Legislator Case Law & Legislation
1875/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to examine primary contract claim due to lack of appeal against its rejection.

Case Number 1875/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision, which had rejected the primary contract claim while accepting the unjust enrichment claim. The appellant argued the appeal court erred by failing to examine the rejected primary claim, but the court found no basis for this since the appellant did not appeal that specific rejection. Consequently, the court ruled that the appeal court correctly limited its review to the contested portion of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court may examine only the parts of the claim appealed against, and a failure to review an unappealed rejection does not constitute a procedural error.

Keywords

AI generated
appellate review scope partial appeal unexamined claim procedural error civil procedure code unjust enrichment contract claim

Cited Legislation

AI generated
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2008
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1875 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1875/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Ε., κατοίκου Λαμίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηχιώτη - Κακολίρη. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α' Βαθμού, υπό την επωνυμία "Δήμος Δομοκού", που εδρεύει στο Δομοκό του Νομού Φθιώτιδας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τσαδήμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 1123/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, προκύπτει ότι και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.

Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (ΑΠ 130/2021, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 535/2018). Η αμοιβή αυτή, πριν από την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του ν. 3919/2011, δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα.

Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, δικαιούται την καθοριζόμενη από το π.δ. 696/1974 (ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 1152/2015). Με βάση τα παραπάνω, στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αμοιβής μηχανικού για την εκπόνηση μελέτης, πρέπει να περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της και την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή η κατάρτιση της σύμβασης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, η εκτέλεση του έργου που ανατέθηκε, η παράδοση του τελευταίου και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή που από τον νόμο προκύπτει, καθώς και όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του μηχανικού και, εφόσον πρόκειται για περισσότερες εργασίες ή έργα που αμείβονται με διαφορετικό τρόπο το καθένα, να παρατίθεται πίνακας των επί μέρους εργασιών ή έργων με την αμοιβή που δικαιούται για κάθε εργασία ή έργο και με το άθροισμα των αμοιβών αυτών και να γίνεται επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τον υπολογισμό κάθε αμοιβής (ΑΠ 324/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1152/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ αναγνωρίζεται αξίωση προς απόδοση της ωφελείας που αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου και όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως για την οποία ο νόμος απαιτεί την τήρηση ορισμένου τύπου, αδείας κ.λ.π. και αυτός δεν τηρήθηκε, διότι και στην περίπτωση αυτή η δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μη έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 180 Α.Κ.

και επομένως δεν υπάρχει νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη. Έτσι αν η μεταξύ του μηχανικού και εργοδότη σύμβαση εκπόνησης μελέτης τεχνικού έργου είναι άκυρη, ο εργολάβος μηχανικός, που εξετέλεσε και παρέδωσε με βάση την άκυρη σύμβαση, το συμφωνηθέν έργο, δικαιούται να ζητήσει από τον εργοδότη τον πλουτισμό τον οποίο αυτός προσπορίστηκε με βάση την άκυρη σύμβαση, επί ζημία του εργολάβου, ο οποίος συνίσταται και στην περίπτωση αυτή, στα προβλεπόμενα από το νόμο κατώτατα όρια αμοιβής, διότι το ποσό αυτό θα κατέβαλε ο εργοδότης σε οποιονδήποτε τρίτο μηχανικό, στον οποίο θα ανέθετε με βάση έγκυρη σύμβαση, την εκτέλεση του ιδίου έργου.

Τέλος, ναι μεν με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 3919/2011, ορίζεται ότι "1. Η αμοιβή των μηχανικών, για την μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 696/1974, καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων. Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν το χαρακτήρα", πλην όμως, με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 και ορίζεται πλέον μ' αυτήν ότι "1.

Οι καθοριζόμενες με το διάταγμα αυτό αμοιβές αποτελούν τις νόμιμες αμοιβές, οι οποίες ισχύουν για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής, για την εκπόνηση μελετών και τη διενέργεια επιβλέψεων - παραλαβών και εκτιμήσεων Συγκοινωνιακών, Υδραυλικών και Κτιριακών Έργων ως και Τοπογραφικών Κτηματογραφικών και Χαρτογραφικών Εργασιών, κατά τις κατωτέρω κατηγορίες ή διακρίσεις αυτών.".

Συνεπώς και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 7 του Ν. 3919/2011, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 του αυτού νόμου αρχίζει να ισχύει από 3.7.2011, παραμένει ο ίδιος τρόπος υπολογισμού της αμοιβής του μηχανικού κατά τις διατάξεις του π.δ. 696/1974 και δη των άρθρων 2, 3, 4 και 5 αυτού, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής για την εκπόνηση μελετών. Επομένως, ο ενάγων μηχανικός πρέπει να αναφέρει στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης με την οποία του ανατέθηκε η εκπόνηση μελέτης, ποια είναι τα κατώτερα όρια της αμοιβής, όπως καθορίζονται με το π.δ. 696/1974, με απολύτως εξειδικευμένο υπολογισμό των νόμιμων αμοιβών ανά εκπονηθείσα μελέτη, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε ο εργοδότης σε οποιονδήποτε τρίτο μηχανικό, στον οποίο θα ανέθετε με βάση έγκυρη σύμβαση, την εκτέλεση του ιδίου έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 20.7.2014 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, ισχυρίσθηκε ότι στις 26-7-2010 κατάρτισε με τον τότε Δήμο Ξυνιάδος, του οποίου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Δομοκού είναι καθολικός διάδοχος, σύμβαση ανάθεσης μελέτης, κατόπιν απευθείας ανάθεσης μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό.

Ότι με τη σύμβαση αυτή ανέλαβε ως διπλωματούχος αρχιτέκτων μηχανικός τη σύνταξη μελέτης διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου του Υφαντείου Κτιρίου, το οποίο βρίσκεται σε ακίνητο εμβαδού 4.067,54 τ.μ., εντός διετίας από την ανάθεση, και ειδικότερα ότι η σύμβαση είχε ως αντικείμενο τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος του ακινήτου, τη σύνταξη διαγράμματος προοπτικής, τη σχεδίαση της διαμόρφωσης του χώρου, τη σύνταξη διαγραμμάτων λεπτομερειών, την τοποθέτηση των κατασκευών και έργων διαμόρφωσης, την αναλυτική περιγραφή εργασιών, κατασκευών και έργων διαμόρφωσης και τον αναλυτικό προϋπολογισμό του κόστους ανά εργασία, έναντι συνολικής αμοιβής 9.000 ευρώ.

Ότι εκτέλεσε εμπρόθεσμα το έργο, συντάσσοντας τη σχετική μελέτη, την οποία παρέδωσε στον εναγόμενο Ο.Τ.Α., νόμιμα εκπροσωπούμενο, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του προαναφερόμενου αρχικά αντισυμβαλλόμενου Ο.Τ.Α. από την 1-1-2011, που ενέκρινε αυτήν, ακολούθως δε εξέδωσε το υπ' αριθ. 1/7-6-2013 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, πλην όμως ο τελευταίος αρνείται να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 9.000 ευρώ.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί o εναγόμενος να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό, κυρίως μεν βάσει της άνω σύμβασης, επικουρικά δε, αν αυτή ήθελε κριθεί άκυρη, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι το ίδιο ποσό θα κατέβαλε για τη σύνταξη της μελέτης σε άλλον αρχιτέκτονα μηχανικό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 343/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με την οποία η κύρια βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, λόγω ακυρότητας της επίδικης σύμβασης έργου, εξαιτίας μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας, ενώ η επικουρική βάση της αγωγής κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια έγινε δεκτή κατά τη βάση αυτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό των 9.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος την από 7-7-2017 έφεση, παραπονούμενος για την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής του αντιδίκου του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 482/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την επικουρική βάση της, με τις εξής σκέψεις: "...από το παραπάνω περιεχόμενο της αγωγής είναι προφανές ότι η αμοιβή του ενάγοντος, είτε από έγκυρη, είτε από άκυρη σύμβαση έργου, υπάγεται στις διατάξεις του Ν.Δ. 696/1974, δεδομένου ότι αυτές είναι εφαρμοστέες και για τοπογραφικές εργασίες (βλ.

άρθρο 1 & 2 περ. α' αυτού) και για εν γένει κτιριακά έργα (βλ. άρθρο 1 & 2 περ. δ' αυτού), και ο ενάγων με σαφήνεια επικαλείται ότι ανέλαβε ένα έργο συνολικά χαρακτηριζόμενο ως μελέτη διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου (που έτσι εντάσσεται στην ειδική υποπερίπτωση δδ' της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού), συντάσσοντας και επιμέρους μελέτες, όχι μόνο τοπογραφική, αλλά και καθεαυτό κτιρίων (π.χ.

για μικρό αμφιθέατρο πενήντα θέσεων και για μικρό αναψυκτήριο). Έπεται ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της επικαλούμενης σύμβασης με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο ενάγων εργολάβος μηχανικός, που, με τις επικαλούμενες αιτιάσεις του, εκτέλεσε και παρέδωσε με βάση την άκυρη σύμβαση, το συμφωνηθέν έργο, δικαιούται να ζητήσει από τον εναγόμενο εργοδότη τον πλουτισμό τον οποίο αυτός προσπορίστηκε με βάση την άκυρη σύμβαση, επί ζημία του (ενάγοντος εργολάβου), ο οποίος συνίσταται στην περίπτωση αυτή, στα προβλεπόμενα από το νόμο κατώτατα όρια αμοιβής, διότι το ποσό αυτό θα κατέβαλε ο εναγόμενος εργοδότης σε οποιονδήποτε τρίτο μηχανικό, στον οποίο θα ανέθετε με βάση έγκυρη σύμβαση, την εκτέλεση του ιδίου έργου...

Το ίδιο απαιτείται και σε περίπτωση που η παράδοση του έργου - μελέτης (της οποίας παράδοσης δεν προσδιορίζεται ο χρόνος στην ένδικη αγωγή) έγινε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3919/2011 (ήτοι μετά τις 2-7-2011), ενόψει των όσων ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3919/2011 όπως ήδη ισχύει, διότι εφόσον η συμφωνημένη αμοιβή του ήταν μικρότερη των νομίμων ορίων κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 696/1974, θα έπρεπε και πάλι να επικαλεστεί αυτά, προκειμένου να καταδείξει ότι το αιτούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τα όρια αυτά, αφού σε περίπτωση που ήταν μεγαλύτερο, το καταβλητέο προς ένα τρίτο αρχιτέκτονα μηχανικό και έτσι o αδικαιολόγητος πλουτισμός του εναγόμενου θα ήταν μικρότερος του αιτούμενου ποσού, και παράλληλα, σε περίπτωση, που το αιτούμενο ποσό ήταν μικρότερο των νομίμων ορίων, ζητώντας ένα έλασσον ποσό, ότι ουσιαστικά με τη δικαστική επιδίωξη ενός μικρότερου ποσού προβαίνει σε μερική άφεση χρέους.

Αφού, λοιπόν, ο ενάγων διπλωματούχος αρχιτέκτονας μηχανικός δεν επικαλείται σε κανένα σημείο της παραπάνω αγωγής ποια θα ήταν η αμοιβή του για το έργο που επικαλείται ότι εκτέλεσε κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 696/1974, που είναι αναγκαίο για τον ισόποσο προσδιορισμού του ποσού κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος ή για να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος κατά το αιτούμενο ποσό που είναι έλασσον του ελαχίστου νόμιμου, η επικουρική βάση της παραπάνω αγωγής του κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας ...".

Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, που αφορούσε την επικουρική βάση της αγωγής, κράτησε την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την επικουρική βάση της.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι πράγματι η αμοιβή του μηχανικού για εκπόνηση μελέτης κλπ... πριν από την κατάργηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζεται από τις διατάξεις του ΠΔ 696/74, πλην όμως ο περιορισμός αυτός έπαψε να ισχύει αν τα έργα εκπονήθηκαν, εκτελέστηκαν ή συμφωνήθηκαν παραδοτέα μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3919/2011, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1 του νόμου αυτού, και κατά συνέπεια, εφόσον το έργο που ανέλαβε να εκτελέσει ο μηχανικός, παραδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3919/2011, έπεται πως το ύψος της αμοιβής του συμφωνείται ελευθέρως, μη υποκείμενο πλέον στους περιορισμούς των ελαχίστων ορίων του ΠΔ 696/1974 και άρα κρίνοντας αντιθέτως η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, διττώς και δη αφενός μεν ερμηνεύοντας ψευδώς το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, αφού βάσει αυτού δεν υφίσταται βάρος επικλήσεως των κατώτατων νόμιμων αμοιβών, αφετέρου δε εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις άνω διατάξεις, διότι, εφόσον δέχεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο ν. 3919/2011 και ότι έλαβε χώρα μειοδοτικός διαγωνισμός στον οποίο μειοδότησε ο ίδιος, έπεται ότι η ελάχιστη αμοιβή που θα ελάμβανε τρίτος μηχανικός, δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερη της δικής του, ήτοι μικρότερη του μειοδοτήσαντος.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στο ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται και άρα πρόκειται για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση ακυρότητας της μεταξύ εργοδότη και μηχανικού σύμβασης έργου, ο πλουτισμός τον οποίο προσπορίστηκε ο εργοδότης, με βάση την άκυρη σύμβαση, επί ζημία του εργολάβου, συνίσταται στα προβλεπόμενα από το νόμο κατώτατα όρια αμοιβής, διότι το ποσό αυτό θα κατέβαλε ο εργοδότης σε οποιονδήποτε τρίτο μηχανικό, στον οποίο θα ανέθετε με βάση έγκυρη σύμβαση, την εκτέλεση του ιδίου έργου και άρα πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του μηχανικού.

Τα ανωτέρω ισχύουν και μετά την ισχύ του άρθρου 7 του Ν. 3919/2011, αφού, κατά την παρ. 8 του άρθρου αυτού, οι νόμιμες αμοιβές ισχύουν για την περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής, για την εκπόνηση μελετών κλπ..., όπως και εν προκειμένω. Στην ένδικη, όμως, αγωγή του ο αναιρεσίβλητος μηχανικός δεν επικαλείται σε κανένα σημείο της, έστω και συνοπτικά, ποια θα ήταν η αμοιβή του για το έργο που επικαλείται ότι εκτέλεσε κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 696/1974, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί το ποσό κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος, ούτε, έστω, επικαλείται ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του είναι μικρότερη του ελάχιστου νομίμου ορίου, για να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος κατά το αιτούμενο ποσό που είναι έλασσον του ελαχίστου νομίμου, μη αναιρουμένων των ανωτέρω από το ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του προέκυψε κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, αφού δεν εκτίθεται αν πρόκειται για αμοιβή κατώτερη του νομίμου ορίου.

Επομένως, κρίνοντας το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας ότι η επικουρική βάση της παραπάνω αγωγής του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν αξίωσε για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και άρα δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 560 πλημμέλεια της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της αγωγής και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 εδ. α` και 2 και 72 παρ. 1 εδ. ιε` του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης", που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1-1-2011, ορίζονται τα ακόλουθα: α) με το άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιε` ότι η Οικονομική Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α).... ιγ) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και β) με το άρθρο 58 κατά την παρ. 1 εδ.

α` ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για το Δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής.

Η απόφαση δε της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ελλείψει δε χορήγησης τέτοιας πληρεξουσιότητας ο Δήμος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 909/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Αντίθετα, εξ αντιδιαστολής, δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ' αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην (ΑΠ 192/2018, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 481/2016), πολύ δε περισσότερο ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που, όπως και ο αντίστοιχος λόγος από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 458/2017, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 166/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στην εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δοθέντος ότι, καίτοι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Μπαϊκούση, κατόπιν της 176/9.11.2017 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής αυτού, δέχθηκε ως έγκυρη την παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας στον παρασταθέντα δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, μολονότι αυτή δεν χορηγήθηκε από τον Δήμαρχο αλλά από την οικονομική επιτροπή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, με βάση τα άνω εκτιθέμενα, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα χορήγηση δικαστικής πληρεξουσιότητας στον παρασταθέντα κατά την εκδίκαση της έφεσης πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου με απόφαση μόνο της οικονομικής επιτροπής και όχι και του Δημάρχου, έχει ως δικονομική συνέπεια ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να δικασθεί ερήμην και όχι κατ' αντιμωλία.

Στην περίπτωση, όμως, αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, για τον οποίο ούτως ή άλλως δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και πολύ περισσότερο ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (αντίστοιχο του λόγου από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ), αφού δεν πρόκειται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά κανόνων δικονομικού δικαίου, που δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης νόμου, ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ενώ και υπό την εκδοχή ότι μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κυρία βάση και μία επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 920/2011, ΑΠ 994/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την από 20.7.2014 αγωγή του ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 9.000 ευρώ, κυρίως μεν βάσει της μεταξύ τους από 26-7-2010 καταρτισθείσας συμβάσεως έργου (ανάθεσης μελέτης), ως εργολαβικό αντάλλαγμα, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερευνώντας και τις δυο βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική), απέρριψε την κύρια (εκ της συμβάσεως) βάση ως μη νόμιμη και δέχθηκε την επικουρική (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) βάση και ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 9.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων την από 7-7-2017 έφεση, με την οποία παραπονείτο μόνο για την παραδοχή της αγωγής ως προς την παραπάνω επικουρική βάση της, κανένα δε παράπονο δεν εξέφραζε για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής. Το Εφετείο δέχθηκε την ασκηθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο έφεση και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, που αφορούσε την επικουρική βάση της αγωγής, κράτησε και δίκασε κατά το μέρος αυτό την αγωγή, την οποία και απέρριψε τελικά ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, χωρίς να ερευνήσει την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κύρια από τη σύμβαση βάση της.

Με το να μη ερευνήσει τη βάση αυτή, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, αφού ως προς τη σχετική απορριπτική της εν λόγω βάσης (κύριας) διάταξη της πρωτόδικης απόφασης δεν πλήττονταν με λόγο έφεσης η κρίση αυτή από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή μόνο ως προς το μέρος κατά το οποίο επλήττετο με την έφεση του αναιρεσίβλητου, δηλαδή κατά την επικουρική βάση της, ενόψει και του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση για το απορριφθέν μέρος της αγωγής του.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (αντίστοιχο του λόγου από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια μη λήψεως υπόψη προταθέντων πραγμάτων και δη μη ερεύνης της κύριας βάσης της αγωγής, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ` άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2008 - Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 189/2021, ΑΠ 3/2020), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση του Α. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 268/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ