Supreme Court dismisses bank's appeal against hospital's default judgment on secured debt enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's decision rejecting its lawsuit against the hospital. The bank argued the lower court erred in applying legal principles regarding the security contract and tax deductions, but the court found these arguments did not challenge the accepted facts. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it merely contested the court's evaluation of evidence rather than the legal characterization of proven events.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges only the evaluation of evidence or the interpretation of legal rules applied to accepted facts, rather than the legal characterization of those facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1891 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1891/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: τράπεζας ... Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ, που εδρεύει στη Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 10915/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 10915/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" κατά της 111/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
A.E.", και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, τόσο κατά την κύρια βάση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης εξόφλησης, όσο και κατά την μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση αυτής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η παραπάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία, της οποίας καθολική διάδοχος είναι ήδη η παρασταθείσα με την επωνυμία ... A.E.", λόγω της διάσπασής της με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και μεταφοράς του στην τελευταία, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις υπ' αριθμ. πρωτ. 31907/2020 (Έγκριση Διάσπασης) και 31909/2020 (Σύσταση της νέας εταιρίας) της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρ. 35 παρ.1α, 36 παρ.1, 2, 3 και 44 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (ΦΕΚ Α' 224), οι οποίες διατάξεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 παρ. 1 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και η εφαρμογή αυτού επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ Α' 130), εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαίτησης συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαίτησης, αλλά την εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.
Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), και μετά την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1028/2018, ΣτΕ 1311/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 26 του ν. 1882/1990 "Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις", όπως ο τίτλος του αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 2648/1998 ("Αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο"), η παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω ν. 2648/1998 και συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2753/1998, ορίζονται τα εξής: "1.
Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,... 2.
Ως συναλλαγή, πράξη ή ενέργεια, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, νοείται ενδεικτικώς: α) Η είσπραξη χρημάτων, β)...
3. H εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται με αποδεικτικό ενημερότητας που εκδίδεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.O.Y. και χορηγείται εφόσον ο αιτών: α) έχει υποβάλει τις δηλώσεις... και β) έχει καταβάλει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή με διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, που έχει χορηγηθεί από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα, τις μέχρι τη χρονολογία έκδοσης του αποδεικτικού βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το Δημόσιο. 4.
Τα της ισχύος του αποδεικτικού, τα τηρητέα βιβλία ή έντυπα, τα του ελέγχου εφαρμογής του μέτρου αυτού, οι τυχόν εξαιρέσεις ή απαλλαγές από την υποχρέωση προσκόμισης του αποδεικτικού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με τις ως άνω κανονιστικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. ... 5. ... 6.
Για την έκδοση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη και οι οφειλές προς κοινότητες - δήμους και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση...". Κατ' εφαρμογή των εξουσιοδοτικών διατάξεων του ως άνω άρθρου 26 του ν. 1882/1990 και της αριθμ. 1013368/6976/0016/ΠΟΛ1028/4-2-1999 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ.1223/24.11.1999 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (Β' 2134), που ισχύει από 1-12-1999, στο άρθρο 1 της οποίας, μεταξύ άλλων, ορίστηκε ότι: "....
Στην περίπτωση αυτή η έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας του εκχωρητή ή ενεχυράσαντα μπορεί να ζητηθεί και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή στους οποίους χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής, κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών (όπως το ανωτέρω πρώην τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 αναριθμήθηκε σε τρίτο, και αντικαταστάθηκε ως άνω με την υπ` αριθμ. 1105118/6830-11/0016/ΠΟΛ.1298/5.12.2000 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, Β' 1575)", στο άρθρο 3 ότι: "Από την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας απαλλάσσονται:... 2.
Το Ελληνικό Δημόσιο, το Δημόσιο άλλων Κρατών, οι Διεθνείς Οργανισμοί, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα Ν.Π.Δ.Δ., τα ιδρύματα που συνιστώνται με το ν. 2039/1939, οι αναγνωρισμένες στην Ελλάδα Τράπεζες (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 της υπ` αριθμ. 1039503/3308-11/0016/20.04.2007 υπουργική απόφαση, Β' 752, η ισχύς της οποίας αρχίζει από 1η Μαΐου 2007)...", και στο άρθρο 8 παρ. 2 εδ β και γ ότι αν ζητηθεί αποδεικτικό για είσπραξη χρημάτων κατά τη διάρκεια διευκόλυνσης, στην οποία ο οφειλέτης είναι συνεπής, αυτό χορηγείται από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ με υποχρεωτική παρακράτηση ποσοστού της απαίτησης που θα εισπραχθεί, το οποίο ορίζεται κατά την κρίση του, εκτός αν στην απόφαση του αρμοδίου οργάνου αναφέρεται ποσοστό παρακράτησης, οπότε ορίζεται το ίδιο.
Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων για τη συμμόρφωσή του στη διευκόλυνση, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές, που δεν είχαν υπαχθεί στη διευκόλυνση ή δημιουργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε η διευκόλυνση, ενώ με το άρθρο 10 παρ. 1 της απόφασης αυτής καταργήθηκε η προγενέστερη υπ' αριθ. 2048300/6844-11/0016/9.8.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β' 508/9.8.1990 τ.
Β'). Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3943/2011, προστέθηκε παράγραφος 9 στο προαναφερθέν άρθρο 26 του ν. 1882/1990, στην οποία ορίζεται ότι: "Για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων που προβλέπονται στην παράγραφο 1... το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή...
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι το ύψος της βεβαιωμένης οφειλής κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών". Με τις διατάξεις αυτές προβλέφθηκε η υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή, στις κάθε φύσης συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών με δήμους και κοινότητες ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου), με τις διατάξεις του άρθρου αυτού επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου και η ταχύτερη είσπραξη των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του από τους αμελείς και δύστροπους οφειλέτες.
Ο σκοπός αυτός έχει αναχθεί από το νομοθέτη επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην αποτροπή της απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, που άγει αναγκαίως σε επιβράδυνση ή ανατροπή της προγραμματισμένης από τη Διοίκηση δράσης με ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις (ΣτΕ 1198/2012, ΣτΕ 3765/2013, ΣτΕ 1392/2008).
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3943/2011, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 28 προβλέφθηκε ότι στην περίπτωση εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των ως άνω φορέων, το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυριούχο δανειστή, ώστε να διασφαλισθεί η απόδοση των προς είσπραξη χρημάτων του δημοσίου.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 (Α'113) ορίζεται ότι: "Για την πληρωμή όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων κατά του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δήμων και κοινοτήτων, απαιτείται, πλέον του προβλεπόμενου από το άρθρο 26 του ν. 1882/1990 αποδεικτικού ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο και η ενημερότητα των επιχειρήσεων αυτών για τις οφειλές τους προς το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.).
Η ενημερότητα αυτή αποδεικνύεται με βεβαίωση που χορηγείται από το Ι.Κ.Α. Εάν οι επιχειρήσεις αυτές δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερες οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις τους από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ., δήμους και κοινότητες παρακρατούνται υποχρεωτικά και αποδίδονται στο Ι.Κ.Α., εφόσον δεν συμψηφίζονται σύμφωνα με το άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) με οφειλές τους προς το Δημόσιο, ν.π.δ.δ., δήμους και κοινότητες.
Τυχόν εκχωρήσεις προς τρίτους δεν ισχύουν. Το περιεχόμενο της βεβαίωσης αυτής,.... καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Ι.Κ.Α. ...". Κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων εκδόθηκε (μεταξύ άλλων) η Φ21/116/4-7-2000 (Β' 839) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την Φ21/156/2001 (Β'287/20-3-2001) απόφαση του ίδιου Υπουργού.
Με το άρθρο 1 της τελευταίας αυτής υπουργικής απόφασης ορίστηκε ότι: "Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις για την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας, καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας από το ΙΚΑ και στις παρακάτω περιπτώσεις: 1.
Για την εξόφληση τίτλων πληρωμής ή την είσπραξη όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων από το Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), Δήμους και Κοινότητες, ...., εφόσον το ακαθάριστο ποσό του κάθε τίτλου ή της εκκαθαρισμένης απαίτησης υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000 ) δραχμές......", και με το άρθρο 2 ότι: "Το αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας με βάση τα αναφερόμενα στο προηγούμενο άρθρο προσκομίζεται: 1.
Στην περίπτωση της παρ. 1 στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου ή της εκκαθαρισμένης απαίτησης κατά την πληρωμή ή την εξόφληση αυτών. 2......". Ακολούθως, με την Φ.11321/25754/1695/30-12-2011 (Β'3127) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο "Χορήγηση Αποδεικτικών Ασφαλιστικής Ενημερότητας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
μέσω Διαδικτύου" [από την έναρξη εφαρμογής της οποίας καταργήθηκαν προγενέστερες διατάξεις των Φ11321/12490/878/24-7-2003 (Β'1138/11-8-2003) και Φ11321/24535/1580/2-12-2003 (Β'1831/8-12-2003) υπουργικών αποφάσεων που αναφέρονται στην "παροχή τηλεομοιοτυπίας προς πιστοποιημένους στο Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. Φορείς, Υπηρεσίες και Πρόσωπα, για βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας συναλλασσόμενου με αυτούς", καθώς και της Φ11321/26586/1706/2-12-2003 (Β'1818/5-12-2003) όμοιας, που αναφέρεται στην "χορήγηση βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας"], μεταξύ άλλων, ορίστηκε, στο άρθρο 1 παρ. 2, η δυνατότητα πιστοποίησης φορέων, υπηρεσιών ή προσώπων που δικαιούνται να υποβάλλουν αιτήματα μέσω διαδικτυακού τόπου του Ιδρύματος και να λαμβάνουν από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (Ο.Π.Σ.) Αποδεικτικά Ασφαλιστικής Ενημερότητας των συναλλασσομένων με αυτούς και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι Φορείς, οι Υπηρεσίες ή τα Πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν πιστοποίηση είναι:
α) Όσοι αναφέρονται στο άρθρο 2 της Φ21/116/4-7-2000 απόφασης Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως αντικαταστάθηκε με την Φ21/156/ 6-3-2001 υπουργική απόφαση. β) .... γ) .... Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες διενεργούν πράξεις για τις οποίες απαιτείται προσκόμιση Αποδεικτικού Ασφαλιστικής Ενημερότητας, και στο άρθρο 3 ότι "Οι πιστοποιημένοι από το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.
Φορείς, Υπηρεσίες ή Πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 1 της παρούσας δικαιούνται, να ζητούν μέσω διαδικτυακού τόπου του Ιδρύματος, Αποδεικτικά Ασφαλιστικής Ενημερότητας και να λαμβάνουν αυτά ηλεκτρονικά, μετά την ολοκλήρωση των απαιτουμένων ελέγχων, από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (Ο.Π.Σ.) αυτού, μόνο για τις περιπτώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της παρούσης... (παρ. 1).
Όταν, με βάση τα τελευταία επεξεργασμένα στοιχεία από το μηχανογραφικό σύστημα, διαπιστώνεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση Αποδεικτικών Ασφαλιστικής Ενημερότητας, εκδίδεται σχετικό Ενημερωτικό Σημείωμα, με το οποίο ενημερώνεται ο ενδιαφερόμενος για την αδυναμία ικανοποίησης του αιτήματος του, καθώς και για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει στη συνέχεια να προβεί... (παρ. 2) ...
Στο άρθρο 5 παρ. 1 με τίτλο "Είδος και Περιεχόμενο Αποδεικτικού Ασφαλιστικής Ενημερότητας που εκδίδεται μέσω διαδικτύου", ορίζονται : "Με την υποβολή σχετικού αιτήματος ηλεκτρονικά, από το πιστοποιημένο κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 της παρούσης Φυσικό ή Νομικό Πρόσωπο, για Αποδεικτικό Ασφαλιστικής Ενημερότητας, το Ο.Π.Σ.
του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., διενεργεί αυτομάτως τους απαραίτητους ελέγχους για να διαπιστωθεί αν, κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος, πληρούνται οι προϋποθέσεις, που ορίζουν οι ισχύουσες κάθε φορά σχετικές διατάξεις νόμων ή υπουργικών αποφάσεων, για κάθε μία περίπτωση για την οποία ζητείται το αποδεικτικό. Μετά την διενέργεια των σχετικών ελέγχων δύνανται να εκδοθούν :
α) "Βεβαίωση Ασφαλιστικής Ενημερότητας", η οποία, αναλόγως του αιτήματος, εκδίδεται για την Κοινή Επιχείρηση βάσει των αντίστοιχων και αναγραφόμενων για κάθε περίπτωση διατάξεων, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη οφειλής καθώς και αν υφίσταται ή μη εν ισχύ ρύθμιση της, αναφέρεται δε ότι ισχύει: Για την εξόφληση τίτλων πληρωμής ή την είσπραξη όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων,...., από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., Δημόσιες, Δημοτικές ή Κοινής Ωφελείας και γενικά επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα....., με τον όρο της παρακράτησης συγκεκριμένου ποσού από κάθε ποσό που θα καταβληθεί.
β) "Βεβαίωση Οφειλής" η οποία εκδίδεται για την Κοινή Επιχείρηση, μόνο μετά από αίτημα που υποβάλλεται από τους πιστοποιημένους φορείς και όχι από τους πιστοποιημένους εργοδότες Κοινής Επιχείρησης, βάσει των προβλεπόμενων για κάθε περίπτωση διατάξεων και ισχύει: Για είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων από το δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.
και ευρύτερο δημόσιο τομέα, .... με την προϋπόθεση παρακράτησης του αναφερόμενου στην βεβαίωση ποσού και απόδοσης του εκεί που ορίζεται. γ) "Βεβαίωση Ασφαλιστικής Ενημερότητας" για μη απογεγραμμένους, είτε στο Μητρώο Εργοδοτών είτε στο Μητρώο Ασφαλισμένων του Ο.Π.Σ. Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ., μόνο μετά από αίτημα που υποβάλλεται από τους πιστοποιημένους φορείς και όχι από πιστοποιημένους εργοδότες Κοινών Επιχειρήσεων.
δ) ... ε) .. στ) Κάθε άλλου τύπου Αποδεικτικό Ασφαλιστικής Ενημερότητας, το οποίο στο μέλλον θα προβλέπεται από σχετικές διατάξεις......". Και, τέλος, στο άρθρο 6 παρ. 1 της ιδίας ως άνω υπουργικής απόφασης, ορίζεται ότι : "Οι Φορείς, Υπηρεσίες ή τα Πρόσωπα, που έχουν κατά το άρθρο 1 της παρούσης πιστοποιηθεί, όταν διενεργούν πράξεις για τους συναλλασσόμενους με αυτούς, για τις οποίες ο νόμος απαιτεί προσκόμιση και επισύναψη των αποδεικτικών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της παρούσης και μόνο για τις περιπτώσεις αυτές, δύνανται να αναζητούν μέσω διαδικτύου τα εν λόγω Αποδεικτικά Ασφαλιστικής Ενημερότητας".
Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι μετά την ολοκλήρωση της κατά το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 διαδικασίας αναγγελίας, η εκχωρηθείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. αποκτάται από τον αναγγείλαντα ενεχυρούχο εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της, και το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ., ως οφειλέτης, υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο σε αυτόν και όχι στον εκχωρητή - ενεχυράσαντα, ο οποίος από την αναγγελία της εκχώρησης, αποξενώνεται οριστικά από την εκχωρηθείσα ενεχυριασθείσα απαίτηση.
Από τις αυτές ως άνω διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στην εξασφάλιση της εξόφλησης των οφειλών προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ από τους λοιπούς φορείς και κατισχύουν, ως εκ τούτου, ως προς τις εν λόγω οφειλές και τα ρυθμιζόμενα υπ' αυτών σχετικά ζητήματα, των διατάξεων που αφορούν στην εκχώρηση των απαιτήσεων, προκύπτει ότι επί εκχώρησης απαίτησης κατά ν.π.δ.δ.
απαιτείται, για την εξόφλησή της, προσκόμιση κατά την καταβολή αποδεικτικού ενημερότητας οφειλών στο Δημόσιο και ασφαλιστικής ενημερότητας που βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλών προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ, αντίστοιχα, τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα, με την επιφύλαξη γενικών διατάξεων περί απαλλαγών του άρθρου 3 της ΠΟΛ. 1223/1999 ΦΕΚ 2134 τ.
Β, όπως εκάστοτε ισχύει, ενώ εξάλλου το ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να εξοφλήσει απαίτηση κατ' αυτού, εφόσον ο αρχικός δανειστής (εκχωρητής) έχει χρέη προς το Δημόσιο ή τον ασφαλιστικό φορέα, αντίστοιχα, στην περίπτωση δε αυτή καταβάλλεται απευθείας ολόκληρη η απαίτηση ή τμήμα αυτής προς εξόφληση των εν λόγω οφειλών (στο Δημόσιο ή ασφαλιστικό φορέα).
Κρίσιμος χρόνος για την προσκόμιση του αποδεικτικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας είναι κατά ρητή διάταξη του νόμου ο χρόνος της καταβολής της απαίτησης (ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014, ΣτΕ 3038/2013), ενώ είναι αδιάφορο αν οι εν λόγω οφειλές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης και, κατά μείζονα λόγο, αν οι φόροι ή οι εισφορές και οι καταλογισθείσες σε βάρος του εκχωρητή προσαυξήσεις και πρόστιμα ανάγονται σε προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εκχώρησης χρονικά διαστήματα (ΣτΕ 2645/2020, ΣτΕ 1505/2015, ΣτΕ 179/2014).
Έτσι, η ικανοποίηση των ανωτέρω εκχωρηθεισών απαιτήσεων γίνεται υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο απόδοσής τους δεν υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές προς το Δημόσιο ή το ασφαλιστικό ταμείο και του εκχωρητή της απαίτησης (ΣτΕ 3765/2013, ΣτΕ 3038/3013). Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 9 του ν. 1882/1990 και 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992, δυνάμει των οποίων το Δημόσιο μπορεί να συμψηφίζει και οι λοιποί φορείς οφείλουν να αποδίδουν την ανωτέρω εκχωρηθείσα απαίτηση στο Δημόσιο ή ασφαλιστικό φορέα, ακόμη και όταν η οφειλή του εκχωρητή βεβαιώθηκε μετά την αναγγελία της εκχώρησης δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.
γ του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ούτε και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, με τα οποία δεν επιτρέπεται η στέρηση των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας του φυσικού ή νομικού προσώπου.
Τούτο, διότι το επιλεγέν από το νομοθέτη μέτρο της παρακράτησης, κατά το χρόνο πληρωμής, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ταχύτερη είσπραξη των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών από τους αμελείς και δύστροπους οφειλέτες, για ικανοποίηση του επιδιωκόμενου διά των ανωτέρω διατάξεων σκοπού δημόσιου συμφέροντος, που συνίσταται στην αποτροπή της απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού του Δημοσίου και την εξασφάλιση της παροχής υπηρεσιών από τον ασφαλιστικό φορέα στους ασφαλισμένους, που άγει αναγκαίως σε επιβράδυνση ή ανατροπή της προγραμματισμένης από τη Διοίκηση και τον ασφαλιστικό φορέα δράσης με ευρύτερες δημοσιονομικές και οικονομικές επιπτώσεις, ανεξαρτήτως του ότι δεν οδηγεί σε μείωση του ύψους των απαιτήσεων, για την εξασφάλιση των οποίων συνάπτεται σύμβαση εκχώρησης, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών, ούτε υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο που επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας των εκδοχέων.
Συνεπώς, κατά το ισχύον, κατά το κρίσιμο για την προκείμενη υπόθεση, νομικό καθεστώς, αν το ν.π.δ.δ. κατέβαλε το ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης απευθείας στο Δημόσιο ή στο ΙΚΑ προς εξόφληση οφειλών του ενεχυράσαντα, απαλασσόταν από την υποχρέωση που υπείχε κατά το ν.δ. της 17.7/13.8.1923, έναντι του εκδοχέα της απαίτησης και δεν όφειλε να καταβάλει το ποσό της απαίτησης και στον εκδοχέα, ο οποίος κατέστη, με την αναγγελία της εκχώρησης, αποκλειστικός δικαιούχος αυτής (ΑΠ 151/2020, ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014).
Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 38/2021).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 890/2021, ΑΠ 693/2021).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το 560 αρ. 6, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 890/2021, ΑΠ 233/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) κατήρτισε με την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που έχει σαν αντικείμενο δραστηριότητας μεταξύ άλλων, την πώληση κάθε είδους αναλώσιμου υγειονομικού υλικού, μηχανημάτων και εξοπλισμού ιατρικής, νοσηλευτικής και θεραπευτικής χρήσης, περιλαμβανομένων των φαρμάκων καθώς και φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία καθώς και σε θεραπευτικά κέντρα, κλινικές και εν γένει σε νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δραστηριοποιούνται στον τομέα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, την υπ' αριθμ. 5462/24.8.2009 Σύμβαση Πιστώσεως με Ανοικτό (Αλληλόχρεο) Λογαριασμό, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η παροχή από την ενάγουσα τράπεζα προς την ως άνω πιστούχο εταιρία πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000 ευρώ, διεπόμενη από τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονταν στην ως άνω σύμβαση πιστώσεως).
Η ως άνω πίστωση αυξήθηκε διαδοχικά και δη α) μέχρι του ποσού των 7.000.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 5462/1/18.2.2010 συμβάσεως αυξήσεως της πιστώσεως και β) μέχρι του ποσού των 10.000.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 5462/2/16.4.2010 συμβάσεως αυξήσεως της πιστώσεως. Προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω πιστώσεως, της οποίας έκανε χρήση η ως άνω πιστούχος εταιρεία τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ...
λογαριασμοί της πιστούχου ενώ η ενάγουσα τράπεζα κάνοντας χρήση σχετικού δικαιώματος που της παρείχε η σύμβαση παροχής πίστωσης μετέφερε σταδιακά στον πρώτο εκ των ανωτέρω υπ' αρ. ... λογαριασμό τα εκάστοτε συνολικά χρεωστικά σε βάρος της πιστούχου που εμφάνιζαν οι υπόλοιποι τέσσερις λογαριασμοί και έτσι μετά τις ως άνω μεταφορές ο υπ' αρ. ...
λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου 4.367.028,47 ευρώ και οι υπόλοιποι μηδέν. Στη συνέχεια η ενάγουσα τράπεζα προέβη την 26.9.2014 στο κλείσιμο της ως άνω σύμβασης παροχής πίστωσης και των λογαριασμών που τηρούνταν για την εξυπηρέτησή της και από το κλείσιμο αυτό προέκυψε ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 4.428.442,76 ευρώ.
Παράλληλα η ως άνω πιστούχος εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", δυνάμει, διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (ήδη αναιρεσίβλητου) χωρίς τη διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων προμήθειας πώλησε στο τελευταίο ιατρικά - φαρμακευτικά υλικά κατόπιν εγγράφων παραγγελιών του νοσοκομείου και με ονομαστική χρέωση ασθενούς, τα οποία τοποθετήθηκαν κατόπιν ιατρικών πράξεων και τις δαπάνες των οποίων ενέκρινε το εναγόμενο διά του Διοικητικού του Συμβουλίου μεταγενέστερα το δε συνολικό κόστος αυτών στο ποσό των 14.966,92 ευρώ εκδοθέντων προς τούτο των υπ' αριθμ.: 1) 1820/8-2-2012, ποσού 93,79 ευρώ,..( Ακολουθεί η περιγραφή ετέρων σαράντα επτά (47) τιμολογίων πώλησης).
Τα αναφερόμενα στα ως άνω τιμολόγια εμπορεύματα τα παρέδωσε η ως άνω πιστούχος εταιρεία στην έδρα του εναγομένου που τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, διά των αρμοδίων υπαλλήλων του. Άλλωστε το εναγόμενο δεν αμφισβητεί ειδικώς τις ανωτέρω πωλήσεις καθώς και την παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων, συναγόμενης ομολογίας του ως προς τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά (άρθρ. 261 ΚΠολΔ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το χρηματικό αντικείμενο κάθε μιας από τις επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ και ως εκ τούτου εγκύρως αυτές καταρτίστηκαν χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου ... Επίσης αποδείχθηκε ότι η πιστούχος εταιρεία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" κατήρτισε με την ενάγουσα Τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη το παράρτημα υπ' αρ. 35/7.6.2012 όπου αναφέρονταν επί λέξει τα ακόλουθα: "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΥΠ' ΑΡ. 35/7.6.2012 της από 13.7.2010 σύμβασης ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζομένων απαιτήσεων μεταξύ αφενός της ...
Ανώνυμη Εταιρία " ("Τράπεζα") αφετέρου της "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" ("Ενεχυράζων")... Ρητά συμφωνείται ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στο παρόν και δεν προσδιορίζονται εννοιολογικά κατά διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους αποδίδεται στη Σύμβαση Ενεχυράσεως. Με το παρόν, προς εξασφάλιση των Ασφαλιζόμενων απαιτήσεων ο Ενεχυράζων εκχωρεί λόγω ενεχύρου στην αποδεχόμενη Τράπεζα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Σύμβαση Ενεχυράς1εως, τις απαιτήσεις του, οι οποίες απορρέουν ή θα απορρεύσουν από συμβάσεις προμήθειας (πώλησης) μεταξύ αυτού και των προσώπων που αναφέρονται κατωτέρω υπό την στήλη "Οφειλέτης" για τις οποίες απαιτήσεις και σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων έχουν εκδοθεί τα κατωτέρω έγγραφα (Τιμολόγια-Δελτία Αποστολής).
Ο Ενεχυράζων παρέδωσε στην Τράπεζα με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω στο άρθρ 6.02 της Σύμβασης Ενεχυράσεως αντίγραφο των Τιμολογίων - Δελτίων Αποστολής που αναφέρονται κατωτέρω και αφορούν τα είδη που αναγράφονται σε αυτά". Σημειώνεται ότι αντίγραφο της αναφερόμενης στο ως άνω παράρτημα από 13.7.2010 σύμβασης ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζομένων απαιτήσεων που φέρεται να συνήφθη μεταξύ αφενός της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Τράπεζας και αφετέρου της πιστούχου εταιρίας ...
ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εφεσίβλητη.
Συνεπώς η πιστούχος με το ως άνω υπ' αρ. 35/7.6.2012 παράρτημα που κατήρτισε την 7.6.2012 με την ενάγουσα Τράπεζα εκχώρησε στην τελευταία, προς εξασφάλιση μέρους των απαιτήσεων που η ως άνω Τράπεζα διατηρούσε σε βάρος της από τη χορήγηση της πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, τις δικές της απαιτήσεις κατά των αναφερόμενων στο ως άνω παράρτημα Νοσοκομείων από συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει με αυτά, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι ένδικες απαιτήσεις της έναντι του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ.
από τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει με αυτό, εκδοθέντων και των ανωτέρω αναφερόμενων τιμολογίων. Οι εκχωρήσεις αυτές αναγγέλθηκαν νομίμως στο εναγόμενο και συγκεκριμένα προς την αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης υπηρεσία, προς την αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία, προς το αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του εναγομένου καθώς και προς τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προς τη ΙΒ' ΔΟΥ Αθηνών και προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού συντασσομένων προς τούτο των υπ' αρ. ...
αντίστοιχων Εκθέσεων Επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., οπότε και συντελέστηκε η εκχώρηση προς την ενάγουσα Τράπεζα, λόγω ενεχύρου και των ως άνω απαιτήσεων της πιστούχου εταιρίας κατά του εναγόμενου συνολικού ποσού 14.966,92 ευρώ και μετά τη συντέλεση αυτής από τις ως άνω αναγγελίες αποκόπηκε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας κάθε δεσμός του Νοσοκομείου με την προμηθεύτρια (εκχωρήτρια) εταιρεία και αποκλειστικός δικαιούχος της απαίτησης της τελευταίας ήταν πλέον ο εκδοχέας δηλαδή η εφεσίβλητη Τράπεζα.
Εφόσον δε υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά η εκχώρηση των ανωτέρω επίδικων απαιτήσεων της πιστούχου προς την ενάγουσα τράπεζα συντελέστηκε μετά τη δημοσίευση του ν. 3943/2011 θα έπρεπε,... να προσκομισθεί στο εναγόμενο αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας τόσο για την εκχωρήτρια πιστούχο και προμηθεύτρια αυτού εταιρία όσο και για την εκδοχέα ενάγουσα Τράπεζα, ενώ το εναγόμενο όφειλε να ελέγξει εάν οι ανωτέρω εταιρίες είχαν οφειλές και προς το ΙΚΑ.
Από τα αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας της εκχωρήτριας εταιρίας αποδείχθηκε ότι η τελευταία είχε οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΒ Αθηνών, ενώ επίσης από τα αποδεικτικά ασφαλιστικής ενημερότητας αυτής αποδείχθηκε ότι η τελευταία είχε οφειλές και προς το ΙΚΑ. Έτσι το εναγόμενο, λόγω των ως άνω οφειλών της πιστούχου, εκχωρήτριας εταιρίας, τα προς είσπραξη χρήματα ύψους 14.966,92 ευρώ, τα απέδωσε κατά ποσοστό 20% στην ως άνω Δ.Ο.Υ.
σε μερική εξόφληση της βεβαιωμένης οφειλής της ως άνω εκχωρήτριας εταιρίας προς την εν λόγω Δ.Ο.Υ., κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 80% στο ΙΚΑ σε μερική εξόφληση οφειλής της ως άνω εκχωρήτριας εταιρίας στον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα σχετικά για μεν την απόδοση στη Δ.Ο.Υ στα υπ' αρ. ...
αποδεικτικά ενημερότητας για χρέη προς το δημόσιο της ως άνω εταιρίας σε συνδυασμό με το υπ' αρ. ... γραμμάτιο είσπραξης της Δ.Ο.Υ Γλυφάδας και τα υπ' αρ. ... και ... γραμμάτια είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών με καταβολή από το εναγόμενο, με φορολογούμενο την ως άνω εκχωρήτρια εταιρία και με Δ.Ο.Υ προορισμού τη Δ.Ο.Υ ΙΒ Αθηνών και για την απόδοση στο ΙΚΑ στις υπ' αρ. ...
και ... βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας της Διεύθυνσης Εφαρμογών της Γενικής Διεύθυνσης Πληροφορικής του ΙΚΑ σε συνδυασμό με το από 27.3.2013 ταμειακό παραστατικό του ΙΚΑ και το υπ' αρ. ... γραμμάτιο είσπραξης παρακράτησης καθυστερούμενών οφειλών του ΙΚΑ με καταβολή για οφειλές της εκχωρήτριας εταιρίας από το εναγόμενο της επιταγής ..., με το από 16.4.2013 ταμειακό παραστατικό του ΙΚΑ και το υπ' αρ. ...
γραμμάτιο είσπραξης καθυστερούμενων οφειλών του ΙΚΑ με καταβολή για οφειλές της εκχωρήτριας εταιρίας από το εναγόμενο της επιταγής ... με το από 16.4.2013 ταμειακό παραστατικό του ΙΚΑ και το υπ' αρ. ... γραμμάτιο είσπραξης καθυστερούμενων οφειλών του ΙΚΑ με καταβολή για οφειλές της εκχωρήτριας εταιρίας από το εναγόμενο της επιταγής ..., για δε την απόδοση αυτή είχαν εκδοθεί από το εναγόμενο τα υπ' αρ. ...
και ... Χρηματικά Εντάλματα Πληρωμής. Το εναγόμενο νοσοκομείο προέβαλε νομίμως με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά καθώς και με τις νομοτύπως κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του ότι έχει εξοφλήσει το ποσό των 14.966,92 ευρώ που όφειλε στην προμηθεύτρια εταιρεία από τις συμβάσεις πώλησης ιατρικών φαρμακευτικών εμπορευμάτων καθόσον κατέβαλε αυτό στη ΔΟΥ ΙΒ Αθηνών και στο ΙΚΑ προς εξόφληση χρεών της τελευταίας προς το Δημόσιο και τον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα και ότι ως εκ τούτου απαλλάχθηκε από την υποχρέωση που υπείχε έναντι της ενάγουσας, εκδοχέως της απαίτησης.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση εξόφλησης, την οποία επαναφέρει το εκκαλούν Νοσοκομείο με λόγο έφεσης και είναι νόμιμη στηριζόμενη στο άρθρο 26 παρ. 9 του Ν. 1882/1990, στο άρθρο 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 σε συνδυασμό με το άρθρο 416 ΑΚ και, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη καθόσον κατά τα ιστορούμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον η εκχώρηση συντελέστηκε μετά την προσθήκη της ανωτέρω παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Ν. 1882/1990, προσθήκη που προβλέφθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 3943/2011 και εφόσον η προμηθεύτρια του εναγόμενου εταιρία που είχε εκχωρήσει την ένδικη απαίτηση στην ενάγουσα Τράπεζα δεν ήταν φορολογικά ενήμερη και είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές και στον ως άνω ασφαλιστικό φορέα κατά το χρόνο της καταβολής το εναγόμενο Νοσοκομείο δεν μπορούσε να καταβάλει τα χρήματα στη δικαιοπάροχο της ως άνω εταιρίας ενάγουσα τράπεζα της εκχωρηθείσας σε αυτή απαιτήσεως και νομίμως για το λόγο αυτό το ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης το κατέβαλε κατά ποσοστό 20% στη Δ.Ο.Υ.
ΙΒ Αθηνών και κατά το υπόλοιπο 80% στο ΙΚΑ προς εξόφληση οφειλών της προμηθεύτριας και εκχωρήτριας εταιρίας προς το Δημόσιο και τον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα αντίστοιχα, καταβολή εξάλλου που, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω αναφερόμενων ενημεροτήτων της ως άνω Δ.Ο.Υ και του ΙΚΑ, ετίθετο ως προϋπόθεση για την έκδοση από τους φορείς αυτούς της φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας της εκχωρήτριας, αντίστοιχα και συνακόλουθα, το εναγόμενο Νοσοκομείο, με την καταβολή του παραπάνω ποσού στο Δημόσιο και στο ΙΚΑ απαλλάχθηκε από την υποχρέωση που υπείχε έναντι της ενάγουσας Τράπεζας εκδοχέως της απαιτήσεως αφού, κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων νόμου, νομίμως εξόφλησε την ως άνω απαίτησή της με απευθείας καταβολή στην ως άνω Δ.Ο.Υ.
ΙΒ. Αθηνών και στο ΙΚΑ ως εκ τούτου δεν οφείλει πλέον το ως άνω ποσό στην ενάγουσα Τράπεζα. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης Τράπεζας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι επίδικες εκχωρήσεις έλαβαν χώρα σε χρόνο προ της ισχύος του Ν. 3943/2011 και ως εκ τούτου το εκκαλούν μη νόμιμα απέδωσε τα οφειλόμενα ποσά στο Δημόσιο και ότι συνεχίζει να τα οφείλει προς εκείνη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού υπό τα προεκτιθέμενα η επίδικη εκχώρηση έλαβε χώρα και συντελέστηκε μετά τη θέση σε ισχύ του ως άνω Νόμου 3943/2011 και, συνεπώς, εφόσον η προμηθεύτρια του εναγόμενου εταιρία που είχε εκχωρήσει την ένδικη απαίτηση στην ενάγουσα Τράπεζα δεν ήταν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερη κατά το χρόνο της καταβολής το εναγόμενο Νοσοκομείο νομίμως απέδωσε τα οφειλόμενα ποσά με απευθείας καταβολή στην ως άνω Δ.Ο.Υ.
ΙΒ' Αθηνών και στο ΙΚΑ προς εξόφληση οφειλών της προμηθεύτριας και εκχωρήτριας εταιρίας προς το Δημόσιο και τον ως άνω ασφαλιστικό φορέα, απαλλασσόμενο έκτοτε από την υποχρέωση που υπείχε έναντι της εκδοχέως της απαιτήσεως ενάγουσας. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης τράπεζας ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί συμψηφισμού της ένδικης απαιτήσεις με απαιτήσεις του Δημοσίου έναντι της εκχωρήτριας αφενός είναι αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται το χρονικό σημείο που οι τελευταίες κατέστησαν απαιτητές και αφετέρου ότι έλαβε χώρα μη νόμιμα καθόσον επιτρέπεται συμψηφισμός των ένδικων απαιτήσεων με εκείνες του Δημοσίου μόνο εφόσον οι τελευταίες υφίσταντο και ήταν ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο της εκχώρησης, πέραν της τυχόν αβασιμότητάς τους είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί έχουν πεδίο εφαρμογής όταν πρόκειται για είσπραξη οφειλών σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οπότε και το τελευταίο προβαίνει σε συμψηφισμό απαιτήσεών του προς την εκχωρήτρια εταιρία και όχι στην προκειμένη περίπτωση που δεν συντρέχει περίπτωση συμψηφισμού ίδιων απαιτήσεων του εναγόμενου ν.π.δ.δ.
έναντι της προμηθεύτριας αυτού και εκχωρήτριας εταιρίας αλλά περίπτωση απαλλαγής του εναγόμενου από την υποχρέωση που υπείχε, κατά το ν.δ. της 17.7./13.8.1923 έναντι της ενάγουσας εκδοχέως της απαιτήσεως με απευθείας καταβολή της οφειλής προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ κατ' επιταγή των ανωτέρω αναφερόμενων διατάξεων νόμου και, συνεπώς, μη δυνάμενο το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
να προτάξει σε συμψηφισμό της απαίτησης της εκχωρήτριας εταιρίας απαιτήσεις τρίτου, ως εν προκειμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΒ' Αθηνών και του ΙΚΑ, οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης που αφορούν στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να προβληθεί νομίμως ο συμψηφισμός απαιτήσεων σε περίπτωση εκχώρησης δεν αφορούν στην προκειμένη υπόθεση...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας ότι είναι βάσιμη η προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. ένσταση εξόφλησης της εκχωρηθείσας, λόγω ενεχυρίασης, στην αναιρεσείουσα από την παραπάνω εκχωρήτρια ανώνυμη εταιρία κατ' αυτού απαίτησης, που αποτελούσε το τίμημα των από την εκχωρήτρια εγκύρως πωληθέντων και παραδοθέντων ιατρικών προϊόντων στο αναιρεσίβλητο, με την απευθείας απόδοση από το τελευταίο του εκχωρηθέντος ποσού κατά 20% στο Ελληνικό Δημόσιο και 80% στο ΙΚΑ, των οποίων οφειλέτης ήταν η ενεχυράσασα εταιρία, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.
και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια βάση αυτής, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση εξόφλησης, όσο και κατά την μη εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση αυτής, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την οποία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η προέλευση της εκχωρηθείσας απαίτησης από άκυρες συμβάσεις πώλησης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1254, 416 ΑΚ, 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, 26 του ν. 1882/1990, όπως αυτή ίσχυε με την προσθήκη της παρ. 9 με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3943/2011, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ (άρθρ. 52 του ως άνω νόμου), 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992, και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών αποφάσεων Φ 21/116/4-7-2000 (Β' 839) του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την Φ21/156/2001 (Β'287/20-3-2001) απόφαση του ίδιου Υπουργού, των άρθρων 3, 5 και 6 παρ. 1 της Φ.11321/25754/1695 (Β'3127 30-12-2011) απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Σ, και άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (με τη σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, καθόσον, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
α) η μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας σύμβαση ενεχυρίασης της απαίτησης της τελευταίας για την καταβολή του τιμήματος των αναφερόμενων διαδοχικών έγκυρων συμβάσεων πώλησης κατά του αναιρεσίβλητου, έλαβε χώρα στις 7.6.2012, β) με την αναγγελία της σύμβασης ενεχυρίασης στο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., οφειλέτη της ενεχυράσασας- εκχωρήτριας, που έλαβε χώρα στις 11-7-2012, ήτοι μετά την παραπάνω από 31-3-2011 προσθήκη της παρ. 9 στο άρθρο 26 του ν. 1882/1990, συντελέστηκε η εκχώρηση προς την αναιρεσείουσα τράπεζα, λόγω ενεχύρου, των ως άνω απαιτήσεων της εκχωρήτριας εταιρίας κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.
και έκτοτε αποκλειστικός δικαιούχος της ενεχυρασθείσας απαίτησης κατέστη η αναιρεσείουσα - ενεχυρούχος - εκδοχέας, η ικανοποίηση της οποίας τελούσε υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο είσπραξή της δεν υπήρχαν εκκρεμείς οφειλές και της ενεχυράσασας προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΙΚΑ, και γ) κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους απόδοσης του εκχωρούμενου χρηματικού ποσού από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ απευθείας στο Δημόσιο και στο ΙΚΑ, η ενεχυράσασα είχε βεβαιωμένες σε βάρος της οφειλές, υπερβαίνουσες την εκχωρηθείσα στην αναιρεσείουσα απαίτηση, και κατά συνέπεια, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την παραπάνω απόδοση από αυτό του, εκχωρηθέντος στην αναιρεσείουσα, ποσού προς τη Δ.Ο.Υ.
και το Ι.Κ.Α., που και επί ενήμερης και ρυθμισμένης απαίτησης, στην περίπτωση είσπραξης χρημάτων, εκδίδουν αποδεικτικά ενημερότητας με παρακράτηση, καταλογιζόμενα στις αντίστοιχες δόσεις, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές, που δεν είχαν υπαχθεί στη διευκόλυνση ή δημιουργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε η διευκόλυνση, απαλλάχθηκε από την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της ενεχυριασθείσας απαίτησης στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η σχετική ένσταση απαλλαγής αυτού από την ως άνω υποχρέωση, είναι δε αδιάφορη η αιτία της οφειλής προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΙΚΑ και αν οι οφειλές αυτές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την παραπάνω ενεχυρίαση ή την αναγγελία, ενώ, εξάλλου, το επιλεγέν από το νομοθέτη μέτρο της απόδοσης στο Ελληνικό Δημόσιο και στο ΙΚΑ, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου διά των ανωτέρω διατάξεων σκοπού δημόσιου συμφέροντος, και δεν αντίκεται προς την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης ούτε συνιστά παραβίαση των περιουσιακών της δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1α του 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο αυτός παραπάνω λόγος ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι εσφαλμένα ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε η με αριθμ.
ΥΑ 1013/368/6976/0016/ΠΟΛ1028/1999 (ΦΕΚ 153Β/1999) του Υπουργού Οικονομικών, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμ. 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ 1223/24.11.1999 αυτού, με τις οποίες υφίστατο εξαίρεση της αναιρεσείουσας ως αναγνωρισμένης τράπεζας να προσκομίσει αποδεικτικό ενημερότητας, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν έγινε δεκτή η ένσταση απαλλαγής του αναιρεσίβλητου επειδή δεν προσκόμισε η αναιρεσείουσα αποδεικτό ενημερότητας χρεών της τράπεζας προς το Δημόσιο ή το Ι.Κ.Α., αλλά αποκλειστικά στην ύπαρξη, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, βεβαιωμένης οφειλής σε βάρος της εκχωρήτριας - ενεχυράσασας, προκύπτουσας από τα εκδοθέντα από την αρμόδιες αρχές αποδεικτικά φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας με την αντίστοιχη παρακράτηση.
Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού κανόνων δικαίου, που ορθώς εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας, με πληρότητα, την παραπάνω από 7-6-2012 σύμβαση ενεχυρίασης, για την εξασφάλιση μέρους της αναφερόμενης απαίτησης της αναιρεσείουσας από τη χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, τη συντέλεση της ενεχυρίασης της ένδικης απαίτησης, με την από 11-7-2012, ολοκλήρωση των προβλεπόμενων από το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 επιδόσεων, και την απαλλαγή του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.
από την ένδικη υποχρέωση καταβολής του τιμήματος στην αναιρεσείουσα εκδοχέα, με την παραπάνω απευθείας απόδοση του οφειλόμενου ποσού στην ΙΒ' ΔΟΥ και το ΙΚΑ, αναφέροντας τα ανωτέρω αποδεικτικά ενημερότητας και βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημέρωσης, εκδοθέντα με την ανωτέρω αντίστοιχη παρακράτηση, που αντιστοιχούν στο εκχωρηθέν στην αναιρεσείουσα συνολικό ποσό, χωρίς να απαιτείται η αναφορά ετέρων πραγματικών περιστατικών, και, ειδικότερα, η έκδοση βεβαίωσης οφειλής προς το Δημόσιο, διότι κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και επί ενήμερης ρυθμισμένης οφειλής εκδίδεται αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και ασφαλιστικής ενημερότητας με ποσοστό παρακράτησης, το οποίο διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος, και ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν νομικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτής, που συνέχονται με την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, καθώς η νομική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2019 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ... A.E.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ... A.E." για αναίρεση της 10915/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ