Supreme Court allows appeal against labor court decision for partial application of new interest rate law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Labor Court's decision regarding a public employee's housing allowance interest. The lower court incorrectly applied a 6% interest rate instead of the new 3% rate mandated by Law 4607/2019 for the period after May 1, 2019. The Court ruled that the appeal was admissible and the lower court violated statutory provisions by failing to apply the updated interest calculation rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal based on a new legal provision if the lower court failed to apply the mandatory new interest rate established by subsequent legislation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 647 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 647/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σπυριδούλας Ραυτοπούλου, πληρεξουσίας παρέδρου του Ν.Σ.Κ. , η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Σπυρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 618/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6518/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 19-2-2020 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6518/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 21-2-2016 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 618/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22-9-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσείον στις 23-1-2020 (βλέπ. σχετική επισημείωση στο επιδοθέν αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Μ.) και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 24-2-2020 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, πάρα το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθ. 1 .Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, 558/2008). Μέσω του παραπάνω από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως αγωγής (ΑΠ 388/1997), ή των ενδίκων μέσων, καθώς και η έκταση του μεταβιβαστικού ή επικοινωτικού αποτελέσματος της έφεσης (Ολ ΑΠ 33/1990, ΑΠ 710/2016, 371/2008, 212/2006, 1360/1997).Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ιδίου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται μόνο όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1209/2007). Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 19/2020, 670/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ` αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ιδίας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως (ΑΠ 344/2020, 1090/2018, 1635/2008).
Η κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας κεφαλαίων της υποθέσεως που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και η απόρριψη αυτών ως απαράδεκτων ιδρύει τους από το άρθρ. 559 αριθμ. 14 και 8 αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 1638/2008). Τέλος, λόγος αναιρέσεως που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δέχθηκε ή δεν δέχθηκε'' κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, 58/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 22.9.2009 αγωγή της κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει υπάλληλος με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, και ειδικότερα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών / Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Ότι από 16.1.2006 δυνάμει σχετικής ΚΥΑ αποσπάσθηκε στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση με έδρα τις ... του ..., όπου υπηρέτησε μετά από διαδοχικές παρατάσεις δυνάμει σχετικών ΚΥΑ έως τις 15.1.2009, χειριζόμενη χρηματοπιστωτικά θέματα της Ελλάδος ενώπιον των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ότι στις ανωτέρω αποφάσεις ορίσθηκε να της καταβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 135 παρ. 4 του Ν. 2594/1998, ήδη άρθρο 155 παρ. 4 του Ν. 3566/2007, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής υπολογιζόμενο σε ποσοστό 65% επί του αντίστοιχου επιδόματος του Πρέσβεως της Ελλάδος στο Βέλγιο, πλέον των αναλογουσών επ' αυτού προσαυξήσεων λόγω στέγασης και τέκνων.
Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 16.1.2006 έως 15.1.2009) η προσαύξηση λόγω στέγασης, που της καταβαλλόταν, υπολογίσθηκε σε ποσοστό 10% επί του επιδόματος αλλοδαπής του Πρέσβεως και όχι σε ποσοστό 20%, όπως έπρεπε, δεδομένου ότι η σχετική ΚΥΑ (083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/9.4.2001), με την οποία προβλέπεται για κάλυψη των αναγκών στέγασης, στην περίπτωση που δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, προσαύξηση 20% επί του επιδόματος του Πρέσβεως στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ αντίστοιχη προσαύξηση μόνο 10% για τους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων (λοιπών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και των εξομοιούμενων με αυτούς υπαλλήλων των λοιπών υπουργείων), εκδόθηκε κατά παράβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης των παραγράφων 3, 4, 5 του άρθρου 135 του Ν. 2594/1998, σε κάθε δε περίπτωση αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας.
Ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 του Ν. 1104/1980 "... για τους αποσπώμενους στην Αντιπροσωπεία από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, Δημόσιους Οργανισμούς ή Τράπεζες υπαλλήλους καθορίζεται στην απόφαση με την οποία διενεργείται η απόσπαση, ο βαθμός της διπλωματικής ιεραρχίας που θα φέρουν οι υπάλληλοι αυτοί για τον χρόνο που διατηρείται η απόσπασή τους" αφ' ενός και με την υπ' αριθμ.
Φ1/14/ΑΣ18/13.1.1997 εγκύκλιο του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών καθορίσθηκε βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία όλων ανεξαιρέτως των αποσπώμενων υπαλλήλων του κλάδου Π.Ε. με υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών αναλόγως των ετών υπηρεσίας έκαστου αφ' έτερου, πλην όμως η ενάγουσα, εξομοιώθηκε βαθμολογικά και μισθολογικά με τους υπαλλήλους του κλάδου Διοικητικής και Γραμματειακής Υποστήριξης και όχι με τους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών παρά το γεγονός επιπλέον ότι στην πραγματικότητα ασκούσε διπλωματικά καθήκοντα κατά το χρόνο υπηρεσίας στη ΜΕΑ.
Ότι στη συνέχεια, μετά τη λήξη της απόσπασής της και για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 16.1.2009 έως 31.8.2009, αποφασίσθηκε η παράταση της παραμονής της στις ... με ειδική αποστολή δυνάμει τριών αποφάσεων του ΣΤ' Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών (Π13β-823/ΑΣ 325/13.1.2009, Π13β-7421/ΑΣ 3602/30.3.2009, Π13β-7421/ΑΣ 3602δις/23.4.2009).
Ότι για την παραμονή της το χρονικό αυτό διάστημα (16.1.2009 έως 31.8.2009), το εναγόμενο, δεν της κατέβαλλε επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) με τις επ' αυτού προσαυξήσεις λόγω στέγασης και τέκνων, με το αιτιολογικό ότι ειδικές αποστολές προβλέπονται μόνο για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το άρθρο 77 του Ν. 3566/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 παρ. 19 του Ν. 3712/2008.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει, το συνολικό ποσό των 105.725 ευρώ, νομιμοτόκως, α) για ποσό 85.725 ευρώ από το τέλος εκάστου μηνός από εκείνον που ήταν καταβλητέο έκαστο μερικότερο ποσό του κονδυλίου αυτού, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) για ποσό 20.000 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 618/2014 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 71.218,33, που αντιστοιχεί σε: α) 10.723,33 ευρώ λόγω προσαύξησης 10% για στέγαση για το χρονικό διάστημα από 26.9.2007 έως 15.1.2009, β) 60.495 ευρώ για επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) υπολογιζόμενο στο 65% του ΕΥΑ του Πρέσβη, προσαυξανόμενο με 20% λόγω δαπάνης στέγασης και 24% για ανήλικα τέκνα, για το διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009 (της παραμονής της στις ...
με ειδική αποστολή), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή, και επιπλέον το ποσό των 3.000 ευρώ λόγω χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη μη καταβολή του ΕΥΑ με τις προσαυξήσεις για στέγαση και τέκνα κατά το χρονικό διάστημα από 16.1.2009 έως 31.8.2009, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την ως άνω από 21-2-2016 (υπ' αριθμ. καταθ. 554/2016) έφεσή του, με την οποία προσέβαλε το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ), λόγω δαπάνης στέγασης.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, το εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται την προβλεπόμενη για τους διπλωματικούς υπαλλήλους προσαύξηση λόγω στέγασης σε ποσοστό 20% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη, αντί του ποσοστού 10% που λαμβάνουν οι λοιποί κλάδοι υπαλλήλων διοικητικών καθηκόντων του ΥΠΕΞ.
Δηλαδή με την ως άνω έφεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το ανωτέρω κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αφορά την προσαύξηση λόγω της δαπάνης στέγασης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για το χρονικό διάστημα από 26.9.2007 έως 15.1.2009, και όχι το κεφάλαιο αυτής που αφορά το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ), που το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι δικαιούται η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009 (χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα παράταση της παραμονής της στις ...
με ειδική αποστολή). Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6518/2019 απόφαση. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ως προς το αιτούμενο κονδύλιο της επιπλέον προσαύξησης λόγω στέγασης σε ποσοστό 10% για το επίδικο χρονικό διάστημα, από 16.1.2009 έως 31.8.2009, τυγχάνει μη νόμιμη, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα σε αυτή (αγωγή), η ενάγουσα-εφεσίβλητη είναι υπάλληλος διάφορης, πλην του Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), υπηρεσίας του εναγομένου-εκκαλούντος, και συγκεκριμένα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών / Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, συνδεόμενη με αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αποσπασμένη στη ΜΕΑ, χωρίς να έχει εξομοιωθεί με τις αντίστοιχες προς την απόσπαση και παράταση αυτής κοινές υπουργικές αποφάσεις, ούτε και με την απόφαση περί παρατάσεως της παραμονής της στην αλλοδαπή με ειδική αποστολή, με υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, στους οποίους χορηγήθηκε η κατά ποσοστό 20% προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για στέγαση με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/9.4.2001 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, παρά μόνο με υπαλλήλους του κλάδου Διοικητικής Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης, με συνέπεια να μην δικαιούται τη μείζονα προσαύξηση του ΕΥΑ σε ποσοστό 20% επί του επιδόματος του Πρέσβεως, αλλά την ελάσσονα σε ποσοστό 10% επί του εν λόγω επιδόματος, την οποία δικαιούνται οι υπάλληλοι των λοιπών κλάδων (πλην διπλωματικού) του ΥΠΕΞ.
Επιπλέον, δέχθηκε ότι η διαφοροποίηση της προσαύξησης του ΕΥΑ προς αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης μεταξύ αφ' ενός των διπλωματικών υπαλλήλων και των τυχόν εξομοιούμενων με αυτό λοιπών υπαλλήλων άλλων υπηρεσιών σύμφωνα με την περί αποσπάσεώς τους απόφαση και αφ' ετέρου του λοιπού προσωπικού του ΥΠΕΞ και των τυχόν εξομοιούμενων με αυτό λοιπών υπαλλήλων άλλων υπηρεσιών, που γίνεται με τις προαναφερθείσες ΚΥΑ, αφ' ενός βρίσκονται εντός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, η οποία παρασχέθηκε με τις διατάξεις των Οργανισμών των ετών 1976, 1998 και 2007 του ΥΠΕΞ, που προβλέπουν αναλογία του ΕΥΑ προς τον κλάδο και το βαθμό των δικαιούχων και αφ' ετέρου δεν παραβιάζει τις αρχές της ισονομίας και ισότητας, διότι δικαιολογείται από τις διαφορετικές συνθήκες πρόσληψης, απασχόλησης και εξέλιξης εκάστης κατηγορίας υπαλλήλων.
Κατά συνέπεια, οι ΚΥΑ που προαναφέρθηκαν και που διαφοροποιούν την προσαύξηση μεταξύ αφ' ενός των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου (20% επί του ΕΥΑ του Προϊσταμένου/ Πρέσβη) και αφ' ετέρου των μονίμων υπαλλήλων των λοιπών κλάδων του ΥΠΕΞ (10% επί του ΕΥΑ του Προϊσταμένου/Πρέσβη), ούτε εκτός των ορίων της παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης βρίσκονται ούτε τη συνταγματική αρχή της ισονομίας παραβιάζουν.
Ακολούθως έκρινε ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία δεν εκκαλείται ως προς τις παραδοχές της για το ότι η ενάγουσα δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009 το ανωτέρω επίδομα (ΕΥΑ), το οποίο δεν της είχε καταβληθεί, εσφαλμένα προσδιόρισε αυτό με την προσαύξηση λόγω δαπανών στέγασης σε ποσοστό 20%, ενώ έπρεπε να το προσδιορίσει με προσαύξηση σε ποσοστό 10%.
Κατόπιν αυτών, έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο εφέσεως και την έφεση στο σύνολό της και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την επιδίκαση τμήματος της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) λόγω δαπανών στέγασης σε ποσοστό 10% (πλέον του 10% που δικαιούταν) για το χρονικό διάστημα από 16-1-2006 έως 15-1-2009, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη κατά το σχετικό αίτημα.
Στη συνέχεια, αφού υπολόγισε το ως άνω επίδομα με την προσαύξηση λόγω δαπανών στέγασης 10%, δέχθηκε εν μέρει την από 22-9-2009 αγωγή κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 54.945 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 8, 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως, παρέλειψε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο της αγωγής, κατά το μέρος που αφορούσε και την αξίωση καταβολής στην ενάγουσα του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ), με τις προσαυξήσεις λόγω δαπανών στέγασης και τέκνων για το χρονικό διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009.
Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, μη εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της ένδικης αγωγής κατά το μέρος που αφορούσε την ως άνω αξίωση καταβολής στην ενάγουσα του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για το ως άνω χρονικό διάστημα, δεν παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, αφού η σχετική αξίωση δε μεταβιβάστηκε σ' αυτό με την έφεση και ως εκ τούτου δεν είχε την εξουσία να εξετάσει τη νομική βασιμότητα του σχετικού αγωγικού αιτήματος.
Σημειώνεται ωστόσο, ότι η παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα του ως άνω κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν εμπίπτει ούτε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ, αφού το κεφάλαιο αυτό αποτελεί διαφορετική βάση του ίδιου αγωγικού δικαιώματος και το Εφετείο στην περίπτωση αυτή δεν μπορούσε να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δέχεται αίτημα που υποβλήθηκε με την έφεση και εξετάζει μόνο τη νομική βασιμότητα του σχετικού αγωγικού αιτήματος που μεταβιβάστηκε σ' αυτό.
Ακόμη, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 77 εδαφ. α' και 160 του ν. 3566/2007 έκρινε ότι οφείλεται στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για το διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009, κατά το οποίο παρατάθηκε η απόσπασή της στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία με ειδική αποστολή, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ), με τις προσαυξήσεις δαπανών, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεν προέβη σε έρευνα του αιτήματος της αγωγής που αφορούσε το ως άνω επίδομα, αφού το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό με την έφεση.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 1/2020, 4/2018, 6/2017, 7/2006). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (Α` 65/24.4.2019), υπό τον τίτλο "Τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου", ορίζεται ότι: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.
Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. ... 3.
Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος" και στο άρθρο 79 ότι : "Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του".
Δεδομένων των ρυθμίσεων των ως άνω διατάξεων, οι οποίες είναι εφαρμοστέες σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις ανεξαρτήτως βαθμού και σταδίου για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται από 1.5.2019 (1η του επόμενου της δημοσίευσης μήνα) και εξής, μη νομίμως με την πρωτόδικη απόφαση προσδιορίστηκε το ύψος του καταβλητέου επιτοκίου σε 6% για το χρονικό διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής, ενώ το επιτόκιο θα έπρεπε, για το διάστημα από την ως άνω ημερομηνία και εξής, να προσδιοριστεί σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, κατ' αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ως νόμω βάσιμου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της εφέσεως κατά αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του αποφάσεως, που κρίνει την ουσία της υποθέσεως, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.
ΑΠ 2/2020, 7 και 8/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγιναν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της εφέσεως και στη συνέχεια για το ενιαίο της εκτελέσεως, η έφεση στο σύνολό της, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατήθηκε η υπόθεση προς κρίση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα ως επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) με τις προσαυξήσεις λόγω δαπανών στέγασης και τέκνων, το συνολικό ποσό των 54.945 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6%, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Η συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγινε στις 12-2-2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 22-11-2019.Κατά συνέπεια, το Εφετείο, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 24-4-2019 που έλαβε χώρα η δημοσίευση του ν. 4607/2017 στην ΕτΚ (αρθρ. 79 του ν. αυτού) και το ίδιο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής 10% λόγω δαπανών στέγασης για το διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009 (και όχι 20%) και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όφειλε, ενόψει των ως άνω ρυθμίσεων 45 του ν. 4607/2019, με το οποίο μεταβλήθηκε το ποσοστό του τόκου που οφείλει το Δημόσιο και ορίστηκε σε 3%, εφαρμοζομένης της ρυθμίσεως αυτής από 1-5-2019, και συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει τις νέες διατάξεις του ν. 4607/2017 και να ορίσει ότι από την 1-5-2019 και μέχρι της εξόφληση, για το ποσό που αντιστοιχεί στην προσαύξηση (10%) λόγω της δαπάνης στέγασης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ) για το χρονικό διάστημα από 16-1-2009 έως 31-8-2009, το επιτόκιο υπολογίζεται με ποσοστό 3%.
Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας κατά τα παραπάνω αντίθετα και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 54.945 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων Περί Δικών του Δημοσίου, ήτοι μετά την 1-5-2019 έως την εξόφληση, παραβίασε (με τη μη εφαρμογή τους) τις ως άνω διατάξεις του ν. 4607/2019, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ.
Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραβίασης των διατάξεων του ν. 4607/2019 είναι βάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά, αφού στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για σφάλμα του δικαστηρίου που δε μπορούσε να γνωρίζει το αναιρεσείον πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως (άρθρο 562 παρ. 2 εδαφ.
α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος της, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, πρέπει να κρατηθεί από το Τμήμα τούτο, να ορισθεί το επιτόκιο του επιδικασθέντος συνολικού ποσού των 54.945 ευρώ σε ποσοστό 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και σε ποσοστό 3% από της 1ης Μαΐου 2019 μέχρι εξοφλήσεως.
Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου (άρθρο 22 παρ. 2 Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6518/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Ορίζει το επιτόκιο του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, σε ποσοστό 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και σε ποσοστό 3% από της 1ης Μαίου 2019 μέχρι εξοφλήσεως. Και Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ