Supreme Court dismisses appeal for deceased defendants but allows it for others, overturning lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding deceased defendants, declaring the proceedings inadmissible due to their death after the oral debate. Conversely, the court allowed the appeal for remaining defendants, overturning the lower court's decision to reject the plaintiffs' lawsuit. The ruling established that procedural acts by a deceased person are void, yet the substantive claim proceeds against surviving parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 35 of the Civil Code and 62(a) and 73 of the Code of Civil Procedure; Procedural acts initiated in the name of a deceased person are inadmissible and must be pursued by their heirs, while the death of a party after the oral debate renders the appeal inadmissible for that specific party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1886 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1886/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σιθωνίας", που εδρεύει στη Νικητή Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1….και 98) Α. Γ. του Γ., κατοίκων απάντων Δήμου Σιθωνίας Χαλκιδικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρου τους Ευαγγελία Τσιαϊλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την από 10-1-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.
Επίσης από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην εκκλητή, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 1138/2021, 45/2018, 1687/2007), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος (υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο), όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.
Ειδικότερα, εάν, κατά το χρόνο άσκησης αγωγής ή ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή, η αγωγή ή το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομα του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, εξ αιτίας έλλειψης αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.
α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/2022, 45/2018, 448/2011, 1641/2016). Αν τούτο διαλάθει της προσοχής και εκδοθεί απόφαση στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, η εκδοθείσα απόφαση είναι ως προς αυτόν ανύπαρκτη (ανυπόστατη) σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ.1 περ.δ του ΚΠολΔ, και εφόσον καταστεί "τελεσίδικη", δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (ΑΠ 533/2018, 147/2006).
Στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην περίπτωση έγερσης της αγωγής ή άσκησης ένδικου μέσου στο όνομα ήδη προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 1298/2022, 1138/2021, 533/2018, 1681/2007).
Αντιθέτως η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 533/2018, 433/2017, 86/2016).
Αν όμως αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν, κατά το χρόνο άσκησης, σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος πριν την άσκησή του απορρίπτεται κατά τα προαναφερθέντα ως απαράδεκτο.
Ακόμη, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης ή με τις προτάσεις και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, 335/2018, 21/2017, 807/2017).
Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 2014/2009, 1550/2008). Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, 382/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα και ειδικότερα Α) από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου Δ.Ε. Σιθωνίας Δήμου Σιθωνίας Νομού Χαλκιδικής προκύπτει ότι ο εξηκοστός έκτος (66ος) των αναιρεσίβλητων Γ. Κ. του Μ. είχε αποβιώσει στις 16 Φεβρουαρίου 2022, δηλαδή πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (8.6.2022) και οι κληρονόμοι αυτού:
α) Κ. Γ., μητέρα, β) Κ. Μ., πατέρας, γ) Σ. Χ., σύζυγος και δ)Κ. Α. (αδελφός) προσκόμισαν τα νομιμοποιητικά της ιδιότητας αυτών ως κληρονόμων έγγραφα και με τις από 28.3.2023, 28.3.2023, 28.3.2023, αντίστοιχες εξουσιοδοτήσεις τους παρείχαν ρητή πληρεξουσιότητα (και) στην παραστάσα κατά τη συζήτηση της αίτησης Δικηγόρο Ευαγγελία Τσιαϊλάνη για την παράσταση αυτών κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 195/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων Δήμος ήταν σε γνώση του θανάτου του 66ου των αναιρεσιβλήτων. Δεδομένου όμως, ότι οι ως άνω κληρονόμοι του 66ου των αναιρεσιβλήτων δεν δήλωσαν ως είχαν δικαίωμα, είτε κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στο ακροατήριο με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου των είτε με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση από 27.10.2023 προτάσεις τους, διακοπή και επανάληψη της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν και Β) από το από ...
απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου Δ.Ε. Τορώνης Δήμου Σιθωνίας Νομού Χαλκιδικής προκύπτει ότι ο ογδοηκοστός ένατος (89ος) των αναιρεσιβλήτων Θ. Κ. του Ν. είχε αποβιώσει στις 25.1.2019, δηλαδή πριν την άσκηση της από 10.1.2019 έφεσης που ασκήθηκε και από αυτόν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής στις 20.12.2019, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της 8.6.2022, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση από 10.1.2022, αίτηση για αναίρεση της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά του προαποβιώσαντος της άσκησής της διαδίκου Θ. Κ. του Ν. είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, αποβίωσε πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Ειδικότερα η προσβαλλομένη με αριθμό 195/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη) ως προς τον 89ο διάδικο (εκκαλούντα) και κατά συνέπεια ως προς αυτόν δεν επάγεται κανενός είδους αποτελέσματος (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 89ου των αναιρεσιβλήτων Θ.
Κ. είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης του υποκειμένου της δίκης καθόσον στρέφεται κατ'ανύπαρκτης απόφασης (ΑΠ 1138/2021). Το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων ΟΤΑ γνώριζε κατά το χρόνο κατάθεσης της άνω αίτησης αναίρεσης αυτού στις 8.6.2022, η οποία στρέφεται και κατ' αυτού, τον ως άνω θάνατο του 89ου αναιρεσιβλήτου, αφού το ζήτημα αυτό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ΟΤΑ, ενώ μάλιστα κατά τη διεξαχθείσα κατ' έφεση δίκη, αλλά και κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, όσον αφορά τον ως άνω αναιρεσίβλητο, δηλώθηκε εκπροσώπηση του θανόντος από την παραστάσα πληρεξούσια δικηγόρο, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, εφόσον δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του θανόντος, αφού δεν γεννάται ζήτημα βίαιης διακοπής της δίκης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε κατά τη συζήτηση από την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, η οποία παρέστη και για τους θανόντες.
Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΟΤΑ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 89ο των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, εφόσον ο "δικαιούχος" αυτών ως άνω 89ος των αναιρεσιβλήτων είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Με την από 10.1.2022 και με αριθμό κατάθ. 9/8.6.2022 στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων με αριθμ. 195/19.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής δικάσαντος ως Εφετείου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 10.1.2019 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 46/20.12.2019) έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 282/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 16.11.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 162/30.11.2017) αγωγή, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πολυγύρου στις 8.6.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 19.11.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επίσης, για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Σιθωνίας" και για την πρόσληψη του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010 όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο: α) η με αριθμό 309/2021 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε ο ορισμός του δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Ανδρέα Παπαρρηγόπουλου και β) η με αριθμό 295/2022 τοιαύτη και του παρασχέθηκε η εντολή να ασκήσει αναίρεση κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάσαντος ως Εφετείου, να προβεί στον προσδιορισμό δικασίμου και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση αυτής και β) τα με αριθμό 13749/20.12.2022 και 14099/30.10.2023 πληρεξούσια της Συμβολαιογράφου Νικήτης Χαλκιδικής Π.
Σ. Κ. – Π., δυνάμει του οποίου ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, Κ. Ν., παρείχε με την ιδιότητά του αυτή, την πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενη δικηγόρο για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση αυτής (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 640/2016).
Συνεπώς, η από 10.1.2022 αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 1 και 5 ότι: "1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. [...], 3. [...], 4. [...], 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1.
Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. [...], 3. [...], 4.
Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018, 1307/2019, ΑΠ 77/2022,1280/2020).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.
Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 77/2022, 899/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019, 481/2018, 668/2012).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, 3373/2015, ΑΠ 77/2022).
Ειδικότερα ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...
καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής "1.
Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.
Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.
Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους ως άνω φορείς του Δημοσίου υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους τους οποίους αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Videl, σκ. 67 και C-64/16, Assosiaco Sindicol dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 3404- 3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 77/2022,899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.
έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων ιδίως των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. (δηλαδή και των αναιρεσίβλητων) και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 77/2022, 899/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 7/2023, 1467/2022, 77/2022, 899/2021, 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, 1307/2019, 1308/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η πλήρης κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 25 παρ.1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Π.Π.Π.
της Ε.Σ.Δ.Α και ότι, ως εκ τούτου, τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και του άρθρου 16 του επακολουθήσαντος ν. 4024/2011, οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα Χριστουγέννων και στο ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας.
Και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία, στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη Χώρα μας από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που γίνεται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 16.11.2017 (με αριθμό κατάθεσης 162/30.11.2017) αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι συνδέονταν με τον εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΑ, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4024/2011).
Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και εν συνεχεία του άρθρου 16 του 4024/2011, από 1.6.2010 ο εναγόμενος - εφεσίβλητος - αναιρεσείων τους κατέβαλε το ποσό των 500 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας και από 1.1.2013, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Γ1 παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σταμάτησε να τους καταβάλει επιδόματα εορτών και αδείας.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι οι ως άνω διατάξεις, κατ' εφαρμογή των οποίων ο εναγόμενος - εφεσίβλητος - αναιρεσείων από 1.1.2013 σταμάτησε να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 2παρ.1, 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 2, και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - εφεσίβλητος - αναιρεσείων Δήμος να τους καταβάλει για επίδομα Χριστουγέννων για τα έτη 2015, 2016 και 2017, επίδομα Πάσχα για τα έτη 2016 και 2017 και επίδομα αδείας για τα έτη 2016 και 2017, τα αναγραφόμενα για τον κάθε ενάγοντα-εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο ποσά, τα οποία υπολόγισαν στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί με βάση το άρθρο 16 του ν.4024/2011 με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που καθένα από τα επιδόματα είναι απαιτητά, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Πολυγύρου, που δίκασε την υπόθεση, με τη με αριθμό 282/2018 απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη, από 16.11.2017 (με αριθμό κατάθεσης 162/2017) αγωγή, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής την από 29.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 46/2019 έφεσή τους, με την οποία, αιτιώμενοι ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας συνταγματικά επιτρεπτές τις περικοπές των αιτηθέντων επιδομάτων τους, δεν είναι νομικά ορθή, ζήτησαν αυτή να εξαφανισθεί και να γίνει δεκτή η από 16.11.2017 αγωγή τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την από 29.12.2019 έφεση και ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, τη δέχθηκε εν μέρει. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής: "Ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο [και ήδη αναιρεσείοντα] Δήμο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και αμείβονταν κατά τους ν. 3205/2003 και 4024/2011, οι δε μηνιαίες αποδοχές τους αποδείχθηκε ότι ήταν κατώτερες των 3.000 ευρώ.
Ειδικότερα, οι 1ος έως και 20ος, 25ος έως και 37ος, 64η και 65η των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων απασχολούνταν ήδη από τις 8.7.2015 και τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (βλ. την υπ' αριθ. 7773 Δ'/22.12.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Ν. Δ.), η 21η έως και 24ος, 38η έως και 40η απασχολούνταν από 4.12.2015, ο 41ος έως και 43ος από 11.7.2015, ο 44ος από 21.7.2015, ο 45ος έως και 47ος από 18.7.2015, ο 48ος και 49ος από 24.7.2015, η 50η έως και 58η απασχολούνταν από 26.7.2016, ο 59ος από 29.7.2015, ο 60ος από 12.8.2016, ο 61ος από 16.8.2016, η 62η από 22.8.2015, ο 63ος από 30.8.2016, ο 66ος έως και 68ος απασχολούνταν από 31.12.2015, ο 69ος από 14.9.2016, ο 70ος από 16.8.2016, οι 71ος έως και 93ος από 17.12.2015 και τέλος ο 94ος έως και 98ος από 2.12.2015, άπαντες με την ειδικότητα ΥΕ Εργάτης Καθαριότητας (βλ.
την υπ' αριθ. πρωτ. 4909/17.4.2018 βεβαίωση του Δήμου Σιθωνίας). Με τη διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας, και η με τον τρόπο αυτό κατάργηση των επιδομάτων αυτών, από τα οποία τα δύο πρώτα συνδέονταν με θρησκευτικές εορτές και επέτρεπαν σε κάθε Έλληνα να εορτάζει αυτές αξιοπρεπώς, ενώ το τρίτο συνδεόταν με την περίοδο των θερινών διακοπών και ομοίως εξασφάλιζε την αξιοπρεπή αντιμετώπιση των δαπανών διακοπών, είναι αντίθετη με υπερνομοθετικές διατάξεις διότι:
α) συνιστά μια υπέρμετρα αδικαιολόγητη και έτσι αντισυνταγματική ρύθμιση, επειδή θίγεται ο πυρήνας τριών (3) σημαντικών τακτικών μισθολογικών παροχών και ματαιώνεται ένα κεκτημένο δικαίωμα επί αντίστοιχου περιουσιακού τους δικαιώματος, καθόσον η περιστολή των κρατικών δαπανών οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 4 § 5 του Συντάγματος και η επιλεκτική αυτή επιβάρυνσή τους ως μισθωτών είναι αντίθετη και με τις διατάξεις των άρθρων 25 §§ 1 και 4 του Συντάγματος, όπως επίσης η κρίσιμη διάταξη είναι αντίθετη και με τις διατάξεις των άρθρων 22 §§ 2 και 4, 23 και 88, αλλά και με τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 5 § 1 του Συντάγματος, ενώ παράλληλα παραβιάζεται και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, β) προσβάλλεται ο πυρήνας του οικείου περιουσιακού δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Έτσι, ενόψει του ανίσχυρου της ανωτέρω διάταξης της υποπαραγράφου Γ.1. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά το επίδικο για τον καθένα από αυτούς χρονικό διάστημα και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έπρεπε ο εναγόμενος - αναιρεσείων Δήμος να καταβάλει στους 1° έως και 20°, 25η έως και 37°, 41° έως και 49°, 59°, 62η, 64η και 65η το συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ και ειδικότερα 500 ευρώ για δώρο Πάσχα για τα έτη 2016 και 2017 (250 x 2), 1.500 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων για τα έτη 2015, 2016 και 2017 (500 x 3) και 500 ευρώ για επίδομα αδείας για τα έτη 2016 και 2017 (250 x 2), στους 21η έως και 24°, 38η έως και 40η, 66° έως και 68°, 71° έως και 98°, το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ και ειδικότερα 500 ευρώ για δώρο Πάσχα για τα έτη 2016 και 2017 (250 x 2), 1.000 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων για τα έτη 2016 και 2017 (500 x 2) και 500 ευρώ για επίδομα αδείας για τα έτη 2016 και 2017 (250 x 2), και τέλος στους 50η έως και 58η, 60°, 61°, 63°, 69° και 70° το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ και ειδικότερα 250 ευρώ για δώρο Πάσχα για το έτος 2017, 1.000 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων για τα έτη 2016 και 2017 (500 x 2) και 250 ευρώ για επίδομα αδείας για το έτος 2017.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν". Κατόπιν αυτού, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε τη με αριθμό 282/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την από 16.11.2017 (αριθμ. καταθ. 162/30.11.2017) αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα Δήμο να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, για τις αναφερόμενες ως άνω αιτίες τα προαναφερόμενα ποσά, όπως ορίζονται και στο διατακτικό, με τον νόμιμο τόκο εκ ποσοστού επιτοκίου 6%, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, δικάζοντας ως Εφετείο, ότι δηλαδή, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι αντισυνταγματική και ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες - αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015-2017, όπως αυτά επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν 4024/2011, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία τους είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και, επομένως, και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011.
Κατόπιν τούτου ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε κατ' ουσία την από 29.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 46/2019 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων-αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 282/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 16.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 162/2017 αγωγή και, αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή τη δέχθηκε ως νόμιμη. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 10.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 46/20.12.2019 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων - αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 282/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, με την οποία, όπως ήδη λέχθηκε, απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η από 30.11.2017 αγωγή. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των εν γένει δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου Σιθωνίας, δηλαδή και εκείνων που αφορούν το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και εκείνων που αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 1207/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9/8.6.2022 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 195/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ως προς τον εξηκοστό έκτο (66ο) αναιρεσίβλητο - Γεώργιο Κασσανδρινό του Μιχαήλ.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την ως άνω αίτηση για αναίρεση της αυτής ως άνω με αριθμό 195/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ως προς τον ήδη θανόντα ογδοηκοστό ένατο (89ο) αναιρεσίβλητο - Θ. Κ. του Ν.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους τη με αριθμό 195/19.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 10.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 46/2019 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες - αναιρεσιβλήτους πλην του 89ου των αναιρεσιβλήτων, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος Δήμου, τόσο της αναιρετικής δίκης όσο και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ