Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, dismissing arguments on prescription and successor liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed on July 26, 2021, while dismissing the counter-appeal filed on June 9, 2021. The court rejected arguments regarding prescription and employer successor liability because the lower court had not yet ruled on the fundamental classification of the contracts as dependent or independent services. Consequently, the judgment was set aside for retrial, and costs were allocated to the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code; Article 4 of Presidential Decree 178/2002: The court must first determine the nature of the contract (dependent vs. independent) before examining ancillary issues like prescription or successor liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 188 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 188/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Η. Μ. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι.-Δ. Κ. Κ. Π. Σ. «Υ., με το διακριτικό τίτλο «Ε.. και έδρα την…, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ. του Β., κατοίκου Χ. Α., 2) Κ. Π. του Ι., κατοίκου Χ. Α., 3) Ι. Κ. του Η., κατοίκου Ν. Β. Α., 4) Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργιετίνας Στεφανάτου, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Β., κατοίκου Χ. Α., 2) Κ. Π. του Ι., κατοίκου Χ. Α., 3) Ι. Κ. του Η., κατοίκου Ν. Β. Α., 4) Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργιετίνας Στεφανάτου, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Η. Μ. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι.-Δ. Κ. Κ. Π. Σ. «Υ., με το διακριτικό τίτλο «.... και έδρα την…, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2023/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5501/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η Α) αναιρεσείουσα με την 26-7-2021 αίτησή της και οι Β) αναιρεσείοντες με την 4315/9-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Οι πληρεξούσιοι της: Α) αναιρεσείουσας και η πληρεξούσια των Β) αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των Α) αναιρεσίβλητων και οι πληρεξούσιοι της Β) αναιρεσίβλητης, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις από 26.7.2021 και αριθ. έκθ. κατάθεσης 6409/827/4-8-2021 και αριθ. έκθ. κατάθεσης 4315/569/9-6-2021 και 9.6.2021 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5501/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 2023/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την έφεση της εναγομένης τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εις αυτήν αναφερόμενα ποσά. Οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1] και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους [άρθρ. 577 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ], συνεκδικαζόμενες λόγω της συναφείας τους [άρθρ. 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ].
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4 του Προεδρικού Διατάγματος 178/2002, το οποίο έχει ως σκοπό την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29.6.1998 σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων [δημοσίων ή ιδιωτικών που ασκούν κερδοσκοπικές ή μη, οικονομικές δραστηριότητες], εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη.
Ως μεταβίβαση θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Μεταβιβάζων νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο λόγω μεταβίβασης χάνει την ιδιότητα του εργοδότη, διάδοχος κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο λόγω μεταβίβασης αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη και εργαζόμενος κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος.
Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο, ο δε μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της εκάστοτε περίπτωσης.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση, αρμόδιας αρχής.
Η εφαρμογή της ως άνω παραγράφου 1 [του άρθρου 6] αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης. Κατά το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 " Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου.
Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦEK 107 A`), 46 του ν. 1892/1990 (ΦEK 101 A`), και 14 του ν. 2000/1991 (ΦEK 206 A`), όπως ισχύουν, γ) ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦEK 10 A`) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρηση του τέθηκε, ύστερα από προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και τον διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού (ΑΠ 837/2018).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, είναι στενά ερμηνευτέες και ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων εξαίρεσης λόγω διαδικασιών πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική.
Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως" ή άλλη παρεμφερής λέξη ή φράση που να υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας. Εξάλλου ο νομοθετικός λόγος που υπαγορεύει τις ως άνω εξαιρέσεις είναι η διευκόλυνση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων με τις προβλεπόμενες από το νόμο συλλογικές διαδικασίες με ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν συνεχίζεται η λειτουργία της επιχείρησης, όπως ορίζεται ρητά άλλωστε στην περίπτωση της πτώχευσης με συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης.
Προς το σκοπό, δε, να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ, με τις προεκτεθείσες διατάξεις αυτών (Οδηγιών) δόθηκε κατεύθυνση στα κράτη-μέλη για τη λήψη σχετικών προς τούτο μέτρων.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζεται ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων".
Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσης δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις.
Συνεπώς και το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα.
Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ'ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων (ΑΠολ 7/2009).
Συνακόλουθα η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ'άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που κινείται ατομικά από το δανειστή του καθού η εκτέλεση και οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης ως συνόλου από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρηση ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε, και που σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη, ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, περιπτώσεων αφερεγγυότητας, ούτε γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της και υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ούτε, τέλος, αποτελεί οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας που συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Μόνο δε το γεγονός ότι καθ'όν χρόνο έλαβε χώρα η διαδικασία της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού επιχείρησης ως συνόλου, κατ'εφαρμογή του άρθρου 1022 επ. του ΚΠολΔ, η ως άνω επιχείρηση είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών που καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία της, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, εφόσον δεν κινήθηκαν συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σκοπούσες στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής και αυτή εξακολούθησε τη λειτουργία της.
Ως εκ τούτου η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, που κατασχέθηκε και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, από τον υπερθεματιστή, στον οποίο κατακυρώθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ (καθώς και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) με συνέπεια οι εργαζόμενοι της επιχείρησης να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Π.Δ/τος και των αντιστοίχων άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, καθότι στην ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 και μάλιστα ούτε ευθέως, ούτε αναλόγως, καθότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ΟλΑΠ 7/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.
Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. [ΟλΑΠ 28/2005 ΑΠ 322, 323/2022, 143/2019].
Ακόμη, το "Κ. Ι. Ε. Ν." αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται σε κρατικό έλεγχο, λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τις διατάξεις του καταστατικού του [ΑΠ 317/2022, 322, 323/2022].
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν, έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της [ΑΠ 109/2020, 1388/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι γιατροί, οι οποίοι προσλήφθηκαν από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία <<Κ. Ί. Ε. Ν.>> με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έναντι μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες κατά το έτος 2014 ανέρχονταν για τον πρώτο σε 2.389 ευρώ, για τον δεύτερο σε 2.341,99 ευρώ, για τον τρίτο σε 2.438,84 ευρώ και για τον τέταρτο σε 2373,48 ευρώ. 'Ότι από το έτος 2000 το Ίδρυμα καθυστερούσε, ενώ από το έτος 2011 έπαυσε να καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές τους με συνέπεια να επιδιώξουν την είσπραξή των δεδουλευμένων τους δικαστικά, οι οποίες εν τέλει τους επιδικάσθηκαν με τις υπ'αριθ. 803//2014, 1283/2013 [ως διορθ.
με την υπ'αριθ. 1411/2013] και 494/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 'Ότι λόγω της κρίσης ρευστότητας που παρουσίαζε το νοσοκομείο δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει και σε άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του. Η αδυναμία δε εξεύρεσης κεφαλαίων το οδήγησε σε γενικευμένη αδυναμία πληρωμής των δανειστών του αλλά και της μισθοδοσίας των εργαζομένων.
Διατάχθηκε προσωρινή αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του από τους δανειστές του, η οποία παρατάθηκε με διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις με σκοπό τη διευκόλυνση εξεύρεσης λύσης για τη διάσωση του νοσοκομείου μέσω άλλου φορέα που θα αναλάμβανε τη λειτουργία του. Εν τέλει, η Τράπεζα Πειραιώς βασική δανείστρια του Νοσοκομείου στις 2.5.2014 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε όσα περιουσιακά στοιχεία του ανωτέρω νοσοκομείου είχαν συσταθεί εμπράγματα βάρη [υποθήκη, προσημείωση υποθήκης και ενέχυρο], ήτοι σε όλα τα ακίνητα και τον εξοπλισμό.
Στη συνέχεια η Τράπεζα Πειραιώς υπέβαλε την από 28.5.2014 αίτηση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για τη χορήγηση δικαστικής άδειας για την επιβολή κατάσχεσης επί της νοσηλευτικής μονάδας <<…… >>, ως σύνολο επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ. Με την υπ'αριθ. 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών χορηγήθηκε άδεια κατασχέσεως και η αιτούσα τραπεζική εταιρεία προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του νοσοκομείου ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, μετά δε την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικώς στις 24.9.2014 και κατακυρώθηκε στην εναγομένη εταιρεία <<…. >> ως τελευταία και μοναδική υπερθεματίστρια, θυγατρική του ομίλου της <<… >> αντί της συνολικής τιμής των 115.135.251 ευρώ.
Κατόπιν αυτών η εναγομένη ως νέα ιδιοκτήτρια συνέχισε να απασχολεί το σύνολο των εργαζομένων με αμετάβλητους τους όρους εργασίας τους, η λειτουργία της νοσηλευτικής μονάδας συνεχίσθηκε με την παροχή υπηρεσιών υγείας στις ίδιες εγκαταστάσεις του …, όπου οι εργαζόμενοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα, υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό, διαδεχόμενη το νομικό πρόσωπο του αρχικού εργοδότη, υπεισερχόμενη αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις των εναγόντων με τον προηγούμενο εργοδότη.
Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, απέβλεπε στην εξακολούθηση της λειτουργίας της νοσηλευτικής μονάδας με φορέα την εναγομένη χωρίς διακοπή, έτσι ώστε να μην τίθεται θέμα αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.5 στ. α' και β' του ν. 2648/1998. Γι αυτό και δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 του π.δ/τος 178/2002 εξαίρεσης.
Περαιτέρω, δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι μεταβιβάσθηκαν και διατηρήθηκαν οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές των εργαζομένων [εναγόντων] όπως και οι πρόσθετες πάσης φύσεως αμοιβές αυτών, εφόσον αυτές εμπίπτουν στην έννοια του μισθού που εισέπρατταν για την προσφορά των υπηρεσιών τους. Με βάση δε την από 1.3.2010 σύμβαση εργασίας της δεύτερης ενάγουσας και ειδικότερα το άρθρο 4, που ενδεικτικά αναφέρεται στην απόφαση και αποτελεί απόδειξη και για τους λοιπούς <<καθίσταται σαφές ότι στο μισθό των εναγόντων - εφεσιβλήτων, στους οποίους είχε αποκλεισθεί συμβατικώς η δυνατότητα απασχόλησης με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή η συνεργασία ως ελεύθερων επαγγελματιών με άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου, δεν συμπεριλαμβάνονταν μόνο παροχές που τους χορηγούνταν από το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα […] χωρίς υποχρέωση από το νόμο ή τις καταρτισθείσες μεταξύ των τελευταίων συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και οι οποίες [παροχές] δεν ενέπιπταν ούτε στο νόμιμο μισθό αυτών ...
αλλά ούτε και σε αυτές που ορίζονταν στο προαναφερόμενο άρθρο 4 των ανωτέρω εγγράφων συμβάσεων Ως προς δε τις πρόσθετες αμοιβές, που αναφέρονταν στο άρθρο 4, κατά το τμήμα τους που αυτές αφορούσαν τις κατ'ιδίαν αμοιβές των εναγόντων - εφεσιβλήτων ως θεραπόντων ιατρών για τους προσωπικούς ασθενείς τους καθορίζονταν μεταξύ των τελευταίων, κατά δε το τμήμα που αφορούσαν σε ανταλλάγματα για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων σε ιδιωτικούς ασθενείς καθώς και στους ασθενείς <<συστήσας …>> καθορίζονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο του ...Ιδρύματος [Κ.] μέσα στα πλαίσια των όσων εκάστοτε ίσχυαν ως προς τα ανώτατα προβλεπόμενα όρια των ιατρικών αμοιβών, όπως αυτές διαμορφώνονταν βάσει των κρατικών τιμολογίων ή των οριζομένων σχετικώς από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Εφόσον δε, δεν ορίζονταν κάτι άλλο, το σύνολο των παραπάνω αμοιβών εισπράττονταν από την οικονομική υπηρεσία [λογιστήριο] του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος και στη συνέχεια αποδίδονταν στους εργαζόμενους γιατρούς ]μεταξύ των οποίων και στους ενάγοντες] τα αντιστοιχούντα ποσά ανά μήνα ή ανά δίμηνο τουλάχιστον μέχρι το έτος 2007, βάσει της τιμολογιακής πολιτικής του νοσοκομείου αλλά και των συμβάσεων που το τελευταίο είχε συνάψει με τις ασφαλιστικές εταιρείες.
Συγκεκριμένα, οι παραπάνω πρόσθετες αμοιβές αναγράφονταν με την ένδειξη <<αμοιβή ιατρού>>, ενσωματώνονταν στα συνολικά τιμολόγια των ασθενών, αντιστοιχούσαν σε ιατρικές πράξεις στις οποίες καθένας από τους ενάγοντες συμμετείχε και εισπράττονταν από το νοσοκομείο κατά την πληρωμή των νοσηλείων, είτε από τον ίδιο τον ασθενή...είτε από τον ασφαλιστικό του φορέα, είτε από την ασφαλιστική εταιρεία με την οποία ήταν συμβεβλημένος.
Ακολούθως, το αρμόδιο τμήμα του νοσηλευτικού ιδρύματος ...έστελνε σε καθέναν από τους ενάγοντες αντίγραφα καταστάσεων θεωρημένων μεριδολογίων των περιόδων που κάθε φορά ενδιέφεραν, τα οποία οι ενάγοντες καλούνταν να επιστρέψουν υπογεγραμμένα και συμπληρωμένα με τις όποιες παρατηρήσεις τους επ'αυτών.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες ...εισέπρατταν τα αναλογούντα σε καθέναν ποσά των παραπάνω αμοιβών τους, αντιστοίχως, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς το Νοσηλευτικό 'Ιδρυμα. Οι αμέσως προηγούμενες παροχές δεν ήταν σταθερές αλλά κυμαίνονταν αναλόγως των προαναφερομένων παραγόντων, και καταβάλλονταν στους ενάγοντες - εφεσίβλητους με την παραπάνω συχνότητα, τουλάχιστον μέχρι το έτος 2007, όπως προαναφέρεται.
Βάσει των ανωτέρω οι συμβατικώς ως άνω παροχές, κάτω από τις συνθήκες που λειτούργησαν και παρασχέθηκαν, φέρουν τον χαρακτήρα μισθού. Το στοιχείο αυτό δεν το αναιρεί ούτε το ασταθές της χρονικής περιόδου καταβολής τους, αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν καταβάλλονταν από τον μεταβιβάσαντα εργοδότη τους [Κ.] αλλά από τρίτους [π.χ.
από τους ίδιους τους ασθενείς, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τις ασφαλιστικές εταιρείες]. Τα όσα δε η εναγομενη εκκαλούσα υποστηρίζει ότι οι αμέσως προηγούμενες αμοιβές εκφεύγουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις καταρτισθείσες...συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας καθώς και ότι οι οικείες αμοιβές δεν εμπίπτουν στην έννοια των διατηρητέων από τον νόμο δικαιωμάτων των τελευταίων, εξαιρούμενες για το λόγο αυτό, από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 178/2002 είναι αβάσιμα....Αντιθέτως, γεγονός είναι ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρείχαν εξηρτημένη εργασία για λογαριασμό του νοσηλευτικού ιδρύματος Κ., που ωφελούνταν από την συνολική επαγγελματική τους δραστηριότητα και το οποίο είχε ακολούθως την υποχρέωση αφενός μεν να εισπράξει την αμοιβή για το σύνολο των παρασχεθεισών ως άνω υπηρεσιών αυτών [εναγόντων - εφεσιβλήτων], ...είτε από τον ίδιο τον ασθενή είτε από την ασφαλιστική του εταιρεία είτε από τον ασφαλιστικό του φορέα, αφετέρου δε να αποδώσει τις αμοιβές που εισέπραττε στους εργαζόμενους γιατρούς ...Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ...το Κοινωφελές Ίδρυμα…, παλαιός εργοδότης των εναγόντων - εφεσιβλήτων ευθύνεται για τις αμέσως προηγούμενες αξιώσεις των εν λόγω διαδίκων, που προέκυψαν από μεριδολόγια - αμοιβολόγια, κατά το προηγούμενο του πλειστηριασμού χρονικό διάστημα και οι οποίες ήταν απαιτητές κατά τον ως άνω χρόνο διενέργειας αυτού [24.9.2014] εις ολόκληρον με την εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία, νέα εργοδότρια αυτών>>.
Α) Επί της από 26.7.2021 αιτήσεως αναιρέσεως της εκκαλούσας εναγομένης:
H αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου επικαλούμενη πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του ΠΔ 178/2002, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση την έκρινε ως διάδοχο εργοδότη του Κοινωφελούς Ιδρύματος…., καθόσον η μεταβίβαση έγινε στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, η δε απαρίθμηση στο νόμο των περιπτώσεων αφερεγγυότητας εργοδότη είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική. 'Ότι η μεταβίβαση της νοσηλευτικής μονάδας του Νοσοκομείου, έγινε με αναγκαστική κατάσχεση κατόπιν αδείας του Ειρηνοδικείου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ.
ΚΠολΔ, γιατί το τελευταίο είχε περιέλθει σε μόνιμη και καθολική αδυναμία πληρωμών. Ακόμη ότι δεν έλαβε χώρα εκούσια μεταβίβαση αλλά αναγκαστική εκποίηση, η δε διαδικασία των ως άνω άρθρων 1022 επ. καταλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης κατ'αντιστοιχία με την καθολικότητα των διαδικασιών αφερεγγυότητας και δεδομένου ότι το Κ.
αποτελεί κοινωφελές ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατ'άρθρ. 48 του Ν. 2082/1992, και δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς πτώχευσης ή εμπορικής αφερεγγυότητας, η επίμαχη διαδικασία επιτελεί τον ρόλο μιας ανάλογης διαδικασίας [αφερεγγυότητας], εμπίπτοντας κατ'ουσίαν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 του π.δ. 178/2002.
Ακόμη ότι η κατάσταση αφερεγγυότητας του Νοσοκομείου αναγνωρίσθηκε νομοθετικά με την από 30.10.2012 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου [ΦΕΚ Α'209/30.10.2012], με την οποία χορηγήθηκε αναστολή για τις πάσης φύσεως πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης από πιστωτές του Νοσοκομείου, που είχε περιέλθει σε μόνιμη και καθολική αδυναμία πληρωμών. 'Ετσι, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος και πρέπει ν'αναιρεθεί,.
Όμως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης της επιχείρησης ως συνόλου του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης από τον υπερθεματιστή με τη διατήρησή της ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που αποσκοπεί στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, αφού δεν γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής και επομένως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002, με το οποίο εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό πεδίο, για τους εργαζομένους, των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 αυτού.
Ούτε η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης επιχείρησης και πλειστηριασμού λόγω περιέλευσής της σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμών, μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας, γιατί δεν πρόκειται για συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας που συνεπάγονταν τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη και τον διορισμό συνδίκου, οδηγώντας στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων αυτού (οφειλέτη), αφού συνεχίσθηκε η λειτουργία του Νοσοκομείου.
Συνεπώς, τα υποστηριζόμενα περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 6 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος λόγω ενδεικτικής και όχι περιοριστικής απαρίθμησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, υπό του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 είναι αβάσιμα, αφού η αναλογική εφαρμογή διατάξεων προϋποθέτει εφαρμογή συγκεκριμένης διάταξης σε περίπτωση συναφή με άλλη, που έχει ρυθμισθεί νομοθετικά [ΑΠ 317/2022], γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι ανάλογη της διαδικασίας αφερεγγυότητας χωρίς να προβαίνει σε κάποια αιτιολόγηση ως προς το εάν υπάρχει άλλη διαδικασία στο εθνικό μας δίκαιο ανάλογη της αφερεγγυότητας για τους εργοδότες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν σχετίζεται με τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τους κανόνες που εφαρμόσθηκαν για την ένδικη περίπτωση η οποία κρίθηκε ότι δεν αφορά διαδικασία αφερεγγυότητας. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου 6 του π.δ/τος 178/2002, γιατί η αναιρεσείουσα εταιρεία μετά την κατακύρωση σε αυτήν της οικονομικής μονάδας με διατήρηση της ταυτότητάς της συνέχισε χωρίς διακοπή να απασχολεί το προσωπικό της και τους αναιρεσίβλητους δραστηριοποιούμενη στις ίδιες εγκαταστάσεις με την ίδια υλικοτεχνική υποδομή διαδεχθείσα τον αρχικό εργοδότη και ότι η κινηθείσα διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης απέβλεπε στην εξακολούθηση της λειτουργίας της χωρίς να τίθεται θέμα αφερεγγυότητας της εταιρείας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και ο ως άνω πρώτος λόγος πρέπει ν'απορριφθεί.
Με τον δεύτερο λόγο η ίδια ως άνω αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος αυτού υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 361 του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, 4 του Π.Δ. 178/2002 σε σχέση με το χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τη συνέδεε με τους αναιρεσιβλήτους ως προς τις απαιτήσεις τους [ειδικές αμοιβές] από τα μεριδολόγια - αμοιβολόγια.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, γιατί κατά τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλομένη, ενώ δέχεται ότι στους αναιρεσίβλητους καταβάλλονταν αμοιβές πλέον των οριζομένων στις συμβάσεις εργασίας των, χωρίς υποχρέωση από αυτές ή το νόμο, προερχόμενες είτε από τους προσωπικούς τους ασθενείς είτε από τους ασθενείς <<συστήσας …>>, δηλαδή αμοιβές που δεν καλύπτονταν από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των και δεν ήταν σταθερές και παρότι δέχεται επικαλούμενη συγκεκριμένη σύμβαση [της δεύτερης ενάγουσας] ότι σε αυτήν αναγράφετο ότι κάθε παροχή που θα δίδεται από το Ίδρυμα στον ιατρό επί πλέον του νομίμου μισθού του και επί πλέον των οριζομένων στο άρθρο 4 [που αφορά τις μηνιαίες αποδοχές] χωρίς υποχρέωση από τον Νόμο ή τη σύμβαση, αυτή θα θεωρείται οικειοθελής παροχή, εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι οι παροχές αυτές είχαν τον χαρακτήρα μισθού, έστω και αν δεν καταβάλλονταν από την εργοδότρια εταιρεία, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω αν οι συμφωνίες αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ή είχαν τον χαρακτήρα άλλων συμβάσεων με επιχειρήματα σχετιζόμενα με την παραδοχή ή μη των οφειλών εκ μέρους του Νοσοκομείου και το ύψος αυτών, ασχέτων προς την έννομη σχέση από την οποία προέρχονταν και η οποία είναι καθοριστική για την ευθύνη της αναιρεσείουσας.
Επί πλέον, στις ως άνω παραδοχές δεν περιέχονται αιτιολογίες σχετικές με τη δέσμευση και εποπτεία της εργοδότριας ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας σε σχέση με τις ειδικές αμοιβές των προσωπικών ασθενών και των ασθενών <<συστήσας …>> προκειμένου να κριθεί αν οι αμοιβές αυτές είχαν τον χαρακτήρα μισθού.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι εκ του αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ'ουσίαν.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η από 26.7.2021 αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται ως άνω, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, ενώ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους, ως ειδικότερα στο διατακτικό [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Εξ άλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού [ΑΠ 113/2019]. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, συνάγεται ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 324, 325 αριθ. 1 ΚΠολΔ και 486 ΑΚ προκύπτει ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων, όπως είναι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη μεταξύ του δανειστή και ενός από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες (ΑΠ 22/2004).
Συνεπώς, επί οφειλής εις ολόκληρον υπάρχει παθητική ομοδικία μεταξύ των συνεναγομένων συνοφειλετών και το δεδικασμένο που δημιουργείται για τον ένα από αυτούς δεν ισχύει, κατ' αρχήν, και για τους άλλους (ΑΠ 740/2000). Από το συνδυασμό, όμως, των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ειδικός διάδοχος του διαδίκου, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 714/2013). Αντιθέτως, το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων πριν την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκειά της (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 2009/2013). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που κατέστη συνοφειλέτης ως ειδικός διάδοχος αρχικού συνοφειλέτη, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε με τον αρχικό συνοφειλέτη, παρά την υφιστάμενη μεταξύ τους παθητική εις ολόκληρον ενοχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο [ΑΠ 575/2019].
Β] Περαιτέρω, όσον αφορά την από 9.6.2021 αίτηση αναιρέσεως, της οποίας οι λόγοι [πρώτος, δεύτερος και τέταρτος] αναφέρονται στην παραγραφή των αξιώσεων που προέρχονται από μεριδολόγια - αμοιβολόγια, την ευθύνη του διαδόχου εργοδότη από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του π.δ. 178/2002, το χρόνο έναρξης αυτής, τη διακοπή της παραγραφής λόγω αναγνώρισης των απαιτήσεων άλλως λόγω αναγγελίας των απαιτήσεων στον πλειστηριασμό του <<...>>, παρέλκει η έρευνά τους, αφού απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη κρίσης του Δικαστηρίου της παραπομπής επί της ουσίας, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Γι αυτό οι ως άνω λόγοι πρέπει ν'απορριφθούν. Oμοίως, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων επικαλείται δέσμευση του Δικαστηρίου από το δεδικασμένο προηγούμενης της υπ'αριθ. 254/2016 αμετάκλητης δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί αγωγής του, κατά της αρχικής εργοδότριας με αίτημα την καταβολή των ειδικών αμοιβών [από μεριδολόγια και αμοιβολόγια], ως προερχομένων από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και γεννημένων έως τον χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης [1.11.2014], από παροχή εξαρτημενης εργασίας, αφού κατά τη βάση της αγωγής επί των άρθρων 648 επ. ΑΚ, προηγείται η κρίση περί υπαγωγής ή μη των απαιτήσεων αυτών στην προστατευτική διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 178/2002.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ως άνω αίτηση και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ], ως ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 26.7.2021 και 9.6.2021 αιτήσεις.
Δέχεται την από 26.7.2021 αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5501/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας στους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια [2.300] ευρώ.
Απορρίπτει την από 9.6.2021 [ημερ.καταθ.] αίτηση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στους αναιρεσείοντες, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια [1.800] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ