Legislator Case Law & Legislation
69/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against car accident judgment for violation of common sense as unreviewable fact-finding error.

Case Number 69/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a car accident case. The appellant argued that the lower court erred in its evaluation of evidence and application of common sense, but the court held that such factual assessments are not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs and deposit the bond into the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560, 561 K.Pol.D.; Violation of common sense regarding evidence evaluation constitutes a reviewable error only if it affects legal interpretation, otherwise it is an unreviewable fact-finding error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense violation evidence evaluation car accident liability fact finding review

Cited Legislation

AI generated
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 K.Pol.D.
Art. 577 § 1 K.Pol.D.
Art. 577 § 3 K.Pol.D.
Art. 560 K.Pol.D.
Art. 561 para. 1 K.Pol.D.
Art. 176, 180, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 K.Pol.D.
Art. 495 para. 4 ed. e' K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 69 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 69/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σαρρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. P. του V., κατοίκου ..., 2) εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2012 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 13-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4571/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5962/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθμ. 5962/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της την από 27-1-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4571/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αφού συνεκδικάσθηκαν η από 13-2-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος και η από 8-6-2012 αντίθετη αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν...

και 6) αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση... Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015, 1870/2013, 901/2013).

Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αντίστοιχη της οποίας είναι και η διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 62/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 8-9-2011 και περί ώρα 09:50' π.μ., το υπ' αριθμ.

κυκλ. ...86 ΙΧΕ αυτοκίνητο - σχολικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας της Α από 8-6-2012 (υπ' αριθμ. κατάθ. …61/2012) αγωγής [δεύτερης εναγομένης της Β από 13-2-2013 (υπ' αριθμ. κατάθ. …11/2013) αγωγής], που οδηγείτο από τον P. A. (πρώτο εναγόμενο Β αγωγής) και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη Β αγωγής ασφαλιστική εταιρία συγκρούσθηκε με την υπ' αρ.

κυκλ. ...64 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου Α αγωγής (ενάγοντος Β αγωγής) που οδηγείτο από τον ίδιο και ήταν ασφαλισμένο στη β' εναγομένη Α αγωγής ασφαλιστική εταιρία. Το ατύχημα έγινε υπό τις εξής συνθήκες: Το σχολικό λεωφορείο κινείτο επί της οδού … στον ... με κατεύθυνση προς τη διασταύρωση με την οδό … στην οποία εισήλθε αφού ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του είχε πράσινη ένδειξη.

Κατά την ίδια ημέρα και ώρα ο οδηγός της ...64 δικύκλου μοτοσυκλέττας, η οποία κινείτο επί της οδού … με κατεύθυνση προς την εν λόγω διασταύρωση και από αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του λεωφορείου παραβίασε το ερυθρό φως του φωτεινού σηματοδότη και εισήλθε χωρίς έλεγχο στη διασταύρωση με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέττα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξί τμήμα της (δεξί καθρέπτη, δεξί φλας και εμπρόσθιος τροχός) στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του σχολικού λεωφορείου (αριστερός καθρέπτης, αριστερό εμπρόσθιο φτερό).

Το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέττας, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν απέφυγε συμπεριφορά που να προκαλεί κίνδυνο, ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο δεν κατέβαλε ιδιαιτέρα προσοχή ώστε να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώληση της κυκλοφορίας και δεν διέκοψε την πορεία του ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο λεωφορείο που κινείτο κανονικώς με πράσινη σηματοδότηση, αλλ' αντιθέτως παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη (άρθα 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 4 ως και άρθρο 6 παρ. 1β ΚΟΚ) με αποτέλεσμα να καταστεί πρόξενος του ενδίκου ατυχήματος.

Από το ατύχημα το λεωφορείο υπέστη φθορές και βλάβες για την αποκατάσταση των οποίων η ενάγουσα δαπάνησε τα εξής ποσά για την αγορά ανταλλακτικών: αυτοκόλλητο βινύλιο στάμπα και αυτοκόλλητο 123 ΕΥΡΩ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (βλ. υπ' αριθμ. …7/4-11-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ... Ε.Ε.), καθρέπτης 109,55 ΕΥΡΩ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (βλ.

υπ' αριθμ. ….6/18-10-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ίδιας ως άνω εταιρίας). Επομένως, το σύνολο των βάσιμων αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας στην από 8-6-2012 (υπ' αριθμ. κατάθ. ….61/2012) αγωγή ανέρχεται στο ποσό των 232,55 ΕΥΡΩ (123 + 109,55). Όσα, δε, ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεση ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του προαναφερομένου επίδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγός του ανωτέρω σχολικού λεωφορείου, καθόσον αυτός ήταν που παραβίασε τον επί της πορείας του ερυθρό σηματοδότη, δεν αποδείχθηκαν, καθόσον αναιρούνται από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, ούτε από την προσκομιζομένη από 8-9-2011 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν προανακριτικώς ενώπιον του Τ.Τ. Ελληνικού, ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος της δεύτερης εφεσίβλητης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, ούτε και από άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται ότι εν προκειμένω η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη έγινε όχι από τον πρώτο εκκαλούντα, οδηγό της ανωτέρω μοτοσικλέτας, αλλά από τον πρώτο εφεσίβλητο, οδηγό του ανωτέρω σχολικού λεωφορείου, προκειμένου το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να αχθεί στη δικανική πεποίθηση ότι ο τελευταίος είναι ο αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του επίδικου ζημιογόνου συμβάντος.

Πιο συγκεκριμένα, κανείς από τους μάρτυρες, οι οποίοι ήταν αυτόπτες και εξετάσθηκαν προανακριτικά μετά την επέλευση του επίδικου ατυχήματος ενώπιον του Τ.Τ. Ελληνικού, δεν κατέθεσε με βεβαιότητα ότι είδε το ανωτέρω σχολικό λεωφορείο να παραβιάζει το επί της πορείας του ερυθρό φως. Εξάλλου ο μάρτυρας Μ.

Μ., του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην από 8-9-2011 Έκθεση Ένορκης Εξέτασης Μάρτυρα ενώπιον του Τ.Τ. Ελληνικού, κατέθεσε: "Το σχολικό λεωφορείο δεν ελάττωσε καθόλου την ταχύτητα και συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα. Κατευθείαν κοίταξα το φωτεινό σηματοδότη επί της οδού ….

και είδα πως το φως του ήταν ερυθρό". Όμως, αυτή η μαρτυρική κατάθεση δεν επαρκεί για να διαμορφώσει το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δικανική πεποίθηση ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγός του ανωτέρω σχολικού λεωφορείου, πράγματι παραβίασε τον επί της πορείας του ερυθρό σηματοδότη, καθόσον, όπως προκύπτει από αυτήν (μαρτυρική κατάθεση), ο εν λόγω μάρτυρας είδε τον φωτεινό σηματοδότη επί της πορείας του λεωφορείου μετά την επέλευση της σύγκρουσης -έστω και λίγα λεπτά αργότερα- και όχι ακριβώς τη στιγμή της σύγκρουσης.

Περαιτέρω, ο μάρτυρας Α. Κ., του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην από 9-11-2011 Έκθεση Ένορκης Εξέτασης Μάρτυρα ενώπιον του Τ.Τ. Ελληνικού, κατέθεσε: "Εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν ήχο μαρσαρίσματος από τα δεξιά μου, δηλαδή στην οδό .... Τότε είδα ένα σχολικό, το υπ' αριθμ. ...86 ΙΧΛ, να γκαζώνει προφανώς για να προλάβει να περάσει με πορτοκαλί φως".

Όμως, ούτε αυτή η μαρτυρική κατάθεση επαρκεί για να διαμορφώσει το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δικανική πεποίθηση ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση της επίδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγός του ανωτέρω σχολικού λεωφορείου, καθόσον, σε περίπτωση που ο σηματοδότης επί της πορείας του στην οδό ….

έδειχνε πορτοκαλί φως, τότε ο σηματοδότης επί της οδού …., επί της οποίας κινείτο ο πρώτος εκκαλών με την ανωτέρω μοτοσικλέτα του, στη διασταύρωσή της με την οδό … θα έπρεπε να δείχνει ακόμη ερυθρό φως. Επιπροσθέτως, όσα καταθέτουν οι μάρτυρες, που εξετάσθηκαν προανακριτικά ενώπιον του Τ.Τ. Ελληνικού, ότι είδαν το ανωτέρω σχολικό λεωφορείο να "γκαζώνει" και να "μαρσάρει" επί της οδού ...

αναιρούνται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και ιδίως από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ταχογράφου, από το οποίο προκύπτει ότι κατά τη στιγμή της επέλευσης του ζημιογόνου συμβάντος η ταχύτητα του εν λόγω λεωφορείου ήταν κανονική για τις περιστάσεις. Όσον αφορά στη μάρτυρα της ενάγουσας στην από 8-6-2012 (υπ' αριθμ.

κατάθ. …61/2012) αγωγή και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης L. P., η οποία εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η κατάθεσή της περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως τα εξής: "Ήμουν συνοδηγός με τον P. A., κάναμε δρομολόγιο με το σχολικό λεωφορείο...

Το λεωφορείο κινείται στον … στην οδό ... μονής κατευθύνσεως και είναι διασταύρωση με την οδό ... που είναι μονής και αυτή. Εκεί υπάρχουν φανάρια και στις δύο οδούς, εμείς είχαμε πράσινο, προχωράμε, έχουμε σχεδόν διασχίσει τη διασταύρωση, θα συνεχίζαμε ευθεία. Η μηχανή ερχόταν από την αριστερή πλευρά μας και έπεσε επάνω μας αριστερά μπροστά στη γωνία του λεωφορείου και έσπασε τον καθρέφτη του οδηγού...

Εμείς συνεχίσαμε με πράσινο. Ήταν πράσινο, εμείς συνεχίζουμε στη διασταύρωση, τα αυτοκίνητα είναι σταματημένα, δεν έχουν ξεκινήσει και η μοτοσικλέτα βγαίνει". Η μάρτυρας αυτή βρισκόταν μέσα στο σχολικό λεωφορείο και, συνεπώς, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, είχε καλύτερη αντίληψη σχετικά με τον τρόπο επέλευσης του επίδικου ατυχήματος σε σχέση με τους ανωτέρω μάρτυρες, που κατέθεσαν προανακριτικώς ενώπιον του Τ.Τ.

Ελληνικού, οι οποίοι τη στιγμή του επίδικου ατυχήματος βρίσκονταν στο καφενείο, πλησίον του τόπου του ατυχήματος, και, συνεπώς, δεν είχαν πλήρη αντίληψη σχετικά με τις ειδικότερες συνθήκες επέλευσής του. Επιπροσθέτως, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εκκαλούντος, οδηγού της ανωτέρω μοτοσικλέτας, στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος λαμβάνοντας υπόψη του το σημείο του λεωφορείου, επί του οποίου προσέκρουσε η εν λόγω μοτοσικλέτα.

Όπως αποδείχθηκε, η μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο πρώτος εκκαλών, συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο τμήμα της στο αριστερό τμήμα του ανωτέρω σχολικού λεωφορείου, που οδηγούσε ο πρώτος εφεσίβλητος, στο σημείο του καθρέπτη του οδηγού. Σε περίπτωση που ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγός του σχολικού λεωφορείου, είχε παραβιάσει τον επί της πορείας του ερυθρό σηματοδότη, τότε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής λογικής, το πιθανότερο θα ήταν το δεξιό μπροστινό μέρος του εν λόγω σχολικού λεωφορείου να προσκρούσει στο μέρος της μοτοσικλέτας, που θα διιερχόταν τη διασταύρωση υπακούοντας στον επί της πορείας της πράσινο σηματοδότη.

Η δικανική πεποίθηση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναφορικά με τα παραπάνω ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, είχε την απαιτούμενη εμπειρία για να αποφύγει να παραβιάσει ερυθρό σηματοδότη ευρισκόμενο επί της πορείας του, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, επειδή στο εν λόγω σχολικό λεωφορείο επέβαιναν μικρά παιδιά, η προσοχή του και η σύνεσή του κατά την οδήγησή του θα ήταν, προφανώς, ιδιαίτερα αυξημένη.

Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αφού καταλόγισε την αποκλειστική υπαιτιότητα για την επέλευση του επίδικου ατυχήματος στον πρώτο εκκαλούντα Γ. Β., ακολούθως απέρριψε την από 13-2-2013 (υπ' αριθμ. κατάθ. …1/2013) αγωγή του τελευταίου και της δεύτερης εκκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη τη συνεκδικαζομένη από 8-6-2012 (υπ' αριθμ.

κατάθ. …61/2012) αγωγή της δεύτερης εφεσίβλητης, ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθώς τις σχετικές νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση, με την οποία ο πρώτος εκκαλών ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος δεν ήταν αυτός, αλλά ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγός του ανωτέρω σχολικού λεωφορείου να απορριφθεί...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την επιδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα αμέλεια στο επίδικο ατύχημα και ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού, παραθέτοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο αναιρεσείων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτός (αναιρεσείων) αποδίδει με τους λόγους της αναίρεσης την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ. 1) Ειδικότερα ως ανεπάρκεια αιτιολογίας ισχυρίζεται τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου σχετικά με τους μάρτυρες του συμβάντος και την εκτίμησή του, ότι οι μεν μάρτυρες Μ.

Μ. και Κ. Α. δεν είχαν πλήρη αντίληψη των συνθηκών του ατυχήματος καθόσον τη στιγμή που έλαβε αυτό χώρα "βρίσκονταν στο καφενείο πλησίον του τόπου του ατυχήματος", η δε μάρτυρας L. P. συνοδός των μεταφερόμενων με το σχολικό λεωφορείο παιδιών και συνεπιβάτης αυτού "είχε καλύτερη αντίληψη σχετικά με τον τρόπο επέλευσης του επίδικου ατυχήματος".

Τα ανωτέρω αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δικ.

αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Επομένως ουδεμία περαιτέρω αιτιολόγηση απαιτείτο να γίνει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο αντίδικος. 2) Περαιτέρω ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια λόγω ανεπάρκειας αιτιολογίας στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι αν και ο μάρτυρας Μ.

Μ. στην προανακριτικώς δοθείσα κατάθεσή του κατέθεσε ότι κοίταξε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του σχολικού λεωφορείου που οδηγούσε ο 1ος από τους αναιρεσιβλήτους και ήταν κόκκινος, κατά λανθασμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δέχθηκε ότι είδε αυτός το φωτεινό σηματοδότη μετά την επέλευση της σύγκρουσης ενώ δεν αιτιολογεί πότε μετά τον είδε και γιατί δεν τον είδε κατευθείαν αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουση.

Όμως στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω αποτελούν εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών του δικαστηρίου της ουσίας χωρίς να έχουν με αυτά παραβιαστεί κανόνες ουσιαστικού δικαίου και επομένως δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως που απαραδέκτως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου πέραν του απαράδεκτου του συγκεκριμένου λόγου σε κάθε περίπτωση αβάσιμος τυγχάνει, αφού η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι πλήρως εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη.

Συγκεκριμένα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ότι η αυτόπτης μάρτυρας συνοδός του σχολικού λεωφορείου, η οποία με βεβαιότητα και ρητά κατέθεσε ότι ο 1ος των αναιρεσιβλήτων είχε πράσινο στο σηματοδότη της πορείας του κατά την είσοδό του στη διασταύρωση, είχε άμεση και προσωπική αντίληψη λόγω της θέσεώς της στο περιστατικό.

Αντίθετα ως προς τους μάρτυρες Μ. Μ. και Κ. Α. θαμώνες γειτονικού καφενείου, δέχθηκε αφενός μεν ότι δεν είχαν, λόγω θέσης, την ίδια αντίληψη του συμβάντος, αφετέρου δε, ότι η μαρτυρία τους είχε ασάφειες, οι οποίες και επισημάνθηκαν αναλυτικά και εμπεριστατωμένα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Ειδικότερα σταθμίζοντας τις παραπάνω καταθέσεις εκτίμησε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα από αυτές, και ειδικότερα από την κατάθεση του Κ. Α.υ, ώστε να διαμορφώσει δικανική πεποίθηση για την υπαιτιότητα του 1ου των αναιρεσιβλήτων, σχετικά με το αν ο φωτεινός σηματοδότης στη διασταύρωση, σε σχέση με την πορεία του οχήματός του την ώρα του ατυχήματος, έδειχνε πράσινο ή πορτοκαλί φώς.

Αβάσιμη επομένως τυγχάνει η σχετική αιτίαση του προκείμενου λόγου. 3) Ο αναιρεσείων περαιτέρω αιτιάται πλημμέλεια εκ του λόγου ότι το δευτεροβάθμιο δεν ανέφερε στην αιτιολογία ποιά συγκεκριμένα ήταν η ταχύτητα του σχολικού λεωφορείου και αν ήταν σταθερή ή αυξημένη προ της συγκρούσεως. Όμως η αιτίαση τούτη είναι απαράδεκτη ως αόριστη δεδομένου ότι δεν εξειδικεύει ποιο το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή γιατί τα ανωτέρω είναι περιστατικά που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ως αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.

Σε κάθε περίπτωση αλυσιτελώς προβάλλεται δεδομένου ότι ουδεμία σχέση έχει ο ακριβής καθορισμός της ταχύτητας του σχολικού λεωφορείου, δεν αποτελεί δηλαδή αναγκαίο περιστατικό του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα 914 Α.Κ. 4) Ακόμη ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης πάσχει, λόγω παντελούς ανεπάρκειας, από απόλυτη ακυρότητα, καθόσον ενώ δέχθηκε, ότι η δικανική της πεποίθηση, αναφορικά με το ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι στην υπαιτιότητα του επίδικου ατυχήματος, ενισχύεται "...από το γεγονός ότι ο πρώτος εφεσίβλητος λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγός σχολικού λεωφορείου είχε την αποιτούμενη εμπειρία για να αποφύγει να παραβιάσει ερυθρό σηματοδότη", ουδέν αναφέρει σχετικά, με το αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, είχε πράγματι εμπειρία ως οδηγός σχολικού λεωφορείου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτή ήταν μακρόχρονη ή ολίγων ημερών.

Τα όσα δέχθηκε εν προκειμένω το δικαστήριο αποτελούν επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια Επομένως ο προκείμενος λόγος απορριπτέος τυγχάνει ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο εκ του αρ. 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ως προς όλες του τις αιτιάσεις είναι απορριπτέος.

Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχη της οποίας είναι και η διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 176/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι η επιπρόσθετη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης υπήρξε εξόχως ανεπαρκής, ασαφής και κατάδηλα ενδοιαστική. "Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην αιτιολογία αυτή, ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε περίπτωση που ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε παραβιάσει τον ερυθρό σηματοδότη, το πιθανότερο θα ήταν το μπροστινό μέρος του σχολικού λεωφορείου να προσκρούσει στο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας μου.

Δέχεται δηλαδή ότι τούτο θα ήταν "πιθανότερο", χωρίς, όπως άλλωστε τυγχάνει απόλυτα εύλογο, να απορρίπτει και την αντίθετη εκδοχή". Η εν λόγω αιτίαση είναι πρωτίστως αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι δεν εξειδικεύει ποίο το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή γιατί τα ανωτέρω είναι αναγκαία περιστατικά που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ως αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.

Ακόμη είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ουδόλως η εν λόγω κρίση αποτελεί πόρισμα στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο από την επακολουθούσα εκτίμηση των αποδείξεων εν σχέσει προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τα ανωτέρω αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.

αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια. Αλλά και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι με την υπό κρίση αιτίαση πλήττεται η απόφαση και για την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ως προς την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ο λόγος αναιρέσεως, κατά το προαναφερθέν μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση αποδείξεων και για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση δε με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), ήτοι του υπ' αριθμ 1655698239571120000 e- παραβόλου του δημοσίου συνολικού ποσού 300 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 18/2016 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 5962/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ήτοι του υπ' αριθμ 16….0000 e- παραβόλου του δημοσίου, συνολικού ποσού 300 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ