Supreme Court allows appeal against appellate court decision due to failure to consider evidence proving corporate succession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding a procedural error in the lower court's handling of evidence. The appellants submitted documents proving the defendant company had absorbed a predecessor entity, yet the appellate court failed to explicitly address this proof of corporate succession. Consequently, the court ruled that the appellate court erred under Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 324, 325(1) and 486 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appellate court commits a procedural error if it fails to explicitly address and evaluate evidence submitted by the parties that is relevant to the substantive issues of the case, thereby preventing a clear finding of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 575 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 575/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. Μ., κατοίκου ... και 2) Α. Χ. Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...Σ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κάτω Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Γεράσιμο Απέργη και 2) Κωνσταντίνο Παπαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-10-2007 και 7-12-2007 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4162/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 30-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 324, 325 αριθ. 1 ΚΠολΔ και 486 ΑΚ προκύπτει ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων, όπως είναι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη μεταξύ του δανειστή και ενός από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες (ΑΠ 22/2004).
Συνεπώς, επί οφειλής εις ολόκληρον υπάρχει παθητική ομοδικία μεταξύ των συνεναγομένων συνοφειλετών και το δεδικασμένο που δημιουργείται για τον ένα από αυτούς δεν ισχύει, κατ' αρχήν, και για τους άλλους (ΑΠ 740/2000). Από το συνδυασμό, όμως, των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ειδικός διάδοχος του διαδίκου, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 714/2013).
Αντιθέτως δε, το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων πριν την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκειά της (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 2009/2013). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εκείνος που κατέστη συνοφειλέτης ως ειδικός διάδοχος αρχικού συνοφειλέτη, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε με τον αρχικό συνοφειλέτη, παρά την υφιστάμενη μεταξύ τους παθητική εις ολόκληρον ενοχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος".
Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.
Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".
Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την αντίστοιχη 98/50/ΕΚ, με την οποία επιχειρήθηκε, μεταξύ άλλων να διευκρινιστεί με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ η νομική έννοια της μεταβίβασης της επιχείρησης, να προβλεφθεί ρητά η εφαρμογή της στις ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από τις αρνητικές συνέπειες της μεταβίβασης της επιχείρησης.
Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ) με ευρύ τρόπο.
Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά: απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κλπ] Συλλογή 1987 σ. Ι-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. Ι-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ.
Ι-2745). Προς προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία εκδόθηκε το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων...", οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω π.δ/τος, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος".
Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.
Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 259/2006).
Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1850/2006).
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ.
κλπ (ΑΠ 647/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα.
Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006). Ενόψει αυτών, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 14/2012).
Μεταβιβάζεται, δηλαδή, το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008), ο οποίος έτσι καθίσταται ειδικός διάδοχος αυτού. Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1154/1998).
Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος 178/2002 και του ν. 2112/1920, προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι' αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, "πλάσμα δικαίου", με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (ΑΠ 995/2017).
Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη διασπά την κατά το άρθρο 479 ΑΚ αρχή της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση και καθιερώνει και για αυτόν απεριόριστη ευθύνη έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών. Σύμφωνα, όμως, με το ίδιο ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011).
Καθιερώνεται δηλαδή, για τις ανωτέρω υποχρεώσεις, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη (άρθρ. 481 ΑΚ), η οποία, όμως, εφόσον η υποχρέωση του νέου εργοδότη επέρχεται λόγω ειδικής διαδοχής στην υφιστάμενη υποχρέωση του παλαιού, δεν αποκλείει εννοιολογικά, ενόψει της διάταξης του άρθρου 486 ΑΚ, την ειδική διαδοχή στην υποχρέωση και, συνακόλουθα, την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 325 και 919 ΚΠολΔικ, η εκδοθείσα σε βάρος του παλαιού δικαστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο και μπορεί να εκτελεστεί και κατά του νέου εργοδότη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 726/2017, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1060/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της 250/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των Μ. Μ. και Α. Λ. (ήδη καθών η ανακοπή....) [αναιρεσειόντων] και της Ανώνυμης Αεροπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "...
SA", σχετικά με απαιτήσεις των πρώτων κατά της δεύτερης, για εργασία που παρείχαν σε αυτήν το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και τον μήνα Ιούλιο του έτους 2000, επιδικάστηκαν τελεσίδικα υπέρ αυτών (εργαζομένων) και σε βάρος της άνω εταιρίας το ποσό των 19.595.457 δρχ. για τον πρώτο αυτών και το ποσό των 18.959.437 δρχ.
για τον δεύτερο, νομιμοτόκως. Με την από 1-10-2007 επιταγή προς εκτέλεση στο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω απόφασης, οι ανωτέρω εργαζόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι η εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε" (ανακόπτουσα...) [αναιρεσίβλητη] έχει άμεση ευθύνη κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ΠΔ 178/2002 και του άρθρου 3 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα οφειλόμενα ποσά, καθόσον προέβη σε εξαγορά της αρχικής εργοδότριας οφειλέτριας κατά ποσοστό 99,29% από τον Νοέμβριο του έτους 1999 μέχρι το έτος 2001, οπότε και αφαιρέθηκε η άδεια λειτουργίας αερομεταφορέα της οφειλέτριας εταιρίας από την ΥΠΑ, ενώ και οι δύο εταιρίες, η μεν οφειλέτρια από το έτος 1995, η δε εξαγοράσασα αυτήν από το Μάιο του 1999 ασκούσαν παράλληλα την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα,...., και συνέχισαν την ίδια δραστηριότητα και μετά την εξαγορά της πρώτης από τη δεύτερη, εμφανιζόμενες από 19-11-1999 ως συνεργαζόμενες ανεξάρτητες αεροπορικές εταιρίες, έτσι ώστε η δεύτερη εταιρία να απορροφήσει σιγά - σιγά την πρώτη μέχρι το έτος 2001 που της αφαιρέθηκε η άδεια λειτουργίας αερομεταφορέα, καθώς επίσης να απορροφήσει τυπικά και ουσιαστικά το ενεργητικό της ...., ενώ από το έτος 2004 εμφανίζεται η οφειλέτρια εταιρία ως θυγατρική στους ισολογισμούς της εταιρίας ...
ΑΕ (αναιρεσίβλητης) και κατά τα έτη 2004 και 2005 φέρεται να παρέχει στην μητρική υπηρεσίες, επεδίωξαν να υποχρεωθεί η άνω εταιρία να καταβάλει στον μεν πρώτο το ποσό των 123.589,82 ευρώ, στο δε δεύτερο το ποσό 116.014 ευρώ και συνολικά το ποσό των 239.603,82 ευρώ. .... Η εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ στις 28-12-1999 εξαγόρασε από την εταιρία ...
ΑΕ πακέτο μετοχών της αεροπορικής εταιρίας ... SA, και συγκεκριμένα 282.000 μετοχές, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 84,18% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, εργοδότριας των Μ. Μ. και Α. Λ.. Από μόνη δε τη συμμετοχή της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία ... ΑΕ, στο κεφάλαιο της εργοδότριας εταιρίας, με την επωνυμία ...
και τον διακριτικό τίτλο ..., με την απόκτηση του μετοχικού ελέγχου αυτής, λόγω κατοχής από μέρους της ποσοστού 84,18% των μετοχών της, έτσι ώστε να μεταβάλλονται μόνο τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία της εργοδότριας εταιρίας, χωρίς όμως να μεταβάλλεται η ίδια (η εργοδότρια), δεν υφίσταται αλλαγή του φορέα της επιχείρησης, εφόσον με την αγορά των μετοχών της άνω εταιρίας δεν επήλθε μεταβολή του νομικού προσώπου της εργοδότριας εταιρίας, ώστε η εξαγοράσασα να καθίσταται διάδοχος της αρχικής εργοδότριας και να είναι συνυπεύθυνη με αυτήν (την αρχική εργοδότρια) εις ολόκληρον για την πιστή τήρηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους τόσον κατά τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002 όσο και του άρθρου 479 ΑΚ ....
Εξάλλου, .... δεν αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ (αναιρεσίβλητη) συμμετείχε ως διάδικος στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκε η άνω απόφαση, έτσι ώστε να δεσμεύεται από το δεδικασμένο της άνω απόφασης και να δύναται η απόφαση αυτή να εκτελεστεί σε βάρος της, ούτε ότι αυτή κατέστη οιονεί διάδοχος της εναγομένης εταιρίας με συγχώνευση ή απορρόφηση ....
έτσι ώστε να δεσμεύεται από το δεδικασμένο της προαναφερθείσας απόφασης, και να δύναται να χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της. Τέλος, δεν πρόκειται για ειδική διάδοχο της εργοδότριας στην υφιστάμενη εργασιακή σχέση μεταξύ της τελευταίας και των καθών η ανακοπή, έτσι ώστε να δεσμεύεται αυτή από το δεδικασμένο της άνω απόφασης και να δύναται να χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της.
Όμως, και σε περίπτωση τυχόν εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 178/2002 ή του άρθρου 479 ΑΚ, δεν δύναται να εκτελεστεί η άνω απόφαση σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία ... ΑΕ, αφού, με βάση τις διατάξεις αυτές, δημιουργείται σωρευτική αναδοχή χρέους μεταξύ του μεταβιβάσαντος την επιχείρηση εργοδότη και του αποκτώντος και συνακόλουθα παθητική εις ολόκληρον ενοχή, έτσι ώστε, ....
η δέσμευση ενός εκ των τυχόν εις ολόκληρον οφειλετών από το δεδικασμένο να μη δύναται να δεσμεύει τους λοιπούς εις ολόκληρον ενεχόμενους, πολλώ δε μάλλον αν δεν ήσαν διάδικοι στη δίκη, από την οποία δημιουργήθηκε το δεδικασμένο, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτή την άνω ανακοπή και ακύρωσε την από 1-10-2007 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 250/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από το παρόν δικαστήριο, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι της ένδικης έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 4 ΠΔ 178/02 και την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και ότι ....
κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δέχθηκε ότι η εξαγοράσασα εταιρία απορρόφησε την αρχική εργοδότρια των εκκαλούντων δια της απορροφήσεως ουσιαστικά και τυπικά ολόκληρου του ενεργητικού της, και δη των ναύλων, της πελατείας, των μισθωμένων αεροπλάνων και του εργατικού δυναμικού και κατέστη θυγατρική της το έτος 2005, έχοντας τον έλεγχο αυτής, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, με επάλληλη αιτιολογία, την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει δεκτή την ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια αιτιολογία, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 178/2002, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε μόνον την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας "...", χωρίς να απορροφήσει αυτήν με την ενσωμάτωση, ουσιαστικά και τυπικά, ολόκληρου του ενεργητικού της, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη και, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη, εφόσον δεν κατέστη ειδικός διάδοχος της πιο πάνω εταιρείας, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης κατά της τελευταίας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 4 του π.δ/τος 178/2002, καθόσον το Εφετείο απαίτησε για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή τους, και ειδικότερα την πρόσθετη αρνητική προϋπόθεση να μην έχει εξαγοραστεί από την αποκτώσα εταιρεία η πλειοψηφία των μετοχών της μεταβιβάζουσας, είναι αβάσιμος.
Όσον αφορά, όμως, την επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης στην αναιρεσίβλητη και συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4 του π.δ/τος 178/2002, και πάλι δεν δύναται να εκτελεστεί η ως άνω υπ' αριθμ. 250/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 178/2002, αφού, όπως αναφέρθηκε, σε περίπτωση μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη, ο νέος εργοδότης τυγχάνει ειδικός διάδοχος του παλαιού σε όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού και, συνεπώς, εφόσον η μεταβίβαση έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας ή και μετά το πέρας αυτής, δεσμεύεται από το δεδικασμένο και η εκδοθείσα σε βάρος του παλαιού τελεσίδικη δικαστική απόφαση μπορεί να εκτελεστεί και κατά του νέου εργοδότη.
Επί πλέον δε, το Εφετείο παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις του άρθρου 325 ΚΠολΔ, με το οποίο καθορίζονται τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος από τον αρ. 1 και ως προς το δεύτερο σκέλος (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του) από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 516/16).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 59 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη νομίμως προταθέντος πραγματικού ισχυρισμού τους, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι τόσο με την επιταγή προς εκτέλεση τη πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, όσο και με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό, προέβαλαν τον ισχυρισμό, τον οποίο παραδεκτά επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ότι η αναιρεσίβλητη έχει καταστεί διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", δεδομένου ότι το έτος 1999 αγόρασε ποσοστό 84,18% και μέχρι το έτος 2001 ποσοστό 99,29% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, ενώ στη συνέχεια απορρόφησε ουσιαστικά και τυπικά ολόκληρο το ενεργητικό της και κυρίως το σύνολο των δρομολογίων, της πελατείας και της φήμης, των μισθωμένων αεροπλάνων και του εργατικού δυναμικού της ανωτέρω εταιρείας, της οποίας το έτος 2001 αφαιρέθηκε η άδεια λειτουργίας της, με ολοκλήρωση της απορρόφησης το έτος 2005, προς απόδειξη δε του ανωτέρω ισχυρισμού τους προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νομίμως τα αναφερόμενα αναλυτικά στο δικόγραφο της αναίρεσης έγγραφα, από τα οποία αποδεικνυόταν πλήρως, όπως ισχυρίζονται, ο ισχυρισμός τους και τα οποία, όμως, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη αυτά, θα δεχόταν ότι ο ισχυρισμός τους αυτός είναι ουσιαστικά βάσιμος και ότι η αναιρεσίβλητη είναι πράγματι διάδοχος της ανωτέρω εταιρείας και, έτσι, θα οδηγείτο στην απόρριψη της ανακοπής της.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να αποδείξουν το πιο πάνω βασικό ισχυρισμό τους προσκόμισαν νομίμως στο Εφετείο, πλην άλλων, και τα εξής έγγραφα: "γ.- Έντυπο με επιγραφή Ιστορική Αναδρομή από την επίσημη ιστοσελίδα της αναιρεσίβλητης. δ.- Την από 1.4.2000 σύμβαση αεροπορικής μίσθωσης, ε.- Ισολογισμούς της ...
των ετών 2003-2006. στ.- Απόσπασμα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της 31.12.2006 της αναιρεσίβλητης. ... η.- Το υπ' αριθμ. πρωτ. ΥΠΑ/Δ2/Α-Γ/5198 έντυπο της Υπηρεσίας Πολιτικής αεροπορίας με θέμα την ένταξη αεροσκαφών ATR72 στο AOC της ..., θ.- Έντυπο του Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης με θέμα ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΔΗΛΩΤΙΚΟΥ ΦΟΡΤΩΣΗΣ, Το από 28-2-2001 Πιστοποιητικό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου και αντίγραφο του Πρακτικού της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "...
ΑΕ" της 28 ης Αυγούστου 2000". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ουδεμία μνεία ή σχολιασμό κάνει για τα τεκμήρια που συνάγονται από τα προαναφερόμενα έγγραφα, στα οποία, μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος για ενσωμάτωση της εταιρείας της ... στην αναιρεσίβλητη, η οποία στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της χαρακτηρίζει αυτήν ως θυγατρική εταιρεία, και από τα οποία προκύπτει εκμίσθωση αεροσκαφών της ίδιας ως άνω εταιρείας στην αναιρεσίβλητη.
Με την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, ενώ βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, εν τούτοις, από το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία μάλιστα, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους, έχουν αξιόλογη αποδεικτική βαρύτητα.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ` ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 41/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ