Legislator Case Law & Legislation
1887/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague factual assumptions and lack of legal basis in labor dispute. Appeal rejected for insufficient grounds.

Case Number 1887/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's labor judgment. The appellant argued the lower court violated substantive labor laws and failed to provide a legal basis for its decision. The court rejected these claims because the appeal petition lacked clear factual assumptions and did not cite the specific substantive laws allegedly violated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must clearly and fully state the substantive assumptions of the challenged decision and the specific substantive laws violated, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible appeal petition substantive assumptions legal basis requirement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(3) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 7(1) of Law 2112/1920
Articles 57, 59, 281, 288, 299, 330, 361, 648, 652, 672, 914 and 932 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1887 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1887/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου με την επωνυμία "…" (…), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 871/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6540/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 21-5-2020 αίτησή του και τους από 6-7-2020 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 1122/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 1933/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 10-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1656/149/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1933/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-11-2015 αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου αθλητικού σωματείου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 7-10-1985 προσλήφθηκε από το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου στα κεντρικά γραφεία του τελευταίου αντί μηνιαίου μισθού καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές ΣΣΕ.

Ότι στις 18-12-2012, η εκλεγείσα κατά τις αρχαιρεσίες της 6-10-2012 νέα Διοίκηση του εναγομένου εξέδωσε εγκύκλιο, η οποία προέβλεπε τη μετάθεσή της στο προπονητικό κέντρο των εθνικών ομάδων, που βρίσκεται στο …, προκειμένου να εργαστεί εκεί με την ίδια ειδικότητα. Ότι η ως άνω μετακίνησή της στερούνταν κάθε υπηρεσιακής λογικής, καθώς στο εν λόγω προπονητικό κέντρο δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας υπαλλήλου γραφείου, ενώ ο χώρος ήταν παντελώς ακατάλληλος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι η μετάθεση αυτή έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, λόγω της συμμετοχής του συζύγου της, Β. Γ., ως υποψήφιου Προέδρου της Διοίκησης του εναγομένου, σε αντίπαλη παράταξη από την εκλεγείσα. Ότι με επιστολή, που απέστειλε στις 27-12-2012 προς τον τότε Πρόεδρο του εναγομένου Γ. Σ., εξέφρασε την αντίθεσή της στην ως άνω, ιδιαίτερα μειωτική για την προσωπικότητα και την υπηρεσιακή της σταδιοδρομία, μετάθεση, την οποία θεώρησε ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και επιφυλάχθηκε παντός νομίμου δικαιώματος της.

Ότι στις 24-8-2015 το εναγόμενο, υπό την επίκληση δήθεν της αναδιοργάνωσης του τμήματος εγκαταστάσεων του …, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική, διότι: α) έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας των μελών της Διοίκησης του εναγομένου λόγω της ανάμειξης του συζύγου της στις διενεργηθείσες τον Φεβρουάριο του έτους 2015 αρχαιρεσίες των αναφερόμενων στην αγωγή τοπικών Ενώσεων - μελών του εναγομένου, β) ενώ έγινε υπό την επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων, το εναγόμενο δεν έλαβε υπόψη του τα νόμιμα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια για την απόλυσή της και γ) αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, επειδή το εναγόμενο παρέλειψε να λάβει ηπιότερα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απόλυσής της.

Ότι, λόγω της ως άνω καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, υπέστη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, καθόσον δημιουργήθηκε στον εργασιακό της περίγυρο η εντύπωση ότι είναι ανεπαρκής υπάλληλος, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εξεύρει άλλη, αντίστοιχου επιπέδου, εργασία, ενώ η ως άνω δημιουργηθείσα κατάσταση είχε και άκρως δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχική υγεία της.

Ζήτησε δε, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη, ως παράνομη, η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, που επήλθε με την ως άνω μετάθεσή της, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους, όπως και πριν από την ανωτέρω μετάθεσή της, άλλως πριν από την καταγγελία, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας από 25-8-2015 έως 31-12-2015 το ποσό των 19.776,15 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτού να της καταβάλει, για την ίδια αιτία, από 1-1-2016 έως 31-12-2016 το ποσό των 59.412,92 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 871/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 20-6-2018 έφεσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 6540/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 21-5-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 6-7-2020 πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε επ' αυτών η 1122/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβληθείσα απόφαση για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επειδή διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και της καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθ. 1933/2022 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 57, 59, 281, 288, 299, 330, 361, 648, 652, 672, 914 και 932 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνον ελάχιστες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, αποσπασματικές παραδοχές αυτής.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα του τρόπου εναντίωσης της ενάγουσας στη μετάθεσή της (δεύτερος λόγος) και στο ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της (τρίτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1656/149/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1933/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ