Supreme Court dismisses appeal against second-instance decision regarding inheritance acceptance procedural filing. The State's claim that the lawsuit was invalid due to improper service is rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the wife's inheritance claim. The wife sued to annul her uncle's will acceptance, arguing she missed the statutory period for renunciation. The State contended the lawsuit was procedurally inadmissible because it was not served on the Ministry of Finance as required by law. The court ruled that service on the Ministry was sufficient to validate the filing, rejecting the State's procedural objection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that service of a lawsuit on the competent authority is sufficient for admissibility, and a procedural defect in service does not render the action inadmissible if the law allows alternative valid service methods.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1873 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1873/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζύγου Κ. Μ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3721/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4789/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12.10.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 4789/22.11.2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 15.09.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 3721/17.09.2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 31.03.2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλομένη απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας: Η αναιρεσίβλητη (Κ. Μ. σύζυγος Κ., το γένος Γ. Β.) ήγειρε κατά του αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο) και τεσσάρων φυσικών προσώπων (Α.
σύζυγος Π. Μ., το γένος Π. και Κ. Β., Σ. συζύγου Γ. Ν., το γένος Γ. και Κ. Α., Α. Β. του Λ. και της Ζ., Γ. Μ. του Μ.), μη διαδίκων στη δίκη αυτή, την από 31.03.2017 αγωγή της, που απευθύνθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Με την αγωγή της αυτή, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την ακύρωση της αποδοχής της διαθήκης του θείου της Α. Β.
του Π. και της Κ., λόγω παραμελήσεως εκ μέρους της προθεσμίας αποποιήσεως, καθώς και της, μετά από αυτή, τυπική (συμβολαιογραφική) αποδοχή της αυτής κληρονομίας, λόγω ουσιώδους πλάνης της σχετικά με το πρόσωπο (ιδιότητα) του κληρονομουμένου. Η αγωγή εκδικάσθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ερήμην των εναγομένων φυσικών προσώπων, και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κρίθηκε παραδεκτή, νόμιμη, κατ' ουσίαν βάσιμη και έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 3721/17.09.2018 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών το αναιρεσείον με την από 15.09.2020 έφεσή του που έστρεψε τόσο κατά της αναιρεσίβλητης όσο και κατά των συνεναγομένων του. Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατ' αντιμωλίαν των νυν διαδίκων και ερήμην των λοιπών κατά την τακτική διαδικασία και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 4789/22.11.2021 οριστική (τελεσίδικη) απόφασή του Δικαστηρίου.
Της αποφάσεως αυτής ζητεί το αναιρεσείον την αναίρεση με την από 12.10.2022 αίτησή του για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους. Οι πραγματικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις οποίες στήριξε αυτό την εκφερθείσα κρίση του είναι οι ακόλουθες: "Στις 5-1-2015 απεβίωσε στην Αθήνα ο θείος της ενάγουσας και αδερφός του πατέρα της, Α.
Β. του Π. και της Κ., κάτοικος ..., ο οποίος κατέλειπε την από ...-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε την 11-2-2015 με το με αριθμό 791/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη του, ο θανών κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στους κληρονόμους του- πλησιέστερους συγγενείς του (ενάγουσα και την πρώτη εναγομένη, αδερφή του θανόντος, δεύτερη εναγομένη, τέκνο της προαποβιώσασας αδερφής του Κ.
συζύγου Γ. Α. και τρίτη εναγομένη τέκνο του προαποβιώσαντος αδερφού του Λ. Β.) και τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας στην 4η εναγόμενη, η οποία κατέστη κληροδόχος αυτών. Η σύζυγος του Κ., το γένος Ι. και Κ. Τ., με την οποία δεν απέκτησαν τέκνα, είχε προαποβιώσει αυτού, στις 4-5-2014.
Οι πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν η ενάγουσα, η πρώτη εναγομένη, αδερφή του θανόντος, δεύτερη εναγομένη, τέκνο της προαποβιώσασας αδερφής του Κ. συζύγου Γ. Α. και τρίτη εναγομένη, τέκνο του προαποβιώσαντος αδερφού του Λ. Β. Ο θανών, δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους συγγενείς του, και έτσι αυτοί δεν γνώριζαν λεπτομέρειες για τη ζωή του, πέραν του γεγονότος ότι ήταν συνταξιούχος, ηλικιωμένος και άτεκνος.
Η ενάγουσα καθώς και οι 1η, 2η και 3η των εναγομένων, δυνάμει της με αριθμό ...-2015 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.- Π. Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 5105 και αριθμό 132, αποδέχθηκε κατά πλήρη κυριότητα το 1Α της ακίνητης περιουσίας του θανόντος.
Στις 11-10- 2016 πληροφορήθηκε το πρώτον από την τρίτη εναγομένη πως ο θανών είχε χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. Πλοίων, συνεπεία της ιδιότητάς του ως νόμιμου εκπροσώπου της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΡΟΣ Ν.Ε.". Το γεγονός ότι σε ηλικία ... ετών μέχρι και ... ετών ο θανών αναμείχθηκε με την εκπροσώπηση της ναυτιλιακής εταιρίας και ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ήταν κάτι που δεν γνώριζαν οι συγγενείς του, οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν ένας ηλικιωμένος, φιλήσυχος και μοναχικός άνθρωπος, ο οποίος λόγω και του γεγονότος ότι δεν απέκτησε τέκνα , δεν είχε καμία δραστηριότητα κατά τα τελευταία έτη της ζωής του.
Για τον λόγο αυτό όλοι οι συγγενείς του έσπευσαν να αποδεχθούν την κληρονομιά του μετά το θάνατο του με την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, και όχι με άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης, αφού δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν την ύπαρξη χρεών του. Ωοτόσο στη συνέχεια με έκπληξη ανακάλυψαν ότι ο κληρονομούμενος είχε διατελέσει νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΡΟΣ Ν.Ε." κατά τα χρονικά διαστήματα από 6- 8-1997 ως 10-12-1999, από 7-8-2000 ως και 1-8-2001 και από 6-11-2003 μέχρι και 2-8-2010, σε ηλικία δηλαδή ...
ετών ως και .... Με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας ο κληρονομούμενος ευθυνόταν εις ολόκληρον για τα χρέη και της οφειλές που είχε δημιουργήσει η εν λόγω εταιρία προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ποσού 4.159.874,24 ευρώ, όπως βεβαιώθηκαν από την Δ.Ο.Υ. Πλοίων κατόπιν διαχειριστικών ελέγχων.
Προς απόδειξη της πλάνης τους οι συγγενείς του ισχυρίσθηκαν ότι πληροφορήθηκαν το πρώτον την ύπαρξη των χρεών μετά την αποδοχή της κληρονομιάς από αυτούς, η οποία απαρτιζόταν από δύο ακίνητα στην Αθήνα και στο Λουτράκι, που είχαν αποκτηθεί από τον κληρονομούμενο κατά τα έτη 1972 και 1982, και συνεπώς δεν αποτελούσαν προϊόν εγκληματικής συμπεριφοράς, αφού δεν αποκτήθηκαν τα τελευταία έτη της ζωής του κληρονομούμενου, ούτε όμως και ήταν δυνατόν οι κληρονόμοι να υποψιαστούν την ύπαρξη χρεών του κληρονομούμενου από προσωπική φορολόγηση της περιουσίας του.
Ωστόσο η επικαλούμενη από την ενάγουσα πλάνη δεν αφορά το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομιάς, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά την ιδιότητα του κληρονομούμενου ως φοροφυγά, παράνομου, χωρίς ηθικές αρχές και αξίες την οποία ασφαλώς δεν γνώριζαν οι κληρονόμοι του και αν γνώριζαν αυτή με βεβαιότητα δεν θα αποδεχόταν την κληρονομιά του, προκειμένου να προασπίζουν την τιμή και την υπόληψή τους.
Η ύπαρξη των ανωτέρω υπέρογκων χρεών δεν αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η ποινική δίωξη του κληρονομούμενου δεν είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό του, αφού επί σειρά ετών, σε ηλικία ... ετών ως ... δέχθηκε προφανώς επ' αμοιβή, χωρίς όμως να αποκλείεται και η εκμετάλλευση του από τρίτους, να καταστεί "αχυράνθρωπος" της ανωτέρω ναυτιλιακής εταιρίας, ώστε ανενόχλητοι να ενεργούν οι πραγματικά υπεύθυνοι κρυπτόμενοι όπισθεν αυτού ιδρυτές της, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι κατά την κοινή λογική ο ίδιος δεν θα προλάβαινε να οδηγηθεί ενώπιον της δικαιοσύνης, ώστε να λογοδοτήσει για τα φορολογικά εγκλήματά του, λόγω της ηλικίας του.
Την ιδιότητά του αυτή ήταν αδύνατον να γνωρίζουν οι κληρονόμοι του, επιδεικνύοντας κάθε επιμέλεια, αφού δεν διατηρούσαν με τον θανόντα παρά μόνο τυπικές σχέσεις και δεν είχαν πληροφορηθεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα του κληρονομούμενου για τα τελευταία έτη της ζωής του, όπως ήταν και φυσιολογικό λόγω της ηλικίας του, ούτε ασχολούταν οι ίδιοι με επιχειρήσεις του είδους.
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το πταίσμα των συγγενών του θανόντος, για την αναγνώριση της διάστασης της βούλησης που συνιστά ουσιώδη πλάνη κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας της αποδοχής κληρονομιάς , η οποία οφείλεται σε άγνοια (δικαιολογημένη η μη είναι αδιάφορο) της πραγματικότητας, αφού η πλάνη του κληρονόμου μπορεί να οφείλεται και σε υπαίτια άγνοια.
Ενεργώντας όπως ο μέσος συνετός άνθρωπος αποδέχθηκαν την κληρονομιά ενός συγγενούς τους, που πέθανε σε ηλικία 100 ετών χωρίς να αφήσει απογόνους και αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι κατά τα τελευταία έτη της ζωής του κατέστη φοροφυγάς και υπαίτιος κακουργηματικών πράξεων, γεγονός που αν γνώριζαν οι συγγενείς του δεν θα αποδεχόταν κληρονομιά του, για να μην συνδέσουν τα ονόματα και τις υπολήψεις τους με τη δική του.
Το ανωτέρω ιστορικό ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι συνιστά ουσιώδη πλάνη και συγκεκριμένα άγνοια της ανωτέρω ιδιότητας του κληρονομούμενου η οποία είναι τόσο ουσιώδης, ώστε αν γνώριζαν την αλήθεια για το πρόσωπο του δεν θα συνέπρατταν στην σύνταξη της επίδικης πράξης αποδοχής κληρονομιάς, προκειμένου να διαφυλάξουν την τιμή και την υπόληψή τους".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 του Α.Κ. συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο τον θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.
Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσεως της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από τον νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποιήσεως της κληρονομίας (άρθρο 1847 του Α.Κ.), δηλαδή το δικαίωμα ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε.
Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αιρέσεως ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδάφ.
β' του Α.Κ.). Η σχετική δήλωση αποποιήσεως γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847§2 του Α.Κ.), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρο 1847§1 εδάφ.
β' του Α.Κ.). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως τεκμαίρεται αμαχήτως από τον νόμο (άρθρο 1850 εδάφ. β' του Α.Κ.) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποιήσεως έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857§§1, 2 του Α.Κ., η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857§1 του Α.Κ. καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποιήσεως ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στον λόγο της επαγωγής ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857§2 του Α.Κ. προβλέπει τη δυνατότητα ακυρώσεως της αποδοχής ή της αποποιήσεως, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επόμ., 147 επόμ., 150 επόμ. του Α.Κ.), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857§§2-4 του Α.Κ.
Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του Α.Κ., αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεως, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως.
Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται είτε σε πλάνη περί το πρόσωπο του κληρονομουμένου και των δραστηριοτήτων αυτού (π.χ. άσκηση ατιμωτικού επαγγέλματος, κληρονομία κτηθείσα από παράνομες πράξεις) (Nίκη Ψούνη Κληρονομικό Δίκαιο, Τόμος Ι, Εκδ. 2004 παρ.3, IV, σελ.92, Βουζίκας, Κληρ.Δίκαιο παρ.21 ΙΙΙ, 2, εκδ.1972, Απόστολος Γεωργιάδης Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου εκδ. 2007, παρ.39, αρ.4 σελ.402) είτε σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερομένων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς (Ολ.Α.Π. 858/1990, Α.Π. 1496/2023), υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται:
α) στο σύστημα της κτήσεως της κληρονομίας κατά τον Α.Κ. που επέρχεται, αμέσως, μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 του Α.Κ. δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) σε άγνοια μόνο της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 του Α.Κ. προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 του Α.Κ.
νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (Α.Π. 842/2022, Α.Π. 827/2017, Α.Π. 572/2016, Α.Π. 1041/2015). Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποιήσεως προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η, εν συνεχεία, αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της.
Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας είναι δυνατόν να στραφεί κατά του δανειστή της κληρονομίας (Α.Π. 842/2022, Α.Π. 1041/2022, Α.Π. 827/2017). Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μόνο, στην περίπτωση ακυρώσεως της πλασματικής αποδοχής, καθώς πρόκειται για αποποίηση με νομική αίρεση (condicio juris), ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από τον νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στον χρόνο επαγωγής (Α.Π. 572/2016, Α.Π. 1534/2011).
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 3/2020). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στην εκ μέρους του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 140, 141, 142, 143 και 1857 του Α.Κ. .
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι οι διαληφθείσες αιτιολογίες στο σκεπτικό αυτής (προσβαλλόμενης αποφάσεως) είναι εν μέρει ανεπαρκείς και εν μέρει αντιφατικές αναφορικά με θέματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλονται πλην όμως είναι αβάσιμοι. Από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε επιπλέον δε με αιτιολογίες επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ότι ο κληρονομηθείς Α.
Β. του Π., κατά τις χρονικές περιόδους από τις ....1997 έως τις ....1999, από τις ....2000 έως την ....2001 και από τις ....2003 έως τις ....2010, υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρείας, με την επωνυμία "ΣΥΡΟΣ Ν.Ε.", βαρυνόμενος με την υποχρέωση πληρωμής συνολικού ποσού 4.159.874,24€, εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της ναυτιλιακής εταιρείας, στο Ελληνικό Δημόσιο, και, επιπλέον, ότι στη θέση αυτή τοποθετήθηκε ως "αχυράνθρωπος", επ' αμοιβή, για να καλυφθούν έναντι του νόμου οι όπισθεν αυτού κρυπτόμενοι επιχειρηματίες.
Και Ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του κληρονομουμένου, την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στην αποδοχή της κληρονομίας του δεδομένου ότι αυτή (κληρονομία) ήταν προϊόν επίμεμπτης συμπεριφοράς η δε αποδοχή αυτής (κληρονομίας) θα αποτελούσε γι' αυτήν (αναιρεσίβλητη) προσάπτουσα όνειδος πράξη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 215, 237 και 238 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, οι οποίες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 01.01.2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επιμέρους στάδια προόδου της δίκης.
Ειδικότερα, στο άρθρο 215§2 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δ.
ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ' αυτές (§1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ. 1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας (§2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (§3).
Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενέργειας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215§2 του Κ.Πολ.Δ. επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη (Α.Π.
Α.Π. 343/2023, Α.Π. 1181/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126§1 εδάφ. δ' του Κ.Πολ.Δ., η επίδοση για το Ελληνικό Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Κωδ. Διάταγμα 26.06/10.07.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Ελληνικού Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.
Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6§1 του ως άνω διατάγματος, "Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών" (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8§§1 περίπτ. γ' και 3 περίπτ..
α' του ν. 3086/2002 (Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), "Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) ...... β) ....... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8§1 περίπτ. γ'). ... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει:
α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8§3 περίπτ. α'). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επιδόσεως του Κ.Πο.λΔ., προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο νομικό σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (Α.Π. 1309/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 85§1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν. δ. 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της. ... . 4.
Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι: "1.
Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α' 178, διορθ. σφαλμ. Α' 25/24.02.2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...].", στο άρθρο 36 ότι: "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.
Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25§1 περίπτ.
α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219§2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 - Α' 97) και 85§1, εδάφι. πρώτο του ν. δ. 356/1974 (Α' 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85§1 εδάφ. δεύτερο του ν. δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ.", [...]", στο άρθρο 41 ότι: "1. [...] 2.
Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α' 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.".
Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικής Διοικήσεως της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2§2 περίπτ. γ' υποπερίπτ. ιι, 69§2 περίπτ. Γ, 80 π. δ. 111/2014 - Α' 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Σ.τ.Ε. 1215/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποιήσεως, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δηλώσεως αποποιήσεως της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 του Α.Κ.
και 70 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διαδίκου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου από το πρόσωπο του διαδίκου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαιτήσεως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
του Ελληνικού Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου - Κωδ. Διάταγμα 26.06/10.07.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρα 1§§1, 4, 17§1, 36§1, 41§1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν. δ. 356/1974, άρθρα 2§2 περίπτ. γ' υποπερίπτ. ιι, 69§2 περίπτ. Γ, 80 π. δ. 111/2014).(ΑΠ 361/2024, ΑΠ 1498/2023).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.τ.λ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεωςς, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1608/2022, Α.Π. 1222/2022).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης αποφάσεως, ώστε η, κατ' αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής (Α.Π. 1497/2023, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 647/2022, Α.Π. 1515/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του προσάπτει στην προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι, παρά τον νόμο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θεώρησε την από 31.03.2017 αγωγή ως μη ασκηθείσα αν και αυτή (αγωγή) δεν είχε επιδοθεί και στην Α.Α.Δ.Ε., παρά μόνο στον Υπουργό των Οικονομικών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και, τούτο, διότι η επίδοση της αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών ήταν αρκετή ώστε να ολοκληρωθεί η άσκησή της. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423 οικ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.10.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4789/22.11.2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ