Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on internal association governance powers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Federation of Large Families against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court upheld the association's internal decision to expel a member, ruling that the General Assembly holds exclusive authority over internal governance matters. The court found no legal error in the lower court's interpretation of the association's statutes regarding the General Assembly's powers.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The General Assembly of an association holds exclusive authority over internal governance matters and cannot be challenged by the General Meeting unless statutory gaps exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 732/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ενώσεως Σωματείων με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αργυρό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΝΟΜΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παυλίνα Ζιάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2014 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7115/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4372/2015 μη οριστική και 3478/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 3478/2017, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 10-09-2014 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας Ομοσπονδίας κατά της 7115/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 5-3-2014 προσφυγή του αναιρεσιβλήτου σωματείου, εναντίον της, ακύρωσε την αναφερόμενη απόφαση του Γενικού Συμβουλίου αυτής (αναιρεσείουσας), με την οποία αποφασίστηκε η αποβολή του προσφεύγοντος από μέλους της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται ν μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα-επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ. 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Παράλληλα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ1 προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΑΠ 166/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008). Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ. ΑΠ 15/2000). Από το συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556§2, 570§1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επί αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης. Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 621/2009).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-9-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η καθ' ης η προσφυγή (εκκαλούσα), ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος (ΑΣΠΕ), είναι ένωση σωματείων που εδρεύει στην Αθήνα και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του καταστατικού της (το οποίο έχει νομίμως καταχωρηθεί στα βιβλία Σωματείων του οικείου Πρωτοδικείου), διοικείται από το Γενικό Συμβούλιο αποτελούμενο από 19 μέλη.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού της, μέλη της εγγράφονται με τις προβλεπόμενες στο καταστατικό της διατυπώσεις, οργανώσεις - σωματεία Πολυτέκνων που λειτουργούν νόμιμα στη χώρα. Το προσφεύγον σωματείο (ήδη εφεσίβλητο) " Σύλλογος Πολυτέκνων Γονέων Ν. Ιωαννίνων, είναι νόμιμα αναγνωρισμένο σωματείο και αποτελεί μέλος της καθ' ης η προσφυγή.
Στην καθ' ης η προσφυγή, απεστάλη το υπ' αρ. πρωτ. …/…- 2-2013 έγγραφο το οποίο φέρει, στην προμετωπίδα αυτού, σφραγίδα του προσφεύγοντος Σωματείου και ο γράφεται από τον Πρόεδρο του Κ. Μ. και το Γενικό Γραμματέα του, Γ. Τ. και στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων επί λέξει τ' εξής: "Κύριοι συνάδελφοι. Ο σύλλογος μας από το 1988 είχε και έχει προτάσεις σύγχρονες και προοδευτικές, πρακτικές και αποτελεσματικές.
Αν μέρος ή στο σύνολο τους είχαν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί είναι βέβαιο πως θα εξασφάλιζαν ένα σύγχρονο και αξιοπρεπή τρόπο λειτουργίας των συλλόγων και της Α.Σ.Π.Ε. Δυστυχώς όμως η εμπάθεια, ο εγωισμός και η κακότητα κάποιων μικρόψυχων συναδέλφων, οι οποίοι δεν αντέχουν ο διάλογο, τη διαφορετικότητα, τη σύγκλιση και τη σύνθεση των απόψεων, δεν επέτρεψαν προοδευτική πορεία στα πολυτεκνικά δρώμενα.
Στο νέο Γενικό Συμβούλιο το οποίο κατά την άποψή μας δεν είναι εκλεγμένο αλλά διορισμένο από ένα " φασιστοειδές κατασκεύασμα νοσηρών εγκεφάλων" και το οποίο σ' άλλους χώρους και άλλες κοινωνίες, όπου κατισχύει η λογική και ο σεβασμός στις δημοκρατικές αρχές θα ήταν όχι μόνο απαράδεκτο αλλά καταδικαστέο και απορριπτέο έχουμε να πούμε τα εξής:......".
Ακολουθούν στο ανωτέρω έγγραφο οι προτάσεις του προσφεύγοντος προς την ΑΣΠΕ. Το ανωτέρω έγγραφο κοινοποιήθηκε σε όλους τους συλλόγους πολυτέκνων της χώρας.
Κατόπιν αυτού, το Γενικό συμβούλιο της καθ' ης η προσφυγή τον Ιούνιο του 2013, έδωσε εντολή για να διενεργηθεί οικονομικός έλεγχος στο προσφεύγον σωματείο, ο οποίος διενεργήθηκε από τον Λ. Μ., Αντιπρόεδρο της καθ' ης η προσφυγή, που συνέταξε την από 20/9/2013 έκθεση Διοικητικού και Οικονομικού ελέγχου. Εν συνεχεία τον Οκτώβριο του 2013 το Γενικό συμβούλιο της καθ' ης η προσφυγή, ξεκίνησε σχετική πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του προσφεύγοντος σωματείου με βάση τ' ανωτέρω αναφερόμενα στο προαναφερόμενο έγγραφο του που της είχε αποστείλει.
Ειδικότερα την 8-10-13 το Γενικό συμβούλιο της καθ' ης η προσφυγή, απέστειλε προς το ΔΣ του προσφεύγοντος και τα μέλη του ΔΣ, την υπ' αρ. πρωτ. … κλήση σε έγγραφη απολογία του προσφεύγοντος σωματείου για όσα ανέγραψε στο προαναφερόμενο έγγραφο του (υπ' αρ. …/…-2-13) το οποίο της απέστειλε και κοινοποίησε προς όλους τους συλλόγους Πολυτέκνων της χώρας και συγκεκριμένα για τις κάτωθι αναγραφόμενες σ' αυτό φράσεις: "....Δυστυχώς όμως η εμπάθεια, ο εγωισμός και η κακότητα κάποιων μικρόψυχων συναδέλφων, οι οποίοι δεν αντέχουν στο διάλογο, τη διαφορετικότητα, τη σύγκλιση και τη σύνθεση των απόψεων, δεν επέτρεψαν προοδευτική πορεία στο πολυτεκνικά δρώμενα.
Στο νέο Γενικό Συμβούλιο, το οποίο κατά την άποψη μας δεν είναι εκλεγμένο αλλά διορισμένο από ένα " φασιστοειδές κατασκεύασμα νοσηρών εγκεφάλων" και το οποίο σ' άλλους χώρους κι άλλες κοινωνίες όπου κατισχύει η λογική και ο σεβασμός στις δημοκρατικές αρχές θα ήταν όχι μόνο απαράδεκτο αλλά καταδικαστέο και απορριπτέο....".
Ειδικότερα το Γενικό συμβούλιο της καθ' ης καλώντας το προσφεύγον σωματείο σε απολογία, του ζητούσε εξηγήσεις -μεταξύ άλλων- για το ποιοι είναι οι μικρόψυχοι συνάδελφοι που διακατέχονται από εμπάθεια κ.λ.π., ποιοι είναι αυτοί ( ονομαστικώς) που αποτελούν "ένα φασιστοειδές κατασκεύασμα νοσηρών εγκεφάλων" οι οποίοι προέβησαν στο διορισμό του νέου Γενικού συμβουλίου, πώς αυτό (ήτοι το προσφεύγον) συμμετείχε και έλαβε μέρος στη διαδικασία εκλογής του - κατά τις εκφράσεις του - μη εκλεγμένου αλλά διορισμένο " από ένα φασιστοειδές κατασκεύασμα* νοσηρών εγκεφάλων" Γενικοί συμβουλίου κλπ.
Το προσφεύγον σωματείο ζήτησε παράταση της προθεσμίας της απολογίας του μέχρι τέλους Νοεμβρίου 2013 πράγμα το οποίο δεν έγινε δεκτό από το Γενικό συμβούλιο της καθ' ης η προσφυγή και κατόπιν αυτού το προσφεύγον απέστειλε σ' αυτή την υπ' αρ. πρωτ. …/…-11-2013 έγγραφη απολογία του και κατά τη συνεδρίαση της 1-12-2013 το Γενικό συμβούλιο της καθ' ης η προσφυγή, αποφάσισε ομόφωνα την άρση της αναγνωρίσεως του προσφεύγοντος και την αποβολή του εκ της ΑΣΠΕ, διότι με την παραπάνω επιστολή του παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 5 του καταστατικού της.
Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι στο άρθρο 5 του καταστατικού της ΑΣΓΤΕ ορίζεται ότι: "Μέλος (τμήμα) παραβαίνον το καταστατικό της Συνομοσπονδίας ή τας αποφάσεις των Γεν. Συνελεύσεων ή τας διατάξεις του Νόμου περί προστασίας των Πολυτέκνων ή διοικούμενου υπό προσώπων καταδικασθέντων δι' ατιμωτικήν πράξιν ή δια παράβασιν του Νόμου περί Σωματείων η δια πράξιν σχετιζομένης με τα συμφέροντα του Σωματείου ή θίγον οπωσδήποτε τα συμφέροντα ή την αξιοπρέπεια της Συνομοσπονδίας ή ενεργούν πράξεις αντικειμένας εις τα συμφέροντα και τους σκοπούς της Συνομοσπονδίας καλείται υπό της Διοικήσεως της Συνομοσπονδίας εις απολογίαν, μεθ' ην αν θεωρηθή ένοχον αίρεται η αναγνώρισις αυτού ως μέλους και αποβάλλεται εκ της ΑΣΠΕ....", ενώ στο άρθρο 43 του καταστατικού της ορίζεται ότι: " Εις περίπτωσιν που Διοικητικό Μέλος Σωματείου συμπεριφέρεται κατά τρόπον αντίθετον προς τα συμφέροντα της τάξεως και του Καταστατικού της ΑΣΠΕ, το Γ.Σ.
της ΑΣΠΕ αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας μπορεί να καλέσει εγγράφως εις απολογίαν και να του επιβάλη αναλόγως με το μέγεθος του παραπτώματος, τας κατωτέρω ποινάς: α) προφορική επίπληξιν β) έγγραφον επίπληξιν γ) πρότασιν περί απαλλαγής του εκ των καθηκόντων του ως Διοικητικού Οργάνου του Σωματείου του.....
Στην προκειμένη περίπτωση το ως άνω αποσταλέν στην καθ' ης η προσφυγή - εκκαλούσα, έγγραφο, ως προελέχθη υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γεν. Γραμματέα του προσφεύγοντος σωματείου (εφεσιβλήτου) και το περιεχόμενο αυτού αντανακλά δικές τους και μόνο ανάρμοστες εκφράσεις, καθ' όσον ο Πρόεδρος και ο Γεν.
Γραμματέας του προσφεύγοντος σωματείου (εφεσιβλήτου) δεν εκπροσωπούν αυτό εξωδίκως, ενώπιον της υπερκείμενης Οργάνωσης (καθ' ης η προσφυγή - εκκαλούσας). Ειδικότερα σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 12 του Καταστατικού του προσφεύγοντος σωματείου, αυτό διοικείται από 7 μελές Δ.Σ. εκλεγμένο ανά τριετία από την Γ.Σ., ενώ κατά το άρθρο 12 του καταστατικού του, ο Πρόεδρος εκπροσωπεί το σύλλογο ενώπιον κάθε διοικητικής αρχής ή δικαστικής, ασκώντας την εποπτεία και επιβάλλων την πειθαρχία κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ελέγχει μετά του Γεν.
Γραμματέα το ταμείο και ανακοινώνει το πόρισμα του ελέγχου στο Δ.Σ., επιπροσθέτως , δικαιούται μετά τον Γεν. Γραμματέα , όταν παρίσταται ανάγκη επείγουσα και επιτακτική να λαμβάνει κάθε μέτρο που εξασφαλίζει τα συμφέροντα του συλλόγου και άνευ αποφάσεως του Δ.Σ. οφείλει όμως το ταχύτερο να ανακοινώνει την ενέργεια αυτή στο Δ.Σ....κλπ.
Η υπερκείμενη Οργάνωση (ΑΣΠΕ) δεν είναι διοικητική αρχή ούτε βεβαίως δικαστική αρχή, για να εκπροσωπεί σ' αυτήν το προσφεύγον σωματείο ο Πρόεδρος του. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα στο εν λόγω καταστατικό, ο Πρόεδρος του προσφεύγοντος επιβάλλει την πειθαρχία κατά τις διατάξεις του καταστατικού στα μέλη του και η αποστολή εκ μέρους του προς την ΑΣΠΕ του ανωτέρω εγγράφου δεν εμπίπτει σε καμία εκ των ανωτέρων εξουσιών του .ούτε βεβαίως υπήρχε επείγουσα και επιτακτική ανάγκη να αποστείλει αυτό χωρίς σχετική προς τούτο απόφαση του Δ.Σ.
Συνεπώς αυτός δεν ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του προσφεύγοντος σωματείου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αλλά ενήργησε ατομικώς, μη εκπροσωπών ως προς την ενέργεια του αυτή το προσφεύγον σωματείο (εφεσίβλητο), καθ' όσον ουδεμία εξουσία είχε προς τούτο, δοθέντος του ότι το εν λόγω σωματείο ως Ν.Π. διοικείται από το Δ.Σ. Επομένως η ΑΣΠΕ) αίροντας την αναγνώριση του προσφεύγοντος σωματείου και αποβάλλοντας αυτό από μέλος της, τιμώρησε το εν λόγω σωματείο για πράξη που ενήργησε ατομικούς ο Πρόεδρος του, η οποία ουδόλως εξέφραζε ή εκπροσωπούσε το ως άνω σωματείο, αφού δεν ήταν στις εξουσίες του προέδρου του η αποστολή του ανωτέρω εγγράφου ούτε είχε ληφθεί σχετική απόφαση προς τούτο από το ΔΣ και ως εκ τούτου δεν το δέσμευε. Ο ανωτέρω Πρόεδρος ως μέλος του εν λόγω σωματείου (προσφεύγοντος - εφεσιβλήτου), συμπεριφέρθηκε κατά τρόπον αντίθετον προς τα συμφέροντα της τάξεως και του καταστατικού της ΑΣΠΕ, παραβιάζοντας το άρθρο 43 του καταστατικού της τελευταίας και κακώς για την συμπεριφορά αυτού απεβλήθη το σωματείο από την ΑΣΠΕ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ΑΣΠΕ με την οποία ήρθη η αναγνώριση του ανωτέρω σωματείου (προσφεύγοντος - εφεσιβλήτου) και απεβλήθη αυτό από μέλος της, είναι και αντίθετη στο νόμο και στο καταστατικό και πρέπει να ακυρωθεί (άρθρο 88 Α.Κ.) γενομένης δεκτής της ενδίκου προσφυγής.
Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του με διαφορετική αιτιολογία, την οποία το παρόν Δικαστήριο αντικαθιστά (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της καθ' ης η προσφυγή, ουδόλως έσφαλε, ορθώς ερμήνευσε, εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας που περιέχονται στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο λόγους εφέσεώς της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Ήδη με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση "επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", διατυπώνοντας σε αυτούς τις εξής αιτιάσεις 1) Δεν παρέχει οποιαδήποτε αιτιολογία από ποια αποδεικτικά στοιχεία συνήγαγε ότι η αποσταλείσα ανωτέρω με αριθμό πρωτ. … από …-2-13 επιστολή του αντιδίκου σωματείου, βάσει της οποίας ήρθη η αναγνώριση του τελευταίου από την ΑΣΠΕ και αποβλήθηκε από αυτή, δεν απεστάλη στην τελευταία (ΑΣΠΕ) εκ μέρους του αντιδίκου σωματείου, ούτε και κοινοποιήθηκε εκ μέρους του σωματείου σε όλους τους συλλόγους πολυτέκνων της χώρας, όταν μάλιστα η ανωτέρω επιστολή: α) φέρει αριθμό πρωτοκόλλου του αντιδίκου σωματείου, β) είναι γραμμένη με το λογότυπο του σωματείου (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου) και γ) υπογράφεται με την ένδειξη: "Για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν. Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος -υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ.-Γ.".
2) Δεν έχει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος, το οποίο διελάμβανε στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ότι το ίδιο το αντίδικο σωματείο με τις ίδιες ακριβώς παραπάνω ενδείξεις, δηλ. α) αριθμό πρωτοκόλλου του αντιδίκου σωματείου, β) γραμμένη με το λογότυπο του σωματείου (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου) και γ) υπογραφή με την ένδειξη: "Για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν.
Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος -υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ. Γ.", απέστειλε προς την Δ/νση Προστασίας Οικογένειας την υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-01-13 επιστολή του, (προφανώς το έτος είναι 2014, όπως αποδεικνύεται από την αναγραφομένη ημερομηνία αποστολής του στο Υπουργείο και το αποσταλέν φάξ, όπου αναγράφεται ως ημερομηνία παραλαβής η 15-1- 2014) και την οποία διαβίβασε το Υπουργείο Εργασίας προς την ΑΣΠΕ με το υπ' αριθμ.
πρωτ. …./…/…/…-2-2014 έγγραφο του, ως προερχόμενη από το εν λόγω σωματείο, ζητώντας ενημέρωση για τα αναγραφόμενα σε αυτό σχετικά με την συνδρομή των πολυτέκνων και την χορήγηση των πιστοποιητικών, το έγγραφο δε αυτό ο Προϊστάμενος το θεώρησε ως προερχόμενο από το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Νομού Ιωαννίνων και επ' αυτού το δικάσαν Εφετείο καμία αιτιολογία δεν περιέλαβε για το πώς ένα έγγραφο με τα ίδια ακριβώς στοιχεία, όπως εκτίθενται ανωτέρω, το Υπουργείο Εργασίας να το θεωρεί ότι προέρχεται από τον Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Νομού Ιωαννίνων και το άλλο με τα ίδια ακριβώς στοιχεία το δικάσαν δικαστήριο να το θεωρεί ότι εξέφραζε τις προσωπικές μόνον απόψεις του Προέδρου του.
3) Δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος, το οποίον ρητώς διελάμβανε στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ότι το αντίδικο σωματείο κλήθηκε σε απολογία και η κλήση του σε απολογία απεστάλη με το επισυναπτόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. …./..-10-2013 έγγραφο της ΑΣΠΕ, το οποίο στάλθηκε τόσο προς το αντίδικο σωματείο, όσο και προς κάθε ένα μέλος του Δ.Σ. τούτου, όπως δέχεται και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επί του εγγράφου δε αυτού το αντίδικο σωματείο απέστειλε την απολογία του με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2013 έγγραφό του, στην οποία πουθενά δεν αναφέρει ότι τα όσα αναγραφόνταν στην επίδικη επιστολή του αποτελούσα απόψεις προσωπικές του Προέδρου του και όχι του ΔΣ αυτού, όπως ρητώς είχε επισημάνει με τις προτάσεις της, ενώ η ανωτέρω επιστολή-απολογία: α) φέρει αριθμό πρωτοκόλλου …./….-11-2013 του αντιδίκου σωματείου, β) είναι γραμμένη με το λογότυπο του σωματείου, (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου) και γ) υπογράφεται με την ένδειξη: "Για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν. Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος -υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ. Γ.".
Έχει δηλ. ακριβώς τις ίδιες ενδείξεις με εκείνες που έχει και η επίμαχη επιστολή του αντιδίκου σωματείου, βάσει της οποίας ήρθη η αναγνώριση του από την ΑΣΠΕ και του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της αποβολής.
4) Δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος ότι το ίδιο το αντίδικο σωματείο με το παραπάνω έγγραφο της απολογίας του υπ' αριθμ πρωτ. …/…-11-2013 ρητώς ότι το προμνημονευθέν έγγραφό του με αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013, βάσει του οποίου επιβλήθηκε σ' αυτό η ποινή της άρσης της αναγνώρισης του από την ΑΣΠΕ και αποβολή του από αυτήν, ήταν έγγραφο του ίδιου του αντιδίκου σωματείου (και όχι μόνον του προέδρου και του Γεν. Γραμματέως), αφού σ' αυτό ρητώς ανέγραφε επί λέξει:
".....Προς 1. το Γενικό Συμβούλιο 2. ένα έκαστο μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Α.Σ.Π.Ε.
3. Σχετικά:
1. Υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013 δικό μας....", Ομολογούσε δηλ. άνευ οποιασδήποτε αμφιβολίας, ότι το εν λόγω έγγραφο υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013 ήταν έγγραφο του ίδιου του αντιδίκου σωματείου και το οποίο ανωτέρω έγγραφο αποτελούσε την απολογία του σε όσα τον καλούσε η ΑΣΠΕ ν' απολογηθεί, δεν αιτιολογεί δηλ. η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από ποιά αποδεικτικά μέσα συνήγαγε την κρίση της και δέχθηκε ότι η παραπάνω επίμαχη και ένδικη επιστολή του δεν εξέφραζε τις απόψεις του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου, αλλά τις προσωπικές απόψεις του Προέδρου του, όταν το ίδιο το Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου με το παραπάνω έγγραφο της απολογίας του ομολογούσε ότι η επιστολή είναι του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου, η δε ομολογία του αυτή είναι ουσιώδες ζήτημα, αφού ανατρέπει πλήρως τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
5) Δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος ότι το αντίδικο σωματείο ουδέποτε προσκόμισε οποιοδήποτε πρακτικό του ΔΣ, στο οποίο ν' αναγράφεται ότι η επίμαχη επιστολή εξέφραζε δήθεν μόνον τις προσωπικές απόψεις του Προέδρου του και όχι του ΔΣ και ότι τις απόψεις αυτές τις αποδοκιμάζει η πλειοψηφία τουλάχιστον του ΔΣ του αντιδίκου.
6) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επί του ουσιώδους ζητήματος ότι η επίμαχη υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013 επιστολή, βάσει της οποίας επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της άρσης της αναγνώρισης και της αποβολής του από την ΑΣΠΕ, εξέφραζε τις απόψεις του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου και όχι τις απόψεις μόνον του προέδρου και του Γεν. Γραμματέως του, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού το μεν δέχεται ότι:
"..το Γενικό Συμβούλιο της καθ' ης η προσφυγή, απέστειλε προς το ΔΣ του προσφεύγοντος και τα μέλη του ΔΣ, την υπ' αρ. πρωτ. … κλήση σε έγγραφη απολογία του προσφεύγοντος σωματείου για όσα ανέγραψε στο προαναφερόμενο έγγραφο του (υπ' αρ. …/…-2-13), το οποίο της απέστειλε και κοινοποίησε προς όλους τους συλλόγους Πολυτέκνων της χώρας και συγκεκριμένα για τις κάτωθι αναγραφόμενες σ' αυτό φράσεις:.. Κατόπιν αυτού το προσφεύγον απέστειλε σ' αυτή την υπ' αρ. πρωτ. …/…-11- 2013 έγγραφη απολογία του..." Ομολογούσε δε ρητά στην έγγραφη απολογία του, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επίμαχη επιστολή, βάσει της οποίας του επιβλήθηκε η ανωτέρω πειθαρχική ποινή από την Α.Σ.Π.Ε.) ήταν του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου και όχι προσωπική του προέδρου και του Γεν. Γραμματέα, καθώς και ότι το ανωτέρω έγγραφο αποτελούσε την απολογία του σε όσα τον καλούσε η ΑΣΠΕ ν' απολογηθεί, δηλ. ρητώς ομολογούσε ότι η επίμαχη επιστολή βάσει της οποίας του επιβλήθηκε η ανωτέρω πειθαρχική ποινή από την Α.Σ.Π.Ε. ήταν του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου και όχι προσωπική του προέδρου και του Γεν. Γραμματέα.
Παρά ταύτα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στην συνέχεια όλως αντιφατικώς δέχεται τ' ακόλουθα:....."το ως άνω αποσταλέν στην καθ' ης η προσφυγή - εκκαλούσα, έγγραφο, ως προελέχθη, υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του προσφεύγοντος σωματείου (εφεσιβλήτου) δεν εκπροσωπούν αυτό εξωδίκως, ενώπιον της υπερκείμενης Οργάνωσης (καθ' ης η προσφυγή - εκκαλούσας)...", χωρίς βεβαίως και να αιτιολογεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βάσει ποίων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε τα ανωτέρω, αφού τόσο η επίμαχη επιστολή, βάσει της οποίας του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της αποβολής, όσο και η επιστολή - απολογία, (στην οποία μάλιστα ομολογούσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επίμαχη επιστολή ήταν του ίδιου Δ.Σ. του αντιδίκου), έχουν ακριβώς τις ίδιες ενδείξεις, δηλ. α) φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου του αντιδίκου σωματείου, β) είναι γραμμένες με το λογότυπο του σωματείου, (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου) και γ) υπογράφονται με την ένδειξη: "για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν. Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος -υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ. Γ.".
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν διαλαμβάνονται σε αυτούς τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία θεμελίωσής τους, που προαναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτοι και διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση, αξιολόγηση και γενικώς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με την εκτίμησή τους επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή της αναιρεσείουσας, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή, σχετικά με την επίμαχη απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ΑΣΠΕ, εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επίσης, εάν ήθελε εκτιμηθεί, ότι με τους ίδιους λόγους αναίρεσης προβάλλεται και η από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της επικαλούμενης εξώδικης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου που συνάγεται, κατά την αναιρεσείουσα, από το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2013 έγγραφο της απολογίας του, η αιτίαση αυτή είναι προεχόντως απαράδεκτη, ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της εξώδικης αυτής ομολογίας στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση αβάσιμη, αφού από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναμφίβολα προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το ανωτέρω έγγραφο και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτού και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, η εκτίμηση δε του περιεχομένου του συγκεκριμένου εγγράφου αφορά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 2191/2007, ΑΠ 297/2009, ΑΠ 1456/2009, ΑΠ 1014/2010).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες με λόγο έφεσης, για την απόρριψη της ένδικης προσφυγής, ισχυρισμούς της, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της:
1. Ότι η αποσταλείσα ανωτέρω με αριθμό πρωτ. … από …-2-13 επιστολή, βάσει της οποίας και ήρθη η αναγνώριση του αντιδίκου σωματείου από την ΑΣΠΕ και αποβλήθηκε από αυτήν, απεστάλη στην ΑΣΠΕ εκ μέρους του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου, και κοινοποιήθηκε εκ μέρους του αντιδίκου σωματείου σε όλους τους συλλόγους πολυτέκνων της χώρας, αφού η ανωτέρω επιστολή: α) φέρει αριθμό πρωτοκόλλου του αντιδίκου σωματείου, β) είναι γραμμένη με το λογότυπο του σωματείου (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου) και γ) υπογράφεται με την ένδειξη: "Για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν. Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος -υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ. Γ.".
2) Ότι το ίδιο το αντίδικο σωματείο με το παραπάνω έγγραφο της απολογίας του υπ' αριθμ πρωτ. …/…-11-2013 ρητώς ομολογούσε ότι το προμνημονευθέν έγγραφο του με αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013, βάσει του οποίου επιβλήθηκε σ' αυτό η ποινή της άρσης της αναγνώρισής του από την ΑΣΠΕ και αποβολή του από αυτήν, ήταν έγγραφο του ίδιου του Α*.Σ. του αντιδίκου σωματείου (και όχι μόνον του προέδρου και του Γεν. Γραμματέως), αφού σ' αυτό ρητώς ανέγραφε επί λέξει:
"..Προς Ι. το Γενικό Συμβούλιο της Α.Σ.Π.Ε.
2.ένα έκαστο μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Α.Σ.Π.Ε.
3. Σχετικά:
1. Υπ' αριθμ. πρωτ. …./…-2-2013 δικό μας....", Ομολογούσε δηλ. χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν έγγραφο του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου και το οποίο ανωτέρω έγγραφο αποτελούσε την απολογία του σε όσα τον καλούσε η ΑΣΠΕ ν' απολογηθεί, δηλ. η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε καν υπόψη της το ανωτέρω έγγραφο της απολογίας του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου, που ρητώς ομολογούσε ότι η επίμαχη επιστολή βάσει της οποίας του επιβλήθηκε η ανωτέρω πειθαρχική ποινή από την Α.Σ.Π.Ε. ήταν του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου και όχι προσωπική του Προέδρου και του Γεν. Γραμματέα, διελάμβανε δε στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου επί λέξει:
.....το αναφερόμενο στον 3° λόγο ακύρωσης ότι δήθεν στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 43 του καταστατικού της ΑΣΠΕ, που αναφέρεται σε παράβαση διαπραττομένη από μέλος Δ.Σ. σωματείου, είναι παντελώς αβάσιμο και απορριπτέο, γιατί στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία τέτοια περίπτωση συντρέχει, αφού, όπως πλήρως αποδείχθηκε από τα προεκτεθέντα, τα όσα αναγράφηκαν στην επίμαχη επιστολή αποτελούσαν πράξη και ενέργεια του αντιδίκου σωματείου και μόνον και όχι ενέργεια ή πράξη μεμονωμένη από κάποιο μέλος, όταν μάλιστα το ίδιο το αντίδικο πουθενά στην απολογία του δεν ανέφερε κάτι τέτοιο...".
3) Ότι όπως διελάμβανε στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, το ίδιο το αντίδικο σωματείο με τις ίδιες ακριβώς παραπάνω ενδείξεις, δηλ. α) αριθμό πρωτοκόλλου του αντιδίκου σωματείου, β) γραμμένη με το λογότυπο τους σωματείου (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου) και γ) υπογραφή με την ένδιξη: "Για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν.
Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος - υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ. Γ.", απέστειλε προς την Δ/νση Προστασίας Οικογένειας την υπ' αριθμ. πρωτ. …./…-01-13 επιστολή του, (προφανώς το έτος είναι 2014 όπως αποδεικνύεται από την αναγραφομένη ημερομηνία αποστολής του στο Υπουργείο και το αποσταλέν φάξ, όπου αναγράφεται ως ημερομηνίας παραλαβής η 15-1-2014) και την οποία διαβίβασε το Υπουργείο Εργασίας προς την ΑΣΠΕ με το υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…/…/…-2-2014 έγγραφό του, ως προερχόμενη από το Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου, ζητώντας ενημέρωση για τα αναγραφόμενα σε αυτό σχετικώς με τη συνδρομή των πολυτέκνων και την χορήγηση των πιστοποιητικών. Επ' αυτού η ΑΣΠΕ απάντησε με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-3-2014 επιστολή της, το εν λόγω έγγραφο ο προϊστάμενος το θεώρησε ως προερχόμενο από το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Νομού Ιωαννίνων και επ' αυτού δικάσαν Εφετείον καθόλου δεν το έλαβε υπόψη του και ούτε βεβαίως αιτιολόγησε για ποιο λόγο δεν το έλαβε υπόψη του και ούτε αιτιολόγησε το πώς ένα έγγραφο με τα ίδια ακριβώς στοιχεία, όπως εκτίθενται ανωτέρω, το Υπουργείο Εργασίας να το θεωρεί ότι προέρχεται από τον Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Νομού Ιωαννίνων και το άλλο με τα ίδια ακριβώς στοιχεία το δικάσαν δικαστήριο να θεωρεί ότι αυτό εξέφραζε τις προσωπικώς μόνον απόψεις του Προέδρου του.
4) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόλου δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο της απολογίας του αντιδίκου προς την ΑΣΠΕ, για την οποία απολογία είχε κληθεί με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-10-2013 έγγραφό της, που στάλθηκε τόσο προς το αντίδικο σωματείο, όσο και προς κάθε ένα μέλος του Δ.Σ. τούτου, όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το αντίδικο σωματείο απέστειλε την απολογία του με το υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…-11-2013 έγγραφο του, στην οποία πουθενά δεν αναγράφει ότι τα όσα αναγράφονταν στην επίδικη επιστολή του αποτελούσαν απόψεις προσωπικές του Προέδρου του και όχι του ΔΣ του αντιδίκου σωματείου, όπως ρητώς είχε επισημάνει με τις προτάσεις της, στο δικάσαν Εφετείο, αναγράφοντας επί λέξει: ".....το αναφερόμενο στον 3° λόγο ακύρωσης ότι δήθεν στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 43 του καταστατικού της ΑΣΠΕ, που αναφέρεται σε παράβαση διαπραττομένη από μέλος Δ.Σ.
σωματείου, είναι παντελώς αβάσιμο και απορριπτέο, γιατί στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία τέτοια περίπτωση συντρέχει, αφού, όπως πλήρως αποδείχθηκε από τα προεκτεθέντα. τα όσα αναγράφηκαν στην επίμαχη επιστολή αποτελούσαν πράξη και ενέργεια του αντιδίκου σωματείου και μόνον και όχι ενέργεια ή πράξη μεμονωμένη από κάποιο μέλος, όταν μάλιστα το ίδιο το αντίδικο πουθενά στην απολογία του δεν ανέφερε κάτι τέτοιο...", η ανωτέρω δε επιστολή - απολογία έχει ακριβώς τις ίδιες ενδείξεις με εκείνες που έχει και η επίμαχη επιστολή του αντιδίκου σωματείου, βάσει της οποίας ήρθη η αναγνώριση του από την ΑΣΠΕ και του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της αποβολής, το ίδιο άλλωστε το αντίδικο σωματείο με το παραπάνω έγγραφο της απολογίας του υπ'αριθμ.
πρωτ. …/….-11-2013 ρητώς ομολογούσε ότι το προμνημονευθέν έγγραφό του με αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013, βάσει του οποίου επιβλήθηκε σ' αυτό η ποινή της άρσης της αναγνώρισής του από την ΑΣΠΕ και αποβολή του από αυτήν, ήταν έγγραφο του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου (και όχι μόνον του Προέδρου και του Γεν. Γραμματέως), αφού σ' αυτό ρητώς ανέγραφε επί λέξει:
".....Προς 1. το Γενικό Συμβούλιο 2. ένα έκαστο μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Α.Σ.Π.Ε.
3. Σχετικά:
1. Υπ' αριθμ. πρωτ. …./…-2-2013 δικό μας....", Ομολογούσε δηλ. χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν έγγραφο του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου σωματείου και το οποίο ανωτέρω έγγραφο αποτελούσε την απολογία του σε όσα τον καλούσε η ΑΣΠΕ ν' απολογηθεί, ενώ δεν προσκόμισε οποιοδήποτε πρακτικό του Δ.Σ. στο οποίο να αναγράφεται ότι η επίμαχη επιστολή εξέφραζε μόνο τις προσωπικές απόψεις του Προέδρου του και όχι του ΔΣ και ότι τις απόψεις αυτές τις αποδοκιμάζει η πλειοψηφία τουλάχιστον του Δ.Σ. του αντιδίκου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα στοιχεία της νόμιμης προβολής των επικαλούμενων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας στο Δικαστήριο της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης προσφυγής του αναιρεσιβλήτου, καθώς και πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα, συναγόμενα από την εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων υποδεικτικών μέσω, τα οποία προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα προς απόκρουση των περιεχομένων στην προσφυγή ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, για την κύρωση της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης του Γενικού Συμβουλίου της καθής η προσφυγή αναιρεσείουσας.
Ανεξαρτήτως όμως των εκτεθέντων, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτούς και τους απέρριψε "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμους, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή τους και επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ωσαύτως, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης, υπόψη από το Εφετείο, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, των επικαλούμενων σε αυτόν εγγράφων, οι αντίστοιχες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα συγκεκριμένα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους, το γεγονός δε ότι οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (ΑΠ 798/2010, ΑΠ 1376/2012).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ , 909/2008). Η παραμόφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων του κειμένου του και συνεπεία των παραδρομικών αυτών προσδίδονται σε τούτο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (ΑΠ 333/2009).
Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1122/2017, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 378/2002).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ. 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 333/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: 1) της με αριθμ. πρωτ. …/…-3-2013 επιστολής του αντιδίκου, βάσει της οποίας ήρθη η αναγνώριση του από την ΑΣΠΕ και αποβλήθηκε από αυτή, απεστάλη στην ΑΣΠΕ εκ μέρους του αντιδίκου σωματείου, και κοινοποιήθηκε εκ μέρους του αντιδίκου σωματείου σε όλους τους συλλόγους πολυτέκνων της χώρας, δεχθείσα πράγματα καταδήλως διάφορα των διαλαμβανομένων σ' αυτό, ήτοι δέχθηκε ότι η εν λόγω επιστολή εξέφραζε, όπως προαναφέρθηκε προσωπικές και μόνον απόψεις του προέδρου του αντιδίκου σωματείου και όχι απόψεις του Δ.Σ.
αυτού, ενώ αποδεδειγμένως από την απλή και μόνον ανάγνωσή της αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω επιστολή: α) φέρει αριθμό πρωτοκόλλου του αντιδίκου σωματείου, β) είναι γραμμένη με το λογότυπο του σωματείου (δηλαδή την επωνυμία του, την διεύθυνση του σωματείου, το τηλέφωνο του σωματείου, το Fax του σωματείου, το email του σωματείου), γ) υπογράφεται με την ένδειξη: "Για το Σύλλογο Πολυτέκνων Γονέων Ν.
Ιωαννίνων Ο Πρόεδρος - υπογραφή - Μ. Κ. ο Γεν. Γραμματέας - υπογραφή - Τ. Γ.", το δε αντίδικο σωματείο που απέστειλε την απολογία του επί τούτου με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2013 έγγραφό του, ουδαμού αναφέρει σε αυτή ότι τα όσα αναγράφονταν στην επίδικη επιστολή του αποτελούσαν απόψεις προσωπικές του Προέδρου του και όχι του Δ.Σ.
αντιδίκου σωματείου, όπως ρητώς είχε επισημάνει με τις προτάσεις της στο δικάσαν Εφετείο, 2) του εγγράφου της απολογίας του αντιδίκου σωματείου υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2013, στο οποίο ρητώς ομολογούσε ότι το προμνημονευθέν έγγραφό του με αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013, βάσει του οποίου επιβλήθηκε σ' αυτό η ποινή της άρσης της αναγνώρισής του από την ΑΣΠΕ και αποβολή του από αυτήν, ήταν έγγραφο του ίδιου του αντιδίκου σωματείου (και όχι μόνον του προέδρου και του Γεν.
Γραμματέως), αφού σ' αυτό ρητώς ανέγραφε επί λέξει:
".....Προς 1. το Γενικό Συμβούλιο 2. ένα έκαστο μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Α.Σ.Π.Ε.
3. Σχετικά:
1. Υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2013 δικό μας....", Ομολογούσε δηλ. χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν έγγραφο του ίδιου του αντιδίκου σωματείου και το οποίο ανωτέρω έγγραφο αποτελούσε την απολογία του σε όσα τον καλούσε η ΑΣΠΕ ν' απολογηθεί, δηλ. ρητώς ομολογούσε ότι η επίμαχη επιστολή βάσει της οποίας του επεβλήθη η ανωτέρω πειθαρχική ποινή από την Α.Σ.Π.Ε.
ήταν του ίδιου του Δ.Σ. του αντιδίκου και όχι προσωπική του προέδρου και του Γεν. Γραμματέα, πλην όμως η αναιρεσιβαλλόμενη παραμόρφωσε άνευ οιασδήποτε αμφιβολίας και το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου της απολογίας του αντιδίκου, δεχθείσα πράγματα άκρως αντίθετα των διαλαμβανομένων σ' αυτό, δηλ. δέχθηκε ότι το έγγραφο αυτό εξέφραζε απόψεις προσωπικές του προέδρου του αντιδίκου, ενώ με την απολογία του το τελευταίο ρητώς ομολογούσε ότι τούτο ήταν έγγραφο του ίδιου του Δ.Σ.
αυτού, το οποίο άλλωστε δεν προσκόμισε οιοδήποτε πρακτικό του Δ.Σ., όπου αναγράφεται, ότι η επίμαχη επιστολή εξέφραζε μόνον τις προσωπικές απόψεις του προέδρου του και όχι του ΔΣ και ότι στις απόψεις αυτές τις αποδοκιμάζει η πλειοψηφία τουλάχιστον του Δ.Σ. αυτού, ούτε και μπορούσε να προσκομίσει τέτοιο έγγραφο, αφού το ίδιο το Δ.Σ., ομολογούσε με την απολογία του ότι ήταν δικό του, όπως προαναφέρθηκε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία της νόμιμης προβολής του, είναι αβάσιμος, καθόσον, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και όσων υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της αποδιδόμενης σε αυτή πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολ.Δ, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς την ανάγνωση των επίμαχων εγγράφων, δεχόμενο ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν και επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλά αφού τα διέγνωσε σωστά, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων αυτών, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνον που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση του περιεχομένου τους δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων και επομένως, δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, ώστε να στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία, υπό την επίκληση της παραβιάσεως αυτής, πλήττει ανεπίτρεπτα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και.
συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, προσφυγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ" αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002, ΑΠ 1864/2017).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει υπάρξει απόδειξη περί τούτων και ειδικότερα δέχθηκε ότι: "το ως άνω αποσταλέν στην καθ' ης η προσφυγή - εκκαλούσα, έγγραφο, ως προελέχθη, υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του προσφεύγοντος σωματείου (εφεσιβλήτου) και το περιεχόμενο αυτού αντανακλά δικές τους και μόνο ανάρμοστες εκφράσεις, καθ' όσον ο Πρόεδρος και ο Γεν.
Γραμματέας του προσφεύγοντος σωματείου (εφεσιβλήτου) δεν εκπροσωπούν αυτό εξωδίκως, ενώπιον της υπερκείμενης Οργάνωσης (καθ' ης η προσφυγή - εκκαλούσας)....", δέχτηκε, δηλαδή, όλα τα ανωτέρω πράγματα, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, αφού πουθενά δεν μνημονεύει, έστω και κάποιο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτουν τα όσα παραπάνω δέχθηκε με τις ανωτέρω παραδοχές της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων ήτοι: "τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", τα οποία προσκομιζόμενα νόμιμα με επίκληση, μνημονεύονται σε αυτή και συνεπώς, δεν δέχτηκε, παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της Εφέσεως (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 2060/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την υπό 10-9-2014 έφεσή της κατά της 7115/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνώ, καθόσον, ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του αναφέρεται στην από 10-9-2014 έφεσή της κατά της 7115/2014 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο διατακτικό της διαλαμβάνει ότι δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία των από 10-9-2014 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 4372/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή απόφασης άλλης από αυτή, κατά της οποίας άσκησε έφεση εμφανίζοντας έτσι ότι έχει αφήσει αδίκαστη την ένδικη έφεσή της.
Ο λόγος αυτό, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την από 10-9-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 7715/2014 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά δικάζοντας επί αυτής, από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο διατακτικό της αριθμός απόφασης άλλος αντί του ορθού, σφάλμα το οποίο όμως αποτελεί λόγο διόρθωσης του διατακτικού της με την προβλεπόμενη από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας διαδικασία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 96/1985, ΑΠ 862/2011). Περαιτέρω, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες/κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ^ αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις, υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 437/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 92 του ΑΚ, που εφαρμόζονται σε κάθε νομικό πρόσωπο, όπως είναι και το σωματείο, συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: Το νομικό πρόσωπο του σωματείου διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Όποιος έχει τη διοίκηση τούτου (σωματείου) φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα, μη όντας απέναντι στο σωματείο πρόσωπο διαφορετικό από αυτό, αλλά όργανό του, στο οποίο ανήκει η απόφαση για κάθε θέμα σχετικό με την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού (σωματείου) γενικά και συνεπώς και η απόφαση για την έγερση αγωγής ή προσφυγής και τη διενέργεια των απαιτούμενων διαδικαστικών πράξεων.
Η έκταση δε της εξουσίας εκείνου που έχει τη διοίκηση προσδιορίζεται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό. Ο προσδιορισμός αυτός ισχύει και για τους τρίτους. Με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό ορισμένες υποθέσεις μπορούν να ανατεθούν σε ιδιαίτερο πρόσωπο. Η εξουσία του, σε περίπτωση αμφιβολίας, εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη. Συνακόλουθα τούτων, το δικαίωμα της οργανικής εκπροσωπήσεως του σωματείου και φροντίδας των υποθέσεών του επιτρέπεται, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου του σωματείου που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή του, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με το σωματείο είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτό και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (Α.Π. 1401/2014).
Παράλληλα, το άρθρο 238 του ΑΚ, που αφορά τη συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), η οποία έχει ως συνέπεια κατά το χρόνο τέλεσής της (αναδρομική) ισχυροποίηση της διενεργηθείσας δικαιοπραξίας (νομικής πράξης) εφαρμόζεται, ελλείψει αντιθέτου δικονομικού ορισμού και επί των διαδικαστικών πράξεων. (ΑΠ 1979/2008).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο, της έφεσής της, ισχυρίστηκε, όπως δέχτηκε το Εφετείο, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έπρεπε να απορρίψει την ένδικη προσφυγή ως απαράδεκτη, καθ' όσον αυτή (εκκαλούσα), είναι υπερκείμενη οργάνωση με μέλη μόνο σωματεία, για την άσκηση προσφυγής εναντίον της, από μέλος της (σωματείο), απαιτείται απόφαση προς τούτο του αρμοδίου οργάνου του σωματείου, το οποίο προβλέπει το καταστατικό και εάν δεν υπάρχει σχετική προς τούτο ρύθμιση στο καταστατικό, τότε αρμόδια για τη λήψη της σχετικής απόφασης είναι η Γενική Συνέλευση του σωματείου, κατ' άρθρο 93 Α.Κ., ότι το καταστατικό του προσφεύγοντος (εφεσιβλήτου) δεν προέβλεπε ότι έχει αρμοδιότητα προς άσκηση της εν λόγω προσφυγής το Δ.Σ.
του σωματείου, οπότε έπρεπε να έχει ληφθεί από τη Γ.Σ. του προσφεύγοντος σχετική προς τούτο απόφαση, η οποία δεν είχε ληφθεί και επιπροσθέτως δεν υφίσταται καν απόφαση του Δ.Σ. του προσφεύγοντος γι άσκηση της ένδικης προσφυγής, οπότε η ασκηθείσα ένδικη προσφυγή είναι απαράδεκτη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία:
Στην προκειμένη περίπτωση στο μεν άρθρο 12 του καταστατικού του προσφεύγοντος (εφεσίβλητου) σωματείου (το οποίο καταστατικό του εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 17/91 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και καταχωρήθηκε στα βιβλία σωματείων με αυξ. αρ. 54 την 13-3-92), ορίζεται ότι: "Ο Σύλλογος διοικείται από 7μελές Δ.Σ., εκλεγομένου ανά τριετία, εκ των τακτικών μελών του, υπό της Γ.Σ....", στο δε άρθρο 15 αυτού ότι "Ο πρόεδρος εκπροσωπεί τον Σύλλογο ενώπιον κάθε διοικητικής αρχής ή δικαστικής, ασκών την εποπτεία και επιβάλλων την πειθαρχία, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ελέγχει μετά τον Γεν, Γραμματέα το ταμείο και ανακοινώνει το πόρισμα του ελέγχου στο Δ.Σ.
Δικαιούται μετά τον Γεν. Γραμματέα, οσάκις παρίσταται ανάγκη επείγουσα και επιτακτική να λαμβάνει κάθε μέτρο που εξασφαλίζει τα συμφέροντα του συλλόγου και άνευ αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, οφείλει όμως το ταχύτερο να ανακοινώνει την ενέργεια αυτή στο Δ.Σ....". Από την ανωτέρω διάταξη του καταστατικού που ορίζει ότι ο πρόεδρος εκπροσωπεί το Σύλλογο ενώπιον κάθε δικαστική5αρχής, προκύπτει ότι με αυτό (καταστατικό) ορίζεται ο Πρόεδρος του προσφεύγοντος σωματείου υποκατάστατο πρόσωπο, κατ' άρθρο 68 εδ. 2 Α.Κ.
για να το εκπροσωπεί δικαστικώς, στη δε δικαστική εκπροσώπηση υπάγεται και η άσκηση αγωγής, άρα και της ενδίκου αγωγής. Όμως πέραν αυτού το Δ.Σ. του προσφεύγοντος σωματείου (εφεσιβλήτου), με απόφαση του που ελήφθη κατά τη συνεδρίασή του, την 15-3-2015 ενέκρινε ομόφωνα την άσκηση της ενδίκου προσφυγής (βλ. πρακτικό συνεδρίασης της 15-3-2015 του Δ.Σ.
του προσφεύγοντος).
Συνεπώς, ελήφθη νομότυπα απόφαση και από το ΔΣ του προσφεύγοντος σωματείου, (το οποίο....διατηρεί την εκπροσωπευτική του εξουσία παράλληλα με αυτήν του υποκατάστατου οργάνου), για την άσκηση της ενδίκου προσφυγής, γιατί και αν ακόμα ήταν άκυρη η άσκηση της ενδίκου αγωγής με εντολή του Προέδρου του προσφεύγοντος, (πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω), μετά την ανωτέρω έγκριση από το Δ.Σ. του προσφεύγοντος, θα εγκυροποιείτο η τυχόν ακύρως γενομένη πράξη, κατ' άρθρο 238 Α.Κ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας, καθ' όσον η προαναφερόμενη εξουσία της διοίκησης του Ν.Π. είναι αποκλειστική και έτσι δεν μπορεί η Γ.Σ. να αποκαταστήσει αυτήν, αφού μάλιστα με τη διάταξη του άρθρου 93 Α.Κ. τα καθήκοντά της έχουν σχέση με την εσωτερική ζωή του Ν.Π. Μόνο αν υπάρχουν κενά, τότε δύναται να κριθεί ότι η εξουσία ανήκει στη Γ.Σ. με την ιδιότητα του κυρίαρχου οργάνου. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό της καθ' ης η προσφυγή (εκκαλούσας) δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος εφέσεως αυτής".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία περιέχονται δύο επάλληλες αιτιολογίες, έκρινε, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, ήτοι του καταστατικού του αναιρεσίβλητου προσφεύγοντος σωματείου, και της αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού, περί εγκρίσεως της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής, ότι ο πρόεδρο του τελευταίου εγκύρως έδωσε τη σχετική εντολή για άσκηση της ένδικης προσφυγής, έχοντας την προς τούτο εξουσία, ως υποκατάστατο, δυνάμει καταστατικής διατάξεως, στην εκπροσώπηση του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου σωματείου όργανο, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούληση του συλλόγου και ότι σε κάθε περίπτωση η ενέργεια αυτή του προέδρου εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του προσφεύγοντος σωματείου, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του η από την ανωτέρω διάταξη αιτίαση της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης ασκηθείσας ένδικης αγωγής - προσφυγής του αναιρεσίβλητου σωματείου, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 833/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/11/2017 αίτηση της Ένωσης Σωματείων με την επωνυμία "Ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος, για αναίρεση της 3478/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ