Legislator Case Law & Legislation
1872/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling the lower court considered all evidence without error.

Case Number 1872/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court ignored specific documentary evidence and statements, but the court found the appellate court had explicitly considered all submitted documents in its reasoning. Consequently, the court ruled that the lower court's evaluation of evidence was not subject to appellate review and the appeal was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is not subject to cassation review if it explicitly states it considered all evidence, as the evaluation of evidence falls within the lower court's exclusive jurisdiction.

Keywords

AI generated
cassation appeal appellate review evaluation of evidence consideration of documents Code of Civil Procedure appellate jurisdiction lower court discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1872/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. - Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ATRONIC ENTERPRISES S.A.", που εδρεύει στη Δημοκρατία του Παναμά. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Καλλιόπη Χριστακάκου - Φωτιάδη και Νικόλαο Ντέσκα. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν συναίνεσαν.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προεδρεύοντός του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και η υπόθεση συζητήθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2048/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2130/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 19/9/2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2130/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε, τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν, την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2048/2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη την και σε βάρος της ασκηθείσα από 21/2/2018 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 19/9/2022 ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την έκδοσή της, στις 27/4/2022 μέχρι την κατά τα άνω άσκηση της αναίρεσης, δεν παρήλθε διετία (ΟΛΑΠ 12/2018).

Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟΛΑΠ 2/2019, ΟΛΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018)

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟΛΑΠ 6/2022, ΟΛΑΠ 4/2019, ΟΛΑΠ 7/2006, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ολΑΠ 28/1998, ΑΠ 1559/2022).

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως τη αποφάσεως υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006, ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, 55/2023, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 55/2022 ΑΠ 88/2022).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν αναφέρονται καθόλου στην απόφαση τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αναφέρονται μεν αλλά χωρίς πληρότητα (ΑΠ 204/2022).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν οι ελλείψεις ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 80/2022, ΑΠ 1186/2021,ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αφορά τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1186/2021,ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020) καθόσον τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 80/2022), ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ'αυτήν και στηρίζουν στο αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Τέλος κατά τον αριθμό 14ΚΠολΔ του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος με τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ η δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος δεν έγινε σπουδαίως, παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού, η δικαιοπραξία όμως που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016).

Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ1662/2022, ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 362/2022, ΑΠ 752/2020). Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 563/2016).

Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 502/2018). Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ` αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 794/2008).

Εξάλλου, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφεαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, που την καταφάσκει, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον, εμπεριέχεται στον σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό (ΑΠ 352/2022, ΑΠ 28/2022, ΑΠ 752/2020 ΑΠ 502/2018)

Εξάλλου η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 1459/2011)

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, 41/2023, ΑΠ 385/2022).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 385/2022). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. (ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1005/2022).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της νομιμοποιήσεως πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008).

Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟΛΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005), γιατί, κατά τον ΚΠολΔ, η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 2099/2022, ΑΠ 266/2021) και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1259/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ.αριθ. ...-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ. Δ. Φ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, στον τόμο ...

και αριθμό ..., η ενάγουσα εταιρεία μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγόμενη-εκκαλούσα την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 1.315,66 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιφέρειας του Δήμου ..., επί της Λεωφόρου ..., όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται στο άνω συμβόλαιο και την αγωγή, με συμφωνηθέν τίμημα (1.483.432) ευρώ.

Την ίδια ως άνω ημερομηνία με το υπ' αριθ. ...-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, της Συμβ/φου Αθηνών, Λ. Χ. Σ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, στον τόμο ... και αριθμό ..., η ενάγουσα εταιρεία μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγόμενη-εκκαλούσα την πλήρη κυριότητα μίας τριώροφης οικίας, με τα παραρτήματα, προσαυξήματα και τα συστατικά της, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και περιφέρειας του Δήμου ..., επί της διασταύρωσης των οδών ..., πρώην ..., όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται στο άνω συμβόλαιο και την αγωγή, η δε οικία αποτελούταν από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, και αναλυτικά περιγράφεται στο συμβόλαιο και την αγωγή, με συμφωνηθέν τίμημα (4.360.751,77) ευρώ.

Η ενάγουσα εταιρεία συστάθηκε με την υπ. αριθ. ...-1985 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου της Δημοκρατίας του Παναμά, C. E. M. R., που έχει καταχωρισθεί στο μικροφίλμ ..., ρολό ..., πλαίσιο ... του Δημόσιου Μητρώου Παναμά, με διάρκεια ... έτη, ύψος μετοχικού κεφαλαίου (100) ανώνυμες μετοχές και Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούμενο από τα τρία φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτήν (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη).

Για τη σύναψη αμφότερων των δικαιοπραξιών, που καταρτίστηκαν με τα άνω συμβόλαια, η ενάγουσα είχε εξουσιοδοτήσει να την αντιπροσωπεύσει ο Ζ. Ζ. του Θ. και της Δ. με το από ...-2003 πληρεξούσιο που φέρει την υπογραφή του εξουσιοδοτημένου Διευθυντή της ενάγουσας και προσκομίζεται μετ' επικλήσεως. Κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν οι άνω δικαιοπραξίες, η εναγόμενη-εκκαλούσα ήταν σύζυγος του Κ.

Κ., ναυτιλιακού επιχειρηματία και μετόχου της ενάγουσας εταιρείας. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στις ...-1996 αγόρασε με το σύζυγο της από κοινού, κατά ποσοστό 50% έκαστος μετοχές της ενάγουσας εταιρείας και ότι στις αρχές του έτους 2003 ο σύζυγος της, της μεταβίβασε με δωρεά το δικό του ποσοστό και έτσι αυτή κατέστη κυρία του συνόλου των μετοχών της ενάγουσας, ώστε κατά το χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων να είναι η ίδια κυρία της ενάγουσας εταιρείας που της μεταβίβασε τα ένδικα ακίνητα.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε εάν η εναγόμενη απέκτησε μετοχές και πόσες το έτος 1996 και πόσες το Νοέμβριο του 2003, που έλαβαν χώρα οι ένδικες μεταβιβάσεις και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε εάν κατά τον χρόνο εκείνο ήταν κυρία του συνόλου των μετοχών, κατόπιν μεταβίβασης από τον Κ.

Κ. και των δικών του μετοχών.

Εξάλλου, ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ούτε από το ότι στις ...-2003 ο τότε σύζυγος της απευθυνόμενος σε τρίτο πρόσωπο δήλωσε ότι η ενάγουσα εταιρεία ανήκει "beneficially" στη σύζυγο του (εναγόμενη), εφόσον αυτή η δήλωση δεν επιφέρει ως νομική συνέπεια την απόκτηση μετοχών από την εναγόμενη ούτε από το ότι στις ...-1996 τρίτο πρόσωπο παρέλαβε για λογαριασμό των Κ.

Κ. και Μ. Σ. το πακέτο του συνόλου των μετοχών της ενάγουσας και τις παραιτήσεις των μελών του Δ.Σ. αυτής, ενώ δεν προσκομίζονται προς απόδειξη των ισχυρισμών της εκκαλούσας σχετικά συμφωνητικά αγοράς των 50 μετοχών το 1996 ούτε μετέπειτα απόκτησης με δωρεά των λοιπών 50 μετοχών. Αντίθετα, επιχείρημα υπέρ του γεγονότος ότι η ενάγουσα εταιρεία ήταν συμφερόντων του Κ.

Κ. συνάγεται και από το ότι η τράπεζα Εurobank το έτος 2002 είχε καταθέσει αίτηση κατά του ίδιου και κατά της ενάγουσας εταιρείας, προκειμένου να κατασχεθεί περιουσία του ίδιου και της ενάγουσας εταιρείας για οφειλόμενα από αυτόν ποσά. Εξάλλου, παρά τους και με λόγους έφεσης ισχυρισμούς της εκκαλούσας ότι υπό την ιδιότητά της ως κυρίας και μετόχου της ενάγουσας εταιρείας κατέχει έως και σήμερα το λεγόμενο "Κit" (κουτί) με τα κρίσιμα έγγραφα σύστασης της εταιρείας και δη τους τίτλους των μετοχών και την (ανάγλυφη) σφραγίδα της εταιρείας, τούτο δεν συνεπάγεται ότι είναι μέτοχος της ενάγουσας, εφόσον πριν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της το έτος 2014 με τον Κ.

Κ. συμβίωναν στην ίδια οικία και ήταν αναμενόμενο τα έγγραφα αυτά να βρίσκονται στην οικογενειακή τους οικία.

Περαιτέρω, παρά τους και με λόγους έφεσης ισχυρισμούς της ότι η ίδια είναι κυρία και μέτοχος της ενάγουσας, την οποία έχει θέσει σε αδράνεια από το έτος 2006 και ως εκ τούτου δεν υφίσταται νόμιμη εκπροσώπηση της ενάγουσας εταιρείας, άλλως έλλειψης της ικανότητας διαδίκου, άλλως έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, καθώς και ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας είναι στην Ελλάδα και ότι η εταιρεία είναι άκυρη και ανυπόστατη, καθώς το ελληνικό δίκαιο δεν γνωρίζει εταιρείες με ένα μόνο εταίρο(βλ. για τα ανωτέρω αναλυτικά στους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης) δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα προέβη σε οποιαδήποτε νομική ενέργεια με βάση την επικαλούμενη ιδιότητα της ως κυρία και μέτοχος της ενάγουσας, ώστε να ακυρώσει τις σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας εταιρείας και να προβεί σε εκ νέου σύσταση και συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας εταιρείας. Αντίθετα αποδείχθηκε (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την εφεσίβλητη-ενάγουσα με αριθ. σχετ. Β νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου) ότι σύμφωνα με το άρθρο 33 του νόμου 32 της 26ης Φεβρουαρίου 1927 περί των ανωνύμων εταιρειών της Δημοκρατίας του Παναμά ορίζεται ότι: "33. Η εταιρεία δύναται να εκδώσει νέα πιστοποιητικά μετοχών (τίτλους), προκειμένου να αντικαταστήσει εκείνα τα οποία έχουν καταστραφεί, απολεσθεί ή κλαπεί.

Στην περίπτωση αυτή, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να ζητήσει από τον κάτοχο του καταστραφέντος, απολεσθέντος ή κλαπέντος πιστοποιητικού να εγγυηθεί προς την εταιρεία την ευθύνη του για κάθε απαίτηση ή ζημία". Η ενάγουσα εταιρεία προσκομίζει μετ' επικλήσεως το από 25-07-2017 με αριθ. σχετ. Α πιστοποιητικό υπ' αριθ. 5 με τη νόμιμη μετάφρασή του, από το οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρεία εδρεύει στην ..., στη Δημοκρατία του ..., συστάθηκε με βάση το νόμο 32 του 1927, καταχωρίσθηκε στο δημόσιο μητρώο στον αριθμό ... στις 25 Νοεμβρίου 1985, ενεγράφη στο Δημόσιο Αρχείο, Τμήμα Μικροταινιών (εμπορικό), στο φάκελο ..., έγγραφο υπ'αριθ. ... στις ...-1985, ότι το εγκριθέν εταιρικό κεφάλαιο είναι (10.000) δολάρια ΗΠΑ και εκπροσωπείται από (100) μετοχές χωρίς ονομαστική αξία, πιστοποιείται δε ότι ο Κ. Κ. είναι κύριος του 100% των μετοχών.

Περαιτέρω, προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα-εφεσίβλητη με αριθ. σχετ. 48 πρακτικ(ό) της έκτακτης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας εταιρείας της συνεδρίασης της 08-11-2021, με τη νόμιμη μετάφρασή του, παρουσία των: A. V., Διευθυντής/Πρόεδρος, J. O. K., Διευθυντής/Γραμματέας και L. N. Διευθυντής/Ταμίας, με το οποίο η ενάγουσα εταιρεία εξουσιοδότησε τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, και απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι είναι κυρία και μέτοχος της ενάγουσας και σιωπηρά απέρριψε τους ισχυρισμούς περί μη νόμιμης εκπροσώπησης της ενάγουσας, έλλειψης ικανότητας διαδίκου,(ενν. λόγω) έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και τους ισχυρισμούς περί άκυρης και ανυπόστατης εταιρείας, έστω και με συνοπτική αιτιολογία και σιωπηρά απέρριψε τους ισχυρισμούς, αιτιολογία που το παρόν Δικαστήριο εν μέρει αντικαθιστά (άρθρο 534 ΚΠολΔ), με όσα προεκτέθηκαν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες μεταβιβάσεις των ακινήτων κατά το έτος 2003 έγιναν για φορολογικούς λόγους, ώστε να αποφευχθεί η υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση της ενάγουσας-εταιρείας. Η μεταβίβαση αυτών στην εναγόμενη αποφασίστηκε προκειμένου ο Κ. Κ. που είχε επιχειρηματική δραστηριότητα στη ναυτιλία, ο οποίος κατείχε μετοχές σε διάφορες ναυτιλιακές εταιρείες και μέσω αυτών αποκτούσε ακίνητα, χωρίς να διατηρεί ο ίδιος ακίνητη περιουσία, υπό τον φόβο απώλειας αυτής λόγω των ναυτικών ατυχημάτων.

Ενόψει των ανωτέρω τα ένδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη κυριότητα από την ενάγουσα στην εναγόμενη χωρίς όμως να καταβληθεί οιοδήποτε τίμημα από την τελευταία στην ενάγουσα, εφόσον δεν προσκομίζεται μετ' επικλήσεως οιοδήποτε παραστατικό από το οποίο να προκύπτει η καταβολή τιμήματος (π.χ. με επιταγή, μέσω τραπέζης κλπ), γεγονός άλλωστε που συνομολογείται και από τους διαδίκους.

Το τίμημα στην πώληση συνιστά ουσιώδες στοιχείο της δικαιοπραξίας όμως δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της καταρτισθείσας πώλησης, το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το τίμημα που συμφωνήθηκε, η δε μη καταβολή του τιμήματος από μόνη της, δεν καθιστά την πώληση εικονική. Και τούτο διότι, για την κρίση, ως προς την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης με επακόλουθο την ακυρότητά της, δεν έχει σημασία η καταβολή ή μη του τιμήματος ή η αδυναμία καταβολής του ποσού που αντιστοιχεί στην πραγματική αξία του πωληθέντος, ούτε δε η μη καταβολή αφ' εαυτής, προσδίδει στη σύμβαση το χαρακτήρα της εικονικότητας, εφόσον το τίμημα μπορεί να χαρισθεί, να αφεθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση καταβολής να αποσβεσθεί με παραγραφή η κατ' άλλο τρόπο.

Ωστόσο, το γεγονός της μη καταβολής είναι δυνατό να αποτελέσει δικαστικό, τεκμήριο για την εικονικότητα της πώλησης ή αντίστροφα, το γεγονός της καταβολής να αποτελέσει τεκμήριο για το ότι η πώληση δεν ήταν εικονική. Εξάλλου ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ναι μεν δεν κατέβαλε τίμημα, επειδή η εταιρεία ήταν δική της (ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε και απορρίφθηκε, βλ.

ανωτέρω), αλλά κατέβαλε εξ ιδίων τα έξοδα μεταβίβασης και μεταγραφής, ύψους (480.000) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον η ίδια δεν εργαζόταν ούτε αποδείχθηκε ότι πριν τον γάμο της με τον Κ. Κ. είχε υψηλού βαθμού οικονομική ρευστότητα, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι λόγω της επιχειρηματικής του δραστηριότητας με τη ναυτιλία ικανοποιητική οικονομική ρευστότητα είχε ο Κ.

Κ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρεία, συμφερόντων του Κ. Κ., όπως νόμιμα εκπροσωπείτο, χορήγησε το από 24-6-2003 πληρεξούσιο στον Ζ. Ζ., ο οποίος ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας προέβη στις μεταβιβάσεις των ακινήτου στην εναγόμενη το έτος 2003. Στο άνω πληρεξούσιο ρητά αναγράφεται ότι η ενάγουσα διορίζει τον Ζ.

Ζ., προκειμένου να πωλήσει τα ένδικα ακίνητα στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας. Ενόψει όσων ανωτέρω προεκτέθηκαν και αποδείχθηκαν, αποδείχθηκε ότι τόσο η ενάγουσα εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείτο, συμφερόντων του Κ. Κ., όσο και ο νομίμως κατά τα ανωτέρω διορισθείς αντιπρόσωπος της ενάγουσας για την κατάρτιση των ένδικων δικαιοπραξιών, αλλά και η εναγόμενη, σύζυγος τότε του Κ.

Κ., γνώριζαν την εικονικότητα των δικαιοπραξιών που έλαβαν χώρα με τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις αγοραπωλησίας, δεδομένου ότι γνώριζαν ότι ο Κ. Κ. είναι κύριος μέτοχος της ενάγουσας, ότι ασχολείτο με τη ναυτιλία και τούτο συνεπαγόταν αυξημένο κίνδυνο από τη μεταφορά φορτίων σε περίπτωση ατυχήματος, που θα επηρέαζε την οικονομική κατάσταση τόσο της ενάγουσας εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχος, αλλά και τη δική του προσωπική περιουσία, καθώς και ότι η εναγόμενη δεν είχε καμία συμμετοχή με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις και ο,τιδήποτε αφορούσε στη διαχείριση των εταιρειών και των ακινήτων που ανήκαν σε αυτές τις εταιρείες διαχειριζόταν ο πρώην σύζυγος της εναγόμενης, ο οποίος κατά τον χρόνο εκείνο έκρινε συμφέρουσα για φορολογικούς λόγους τη μεταβίβαση των ακινήτων αυτών στην εναγόμενη τότε σύζυγο του, με την οποία συμβίωναν αρμονικά μαζί με το τέκνο της από προηγούμενο γάμο της, που ο Κ.

Κ. είχε υιοθετήσει. Έτσι, η μεταβίβαση των ακινήτων στην σύζυγο του μετόχου της ενάγουσας, δηλαδή στην εναγόμενη-εκκαλούσα, θα εξασφάλιζε και την απομάκρυνση των ακινήτων από την ενάγουσα εταιρεία για να μη φορολογηθεί, αλλά κατ' ουσίαν θα παρέμεναν τα ακίνητα στον μέτοχο Κ. Κ., εφόσον οι σχέσεις του ζευγαριού τότε ήταν αρμονικές και συνεπώς και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι υποκρυπτόταν δωρεά των ακινήτων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρεία μεταβίβασε λόγω δωρεάς τα ακίνητα, αλλά σκοπό είχε να απεκδυθεί των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων προς αποφυγή φορολογίας. .......

Εξάλλου, η άσκηση έτερων αγωγών είτε με την ίδια είτε με διάφορη νομική βάση σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίσης αγωγής, από τα δικόγραφα των οποίων η ενάγουσα παραιτήθηκε, δεν αναιρούν όσα ανωτέρω εκτέθηκαν και αποδείχθηκαν, ούτε εξάλλου το ότι ενάγουσα υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις δηλώνοντας τα επίδικα ακίνητα στο έντυπο Ε9, εφόσον εκ του νόμου έναντι τρίτων είχε την ιδιότητα της κυρίας των ακινήτων και ήταν φορολογικά υπόχρεη, αναιρούν τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση αγωγής ως αποδείχθηκαν και ανωτέρω εκτέθηκαν, ενώ, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα κατέβαλε φόρους εξ ιδίων χρημάτων για τα ένδικα ακίνητα, εφόσον δεν εργαζόταν η ίδια και δεν αποδείχθηκε ότι είχε μεγάλη οικονομική ρευστότητα.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του και τα οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες επιμέρους πρώτος λόγος έφεσης, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του Κ. Κ. και της εναγόμενης-εκκαλούσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5294/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία λύθηκε ο γάμος τους. Έκτοτε ξεκίνησε σφοδρή αντιδικία των ανωτέρω και ο Κ. Κ. μαζί με την ενάγουσα εταιρεία και δύο ακόμη εταιρείες συμφερόντων του, την "EVITAMOR SA" και την "DIAS HOLDING SA", άσκησαν κατά της εναγόμενης-εκκαλούσας και του υιού της (και θετού υιού του Κ.

Κ.) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για διορισμό μεσεγγυούχου ακινήτων ευρισκομένων στην Γλυφάδα Αττικής. Επί της άνω αίτησης, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλούσα παραστάθηκε μετά πληρεξούσιου δικηγόρου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7044/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης ως προς την ενάγουσα εταιρεία, προκειμένου να προσκομίσει νομιμοποιητικά έγγραφα και κατά τα λοιπά δέχθηκε την αίτηση και όρισε μεσεγγυούχο για άλλα (μη ένδικα) ακίνητα και δη σε πέντε (5) ακίνητα την εκκαλούσα και σε ένα (1) τον Κ.

Κ., (βλ. διατακτικό της άνω απόφασης). Εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1180/2016 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 26-02-2016 και η οποία όρισε υπέρ της ενάγουσας εταιρείας, μεσεγγυούχο των ένδικων ακινήτων, την πρώτη εναγόμενη (εκκαλούσα). Ως ήδη και ανωτέρω εκτέθηκε, η ενάγουσα εταιρεία άσκησε εναντίον της πρώτης εναγόμενης αγωγές από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκε, ενώ ταυτόχρονα οι πρώην σύζυγοι (Κ.

και Σ.) προσπάθησαν να εξεύρουν συμβιβαστική λύση και μάλιστα τον Μάϊο του έτους 2016 είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν σχεδόν σε πολλά ζητήματα, πλην όμως, παρέμειναν τελικά αρκετά ζητήματα που δεν ρυθμίστηκαν. Το ίδιο έτος που είχε οριστεί η εναγόμενη-εκκαλούσα μεσεγγυούχος, ο Κ. Κ. και η ενάγουσα εταιρεία ζήτησαν την αντικατάσταση της πρώτης εναγόμενης, ως μεσεγγυούχου, αλλά απορρίφθηκε η αίτησή τους με την υπ' αριθ. 8023/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία συζητήθηκε αντιμωλία τοον διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 08-12-2016.

Λίγες ημέρες αργότερα και δη στις 19-12-2016, η εναγομένη-εκκαλούσα προέβη στη μεταβίβαση των αναφερόμενων ανωτέρω ακινήτων στον δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) με το υπ' αριθ. ...-2016 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. συζ. Κ. Π., το γένος Ι. Π. μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, στον τόμο ...

και αριθμό ... το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των (7.000.000) ευρώ και όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2017 πράξη εξόφλησης της ιδίας Συμβολαιογράφου, εξοφλήθηκε στο σύνολο του στις 18-01-2017.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία ήδη βρισκόταν σε αντιδικία με την ενάγουσα σχετικά με τα ένδικα ακίνητα (αλλά και με λοιπά ακίνητα με άλλες εταιρείες του Κ. Κ.), εφόσον είχαν ασκηθεί κατ' αυτής τόσο οι αμέσως προηγούμενες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για διορισμό μεσεγγυούχου στα ένδικα, αλλά και σε λοιπά ακίνητα όσο και αγωγές της ενάγουσας κατ' αυτής, έστω και αν είχε μεσολαβήσει παραίτηση από τα δικόγραφα των αγωγών, είχε οριστεί μεσεγγυούχος των ένδικων ακινήτων σε χρόνο προγενέστερο της μεταβίβασής τους στις 19-12-2016 στον δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη).

Η εναγόμενη-εκκαλούσα γνώριζε τον διορισμό της ως μεσεγγυούχου υπέρ της ενάγουσας των ένδικων ακινήτων, εφόσον είχε παρασταθεί νομότυπα στο ακροατήριο και κατά τη συζήτηση της αίτησης αντικατάστασής της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8023/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δημοσιεύθηκε στις 08-12-2016 και τούτο το γεγονός, δηλαδή ότι γνώριζε ότι έχει διοριστεί μεσεγγυούχος δεν το αμφισβήτησε η εκκαλούσα ούτε με τους ισχυρισμούς της ούτε με λόγους έφεσης, η δε μη επίδοση των αποφάσεων με τις οποίες διορίστηκε μεσεγγυούχος δεν αναιρεί τη γνώση της περί ορισμού της ως μεσεγγυούχου.

Ειδικότερα, η εναγόμενη-εκκαλούσα με τους ισχυρισμούς της και τους λόγους έφεσης ισχυρίζεται ότι δεν της επιδόθηκαν νομότυπα οι αποφάσεις με τις οποίες διορίστηκε μεσεγγυούχος, ώστε να επέλθουν σε βάρος της τα αποτελέσματα της δικαστικής μεσεγγύησης ούτε η ενάγουσα επιμελήθηκε της εγγραφής της σχετικής απόφασης στο Υποθηκοφυλακείο Γλυφάδας ώστε να υπάρχει δέσμευση των ακινήτων που να δεσμεύει και τους τρίτους και δεν ισχυρίστηκε ότι δεν είχε γνώση του διορισμού της ως μεσεγγυούχος των ένδικων ακινήτων με τις αποφάσεις που προεκτέθηκαν και των εξ αυτού του διορισμού υποχρεώσεών της.

Κατά τους ισχυρισμούς της, η ενάγουσα εταιρεία δεν προέβη στην μεταγραφή της σχετικής απόφασης περί διορισμού μεσεγγυούχου της εναγόμενης λόγω των δικαιωμάτων του Υποθηκοφυλακείου που ανέρχονταν στο ποσό των (85.000) ευρώ...Ωστόσο, παρόλο που η εναγόμενη, ενόψει όσων ανωτέρω αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν, αποδείχθηκε αφ' ενός ότι γνώριζε την εικονικότητα των με αριθμούς ...

και ... μεταβιβαστικών συμβολαίων και αφετέρου γνώριζε το διορισμό της ως μεσεγγυούχου των ένδικων ακινήτων και των απορρεουσών εξ αυτής υποχρεώσεων της, μεταβίβασε στον δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) τα ένδικα ακίνητα που είχε αποκτήσει με τις προαναφερόμενες εικονικές μεταβιβάσεις από την ενάγουσα εταιρεία, ως ανωτέρω εκτέθηκε και αποδείχθηκε, αντί τιμήματος (7.000.000) ευρώ.

Εξάλλου, ως προς την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, η εναγόμενη αν και ως μεσεγγυούχος δεν είχε την εξουσία να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται τα ένδικα ακίνητα παρά μόνο μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου μπορούσε να προβεί σε πράξεις διαχείρισης προς το συμφέρον της υπερ ης η μεσεγγύηση και όχι προς το δικό της συμφέρον, μεταβίβασε τα ακίνητα στον δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη).

Με τον τρόπο αυτό όμως από πρόθεση αφενός μεν μεταβίβασε ακίνητα των οποίων εικονικά φαινόταν κυρία, αφετέρου προσέβαλε το προστατευόμενο από την μεσεγγύηση συμφέρον της ενάγουσας, υπέρ της οποίας είχε τεθεί η μεσεγγύηση έχουσα πλήρη και αναμφισβήτητη γνώση περί της βλάβης και επιφέροντάς της προφανή ζημία, οφειλόμενη αποκλειστικά στη μεταβίβαση αυτή.

Για την κατάφαση της εν λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης-εκκαλούσας αρκεί ότι αυτή προέβη σε δικαιοπραξίες παρά την γνώση της εικονικότητας των δικαιοπραξιών που έλαβαν χώρα με τα υπ' αριθ. ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια, καθώς ταυτόχρονα και σε πράξη αντίθετη στους περιορισμούς απαγόρευσης διάθεσης που θέτει η μεσεγγύηση.

Η δε ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, ήτοι παράνομη ανθρώπινη συμπεριφορά, υπαιτιότητα, ζημία και αιτιώδης σύνδεσμος αυτών, ως αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά ανωτέρω εκτέθηκαν, συνίσταται στο τίμημα των (7.000.000) ευρώ, που της κατέβαλε ο αγοραστής-δεύτερος εναγόμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ενώ για την αιτία αυτή η ενάγουσα και ο Κ.

Κ. υπέβαλαν τον Ιούλιο του 2017 έγκληση σε βάρος της εναγόμενης-εγκαλούσας. Οι ισχυρισμοί και με λόγους έφεσης περί μη επίδοσης της απόφασης διορισμού μεσεγγυούχου δεν αναιρεί την αδικοπρακτική της ευθύνης εφόσον γνώριζε ότι είναι μεσεγγυούχος των ένδικων ακινήτων, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 726 παρ. 4 ΚΠολΔ: "4.

Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 εκτελούνται αμέσως, χωρίς προηγούμενη επίδοση τους", το δε το άρθρο 727 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαστική μεσεγγύηση εφαρμόζονται οι αναγραφόμενες σ' αυτό διατάξεις της συντηρητικής κατάσχεσης, οι οποίες όμως σε κάθε περίπτωση προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες της δικαστικής μεσεγγύησης.

Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν επιμέρους ζητήματα που συνδέονται με την εκτέλεση, τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη για την αφαίρεση πραγμάτων από αυτόν και την παράδοσή τους στον μεσεγγυούχο κλπ. και δεν αναιρούν όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται για την άσκηση της ένδικης αγωγής και ότι οι δηλώσεις βουλήσεως στα μεταβιβαστικά των ακινήτων συμβόλαια είναι εικονικές και ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα υποχρεούται σε αποζημίωση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, λόγω αδικοπραξίας, απέρριψε την έφεση της εναγομένης-αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αναγνωρίσει α)την ακυρότητα, λόγω εικονικότητας των δύο επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως και β) την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση στην αναιρεσίβλητη, λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσε, το ποσό των 7.000.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 725 και 726 παρ. 4 ΚΠολΔ, καθώς και αυτές των άρθρων 62, 64,68 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι:

α) η αναιρεσιβλητη είχε συσταθεί νόμιμα με συμβολαιογραφική πράξη της Δημοκρατίας του Παναμά, είχε έδρα στον Παναμά, δεν είχε πραγματική έδρα στην Ελλάδα και η διοίκηση και εκπροσώπησή της ασκείτο από το αναφερόμενο στην παραπάνω συμβολαιογραφική πράξη τριμελές διοικητικό συμβούλιο, β) η εναγομένη-αναιρεσείουσα δεν ήταν κυρία των μετοχών της αναιρεσίβλητης, οι οποίες ανήκαν στον πρώην σύζυγο της ιδίας, γ) η δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης (δια του νομίμως ορισθέντος αντιπροσώπου της) στα επίδικα συμβόλαια, με τα οποία αυτή φέρεται να μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως στην αναιρεσείουσα τα περιγραφόμενα ακίνητα δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ως εκ τούτου είναι εικονική, χωρίς να υποκρύπτεται δωρεά δ) η αναιρεσείουσα γνώριζε την εικονικότητα της προαναφερόμενης δηλώσεως βουλήσεως και ε) η αναιρεσείουσα μεταβίβασε σε τρίτον τα ακίνητα, ενώ γνώριζε την εικονικότητα των μεταβιβαστικών συμβολαίων καθώς και ότι είχε οριστεί μεσεγγυούχος των ακινήτων υποχρεούμενη, ως εκ τούτου να διατηρήσει την κατοχή τους, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αγωγής, η μεταβίβαση των ακινήτων από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα είναι άκυρη ως εικονική, χωρίς να υποκρύπτεται δωρεά και η αναιρεσείουσα υποχρεούται σε αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, γιατί την ζημίωσε παράνομα και υπαίτια με την πώληση των εικονικά μεταβιβασθέντων σε αυτήν ακινήτων σε τρίτο πρόσωπο, ήδη μη διάδικο.

Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το προαναφερθέν σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι:

α) με το υπ.αριθ. ...-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ. Δ. Φ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, η ενάγουσα εταιρεία μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγόμενη την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 1.315,66 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιφέρειας του Δήμου ..., με συμφωνηθέν τίμημα (1.483.432) ευρώ και με το υπ'αριθ....-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, της Συμβ/φου Αθηνών, Λ.

Χ. Σ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ίδια άνω βιβλία, η ενάγουσα εταιρεία μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγόμενη την πλήρη κυριότητα μίας τριώροφης οικίας, με τα παραρτήματα, προσαυξήματα και τα συστατικά της, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και περιφέρειας του Δήμου ..., με συμφωνηθέν τίμημα (4.360.751,77) ευρώ, β) η ενάγουσα εταιρεία συστάθηκε με την υπ.αριθ....-1985 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου της Δημοκρατίας του Παναμά, C.

E. M., που έχει καταχωρισθεί στο μικροφίλμ ..., ρολό ..., πλαίσιο ... του Δημόσιου Μητρώου ..., εδρεύει στην ..., στη Δημοκρατία του ..., με διάρκεια 99 έτη, ύψος μετοχικού κεφαλαίου (100) ανώνυμες μετοχές, των οποίων κύριος είναι ο Κ. Κ., σύζυγος της ενάγουσας κατά τον χρόνο των ανωτέρω μεταβιβάσεων, με τον οποίο αυτή βρίσκεται σε διάταση από το έτος 2014 και Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούμενο από τα τρία φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην πράξη αυτή, ενώ προσκομίζεται από την ενάγουσα με αριθ.

σχετ. 48 πρακτικό της έκτακτης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής της συνεδρίασης της 08-11-2021, με τη νόμιμη μετάφρασή του, παρουσία των: A. V., Διευθυντής/Πρόεδρος, J. O. K., Διευθυντής/ Γραμματέας και L. N. Διευθυντής/Ταμίας, με το οποίο η ενάγουσα εταιρεία εξουσιοδότησε τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο να την εκπροσωπήσει στην δίκη ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γ) για τη σύναψη αμφότερων των δικαιοπραξιών, που καταρτίστηκαν με τα άνω συμβόλαια, η ενάγουσα είχε εξουσιοδοτήσει να την αντιπροσωπεύσει και πράγματι την αντιπροσώπευσε ο Ζ.

Ζ. του Θ. και της Δ. με το από ...-2003 πληρεξούσιο που φέρει την υπογραφή του εξουσιοδοτημένου Διευθυντή της, δ) τόσον η ενάγουσα εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείτο, συμφερόντων Κ. Κ., όσο και ο νομίμως διορισθείς αντιπρόσωπος της ενάγουσας για την κατάρτιση των ένδικων δικαιοπραξιών, αλλά και η εναγομένη, σύζυγος τότε του Κ.

Κ., γνώριζαν της εικονικότητα των δικαιοπραξιών, που έλαβαν χώρα με τα ανωτέρω συμβόλαια, οι οποίες έγιναν για να αποφευχθεί η υπέρμετρη φορολόγηση της ενάγουσας και να εξασφαλισθεί η απομάκρυνση των ακινήτων από αυτήν, τα οποία όμως έτσι κατ' ουσίαν θα παρέμεναν στον μοναδικό αυτόν μέτοχο Κ. Κ., ε) οι άκυρες λόγω της εικονικότητας συμβάσεις πωλήσεως δεν κάλυπταν έγκυρες συμβάσεις δωρεάς από την ενάγουσα προς την εναγομένη, στ) εκδόθηκε η υπ'αριθ.1180/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδίκείου Αθηνών, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 26/2/2016 και η οποία όρισε υπέρ της ενάγουσας εταιρείας, μεσεγγυούχο των ένδικων ακινήτων την εναγομένη, το ίδιο δε έτος, που είχε οριστεί η εναγομένη μεσεγγυούχος, ο Κ.

Κ. και η ενάγουσα εταιρεία ζήτησαν την αντικατάσταση της εναγομένης, αλλά απορρίφθηκε η αίτησή τους με την υπ' αριθμ. 8023/2016 απόφαση του Μονομελους Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 8-12-2016, ζ) λίγες ημέρες αργότερα, στις 19/12/2016, η εναγομένη προέβη στη μεταβίβαση κατά κυριότητα των αναφερόμενων ανωτέρω ακινήτων στον αρχικό δεύτερο εναγόμενο με το υπ' αριθ. ...-2016 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λ.

συζ. Κ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, με συμφωνηθέν τίμημα 7.000.000 ευρώ, το οποίο εξοφλήθηκε στο σύνολό του στις 18.01.2017, και η) η εναγομένη, κατά την σύναψη της δικαιοπραξίας αυτής γνώριζε τον διορισμό της ως μεσεγγυούχου στα ένδικα ακίνητα, που μεταβίβασε.

Δεν απαιτείται δε άλλη περαιτέρω αιτιολογία, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε έλλειψη ή ανεπάρκεια, εκ του ότι δεν αναφέρεται εάν η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είχε κάποια άλλη δραστηριότητα, εάν στερείται νομικής προσωπικότητας και ποιοι είναι οι λοιποί μέτοχοι αυτής. Ούτε η παραδοχή ότι "Κ. Κ. είναι κύριος μέτοχος" αντιφάσκει προς την ετέρα παραδοχή ότι "κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου".

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από τους αρ. 1 και 19 (όχι δε και από τον αρ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138 και 914 ΑΚ σε συνδ.

με τα άρθρα 725 ΚΠολΔ και 62, 64 ΚΠολΔ που εφάρμοσε και για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, όσον αφορά τη νομιμοποίηση της ενάγουσας, την εικονικότητα των συμβολαίων και την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος προβάλλονται με αυτούς οι αιτιάσεις ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτό α) ότι η αναιρεσίβλητη είχε πραγματική έδρα στην Ελλάδα, β) ότι η αναιρεσείουσα ήταν κυρία του συνόλου των μετοχών, γ) ότι η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε αληθώς και όχι κατά φαινόμενο δ) ότι η αναιρεσείουσα δεν γνώριζε την εικονικότητα των δηλώσεων βουλήσεως στα μεταβιβαστικά συμβόλαια ούτε τον διορισμό της ως μεσεγγυούχου, είναι απαράδεκτοι, αφού, υπό το πρόσχημα της επικλήσεως πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 374/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65,67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 908/2017).

Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιον (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα (420 ΚΠολΔ), καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (ΟλΑΠ 1328/1977, ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 76/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1274/2019).

Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση, ως μάρτυρος, του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοικήσεώς του είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσον (ΑΠ 1085/2023 ΑΠ 527/2023, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1192/2018) και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε και όταν το δικαστήριο μπορεί να αρκεσθεί και σε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Η εκ μέρους του δικαστηρίου λήψη υπ` όψη μιας τέτοιας κατάθεσης θεμελιώνει τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, ανεξάρτητα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που την προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 877/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020).

Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατ' άρθ.270 ή 671§1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 715/2013). Άρα, ένορκη βεβαίωση, ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.

Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ή κατάθεσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 908/2017, ΑΠ 715/2013).

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 α' (όχι δε και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα "τις υπ' αριθμ. ...-2008 και ...-2020 ένορκες βεβαιώσεις του Κ.

Κ. ενώπιον της Συμβ/φου Περαιώς Α. Κ. Ε., ο οποίος ήταν κύριος μέτοχος της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και ασκούσε τη διοίκηση αυτής". Από τη παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις του Κ.

Κ., ο οποίος, κατά τον χρόνο λήψεως αυτών, ήταν κατά τις παραδοχές του κύριος μέτοχος της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), κατά τις ίδιες όμως παραδοχές ο ανωτέρω δεν ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας αναιρεσιβλητης, ούτε ασκούσε διοίκηση ή εκπροσώπηση αυτής, την οποία (διοίκηση), ασκούσε κατά τις ίδιες παραδοχές το αναφερόμενο τριμελές διοικητικό συμβούλιο, στο οποίο ο προαναφερόμενος δεν συμμετείχε.

Επομένως, αφού ο ως άνω μάρτυρας, κατά το χρόνο της εξετάσεώς του, ήταν απλώς μέτοχος της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και δεν ήταν μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι με τις προτάσεις τους.

Αν έγινε επίκληση και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ήταν νόμιμη, θα πρέπει επίσης να αναφέρει το λόγο για τον οποίο δεν ήταν νόμιμη, καθώς και ότι προέβαλε στο δικαστήριο τον περί απαραδέκτου της προσκόμισης του αποδεικτικού μέσου ισχυρισμό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του 562 ΚΠολΔ, που επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθεται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 393/2018).

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β(όχι δε και από τον αρ. 1) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ε. Η., υπ' αριθμ. ...-2008 ένορκη βεβαίωση της Ε. Ν.-Λ.-Σ. Κ.-Μ., χωρίς αυτή να έχει προσκομιστεί μετ' επικλήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ούτε από την ιδία ούτε από την αντίδικο της.

Ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον η αναιρσείουσα δεν επικαλείται τον ισχυρισμό προς απόδειξη η ανταπόδειξη του οποίου ελήφθη από το δικαστήριο το παραπάνω αποδεικτικό μέσο, που κατ' αυτήν δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ούτε καθορίζει το περιεχόμενό του μέσου, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων (ή και ο αναιρεσείων) και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 845/2018), προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο αφορά ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. (ΟλΑΠ 42/2002, ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 81/2022).

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017). Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα και συγκεκριμένα α) την από 26.3.1996 "απόδειξη παραδόσεως παραλαβής εγγράφων" β) δηλώσεις του Κ.

Κ. στην ιδία (αναιρεσειουσα) και σε τρίτους ότι εταιρεία ανήκει στη συζύγό του γ) δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων δ), προηγούμενες αγωγές της ενάγουσας εναντίον της. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση, ότι έλαβε υπόψη: "όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διερεύνησης της υπόθεσης αποδεικνύεται....", σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, στις οποίες γίνεται αναφορά στα προαναφερόμενα έγγραφα καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων, και όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, και δεν τα αγνόησε, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (340 ΚΠολΔ) τη βαρύτητα του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Το γεγονός δε, ότι δεν προσάρμοσε προς αυτά το αποδεικτικό πόρισμά του αποτελεί αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Επομένως, ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/9/2022 αίτηση της Μ.-Ι. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2130/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ