Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds fall outside Article 560 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a financial institution against a first-instance judgment regarding debt forgiveness. The appellant argued the lower court incorrectly allowed debt relief requests, but the court found this argument constituted a procedural error under Article 559, paragraph 14 of the Civil Procedure Code. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the specific ground raised did not fit within the exhaustive list of permissible appeal grounds under Article 560.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Civil Procedure Code; An appeal ground not listed in the exhaustive enumeration of Article 560 is inadmissible, even if it alleges a violation of the law regarding the declaration of inadmissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1883 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1883/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. του Θ., 2) Λ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) εταιρείας με την επωνυμία "... ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας επ' ονόματι και για λογαριασμό της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", για τις απαιτήσεις της ιδίας και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", εκ των οποίων οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιρόη Μελιοπούλου, ενώ οι 3η, 4η, 5η, 6η, 7η και 8η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. ""... ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "... Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις - μη δικαιούχου διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας (...), ως ειδικής διαδόχου απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "... (...) SA" (...), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας (...), ως ειδικής διαδόχου απαιτήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για απαιτήσεις της ιδίας και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", καθώς και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "... ΑΕΠΠ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μπάσιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-7-2012 (αρ. εκθ. καταθ. 819/2012 και 820/2012) αιτήσεις των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4816/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2021 αίτησή του και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την ενώπιον του ακροατηρίου και διά των προτάσεών της ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον, ο 1ος και η 2η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 1116/6-12-2021, 1133/6-12-2021, 1107/6-12-2021, 1111/6-12-2021, 1118/6-12-2021 και 1126/6-12-2021, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π.. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 14-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22014/22/16-4-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-3-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (17-3-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4816/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της πρώτης, δεύτερης, τρίτης και έκτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έβδομης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες κατ' άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων [όπως προκύπτει από τα εισαγωγικά στοιχεία και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και παρά την από παραδρομή αναφορά στο διατακτικό της ότι δικάζει αντιμωλία (όλων) των διαδίκων]. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη, ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, η παρέμβαση που ασκείται από τις εταιρίες διαχείρισης μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, έχει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας εταιρίας διαχείρισης, να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 251/2023, ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", [όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ"], που έχει την έδρα της στην …, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ...
και της τελευταίας ("...") ως ειδικής διαδόχου απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "... (...) S.A.", με έδρα το ..., με τις από 17-3-2023 νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία "...", η οποία της έχει δώσει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να την εκπροσωπεί σε όλα τα Ελληνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου και να ασκεί αγωγές, παρεμβάσεις κ.λ.π. (βλ.
το υπ' αριθμ. ...2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Δ. Β.), άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... (...) ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (έκτης αναιρεσίβλητης), για την ίδια ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", καθώς και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.Π.Π.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (...) S.A." και της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας - έκτης αναιρεσίβλητης ("...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, δυνάμει της από 23.3.2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 4345/2015, που καταρτίσθηκε μεταξύ της έκτης αναιρεσίβλητης - ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... (...) ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ..., με την επωνυμία "... (...) S.A.", η οποία (σύμβαση) καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμό πρωτοκόλλου ...2018 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, η τελευταία απέκτησε δυνάμει πώλησης και μεταβίβασης τις απαιτήσεις της άνω Τράπεζας από πιστώσεις και δάνεια καταναλωτικής και επιχειρηματικής πίστης, μετά των παρεπομένων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των εξασφαλίσεων αυτών, στις ως άνω δε μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας - έκτης αναιρεσίβλητης, που απορρέουν από τις συμβάσεις που σύναψε με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ακολούθως, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "... (...) S.A.", δυνάμει της από ..2018 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 4345/2015, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ..., η οποία (σύμβαση) καταχωρίστηκε νόμιμα, με αριθμό πρωτοκόλλου ...2018 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, πώλησε και μεταβίβασε στην τελευταία αυτή αλλοδαπή εταιρεία ("..."), τις απαιτήσεις της άνω Τράπεζας - έκτης αναιρεσίβλητης, από πιστώσεις και δάνεια καταναλωτικής και επιχειρηματικής πίστης, μετά των παρεπομένων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των εξασφαλίσεων αυτών, στις οποίες (μεταβιβασθείσες απαιτήσεις) περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας - έκτης αναιρεσίβλητης, που απορρέουν από τις συμβάσεις που σύναψε με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Επομένως, η άνω αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", κατέστη με τον προαναφερόμενο τρόπο ειδική διάδοχος των ένδικων απαιτήσεων, που απορρέουν από τις τραπεζικές συμβάσεις μεταξύ της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" - έκτης αναιρεσίβλητης και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, συνεπεία της κατά τα άνω μεταβίβασης της σχετικής έννομης σχέσης από την τελευταία αυτή τράπεζα.
Στη συνέχεια η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ανέθεσε τη διαχείριση των εν λόγω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, για λογαριασμό αυτής, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία ήδη μετονομάστηκε σε "...
ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με έδρα την Αθήνα, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία ειδικού σκοπού διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 (απόφαση ...2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), δυνάμει της από 16.11.2018 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων και της από 1.12.2020 σύμβασης συμπληρωματικής διαχείρισης απαιτήσεων, καθώς και του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. ...2021 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Δ. Β.. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρα 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου - έκτης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον οι ένδικες από 20-7-2012 αιτήσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών την 1-8-2012, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού, σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμών, τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).
Διαφορετική αντιμετώπιση θα πρότασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Κατά την άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ., (όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.
α' Κ.Πολ.Δ.), ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 9/2016, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 28/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 945/2018). Επίσης, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχεται, κατά το ως άνω εδάφιο β' αυτού, [που είναι αντίστοιχο με αυτό του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ] και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ειδικότερα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 8/2005, ΑΠ 302/2022, ΑΠ 1992/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020). Ειδικότερα, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (16.4.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4816/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα : " Ο πρώτος εκκαλών (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) ηλικίας … ετών και η δεύτερη εκκαλούσα (και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ηλικίας … ετών είναι σύζυγοι και έχουν δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας … και … ετών.
Ο πρώτος εκκαλών εργάζεται ως φύλακας στην εταιρεία ... και το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από το μισθό του, ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των 1.130,16 ευρώ μηνιαίως, ενώ αρχικά εργαζόταν ως οδηγός στην ίδια ως άνω εταιρεία. Περίπου το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 υπέστη … και λαμβάνει ανάλογη φαρμακευτική αγωγή.
Η δεύτερη εκκαλούσα, η οποία πάσχει από … και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, εργαζόταν έως το έτος 2012 και έκτοτε δεν εργάζεται. Δεν λαμβάνει επίδομα ανεργίας και δεν έχει εισοδήματα από άλλη πηγή. Στο παρελθόν, ήτοι από τις αρχές του Μαρτίου 2011 έως τις αρχές Μαρτίου 2012 εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφάλειας καθαρισμού και πυρόσβεσης με την επωνυμία "...", με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ύψους 435,12 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από τις 23-9-2008 έως τις 30-9-2009 διατηρούσε κατάστημα ψιλικών.
Ο πρώτος εκκαλών έχει την πλήρη κυριότητα του διαμερίσματος με στοιχεία Γ-1, επιφανείας 84 τ.μ., που βρίσκεται στις ..., στη διασταύρωση των οδών ..., με την ανήκουσα σε αυτό ως παράρτημα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχεία Ρ-6 ανοιχτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στην πυλωτή της ως άνω πολυκατοικίας, εμβαδού 10 τ.μ.
και της υπό στοιχεία Υ-6 αποθήκης του υπογείου ορόφου, επιφάνειας 7 τ.μ., συνολικής αντικειμενικής αξίας (70.950 + 892,50) 71.842,50 ευρώ, όπως προκύπτει από τη δήλωση ενιαίου φόρου ακινήτου του έτους 2016. Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες αποτελούν την κύρια κατοικία των εκκαλούντων, για τις οποίες ζητείται η εξαίρεση από τη ρευστοποίηση.
Περαιτέρω, ο πρώτος εκκαλών έχει την κυριότητα ενός ΙΧΕ δίκυκλου, κατασκευής ..., τύπου ... με αριθμό κυκλοφορίας ..., 125 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας ...2007. Η δεύτερη εκκαλούσα έχει την κυριότητα ιδανικού μεριδίου κατά ποσοστό 33,33% των εξής ακινήτων: α) ενός αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στη Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 2.000 τ.μ, β) ενός αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 750 τ.μ, γ) ενός αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 2.000 τ.μ, δ) ενός αγροτεμαχίου στο Νομό ...
στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 750 τ.μ και ε) ενός αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 2.000 τ.μ. Περαιτέρω, έχει την κυριότητα ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου ..., με αριθμό κυκλοφορίας ..., 1.000 κυβικών, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας ...2005. [...]. Περαιτέρω, τα έξοδα διαβίωσης των εκκαλούντων και των τέκνων τους, ήτοι τα έξοδα για την τροφή, την ένδυση, τη θέρμανση, το ηλεκτροφωτισμό κλπ, εκτιμάται ότι ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επίσης για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού των εξόδων διαβίωσης των εκκαλούντων πρέπει να συνεκτιμηθεί και η συνεισφορά των υπηρεσιών της δεύτερης εκκαλούσας, τόσον ως προς τον σύζυγό της, όσο και ως προς τα τέκνα τους, η οποία αποτιμάται τουλάχιστον στο ποσό των 200 ευρώ. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι σε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των υπό κρίση αιτήσεων, οι εκκαλούντες είχαν αναλάβει τα προς ρύθμιση χρέη και εξυπηρετούσαν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, ήδη ωστόσο έχουν περιέλθει, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, δεδομένου ότι η οικονομική τους κατάσταση ενόψει, της μείωσης των εισοδημάτων του πρώτου εκκαλούντος, της ανεργίας της δεύτερης εκκαλούσας, των προβλημάτων υγείας τους, αλλά και των ιδιαίτερα δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στην κοινωνία, δεν έχει προοπτική βελτίωσης.
Ειδικότερα, ο πρώτος εκκαλών οφείλει: 1) στην τράπεζα ... (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 26.359,57 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου, 2) στην τράπεζα ... (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 2.256,65 ευρώ από την υπ' αριθ ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 3) στην ... (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 6.073,69 ευρώ από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 4) στην τράπεζα ... (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 3.634,30 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση προσωπικού δανείου, 5) στην ... τράπεζα, το ποσό των 169.537,95 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, η δε απαίτηση, που απορρέει από την ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου είναι εμπράγματος εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης στο ως άνω ακίνητο του πρώτου εκκαλούντος, 6) στην ...
Τράπεζα το ποσό των 11.893,42 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 7) στην ... Τράπεζα το ποσό των 65,30 ευρώ από την υπ' πιστωτικής κάρτας, ήτοι συνολικά και στις ως άνω πιστώτριες οφείλει το ποσό των 246.574,44 ευρώ, ενώ η δεύτερη εκκαλούσα οφείλει: 1) στην ... (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 1.497,80 ευρώ από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 2) το ποσό των 747,92 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 3) στην ... Τράπεζα (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη), οφείλει το ποσό των 620,53 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου, 4) στην ... Τράπεζα το ποσό των 174.914,94 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, 5) στην ...
Τράπεζα οφείλει το ποσό των 13.148,61 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, 6) στην ... Τράπεζα οφείλει το ποσό των 2.081 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 7) στην ... Τράπεζα το ποσό των 2.084,12 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 8) στην ... Τράπεζα το ποσό των 8.103,09 ευρώ από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 9) στην ... (ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 1.586,84 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 10) στην τράπεζα ... (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 20.343,11 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και 11) στην τράπεζα ... το ποσό των 19.215,50 ευρώ από την υπ' αριθ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου και συνολικά το ποσό των 244.344,31 ευρώ. Αναφορικά με την εξέλιξη των εισοδημάτων των εκκαλούντων, όπως προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της ΔΟΥ, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1. Το οικονομικό έτος 2005 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος ανέρχονταν στο ποσό των 23.956,72 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 1.632,40 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 23.451,02 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 7.117,19 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 27.658,79 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 9.020,83 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 29.842,39 ευρώ και της δεύτερης στο ποσό των 2.798,91 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 του πρώτου εκκαλούντος ανέρχονταν στο ποσό των 30.691,71 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 12.158,72 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 του πρώτου εκκαλούντος ανέρχονταν στο ποσό των 35.525,60 ευρώ και της δεύτερης εκκαλούσας στο ποσό των 2.262,25 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 29.626,27 ευρώ και της δεύτερης στο ποσό των 1.834,57 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 20.887,56 ευρώ και της δεύτερης στο ποσό των 8.778,75 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 19.487,33 ευρώ και της δεύτερης ήταν μηδενικό, το οικονομικό έτος 2014 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 15.413,84 ευρώ και της δεύτερης μηδενικό, το φορολογικό έτος 2014 του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 16.109,07 ευρώ και της δεύτερης ήταν μηδενικό, το φορολογικό έτος 2015 του πρώτου εκκαλούντος ανέρχονταν στο ποσό των 15.649,32 ευρώ και της δεύτερης ήταν μηδενικό.
Για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων των εκκαλούντων απαιτείται η καταβολή του ποσού των 1.600 ευρώ μηνιαίως.
Συνεπώς, από την αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων των εκκαλούντων, προκύπτει ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, αφού τα εισοδήματά τους υπολείπονται των ποσών που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανειακών συμβάσεων και ως εκ τούτου συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, η ένσταση την οποία προβάλλουν οι εφεσίβλητες ότι οι εκκαλούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από δική τους υπαιτιότητα με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθώς προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό, ήτοι της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους και αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα και ειδικότερα ότι έλαβαν πιστωτικά προϊόντα ύψους 246.574,38 ευρώ ο πρώτος εκκαλών και 244.344,31 ευρώ η δεύτερη, ότι το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων ανέρχονταν στο ποσό των 1.600 ευρώ, τα οικογενειακά εισοδήματά τους κατά τα έτη 2009 και 2010 ανέρχονταν το ποσό των 2.710 ευρώ και 2.159 ευρώ μηνιαίως, αντίστοιχα και, ως εκ τούτου, δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, με δεδομένο ότι το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσής τους ανέρχονταν στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, εκτός από το ότι είναι αόριστη, καθώς οι εφεσίβλητες δεν αναφέρουν το χρόνο, που καταρτίστηκαν οι δανειακές συμβάσεις και τα εισοδήματα των εκκαλούντων κατά τον κρίσιμο χρόνο, στοιχεία απαραίτητα για να είναι ορισμένη η ως άνω ένσταση, ...
είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων των εκκαλούντων, κατά τα έτη 2005 έως και 2009, ότε και καταρτίστηκαν οι δανειακές συμβάσεις, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και δεν αμφισβητούν οι εφεσίβλητες, το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημά τους ανέρχονταν στο ποσό των 2.700 ευρώ κατά μέσο όρο, ποσό το οποίο ήταν επαρκές για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων, για την οποία απαιτείτο το ποσό των1.600 ευρώ μηνιαίως και για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους ύψους 1.100 ευρώ περίπου, δεδομένου ότι δεν είχε γεννηθεί ακόμη το δεύτερο τέκνο τους.
Πρέπει επομένως να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, η οποία δέχθηκε ότι οι εκκαλούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από υπαιτιότητά τους με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, εφόσον έσφαλε στο σημείο αυτό, γενομένων δεκτών των σχετικών λόγων της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμων και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση και να συνεκδικαστούν οι επίδικες αιτήσεις [...].
Περαιτέρω, προέκυψε ότι σήμερα τα μηνιαία οικογενειακά εισοδήματα των αιτούντων προσδιορίζονται στο ποσό των 1.330 ευρώ (1.130 το εισόδημα του συζύγου + 200 ευρώ η συνεισφορά της συζύγου), ενώ οι οικογενειακές δαπάνες ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως και το ποσό που απομένει ανέρχεται σε 130 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, οι μηνιαίες καταβολές των αιτούντων προς τις τράπεζες πρέπει να προσδιοριστούν σε 80 ευρώ για τον αιτούντα και σε 50 ευρώ για την αιτούσα για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, ούτως ώστε ο αιτών να καταβάλει στην τράπεζα ... το ποσό των 8,55 ευρώ μηνιαίως, στην τράπεζα ... το ποσό των 0,73 ευρώ μηνιαίως, στην ...
το ποσό του 1,97 ευρώ μηνιαίως, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 5,80 ευρώ μηνιαίως, στην ... το ποσό των 2,36 ευρώ μηνιαίως και στην ... Τράπεζα το ποσό των 60,57 ευρώ μηνιαίως και η αιτούσα να καταβάλει στην ... το ποσό των 0,46 ευρώ μηνιαίως, στην ... Τράπεζα το ποσό των 41,12 ευρώ μηνιαίως, στην ... το ποσό των 0,32 ευρώ μηνιαίως και στην Τράπεζα ...
το ποσό των 8,09 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και δη τη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτου του 2016 σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου του αιτούντος, το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία δική του και της οικογένειάς του, ανέρχεται στο ποσό των 71.842,50 ευρώ και πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση κατόπιν του σχετικού αιτήματός του.
Λόγω δε της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων περί εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της κατοικίας του αυτής, πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές μέχρι του ποσού του 40% της ανωτέρω αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και για είκοσι έτη, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως η κατάσταση της υγείας του αιτούντος και της συζύγου του και της εξαιτίας αυτής αδυναμίας προς εύρεση εργασίας εκ μέρους της τελευταίας, ήτοι πρέπει ο αιτών να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 28.737 (71.842,50 Χ 40%) ευρώ.
Με την καταβολή δε του ανωτέρω ποσού των 28.737 ευρώ και υπό τον όρο της τήρησης της ρύθμισης αυτής ο αιτών θ' απαλλαγεί από τα υπόλοιπα των οφειλών του προς τις ως άνω πιστώτριες τράπεζες. Επομένως, ο αιτών πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 28.737 ευρώ για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, αρχής γενομένης των καταβολών, αφότου παρέλθει η τετραετία που θα λαμβάνει χώρα η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2, αφού για λόγους επιείκειας κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση στον αιτούντα τετραετούς περιόδου χάριτος, ώστε να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα με την παράλληλη καταβολή μηνιαίων δόσεων, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2, όσο και του άρθρου 9 παρ. 2.
Οι δε μηνιαίες δόσεις που υποχρεούται ο αιτών να καταβάλλει στην ως άνω πιστώτρια τράπεζα στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του ανέρχονται σε 119,74 (28.737/240) ευρώ. Περαιτέρω, πρέπει να εξαιρεθούν από την εκποίηση τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων λόγω της μικρής αξίας τους και του μικρού αγοραστικού ενδιαφέροντος, που θα προκαλέσουν ενόψει και των εξόδων της εκτέλεσης και ειδικότερα το ΙΧΕ δίκυκλο, κατασκευής ..., ...
ιδιοκτησίας του αιτούντος, το ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου ..., ... ιδιοκτησίας της αιτούσας και το ιδανικό μερίδιο κατά ποσοστό 33,33% των εξής ακινήτων της αιτούσας, ήτοι: α) του αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στη Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 2.000 τ.μ, β) του αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 750 τ.μ, γ) του αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 2.000 τ.μ, δ) του αγροτεμαχίου στο Νομό ...
στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 750 τ.μ και ε) του αγροτεμαχίου στο Νομό ..., στην Κοινότητα ..., στη θέση ..., επιφάνειας 2.000 τ.μ.
Συνεπώς, πρέπει, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις ως ουσιαστικά βάσιμες ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4816/2019 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 73/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών [το οποίο είχε απορρίψει τις ένδικες από 20-7-2012 αιτήσεις των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κρίνοντας ότι αυτοί περιήλθαν από ενδεχόμενο δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης δόλου, που είχε προταθεί από το αναιρεσείον και την έκτη αναιρεσίβλητη] και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε, εκτός από αόριστη και ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, που είχε προταθεί από τους ανωτέρω διαδίκους και, ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις ένδικες αιτήσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων ως ουσιαστικά βάσιμες, ρύθμισε τα χρέη αυτών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές τους και ήδη τρίτη έως και όγδοη των αναιρεσίβλητων και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του πρώτου αναιρεσίβλητου, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της, το ανωτέρω αναφερόμενο σε αυτή χρηματικό ποσό, καθώς και τη λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία τους.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ευθέως και εκ πλαγίου, με το να δεχθεί ότι οι συνολικές μηνιαίες δόσεις, για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, ανέρχεται στο ποσό των 1.600 ευρώ, ενώ, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, το ποσό που απαιτείτο μηνιαίως για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 1.600 ευρώ, που δέχθηκε χωρίς αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όσον αφορά την περιέλευση των άνω αναιρεσίβλητων σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, την οποία (διάταξη) παραβίασε το δικάσαν Δικαστήριο, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ο λόγος αυτός, με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010, ήτοι η αποδιδομένη πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση.
Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας του κανόνα δικαίου, ούτε στην υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της ένδικης διαφοράς σε κανόνα δικαίου, αλλά στην εκτίμηση πραγμάτων για τη διάγνωση αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα περιστατικά, αναφορικά με την περιέλευση των άνω αναιρεσίβλητων σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, για την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά η οικογενειακή κατάσταση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η επαγγελματική ιδιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, το μηνιαίο ποσό του μοναδικού του εισοδήματος, προερχόμενου από το μισθό του, η εργασιακή απασχόληση δεύτερης αναιρεσίβλητης έως το έτος 2012 και η κατάσταση ανεργίας της από το έτος αυτό και εντεύθεν και η έλλειψη εισοδήματος αυτής από οποιαδήποτε πηγή, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν, η περιουσιακή τους κατάσταση, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης των άνω αναιρεσίβλητων και των δύο ανήλικων τέκνων τους, που προσδιορίζονται στο ποσό των 1.200 ευρώ, οι δανειακές τους υποχρεώσεις, που μνημονεύονται χωριστά για τον καθένα και ανά πιστώτρια τράπεζα, ο χρόνος κατά τον οποίο καταρτίστηκαν οι επίμαχες δανειακές τους συμβάσεις, ο οποίος προσδιορίζεται από το έτος 2005 έως και το έτος 2009, τα ετήσια εισοδήματά τους κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το έτος 2015, αναλυτικά ανά έτος, από όπου εμφαίνεται το ύψος των εισοδημάτων τους κατά τα άνω έτη ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, τα οποία προσδιορίζονται στο ποσό των 2.710 ευρώ μηνιαίως και η σταδιακή μείωσή τους έως την άσκηση των ένδικων αιτήσεών τους και τη συζήτηση αυτών, τα οποία προσδιορίζονται στο ποσό των 1.330 ευρώ μηνιαίως (και δη 1.130 ευρώ το εισόδημα του πρώτου αναιρεσίβλητου από την εργασία του και 200 ευρώ η συνεισφορά των υπηρεσιών της δεύτερης αναιρεσίβλητης), το ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους συμβάσεων, το οποίο προσδιορίζεται σε 1.600 ευρώ μηνιαίως, η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις λόγω της μείωσης των εισοδημάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου, της ανεργίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, των προβλημάτων υγείας τους και των ιδιαίτερα δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στην κοινωνία, η ανεπάρκεια τελικά του μηνιαίου εισοδήματός τους για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς τους, η έλλειψη προοπτικής βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης, καθώς και η έλλειψη δόλου από πλευράς των αιτούντων - πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, κατά τα έτη 2005 έως και 2009, κατά τα οποία καταρτίστηκαν οι δανειακές τους συμβάσεις, το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημά τους ανέρχονταν στο ποσό των 2.700 ευρώ κατά μέσο όρο, το οποίο ήταν επαρκές για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων, για την οποία απαιτείτο το ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως και για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους, ύψους 1.100 ευρώ, δεδομένου ότι δεν είχε γεννηθεί ακόμη το δεύτερο τέκνο τους.
Με βάση όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι άνω αναιρεσίβλητοι έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τους πιστωτές τους και ότι συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, τα οποία, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης της περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους και την εντεύθεν υπαγωγή τους στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, κρίνονται αβάσιμα.
Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, το άνω Δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογήσει ειδικότερα την κρίση του ως προς το ότι η συνολική μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων των άνω αναιρεσίβλητων ανερχόταν στο ποσό των 1.600 ευρώ και όχι σε μεγαλύτερο ποσό, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, το οποίο άλλωστε (αναιρεσείον), ουδόλως προσδιορίζει συγκεκριμένα στο αναιρετήριο το μεγαλύτερο αυτό ποσό στο οποίο ισχυρίζεται ότι ανερχόταν η συνολική μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανειακών συμβάσεων των άνω αναιρεσίβλητων.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις του ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα περί περιέλευσης του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και περί συνδρομής στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", η διάταξη δε αυτή είναι ειδική, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης, κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 996/2023, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).
Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 96/2023, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, αφού οι λοιποί αυτοί λόγοι δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 996/2023, ΑΠ 96/2023), μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14, οποίος ιδρύεται "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε το αίτημα του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, εκ του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010, περί απαλλαγής τους από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο της οφειλής τους προς τις πιστώτριες τράπεζες, μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων τους, οι οποίες τους επιβάλλονται με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ έπρεπε να το απορρίψει ως απαράδεκτο.
Στην πραγματικότητα, ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, εμπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. για την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου του αιτήματος αυτού και, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο τελευταίος αυτός λόγος δεν περιλαμβάνεται, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση, η οποία αφορά απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22014/22//16-4-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4816/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ