Legislator Case Law & Legislation
188/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of claim due to statutory limitation period expiration. The State's appeal is rejected because the claim was not barred by the law.

Case Number 188/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision to reject a compensation claim as inadmissible. The State argued the claim was time-barred, but the Court ruled that the statutory provision allowing automatic revocation of expropriation does not grant the State a right to rely on this bar against the claimant. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 11 para. 3 of Law 2882/2001; Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure: The automatic revocation of expropriation does not constitute a valid ground for inadmissibility when raised by the State against a compensation claim, as the provision does not confer a right of defense upon the State.

Keywords

AI generated
automatic revocation expropriation compensation inadmissibility statutory limitation State defense rights Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 11 para. 3 of Law 2882/2001
Art. 39 para. 3a of Law 4024/2011
Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 188 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 188/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Πουλάκο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …..18) κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της Μ. χας Μ. Μ., το γένος Γ. Κ. (8η), που δεν παραστάθηκε, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Πισσάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 2-11-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 27-10-2021 κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε ότι η Μ. χα Μ. Μ., το γένος Γ. Κ. (8η), απεβίωσε στις 5-6-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α) Α. συζ. Μ. Λ., το γένος Μ. Μ., β) Γ. Μ. του Μ. και γ) Κ. Μ. του Μ., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1812/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το από 9.6.2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει ο Ληξίαρχος του Δήμου ..., Νομού Αττικής, 2) το από 15.6.2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ως άνω Δήμου και 3) το με αριθμό 59/2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ότι στις 5.6.2021, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης από 25.9.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 843/26.9.2019 αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στον Πειραιά Αττικής, η αρχικώς όγδοη αναιρεσίβλητη Μ.

χήρα Μ. Μ., το γένος Γ. Κ., κάτοικος εν ζωή ... Αττικής, η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της, ήτοι τα τέκνα της Α. Μ. του Μ., Γ. Μ. Μ. και Κ. Μ. του Μ., οι οποίοι, με την από 30.9.2021 δήλωση, που επιδόθηκε νομίμως στον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, γνωστοποίησαν τον θάνατο της προαναφερθείσας αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βιαίως λόγω του θανάτου αυτής, δήλωσαν δε στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια της νομίμως παρισταμένης, εκπροσωπούσας και αυτούς, πληρεξουσίας δικηγόρου τους την συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από το αναιρεσείον και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς αυτές.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δεσμεύσεως που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.

Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτριώσεως που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημιώσεως, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.

Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (Α.Π. 1132/2003).

Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμισι έτους.

Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/ 2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως μέχρι τις 31.12.2012.

Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Τεύχος Α/27-10-2011), διατάξεως παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτριώσεως και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με την συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους (βλ.

σελ. 23 της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου 4024/2011), οι οποίοι και μόνο, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πάντως, με τις προεκτεθείσες διατάξεις ενεργοποιείται πλέον η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερομένου για την διατήρηση της απαλλοτριώσεως ιδιοκτήτη.

Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημιώσεως, αποκλείοντας στον καθ' ου την δυνατότητα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, στους τόκους υπερημερίας που θα οφείλοντο σε περίπτωση εγέρσεως, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημιώσεως, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακηρύξεως της απαλλοτριώσεως και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδας, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής εκθέσεως (Α.Π. 275/2016).

Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρυθμίσεως καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από την δημοσίευση της αποφάσεως προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από την λήξη της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημιώσεως, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημιώσεως, την σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για την διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.

Η απόφαση της διοικήσεως για διατήρηση της απαλλοτριώσεως, κατ' εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στην διακριτική της ευχέρεια, με βάση το δημόσιο συμφέρον και την σκοπιμότητα του έργου. Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από τον θιγόμενο ιδιοκτήτη δηλώσεως για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτριώσεως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, χωρίς, πάντως, να τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα, οπότε θα ισχύει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ.

α' του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και ε) αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη), ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της ως άνω δηλώσεως απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξεως για την άρση της απαλλοτριώσεως, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ.ΑΠ 7/2007).

Ωστόσο, η προαναφερόμενη αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η απαλλοτρίωση (που κηρύχθηκε σε βάρος του) επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, εξαιτίας της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι όμως και από εκείνον υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 12/2018, 7/2007).

Κατά συνέπειαν, η προθεσμία αυτή (του ενός έτους από την παρέλευση της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας) ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε οριστικά, ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρελεύσεώς της, επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως από την πιο πάνω αιτία για τον δικαιούχο, που όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδικάσεως της εν λόγω αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (Ολ.Α.Π. 12/2018, βλ.

και Ολ.Α.Π. 7/2007, Α.Π. 1630/2018, Α.Π. 498/2017, Α.Π. 754/2011, Α.Π. 1305/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/ 2012 (ΦΕΚ 82/Τεύχος Α/10-4-2012) προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νόμιμα, κατ' εφαρμογήν της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημιώσεως.

Στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012 προσδιορίζεται ποιες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9). Στις τελευταίες αυτές διατάξεις, δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 και, επομένως, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως εξυπηρετεί μόνο το συμφέρον του καθ'ου, γίνεται τελικά δεκτό ότι μόνο από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 12/2018, Α.Π. 810/2020, Α.Π. 414/2020, Α.Π. 1630/2018).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, υπ' αριθμ. 1812/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 10700/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί αιτήσεως των αιτούντων και ήδη εφεσίβλητων κατά του καθού η αίτηση και ήδη εκκαλούντος με βάση α) την υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων που κηρύχτηκε με την υπ' αριθμ. 1065857/5771/ Δ0010/31-7-2003 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Αμύνης (ΦΕΚ 875Δ/2003) β) τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα και γ) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αναγνώριση των αιτούντων ως δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημίωσης και ειδικότερα 1) την υπ' αριθμ. 799/2009 απόφαση ως προς την πρώτη αιτούσα για τις υπ' αριθμ. 1 και 2 ιδιοκτησίες της, 2) την υπ' αριθμ 881/2009 απόφαση ως προς το δεύτερο αιτούντα για τις υπ' αριθμ. 3 και 6 ιδιοκτησίες του και ως προς την τρίτη αιτούσα για την υπ' αριθμ. 9 ιδιοκτησία της, 3) την υπ' αριθμ 301/2010 απόφαση ως προς την τέταρτη αιτούσα για την υπ' αριθμ. 5 ιδιοκτησία της, 4) την υπ' αριθμ 592/2009 απόφαση ως προς τον πέμπτο αιτούντα για την υπ' αριθμ. 16 ιδιοκτησία του, 5) την υπ' αριθμ 559/2011 απόφαση ως προς τους έκτο και έβδομη των αιτούντων για την υπ' αριθμ. 23 ιδιοκτησία (κατά ποσοστό 1/6 έκαστος), 6) την υπ' αριθμ 99/2011 απόφαση ως προς την όγδοη αιτούσα για την υπ' αριθμ. 54 ιδιοκτησία της, 7) την υπ' αριθμ 936/2009 απόφαση ως προς την ένατη αιτούσα (κατά ποσοστό 2/8), τη δέκατη αιτούσα (κατά ποσοστό 3/8) κα την ενδέκατη αιτούσα (κατά ποσοστό 3/8) για την υπ' αριθμ. 25 ιδιοκτησία τους, 8) την υπ' αριθμ 155/2010 απόφαση ως προς το δωδέκατο αιτούντα για μέρος της υπ' αριθμ 26 ιδιοκτησίας και ως προς τους δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο των αιτούντων για έτερο μέρος της πιο πάνω ιδιοκτησίας (κατά ποσοστό 1/4 έκαστος), 9) την υπ' αριθμ 593/2009 απόφαση ως προς τη δέκατη έβδομη (επικαρπώτρια) και τη δέκατη όγδοη (ψιλή κυρία) για την υπ' αριθμ. 31 ιδιοκτησία τους και διατάχθηκε το καθού η αίτηση να καταβάλει στην πρώτη αιτούσα το ποσό των 249.033,35 ευρώ, στο δεύτερο αιτούντα το ποσό των 420.820 ευρώ, στην τρίτη αιτούσα το ποσό των 400.880 ευρώ, στην τέταρτη αιτούσα το ποσό των 51.540 ευρώ, στον πέμπτο αιτούντα το ποσό των 724.190,80 ευρώ, στον έκτο αιτούντα και στην έβδομη αιτούσα το ποσό των 114.234,17 ευρώ στον καθένα, στην όγδοη αιτούσα το ποσό των 164.008 ευρώ, στην ένατη αιτούσα το ποσό των 30.082,50 ευρώ, στη δέκατη και στην ενδέκατη των αιτούντων ποσό των 45.123,75 ευρώ στην καθεμία, στο δωδέκατο αιτούντα το ποσό των 162.801,70 ευρώ, στους δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο των αιτούντων το ποσό των 9.899,58 ευρώ στον καθένα και στη δέκατη έβδομη αιτούσα και στη δέκατη όγδοη αιτούσα το ποσό των 741.080 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες με την από 10-2-2012 με αριθμ. πρωτ. 1028200/16-2-2012 αίτηση τους προς το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν δήλωσαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 παρ. 3 του ν. 4024/2011, ότι επιθυμούν τη διατήρηση της προαναφερθείσας απαλλοτριώσεως και την καταβολή της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο υποβολής στις 16-12-2012 της προαναφερθείσας αίτησης με την οποία οι αιτούντες δήλωναν στο ανακόπτον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι επιθυμούσαν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως είχε ήδη επέλθει η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως αφού είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα ενάμισι έτους από τη δημοσίευση στις 18-5-2009 της υπ' αριθμ. 444/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, χωρίς μέσα σ' αυτό να συντελεστεί η απαλλοτρίωση.

Επί του αιτήματος αυτού δεν απάντησε το υπέρου η απαλλοτρίωση και υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης και ήδη εκκαλούν. Με τον πρώτο και τον τρίτο των λόγων της ανακοπής του το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν ισχυρίσθηκε ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 3 και 4 και 7 παρ. 3 του ν. 2882/2001 συνάγεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως εφόσον δεν συντελέσθηκε εντός της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, και ότι με αυτό τον τρόπο η άρση της απαλλοτρίωσης επήλθε αυτοδικαίως χωρίς να καταλείπεται στη βούληση του υπέρου ή των καθών η απαλλοτρίωση η δήλωση της επιθυμίας συνέχισης της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο/ με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτους τους πιο πάνω λόγους ανακοπής με την αιτιολογία ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημίωσης μέσα στις οριζόμενες προθεσμίες αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον των καθών η απαλλοτρίωση για να μην παραμείνει η κηρυχθείσα σε βάρος τους απαλλοτρίωση επί μακρόν χρονικό διάστημα και μετέωρη προς βλάβη των συμφερόντων τους, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας τους, μπορούσε μόνο να προταθεί από αυτούς και όχι από το ανακόπτον υπέρ του οποίου είχε κηρυχθεί η απαλλοτρίωση.

Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους προαναφερθέντες λόγους ανακοπής του περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως. Πλην όμως ο λόγος αυτός της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η, προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 39 παρ. 3α ν. 4024/2011, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στο υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσας σχετικής αποζημίωσης εκκαλούν-ανακόπτον, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτος ο, προς αντίκρουση της σχετικής αξίωσης των δικαιούχων της αποζημιώσεως εφεσιβλήτων-καθών η ανακοπή προβαλλόμενος κατά της σχετικώς εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, λόγος ανακοπής, όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, επικυρώνοντας ακολούθως την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.

Η παραπάνω κρίση, δεν αναιρείται από το ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν είχε εκδοθεί από την αρμόδια αρχή του εκκαλούντος απόφαση περί αποδοχής της δηλώσεως των αιτούντων για διατήρηση της απαλλοτριώσεως που υποβλήθηκε με την από 16-12-2012 αίτηση τους, αφού, και στην περίπτωση αυτή η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, που προϋποθέτει την επίκληση της ήδη επελθούσας αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτριώσεως, καθίσταται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, απαράδεκτη.

Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν μπορεί να θεμελιωθεί, ούτε στη διάταξη του άρθρου 131 του ν. 4070/2012, με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001 και ορίστηκε ότι "εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης", καθόσον και η εν λόγω ρύθμιση, η οποία καθιστά παραδεκτή την προβολή της αυτοδικαίως επελθούσας άρσης της απαλλοτρίωσης ως αμυντικού ισχυρισμού του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υποχρέου προς καταβολή της αποζημίωσης για την αντίκρουση σχετικής αγωγής του καθ' ου η απαλλοτρίωση προς επιδίκαση της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ως λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε προς ικανοποίηση της απαίτησης αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 146 παρ. 1 του ως άνω νόμου (4070/12), στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος αυτού (10-4-2012) και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής στη ένδικη περίπτωση κατά την |οποία η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε πριν από την 10-4-2012 (ΑΠ 498/2017 οπ).

Περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση αποζημίωσης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής αποσβέσθηκε, με' την αυτοδίκαιη ανάκληση της επίδικης απαλλοτρίωσης, που επήλθε με τη συμπλήρωση του δεκαοκτάμηνου από της ημερομηνίας που δημοσιεύτηκε (18-5-2009) η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (444/2009) για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, χωρίς μέσα στο δεκαοκτάμηνο αυτό να καταβληθεί ή να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η προσωρινώς καθορισμένη αποζημίωση, δεν προβάλλεται παραδεκτά από το υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεο για καταβολή της αποζημίωσης, γιατί δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να τον προτείνει καθότι, η αυτοδίκαιη άρση (ανάκληση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, λόγω μη καταβολής ή μη παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημιώσεως που ορίστηκε μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τις διατάξεις αυτές, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και μπορεί δε να προταθεί μόνο από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση, και όχι τον υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως (ΑΠ 498/2017 οπ).

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος". Το Εφετείο, δηλαδή, έκρινε ότι το υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση και υπόχρεο για την καταβολή της αποζημιώσεως, ανακόπτον, ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν ενομιμοποιείτο να προτείνει τον ισχυρισμό περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων (λόγω μη συντελέσεώς της, επειδή δεν είχε λάβει χώρα η καταβολή ή η παρακατάθεση της αποζημιώσεως εντός της προβλεπόμενης από το νόμο δεκαοκτάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 444/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί προσωρινού καθορισμού αποζημιώσεως), με συνέπεια να έχει αποσβεστεί η προς είσπραξη της παραπάνω αποζημιώσεως αξίωση των καθ' ων η ανακοπή - ήδη αναιρεσιβλήτων.

Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως μόνον από τους καθ' ων η απαλλοτρίωση, ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ήδη αναιρεσίβλητους μπορεί να προταθεί, οι οποίοι, όχι μόνον δεν την επικαλέστηκαν, αλλά, αντίθετα, εξέδωσαν, για την ικανοποίηση της σχετικής αξιώσεώς τους, την προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή υπ' αριθμ. 10700/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενέργεια από την οποία συνάγεται σαφώς η βούλησή τους να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίστηκε προς το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ως μη γενομένη.

Επιπλέον, έκρινε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/2012, η οποία αναφέρεται μόνον στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του (10.4.2012) και εφεξής και όχι στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, που κηρύχθηκε πριν από την 10.4.2012.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας οικείες νομικές διατάξεις, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Επίσης από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου συνάγεται ότι τα περιστατικά, που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ήταν δε επαρκή για την επιστήριξη του πορίσματός του, ως προς το ότι μόνοι δικαιούμενοι να προτείνουν την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως είναι οι καθ' ων η απαλλοτρίωση, ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ήδη αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Η αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση των διαδίκων, ως εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης ως προς συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση της παροχής δικαστικής προστασίας και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μη της εν λόγω προϋποθέσεως, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω των λόγων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τους οποίους αναίρεση επιτρέπεται, κατά τον πρώτο, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, κατά δε τον δεύτερο, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, και όχι μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος αφορά ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαίωμα και απαράδεκτα του δικονομικού δικαίου, που ανάγονται δηλαδή στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη και, αναφορικώς προς την νομιμοποίηση, τυγχάνει εφαρμογής, μόνο εάν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου, οπότε κατ' άρθρα 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1688/2018, ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 772/2014). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, τον ισχυρισμό του ότι η απαίτηση αποζημιώσεως, για την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή του διαταγή πληρωμής, αποσβέστηκε με την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, που επήλθε με τη συμπλήρωση του δεκαοκτάμηνου από της ημερομηνίας που δημοσιεύτηκε (18-5-2009) η υπ' αριθμ. 444/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, χωρίς μέσα στο δεκαοκτάμηνο αυτό να καταβληθεί ή να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η προσωρινώς καθορισμένη αποζημίωση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και εκ του αριθμού 14, όπως εσφαλμένα διατείνεται το αναιρεσείον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθ. 39 παρ. 3α ν. 4024/2011, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στο υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσας σχετικής αποζημιώσεως αναιρεσείον -ανακόπτον, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτος ο προς αντίκρουση της σχετικής αξιώσεως των δικαιούχων της αποζημιώσεως αναιρεσιβλήτων -καθ'ων η ανακοπή, προβαλλόμενος κατά της σχετικώς εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, λόγος της ανακοπής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.9.2019 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 843/2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1812/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ