συσκευές ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης"....

και δεν δημιουργείται κίνδυνος για όσους άλλους χρησιμοποιούν τον δρόμο), παρά μόνον εκείνες, που αφορούν την κίνηση σε μονόδρομους και την συμμόρφωση στα σήματα των τροχονόμων. Άλλωστε, η εκδοχή ότι το όχημα επείγουσας ανάγκης θα έπρεπε να συμμορφώνεται με τα σήματα των φωτεινών σηματοδοτών έρχεται σε αντίφαση και με την προαναφερθείσα, αμέσως προηγούμενή διάταξη της παρ. 1 του άρθρου αυτού, με την οποία ρητά θεσπίζεται η υποχρέωση των άλλων οχημάτων να παραχωρούν την προτεραιότητα στα οχήματα άμεσης ανάγκης.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι το θέμα της προτεραιότητας στις διασταυρώσεις και της ρύθμισης αυτής με κατάλληλη σήμανση, (στην οποία βεβαίως εντάσσεται και η διά των φωτεινών σηματοδοτών) αντιμετωπίζεται και με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ίδιου νόμου, οι οποίες ρητά μνημονεύονται κατά τα ανωτέρω σε εκείνες, που εξαιρούνται και δεν εφαρμόζονται για τους πιο πάνω οδηγούς στις προαναφερόμενες περιπτώσεις.

Επομένως και η διάταξη του άρθρου 6 Ν.2696/1999 εφαρμόζεται και δεν δεσμεύει τους οδηγούς των οχημάτων άμεσης ανάγκης, υπό τις προϋποθέσεις και τους όρους, που ισχύουν και για τις άλλες εξαιρούμενες διατάξεις, που μνημονεύονται ρητά στην παρ. 2 του άρθρου 44 Ν. 2696/1999. Δικαιολογητικός λόγος εξάλλου, της παραπάνω ευρείας γραμματικής ερμηνείας είναι ότι το όχημα άμεσης ανάγκης, όπως είναι το περιπολικό που εκτελεί διατεταγμένη και επείγουσα υπηρεσία, λόγω της αποστολής του, τυγχάνει ιδιαίτερης αντιμετώπισης στις οδούς, κατά το άρθρο 44 του ΚΟΚ (ΑΠ 2147/2013).

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, κατά ρητή επιταγή της παραγράφου 2 του άρθρου 44, ο οδηγός οχήματος άμεσης ανάγκης δεν υποχρεούται να τηρήσει τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 43 του ΚΟΚ, όπως και τη διάταξη του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, εφόσον προηγουμένως έχει ενεργοποιήσει την ειδική συσκευή προειδοποίησης για την κίνησή του (ηχητική ή φωτεινή) και έχει διαπιστώσει, ότι δεν δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού, μη νομιμοποιούμενος επομένως να κινηθεί, χωρίς ενδελεχή έλεγχο και ότι και η παραβίαση του φωτεινού σηματοδότη επιτρέπεται (εφόσον συντρέχουν οι προηγούμενες προϋποθέσεις), αφού το ζήτημα τούτο αντιμετωπίζεται και στη διάταξη του άρθρου 26 παρ.2 και 3 ΚΟΚ, στην οποία εμπεριέχεται η περίπτωση μη συμμόρφωσης οδηγού, που έχει στην πορεία του φωτεινό σηματοδότη, όταν η πυκνότητα της κυκλοφορίας το επιτρέπει (ΑΠ 934/2021).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΠολΔ για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 13 του ΓπΝ/2011 και 44 παρ. 1, 2 και 4 σε συνδυασμό με τα άρθρα 6, και 12 έως 43 του Ν. 2696/1999 -ΚΟΚ με την αιτίαση, ότι τα περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν εφάρμοσε και ειδικότερα έκρινε ότι οι οδηγοί οχημάτων άμεσης ανάγκης, (και εν προκειμένω ο οδηγός του ζημιογόνου περιπολικού) έχουν την υποχρέωση να μην παραβιάζουν το φωτεινό ερυθρό σηματοδότη, που έχουν στην πορεία τους, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή των διατάξεων των άρθρων 44 αρ. 2 σε συνδυασμό 12 έως 43 του ΚΟΚ, εφόσον δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού και ότι η προσβαλλόμενη, με το να δεχθεί ότι το ζημιογόνο όχημα παρέβη τις προβλεπόμενες από το άρθρο 6 παρ. 1 εδ.

β του Κ.Ο.Κ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις. Τον ισχυρισμό του αυτόν περί έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του περιπολικού το αναιρεσείον είχε προβάλει πρωτοδίκως το αναιρεσείον και είχε επαναφέρει με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητο ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι ο ως άνω οδηγός δεν δεσμεύεται από την υποχρέωση τήρησης της διάταξης του άρθρου 6 του Ν.2696/1999 - ΚΟΚ (περί συμμόρφωσης σε φωτεινή σηματοδότηση) και επικουρικά προέβαλε την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από τη νομική ανάπτυξη και ερμηνεία της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 44 του Ν. 2696/1999, δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, περί των πραγμάτων τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:

α) τα έγγραφα της σχηματισθείσας σχετικής προανακριτικής δικογραφίας, β) η από 8-7-2014 έκθεση πορίσματος ενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης του υπαστυνόμου Β' Δ. Λ. και γ) το cd με εικόνα, από τις κάμερες ασφαλείας (ΘΕΠΕΚ), στο σημείο της ένδικης σύγκρουσης, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται ....αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 22 Δεκεμβρίου 2013 και περί ώρα 03.00, στην Αθήνα, ο ενάγων Α. Μ. του Δ. (ήδη αναιρεσίβλητος), φορώντας προστατευτικό κράνος, οδηγούσε την υπ' αρ. κυκλ. ΗΒΚ- ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κυβισμού 779 κ.ε., με ταχύτητα τουλάχιστον 90 χιλιομέτρων, ανά ώρα, και εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., που οδηγεί προς ...

και ειδικότερα στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτού. Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης. Το ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς ... αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,50 μέτρων. Κατά τον ως άνω χρόνο, το οδόστρωμα της οδού ... ήταν ξηρό, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Το ανώτατο δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην ως άνω οδό είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Στη συμβολή της οδού ... με την οδό ... υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες για την ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων. Κατά τον ως άνω χρόνο, ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη, ειδικός φρουρός Γ. Β., εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, οδηγούσε το υπ' αρ.

κυκλοφορίας ΕΑ - ... υπηρεσιακό όχημα, κυριότητας της Ελληνικής Αστυνομίας (περιπολικό), με συνοδό τον ειδικό φρουρό Ν. Κ. και εκινείτο στην οδό ... , που είναι μονόδρομος και οδηγεί προς την οδό ..., επροτίθετο δε αυτός όταν φθάσει στην διασταύρωση με την οδό ..., να διασχίσει, με το ως άνω περιπολικό όχημα, κάθετα, το προς ...

ρεύμα κυκλοφορίας αυτής και, στη συνέχεια, να εισέλθει, με αριστερή στροφή, στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς την λεωφόρο .... Ειδικότερα, μετά από εντολή, που είχαν λάβει οι ως άνω ειδικοί φρουροί από το Κέντρο Άμεσης Δράσης, το ως άνω περιπολικό όχημα της ΕΛ.ΑΣ., έχοντας σε λειτουργία τα ηχητικά και φωτεινά σήματα αυτού (αναλάμποντα μπλέ φανό και σειρήνα), προπορευόταν ασθενοφόρου οχήματος του ΕΚΑΒ, που μετέφερε δύο ανηλίκους, που είχαν υποστεί εγκαύματα από πυρκαϊά, προκειμένου αυτό (περιπολικό) να εξασφαλίσει την έγκαιρη διακομιδή τους στο Νοσοκομείο Παίδων "Αγλαΐα Κυριακού".

Όταν ο ειδικός φρουρός Γ. Β. έφθασε, με το περιπολικό αυτοκίνητο, στην συμβολή της οδού ... με την οδό ..., έχοντας σε λειτουργία τα ηχητικά και φωτεινά σήματα αυτού, δεν σταμάτησε το περιπολικό αυτοκίνητο προ των φωτεινών σηματοδοτών της πορείας του, που ευρίσκοντο σε λειτουργία και έδειχναν ερυθρό φώς κυκλικής μορφής, αλλά παραβιάζοντας το ερυθρό φώς αυτών, άρχισε να διασχίζει, με το περιπολικό αυτοκίνητο, χωρίς έλεγχο, κάθετα, το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., που οδηγεί προς ....

Αφού το περιπολικό αυτοκίνητο είχε διασχίσει την δεξιά λωρίδα του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ... (προς ...) και καθόν χρόνο αυτό διέσχιζε, κάθετα, την μεσαία λωρίδα του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας (προς ...), απέφραξε την πορεία της κινούμενης στην λωρίδα αυτή υπ' αρ. ΗΒΚ - ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να επιπέσει στο εμπρόσθιο τμήμα της αριστερής πλευράς του περιπολικού αυτοκινήτου του.

Λόγω της ως άνω σύγκρουσης, ο ενάγων Α. Μ. εκτινάχθηκε από την υπ' αρ. ΗΒΚ-... δίκυκλη μοτοσυκλέτα και, αφού πέρασε πάνω από το καπώ του περιπολικού αυτοκινήτου, έπεσε στο οδόστρωμα του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ... (προς ...), σε απόσταση 23,80 μέτρων μετά από το σημείο της ένδικης σύγκρουσης. Η υπ' αρ. κυκλ.

ΗΒΚ- ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μετά την σύγκρουση ανετράπη και έπεσε στο οδόστρωμα παραπλεύρως του περιπολικού αυτοκινήτου. Συνεπεία του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, τραυματίστηκε ο ενάγων και οι ως άνω ειδικοί φρουροί και υπέστησαν εκτεταμένες φθορές αμφότερα τα συγκρουσθέντα οχήματα. Ειδικότερα, η υπ' αρ.

ΜΒΚ-... δίκυκλη μοτοσυκλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς..... Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, περί των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, αποδείχθηκαν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως: α) από το με ημ/νία 22-12- 2013 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, που έχει συντάξει ο αστυφύλακας Γ.

Α., όπου απεικονίζονται το σημείο της ένδικης σύγκρουσης, η τελική θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων, και το σημείο του οδοστρώματος, όπου κατέληξε ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας, το οποίο απέχει 23,80 μέτρα από το σημείο της ένδικης σύγκρουσης, β) από την με ημ/νία 22-12-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που έχει συντάξει ο ίδιος αστυφύλακας, γ) από την με ημ/νία 24-12-2013 ένορκη προανακριτική εξέταση του Γ.

Τ., ο οποίος ήταν παρών κατά την στιγμή της ένδικης σύγκρουσης και καταθέτει ότι είδε το περιπολικό αυτοκίνητο να παραβιάζει το ερυθρό φώς των σηματοδοτών της πορείας του και την μοτοσυκλέτα να κινείται με αυξημένη ταχύτητα. Άλλωστε και ο οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ΕΑ-... περιπολικού αυτοκινήτου ειδικός φρουρός Γ.

Β., κατά την ένορκη διοικητική εξέταση, που διενεργήθηκε, παραδέχθηκε ότι παραβίασε το ερυθρό φως των σηματοδοτών της πορείας του. Επίσης, η υπερβολική ταχύτητα της υπ' αρ. κυκλ. ΗΒΚ- ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά τον χρόνο της ένδικης σύγκρουσης (τουλάχιστον 90 χιλιόμετρα ανά ώρα) αποδεικνύεται: α) από τις εκτεταμένες φθορές, που προκλήθηκαν στην ως άνω μοτοσυκλέτα, η οποία υπέστη ολοσχερή καταστροφή, β) από την απόσταση, που εκτινάχθηκε ο ενάγων, οδηγός της μοτοσυκλέτας, αμέσως μετά την επίπτωση αυτής στο περιπολικό αυτοκίνητο (23,80 μέτρα), γ) από την προαναφερθείσα με ημ/νία 24-12-2013 ένορκη προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γ.

Τ. και δ) από την με ημ/νία ένορκη προανακριτική εξέταση του συνοδού ειδικού φρουρού Ν. Κ.. Με τα δεδομένα αυτά, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και συνακόλουθα ο ένδικος τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, κυρίως υπαίτιος, κατά ποσοστό 70%, για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, είναι ο οδηγός του υπ' αρ.

κυκλ. ΕΑ-... αυτοκινήτου της ΕΛ.ΑΣ. (περιπολικού), ειδικός φρουρός Γ. Β., καθόσον αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. ΕΑ-... περιπολικό αυτοκίνητο της ΕΛ.ΑΣ., όταν έφθασε στην συμβολή της οδού ...

με την οδό ... δεν ακινητοποίησε, όπως υποχρεούτο, το περιπολικό αυτοκίνητο, προ των φωτεινών σηματοδοτών της πορείας του, που έδειχναν ερυθρό φως κυκλικής μορφής, αλλά παραβιάζοντας το απαγορευτικό σήμα αυτών, άρχισε να διασχίζει, με το περιπολικό αυτοκίνητο, το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., χωρίς να ελέγξει, προηγουμένως, την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα αυτό και να βεβαιωθεί ότι δεν θα δημιουργηθεί κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού και χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, την προτεραιότητα στην υπ' αρ.

κυκλ. ΗΒΚ - ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που εκινείτο στο ως άνω ρεύμα κυκλοφορίας, σύμφωνα με το πράσινο φώς των σηματοδοτών της πορείας της, με αποτέλεσμα το περιπολικό αυτοκίνητο να αποφράξει την πορεία της μοτοσυκλέτας και τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν. Με την ως άνω οδηγική συμπεριφορά του, ο ειδικός φρουρός Γ.

Β. παρέβη τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Ο.Κ. και άρθρ. 330 εδ. β'του Α.Κ. υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος. Και ναι μεν ο ειδικός φρουρός Γ. Β. οδηγούσε το ως άνω περιπολικό όχημα, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία και προπορευόταν ασθενοφόρου οχήματος, έχοντας θέσει σε λειτουργία τα φωτεινά και ηχητικά σήματα προειδοποίησης του περιπολικού, αλλά από μόνο το γεγονός αυτό δεν δικαιούτο να παραβιάσει το ερυθρό φως των σηματοδοτών της πορείας του (άρθρ. 6 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Ο.Κ.). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ειδικός φρουρός Γ. Β. τιμωρήθηκε, πειθαρχικά, από την υπηρεσία του, για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, λόγω παραβίασης του ερυθρού φωτός των σηματοδοτών της πορείας του (βλ. την με ημ/νία 8-7-2014 έκθεση πορίσματος ενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης του υπαστυνόμου Β' Δ.

Λ.). Συνυπαίτιος, όμως, στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά ποσοστό 30%, είναι και ο ενάγων Α. Μ., οδηγός της υπ' αρ. κυκλ. ΗΒΚ - ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, καθόσον αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε την ως άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο αυτής και την εποπτεία της οδού και με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα (90 χιλιόμετρα τουλάχιστον ανά ώρα), αλλά και από την επιβαλλόμενη, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (νυκτερινή ώρα) και μολονότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν μείωσε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του, ώστε να είναι σε θέση, σε κάθε στιγμή, να διακόψει την πορεία αυτής μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αποφύγει την σύγκρουση και η οδηγούμενη απ' αυτόν μοτοσυκλέτα να επιπέσει στο υπ' αρ.

ΕΑ - ... περιπολικό όχημα, ήτοι αυτός (ενάγων) παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και άρθρ. 330 εδ. β' του Α.Κ. υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος. Επομένως, πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 300 του Α.Κ.

ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, την οποία πρόβαλε, παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει στο Δικαστήριο αυτό, με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητο, προς αντίκρουση της υπό κρίση έφεσης".

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά (άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ. ότι: Α) το ένδικο περιπολικό είναι όχημα άμεσης ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 44 παρ.1 εδ. α' και β' του ΚΟΚ και εκινείτο με ενεργοποιημένη τη συσκευή φωτεινής και ηχητικής προειδοποίησης, προπορευόμενο ασθενοφόρου οχήματος του ΕΚΑΒ, το οποίο μετέφερε δυο ανηλίκους, που είχαν υποστεί εγκαύματα από πυρκαγιά, προκειμένου να εξασφαλισθεί η έγκαιρη διακομιδή τους στο Νοσοκομείο Παίδων "Αγλαία Κυριακού", Β) ότι συνέτρεχε κατεπείγουσα αποστολή του περιπολικού, κατά την έννοια του άρθρου 44 παρ.4 του ΚΟΚ, και ότι επιτρεπτά το εν λόγω όχημα είχε θέσει σε λειτουργία το σύστημα της φωτεινής προειδοποίησης (δηλαδή τον μπλε αναβοσβήνοντα φάρο), και της ηχητικής προειδοποίησης.

Γ) ότι ο οδηγός του περιπολικού, όταν έφθασε στη συμβολή των οδών ...ς και ... δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του ευρισκομένου σε λειτουργία φωτεινού σηματοδότη ρύθμισης της κυκλοφορίας που έδειχνε ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, ακινητοποιώντας το περιπολικό προ αυτού ώστε να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, αλλά επιχείρησε να διασχίζει, το προς ...

ρεύμα πορείας της οδού ..., με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΗΒΚ-... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, κινούμενος κανονικά στη μεσαία λωρίδα του άνω προς ... ρεύματος κυκλοφορίας, για το οποίο ο σηματοδότης έδειχνε πράσινο φως, με αποτέλεσμα να επιπέσει (η μοτοσυκλέτα) στο εμπρόσθιο τμήμα της αριστερής πλευράς του περιπολικού, Δ) ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, οδηγούσε χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και την εποπτεία της οδού, με ταχύτητα τουλάχιστον 90 χλμ/ώρα, υπερβαίνουσα την επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ώρα και επιβαλλόμενη, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (οδός με αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων, νυκτερινή ώρα), την οποία δεν μείωσε καίτοι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, ευρισκόμενο στο ορατό έμπροσθεν αυτού τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση και η οδηγούμενη από αυτόν μοτοσυκλέτα να επιπέσει στο υπ' αριθμ.

ΕΑ-... περιπολικό όχημα. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι για την επίδικη σύγκρουση συνυπαίτιοι ήταν αμφότεροι οι οδηγοί των άνω οχημάτων και δη, ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΑ-... υπηρεσιακού οχήματος, κυριότητας της ΕΛ.ΑΣ. (περιπολικού), ειδικός φρουρός Γ.

Β., κατά ποσοστό 70%, και ο οδηγός της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΗΒΚ-... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Α. Μ.. Οι παραδοχές αυτές πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων UU παρ. 1, 2 και Α σε συνδυασμό με τα άρθρα 6, 12 παρ.1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ.1 του ΚΟΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297-298 του ΑΚ, τις οποίες αν και δεν μνημονεύει αριθμητικά η προσβαλλόμενη απόφαση, το πραγματικό τους προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της και κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να συμπληρωθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο εφαρμόζοντας τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για την ευθεία παραβίαση αυτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021.

Α Π. 525/2021. Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α Π. 1210/2020, Α Π. 170/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως. σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που.

αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του.

αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 22/2023, ΑΠ 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020. Α.Π. 642/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του αναιρεσίβλητου από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά: "...αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) Α.

Μ. μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ". Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων είχε υποστεί ρινορραγία, βαρύτατες πολλαπλές πνευμονικές θλάσεις, τραυματικό αιμοπνευμονοθώρακα και κατάγματα 5ης, 6ης. 7ης και 8ης πλευράς, δεξιά. Επίσης, αυτός υποβλήθηκε σε νευρολογικό και ακτινολογικό έλεγχο, για κακώσεις κεφαλής, που ήταν αρνητικός, για νευροχειρουργικά ευρήματα.

Ο τραυματικός αιμοπνευμονοθώρακας αντιμετωπίστηκε χειρουργικά, ενώ τα κατάγματα των πλευρών αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ενάγοντος στην θωρακοχειρουργική κλινική του ως άνω Νοσοκομείου, διαπιστώθηκε μετά από ακτινολογικό έλεγχο, ότι αυτός είχε υποστεί, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, ενδοαρθρικό - συντριπτικό κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής, που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, με ακινητοποίηση σε γυψονάρθηκα.

Στο ως άνω Νοσοκομείο, ο ενάγων παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 26-12-2013, οπότε εξήλθε, με διάγνωση ασταθής θώρακας, κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής και κάκωση δεξιού μηνίσκου και συνεστήθη σ' αυτόν τρίμηνη αναρρωτική άδεια καθώς και τρίμηνη θεραπεία, κατ' οίκον, με νεφελοποιητή και ηλεκτρικό συμπυκνωτή οξυγόνου (οξυγονοθεραπεία και βρογχοδιαστολή) και τακτική παρακολούθηση της κατάστασης της υγείας του, λόγω των βαρυτάτων πνευμονικών θλάσεων..

Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο και κατά το χρονικό διάστημα από 26- 12-2013 έως 26-3-2014, ο ενάγων υποβλήθηκε, κατ' οίκον, σε θεραπεία με νεφελοποιητή και με ηλεκτρικό συμπυκνωτή οξυγόνου, επί 18 ώρες την ημέρα, με ροή 3 λίτρα ανά λεπτό.... Με την υπ' αρ. 4426/14-2- 2014 ιατρική βεβαίωση του ως άνω Νοσοκομείου συνεστήθη στον ενάγοντα αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών.

Για την αποκατάσταση του τραυματισμού του στην δεξιά πηχεοκαρπική και στο δεξιό μηνίσκο, ο ενάγων υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες, κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2014 έως τον Μάιο του 2014. Συνεπεία του κατάγματος της δεξιάς πηχεοκαρπικής, ο ενάγων εμφανίζει δυσκαμψία και έντονο άλγος στην δεξιά πηχεοκαρπική άρθρωση.

Επίσης, λόγω της βαρύτητας των πνευμονικών θλάσεων, ο ενάγων παρουσιάζει έντονο άλγος στον θώρακα και στα πλευρά του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, ο ενάγων, λόγω των ως άνω σωματικών βλαβών, που υπέστη συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, παρέμεινε κλινήρης, στην οικία του και αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, κατά το χρονικό διάστημα από 26.12.2013 έως 26.4.2014..., λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ενδίκου αυτοκινητιστικού ατυχήματος, της συντρέχουσας αμέλειας αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στην πρόκληση αυτού,....

των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, της ταλαιπωρίας που υπέστη συνεπεία αυτών, του χρόνου ανικανότητάς του για εργασία, του ύψους των ζημιών του, της ηλικίας αυτού κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (23 ετών) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την σε βάρος του αδικοπραξία, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο, μετά την στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων (άρθρ.932 του Α.Κ.)...".

Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, το οποίο είναι μεγαλύτερο από το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του, ανερχόμενου σε ποσοστό 30%, συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και εντεύθεν στην επέλευση του τραυματισμού του, με αποτέλεσμα ο καθορισμός του στο ως άνω ύψος, να παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος).

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το ως άνω αναιρεσείον, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ' αυτόν, για την προεκτεθείσα αιτία, το παραπάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση μόνο κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 103/2024, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1092/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών για νέα εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ