Supreme Court annuls appealable judgment for procedural error and remands case to new panel.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Chamber of the Aegean Court of Appeal's decision due to procedural irregularities and insufficient reasoning regarding public property status. The appellants argued the disputed land was private and subject to usucaption, while the respondent state failed to appear and provided contradictory justifications. The court ruled that the lower court's failure to properly investigate the state's acquisition of title necessitated a remand to a new panel for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §1-2, 580 §3, 495 §3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the legality of summons if a party is absent, and annul a judgment if the lower court fails to adequately address substantive legal issues regarding property rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1870 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1870/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Ν. και της Ε., κατοίκου ..., 2) Δ. Ζ. του Π. και της Ε., κατοίκου ... και 3) Ε. συζ. Π. Ζ. το γένος Ν. και Ε. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου (ΑΜ ΔΣΑ 12191) και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 73/15-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την με αρ. κατ. 19/30-5-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 576 §1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη νόμιμα παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 670/2024, ΑΠ 206/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε γι' αυτό έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 §2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 §1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, οι δε αναιρεσείοντες, που παραστάθηκαν νόμιμα δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, προσκόμισαν στις 15-1-2025 μαζί με τις προτάσεις τους την ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α.
Π. Από αυτήν προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2025, επιδόθηκε νόμιμα -με επιμέλεια των αναιρεσειόντων κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου- στον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα με παράδοση στη νομίμως εξουσιοδοτημένη προς τούτο δικαστική υπάλληλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Υπαπαντή Μανίτσα.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 576 §2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η με αρ. κατ.19/30-5-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 32/4-4-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την με αρ. κατ. 73/15-10-2015 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στρεφόμενοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 8/16 ο 1ος, 5/16 ο 2ος και 3/16 η 3η εξ αδιαιρέτου ενός κτήματος ("κλείσματος δια βοσκήν") εμβαδού 60.212,12 τμ κείμενου στην θέση "Αγία Τριάδα- Στενιές" της κτηματικής περιφέρειας Στενιών Άνδρου του ομώνυμου Δήμου του νομού Κυκλάδων, εκτός οικισμού, συνορευόμενου γύρωθεν με δημόσιους δρόμους, θάλασσα και κτήμα Ε., το οποίο απέκτησαν αφενός με παράγωγο τρόπο κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο (με συμβόλαια και κληρονομική διαδοχή), αφετέρου με έκτακτη χρησικτησία, αναφέροντας πράξεις αδιάλειπτης νομής ήδη από το 1864.
Ότι με την ...-2014 Πράξη Χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων το ως άνω ακίνητο "διαιρέθηκε" σε δύο τμήματα και δη ενός εμβαδού 49.469,34 τμ χορτολιβαδικής μορφής και έτερου εμβαδού 10.743,78 τμ αγροτικής μορφής. Ότι ο χαρακτηρισμός τμήματος του ως άνω ακινήτου ως χορτολιβαδικού υπό την έννοια του άρθρου 3§6β του ν.998/1979 συνιστά αμφισβήτηση της κυριότητάς τους επί του τμήματος αυτού εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Με βάση αυτό το ιστορικό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του εδαφικού τμήματος των 49.469,34 τμ κατά τα ανωτέρω ποσοστά τους. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την 9/1-2-2018 απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου την με αρ. κατ. 84/16-8-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 32/4-4-2022 προσβαλλόμενη απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
IVα. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018 και ΟλΑΠ 6/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον κανόνα, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον κανόνα, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον κανόνα, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 24/2005, ΑΠ 382/1990).
ΙVβ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561§2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019) ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).
ΙVγ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Με βάση το παλαιό ιεροκρατικό άγραφο μουσουλμανικό νόμο, που ίσχυσε στις περιοχές που υπάγονταν στην οθωμανική αυτοκρατορία από το 1300 έως το 1856, οι γαίες ανήκαν όλες στον Σουλτάνο (ως αντιπρόσωπο του Θεού), ο οποίος μπορούσε έναντι καταβολής ή μη φόρου να τις παραχωρεί στους προ της κατάκτησής τους κατόχους τους και διαδόχους αυτών.
Στα πλαίσια των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων της εποχής δεν υπήρχε η σύγχρονη έννοια της "κυριότητας", αλλά η παραχώρηση της γης είχε την έννοια μιας αναγνωρισμένης από την εξουσία μορφής ευρείας υλικής εξουσίασης του ακινήτου και πορισμού ωφελειών από αυτό, ανάλογων με την φύση και μορφή του και των αναγκών της εποχής εκείνης.
Υπό αυτό το πνεύμα διαμορφώθηκε η μεταγενέστερη με το Νόμο Περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 δηλ. χριστ.έτους 1856 (ο οποίος ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται στις περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830) κατάταξη των γαιών σε α) ιδιόκτητες ή καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, περιβόλια, κήποι, κλπ.
που βρίσκονταν στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, στις οποίες αυτοί που τις εξουσίαζαν είχαν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσαν να τις διαθέτουν ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα δάση και λοιπά παρεμφερή κτήματα, των οποίων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) ανήκε στον Σουλτάνο, ενώ η εξουσίαση ή "ωφέλιμη κυριότητα" ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ.
η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί με ταπί σε ιδιώτες από τον Σουλτάνο έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η χρήση του εδάφους, αντίστοιχη με την φύση και τη μορφή του, γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκαφ- βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής, δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων ενός μόνο χωριού (μετρουκέ), όπως δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες επίσης ήταν δημόσιες, ανήκουσες στον Σουλτάνο και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), δηλ.
οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια, οι άβατες κλιτύες κλπ. οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε ήταν δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξουσίαση με σκοπό πορισμού οφέλους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν από οιονδήποτε, οι οποίες ήταν επίσης δημόσιες ανήκουσες στον Σουλτάνο.
Με το πρώτο (Α`) Πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσίας, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας) της 3 Φεβρουαρίου/22 Ιανουαρίου 1830 του Λονδίνου "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Με δύο νέα Πρωτόκολλα της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, γνωστά ως "ερμηνευτικά", την από 3-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το Πρωτόκολλο Οριοθεσίας Στερεάς και Νήσων, προσδιορίσθηκε η έκταση της ιδιωτικής και δημόσιας γαιοκτησίας στις περιοχές του νεοελληνικού κράτους, μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες.
Έτσι, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν κατ' αμάχητο τεκμήριο με δικαίωμα πολέμου οι εκτάσεις που εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο (δημόσιες γαίες), οι οποίες κατά την διάρκεια του πολέμου καταλήφθηκαν manu millitari (δια της βίας) και δημεύτηκαν, καθώς και όσες, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ανήκαν ως μουλκ σε μουσουλμάνους, καταλήφθηκαν και στη συνέχεια δημεύτηκαν ή εγκαταλείφθηκαν από τους αναχωρήσαντες από την τότε ελληνική επικράτεια μουσουλμάνους πρώην κυρίους τους και παρέμειναν αδέσποτες (ΑΠ 472/1899), όχι όμως και όσες γαίες κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από χριστιανούς- έλληνες το γένος- με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο, είτε ήταν μουλκ είτε ήταν εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί.
Πλην όμως, την εποχή της Τουρκοκρατίας στις Κυκλάδες δεν ίσχυαν οι ανωτέρω διακρίσεις των γαιών, αλλά όλες οι γαίες, που εκ της φύσης τους (μορφολογία εδάφους, βλάστηση, καιρικές συνθήκες κλπ) μπορούσαν να εξουσιασθούν με οιονδήποτε τρόπο (ανέγερση κτισμάτων, καλλιέργεια, βόσκηση, υλοτομία, συλλογή ρητίνης κλπ), θεωρούνταν ιδιωτικές γαίες δηλ.
καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα "κυριότητας" από τους κατόχους τους και επί των οποίων ουδέν "εμπράγματο" δικαίωμα του Σουλτάνου υφίστατο (ΑΠ 200/1934 Θεμ.ΜΕ σ.565). Το ιδιαίτερο αυτό νομικό καθεστώς οφειλόταν στο ότι τα νησιά του Αιγαίου από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα τελούσαν υπό λατινική κυριαρχία (οι Κυκλάδες από τους Ενετούς) και υποτάχθηκαν στην Οθωμανική κυριαρχία όχι με δικαίωμα πολέμου, αλλά ειρηνικά και οικειοθελώς και για το λόγο αυτό οι χριστιανοί κάτοικοί τους με τον ακτιναμέ του έτους 1580 του Σουλτάνου Μουράτ Γ' -και τις διαδοχικές ανανεώσεις του από μεταγενέστερους κατόχους του θρόνου-, διατήρησαν έναντι καταβολής εγγείου φόρου την "κυριότητα" (υπό την προρρηθείσα έννοια της αναγνωρισμένης εξουσίασης) τόσο της αστικής όσο και της αγροτικής γης και των δένδρων της, την οποία μπορούσαν στο πλαίσιο του τοπικού εθιμικού δικαίου -και όχι του οθωμανικού δικαίου- να μεταβιβάσουν άτυπα εν ζωή συνήθως στα πλαίσια της οικογένειας (πχ με προίκα ή δωρεά) ή αιτία θανάτου.
Σημειωτέον ότι οι Κυκλάδες δεν εποικίσθηκαν από μουσουλμάνους, προφανώς λόγω του φτωχού, άνυδρου και οικονομικά αδιάφορου -για τις συνθήκες της εποχής εκείνης- εδάφους τους. Η αντίθετη θέση ότι δηλ. η αγροτική γη (αγροί, ελαιώνες, δάση, βοσκότοποι κλπ) και στις Κυκλάδες αποτελούσε δημόσια γαία ανήκουσα στον Σουλτάνο, που μετά την απελευθέρωση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν ανταποκρίνεται στην διαμορφωθείσα στις Κυκλάδες κατάσταση επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι έτσι δεν θα διαφοροποιούταν από τις λοιπές περιοχές του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.
Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνον των Κυκλάδων) αναγνώρισε το πρώτον και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη "Διασάφηση" (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του Νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 "περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 26.5/7.6.1835" όπου γινόταν αναφορά στο "ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα".
Επομένως, όλες οι γαίες των νήσων αυτών ως καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από μουσουλμάνους ιδιώτες, δεν περιήλθαν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Αικ.
Τσακίρη Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εδαφικών εκτάσεων στις Κυκλάδες, ΧρΙδΔ 2023 σ.462, Αντ. Λαχανόπουλος Το ειδικό ιδιοκτησιακό (εθιμικό) καθεστώς των Κυκλάδων νήσων, ΕπΑΚ 2/2020 σ.249, Λαμ. Κιτσαράς Δημόσια κτήματα-Κυκλάδες-Εμβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου ΧρΙδΔ 2003 σ.747, Γ.Νάκος Εξελικτικές Διακυμάνσεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος, 1986, σ.7-31).
Λογική εξαίρεση αποτελούν οι γαίες των νήσων αυτών, που ενέπιπταν στην έννοια των νεκρών γαιών, που λόγω της μορφής και φύσης τους δεν ήταν δυνατό με τα μέσα της εποχής εκείνης να εξουσιασθούν με την ανωτέρω έννοια της χρήσης, κάρπωσης κλπ., οπότε μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους με δικαίωμα πολέμου (βλ.
ΟλΑΠ 1/2013, που αφορά την Καλδέρα της Σαντορίνης, που λόγω του ηφαιστιογενούς και πετρώδους εδάφους της και των επικρατουσών καιρικών συνθηκών ενέπιπτε στην έννοια της νεκράς γαίας). Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού (Σουλτάνου), μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερόμενων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Εξάλλου, την ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση για τα δάση, δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις (όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του ν.998/1979), που βρίσκονται στις Κυκλάδες, ότι δηλ. δεν αποτελούν δημόσιες γαίες, υιοθέτησε και ο μεταγενέστερος νομοθέτης με το άρθρο 62 του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 §1 του ν. 4280/2014, που ορίζει "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ' ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ' αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του.
Κατ' εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε και νομοθετικά η εκτεθείσα ανωτέρω ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών και των εν γένει δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων στις προαναφερόμενες περιφέρειες, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση και τις εν γένει δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, μεταξύ άλλων, και στα νησιά των Κυκλάδων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 ΒΔ "περί ιδιωτικών δασών", ή επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ΒΔ της 12-12-1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", σύμφωνα με το οποίο όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο (ΑΠ 34/2019).
Ως εκ τούτου προκειμένου περί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων που βρίσκονται στις Κυκλάδες, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτήν, αλλά πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε τρόπο, προβλεπόμενο είτε από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, είτε από ειδικούς νόμους είτε μετά το 1946 από τον ΑΚ ( ΑΠ 1636/2024, ΑΠ 349/2024, ΑΠ 23/2021).
Τέλος, η ανωτέρω ερμηνευτική άποψη επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 §1 περ. IV του ν. 3208/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 152 του ν. 4819/2021, σύμφωνα με την οποία "Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου (δηλ.
του ν.998/1979, εννοεί τις χορτολιβαδικές) που:...IV. Περιλαμβάνονται σε περιοχές του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 62 του ν. 998/1979 (Α` 289) (μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες), για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, όπως πράξεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλης εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και προστασίας της έκτασης ως δημόσιας και, συγχρόνως, οι διεκδικούντες την έκταση διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας, οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι έχουν συνταχθεί μέχρι την 1η.7.2001 το αργότερο, έστω και εάν έχουν μεταγραφεί μεταγενέστερα.
Εκκρεμείς εμπράγματες αγωγές του Δημοσίου που αφορούν στις εν λόγω εκτάσεις και οι οποίες βασίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που το δικαίωμα της κυριότητας επί των ανωτέρω εκτάσεων έχει καταχωρηθεί υπέρ ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα κτηματολογικά βιβλία των οικείων κτηματολογικών γραφείων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επ' αυτών και δεν ασκεί τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. 2664/1998 (Α` 275).".
Η τελευταία αυτή ρύθμιση δικαιολογεί πιθανόν και την μη παράσταση ή εκπροσώπηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στην παρούσα δίκη.
ΙVδ. Στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος με το β.δ/μα της 23-2-1835, που επέχει ισχύ νόμου και κύρωσε ως αστικό νόμο τους πολιτικούς νόμους των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, εφαρμόσθηκε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο για την ρύθμιση των εννόμων σχέσεων αναφορικά με την κυριότητα, έως την θέση σε ισχύ του ΑΚ (1946). Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), Κωδ. (7.31), Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53), η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο τρόπο, με σύμβαση μεταξύ του μεταβιβάζοντος αληθούς κυρίου και του αποκτώντος, που καταρτίζεται με δημόσιο (συμβολαιογραφικό) έγγραφο, το οποίο μετά το νόμο Τ//1856 "Περί μεταγραφής", όπως τροποποιήθηκε με το ν.330/1914, υπόκειται σε μεταγραφή σε δημόσια βιβλία (ΑΠ 34/2016) ή με κληρονομική διαδοχή, χωρίς να είναι αναγκαία η σύνταξη δημοσίου εγγράφου που να αποτυπώνει την αποδοχή της κληρονομίας (ΑΠ 877/2025).
Κατά δε τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα, ακόμη και αν ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλά με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο Δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 (ΟλΑΠ 75/1987).
Αν βέβαια δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1840/2017).
ΙVε. Περαιτέρω, υπό την ισχύ του ΑΚ σύμφωνα με το άρθρο 1033 αυτού, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή (ΑΚ 1192 και 1198) και μετά την ισχύ του Εθνικού Κτηματολογίου σε καταχώριση στο οικείο κτηματολογικό φύλλο (άρθρο 12 ν.2664/1998). Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Εξάλλου, με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική διαδοχή, εκ του νόμου ή με διαθήκη, αποκτά κυριότητα επί κληρονομιαίου ακινήτου ο κληρονόμος κατ' άρθρα 1193, 1197,1198,1199 και 1846 του ΑΚ, αναδρομικά από τον χρόνο επαγωγής σε αυτόν της κληρονομίας, εφόσον αποδεχθεί ταύτη με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει τούτο (ή, εφόσον λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο καταχωρίσει τούτο στο οικείο κτηματολογικό φύλλο κατ' άρθρο 12 του ν.2664/1998).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων: "Με το υπ' αριθμ. ...-1864 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Άνδρου, Δ.
Ν. Δ., περιήλθε στην κυριότητα του Ν. Μ. του Α. λόγω προικός "το κλείσμα εις θέσιν Πούντα του Δήμου Άνδρου ονομαζόμενον Η Αγία Τριάδα όρος, το χωράφιον..", το οποίο φέρεται ότι έχει μεταγραφεί "..από 31 Μαρτίου του χίλια οκτακόσια εξήντα εξ κατά την υπ' αριθ, 740 πράξιν του ...", φέρει δε σφραγίδα στρογγυλή, την ένδειξη "Υποθηκοφύλαξ" και υπογραφή με τα αρχικά "Β.
Μ. Κ..". Το προικοσύμφωνο αυτό είναι δυσανάγνωστο και δεν περιγράφει τα όρια του προικώου ακινήτου και την έκτασή του, παρά μόνο την τοποθεσία του. Το έτος 1912 απεβίωσε ο Ν. Μ. του Α. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο τέκνα του, Α. Μ. του Ν. και Α. Μ. του Ν., ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, αμφότεροι δε υπεισήλθαν στην κληρονομιά του ανωτέρω και αναμείχθηκαν σ' αυτήν, σπέρνοντας σιτάρι και κριθάρι, δεδομένου ότι ο θάνατος αυτού προηγήθηκε της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα.
Το έτος 1941 ο εκ των ανωτέρω Α. Μ. του Ν., πώλησε το μερίδιό του στο ακίνητο (1/2 εξ αδιαιρέτου) στον αδελφό του Α. Μ. του Ν., ο οποίος έτσι κατέστη κύριος του όλου ακινήτου, για δε την ως άνω δικαιοπραξία συνετάγη το υπ' αριθμ. ...-1941 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Άνδρου Ν. I. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Άνδρου αυθημερόν, στον τόμο 104 και αριθμό 250.
Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται η τοποθεσία του ακινήτου "ενός κλείσματος κειμένου εις θέσιν Αγία Τριάς της περιφερείας του χωρίου Στενιών της ομωνύμου Κοινότητος της Άνδρου, όλου συνορεύοντας γύρωθεν με δημοσίαν οδόν, με θάλασσαν και με κτήμα κληρονόμων Ε.", ενώ δεν αναφέρεται η έκταση αυτού. Ακολούθως, ο Α.
Μ. του Ν., με το υπ' αριθμ. ...-1941 δωρητήριο συμβόλαιο του ανωτέρω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία, στον τόμο 104 και αριθμό 251, μεταβίβασε λόγω προικός στον υιό του, Ν. Μ. του Α., το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο περιγράφεται όμοια με το αναφερόμενο στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο (30500/1941), χωρίς και πάλι, όμως να προσδιορίζεται η έκταση του ακινήτου.
Στη συνέχεια, ο Ν. Μ. του Α., αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου, με το υπ' αριθμ. ...-1976 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος, στον τόμο 130 και αριθμό 707, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον υιό του Α. Μ. του Ν. (1ο ενάγοντα) το ήμισυ (ή 8/16) εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, το οποίο περιγράφεται ως "κλείσμα δια βοσκήν εις θέσιν Αγία Τριάς της περιφερείας της Κοινότητος Στενιών Άνδρου εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως είναι, πλην ενός τεμαχίου εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εξακοσίων (600), όπερ έχει πωληθεί εις Η.
Π., ήτοι επί προσόψεως βατής οδού μέτρων είκοσι (20) προς θέσιν Γιάλια και εις βάθος τριάκοντα (30) μέτρων έναντι οικίας Μ. Π., συνορευόμενον γύρωθεν με δημοσίαν οδόν, με θάλασσαν και με κτήμα κληρονόμων Ε...". Ο Ν. Μ. του Α. απεβίωσε στις ...-1977 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. χα Ν. Μ. κατά ποσοστό 1/4 (ή 2/8) εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα του Α.
Μ. του Ν. (1ο ενάγοντα) και Ε. Μ. του Ν., συζ. Π. Ζ. (3η ενάγουσα), κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ...-1981 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Κ., νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο 792 και αριθμό 84, και Άνδρου στον τόμο 156 και αριθμό 100.
Στην εν λόγω πράξη αποδοχής κληρονομιάς το κληρονομιαίο ακίνητο περιγράφεται "το ήμισυ (1/2) εξ αδιαίρετου ενός κλείσματος δια βοσκήν εις θέσιν Αγία Τριάς της περιφέρειας της Κοινότητας Στενιών Άνδρου εκτάσεως δέκα στρεμμάτων περίπου ή όσης εκτάσεως και αν είναι, πλην ενός τεμαχίου εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εξακοσίων (600)....." και ακολουθεί η όμοια περιγραφή ως προς τα όρια με το προαναφερόμενο (.../1976) δωρητήριο συμβόλαιο.
Ακολούθως, ο πρώτος (1ος) ενάγων και η μητέρα του Ε. χα Ν. Μ. με το υπ' αριθμ. ...-1983 συμβόλαιο του προαναφερόμενου Συμβολαιογράφου. νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 162 και αριθμό 91, μεταβίβασαν λόγω δωρεάς στον Δ. Ζ. (2ο ενάγοντα) τα ποσοστά τους από την προαναφερόμενη κληρονομιά, ήτοι 3/8 ο πρώτος και 2/8 η δεύτερη εξ αυτών, ήτοι σύνολο 5/8.
Στο εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται όμοια με το αναφερόμενο στο παραπάνω (.../1976) δωρητήριο συμβόλαιο και την προαναφερθείσα (.../1981) πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενάγοντες, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει των ανωτέρω αναφερομένων τίτλων κτήσεως κυριότητας, κατέστησαν συγκύριοι κατά τα ανωτέρω ποσοστά (8/16, 5/16 και 3/16 αντίστοιχα) του ακινήτου εκτάσεως 10 στρεμμάτων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Το εν λόγω ακίνητο εμφανίζεται επακριβώς σήμερα στο από μηνός Μαρτίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα της Σ. Κ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, με τα στοιχεία "Ε1" (οριογραμμή Λ.Β,Ι.Δ,Ε,Ζ,Π.Α) βρίσκεται εκτός ορίων οικισμού στη θέση "Αγία Τριάδα-Στενιές" της κτηματικής περιφέρειας Στενιών Άνδρου και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, το τοπογραφικό δε αυτό είναι κοινής αποδοχής από όλους τους διαδίκους.
Οι εκκαλούντες (ενάγοντες) όμως, ισχυρίζονται, ότι πλέον της ως άνω έκτασης, έχουν καταστεί συγκύριοι και μίας όμορης με αυτήν, έκτασης, συνολικής επιφάνειας 49.469,34 τετρ. μέτρων, η οποία εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία "Ε2" (οριογραμμή Α-Α84-Α85-...-Α45-Α46-Η-Ζ-Ε-Δ-Γ-Β-Α) και συνορεύει δυτικώς με δημόσιο δρόμο, βορείως και ανατολικώς με θάλασσα και νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
και με το υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας τους με τα στοιχεία "Ε1", απέκτησαν δε την κυριότητα του ακινήτου αυτού αφενός με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα, δυνάμει της σειράς των προαναφερομένων συμβολαίων, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα και αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σ' αυτό αδιαλείπτως και αδιαταράκτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου όλες τις διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αγωγή πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, τόσο οι ίδιοι και οι απώτεροι, όσο και ο απώτατος δικαιοπάροχός τους, πράξεις νομής, που εξικνούνται το έτος 1866.
Κατά τους ισχυρισμούς τους δε, τα ως άνω εδαφικά τμήματα "Ε1" και "Ε2" αποτελούν ένα αναπόσπαστο ακίνητο, συνολικής έκτασης 60.213,12 τετρ. μέτρων. Μάλιστα ο πρώτος ενάγων και προκειμένου να προχωρήσει στη διαχείριση της έκτασης, υπέβαλε την από 22-4-2013 αίτησή του προς τη Γενική Διεύθυνση Δασών Νομού Κυκλάδων, ζητώντας η τελευταία να προβεί στο χαρακτηρισμό της όλης έκτασης ως δασικής ή μη (δασικής).
Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...-2014 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Κυκλάδων. Σύμφωνα με αυτήν, η όλη έκταση διακρίνεται σε δύο επί μέρους τμήματα. Το πρώτο τμήμα (στα νότια) φέρει τα στοιχεία "02" είναι έκτασης 10.743,78 τετρ. μέτρων και αντιστοιχεί στη με στοιχεία "Ε1" έκταση του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος της Σ.
Κ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού (βλ. την υπ'αριθμ. ...-2013 έκθεση αυτοψίας του Δασονομείου Άνδρου και το υπ' αριθμ. ...-2015 έγγραφο της Διευθύντριας Δασών της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων). Το τμήμα αυτό δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των παραγράφων 1-5 του άρθρου 3 του Ν 998/1979 γιατί, κατά την εξέταση ορθοφωτοχαρτών και αεροφωτογραφιών εμφανίζει αγροτική δραστηριότητα με διαχρονικώς αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής (βαθμίδες, πλατώματα, εγκαταλελειμμένα κελιά, εκκλησάκι, λιθοσωρούς και δρόμο ήδη από το 1945) ήπιας κλίση, με έδαφος επιδεκτικό καλλιέργειας και με στοιχεία παλαιότερης καλλιέργειας, εμπίπτουσα στις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.
Της παραπάνω έκτασης (10.743,78 τετρ. μέτρα), όπως ήδη έχει αναφερθεί, οι εκκαλούντες έχουν καταστεί κύριοι με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβολαίων, χωρίς η κυριότητά τους αυτή να αμφισβητείται από το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Το δεύτερο τμήμα φέρει τα στοιχεία "01" είναι έκτασης 49.469,34 τετρ.
μέτρων και αντιστοιχεί στη με στοιχεία "Ε2" έκταση του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος. Οι εκκαλούντες όμως ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι της έκτασης αυτής με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα δυνάμει των ανωτέρω αναφερομένων και επικαλουμένων από αυτούς τίτλων κυριότητας, αφού σ' αυτούς αναφέρεται ως.
μεταβιβαζόμενη έκταση, αυτή, των 10 στρεμμάτων, ήδη 10.743,78 τετρ. μέτρα, ....Περαιτέρω και αναφορικά με τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι κατέστησαν συγκύριοι της έκτασης αυτής, των 49.469,34 τετρ. μέτρων, με πρωτότυπο τρόπο, καθόσον τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη φύση της έκτασης, πράξεις νομής, λεκτέα τα ακόλουθα:
Η ανωτέρω έκταση (49.469,34 τετρ. μέτρα) δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των παραγράφων 1-5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, είναι όμως χορτολιβαδικής μορφής με χορτολιβαδική φρυγανώδη βλάστηση, με μεμονωμένα άτομα σχοίνου, χωρίς να αναγνωρίζονται κατά το παρελθόν στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας επ' αυτής.
Ειδικότερα, πρόκειται για διαχρονικά άγονη και ακαλλιέργητη έκταση, με έντονους βραχισμούς κατά θέσεις, και κλίσεις μέτριες έως μεγάλες (βλ. την υπ'αριθμ. ...-2013 έκθεση αυτοψίας, την υπ' αριθμ. ...-2014 πράξη χαρακτηρισμού και το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων). Ολόκληρη η έκταση οριοθετείται από ξηρολιθιά και καταλήγει σε βραχώδη ακτή, διαφοροποιούμενη στη μορφή του εδάφους της από την υπόλοιπη έκταση των 10.743,78 τετρ.
μέτρων, που χαρακτηρίστηκε ως αγροτική έκταση. Ενόψει της ως άνω μορφολογίας του εδάφους ούτε οι εκκαλούντες ούτε οι δικαιοπάροχοί τους καλλιέργησαν ποτέ την έκταση αυτή, ή έστω τμήμα της με ξηρικές καλλιέργειες (σιτάρι κριθάρι κ.λ.π) προβαίνοντας μάλιστα σε φροντίδα αυτής (όργωση, λίπανση). Δεν αποδείχθηκε λοιπόν φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου ακινήτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων επί τριάντα τουλάχιστον έτη μέχρι την 11-9-1915, καθόσον έκτοτε η έκτασή κατέστη ανεπίδεκτη χρησικτησίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Επομένως, οι από το έτος 1915 και μετέπειτα, επικαλούμενες από τους εκκαλούντες πράξεις νομής αυτών και των άνω δικαιοπαρόχων τους, αλυσιτελώς προβάλλονται ως προς την δια της έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, εφόσον εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (11-9-1915), δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο.
Η ίδια η περιοχή προσφέρεται μόνο για τη βόσκηση ποιμνίων και οι δικαιοπάροχοί των εκκαλούντων έβοσκαν τα ποίμνιά τους στην επίδικη έκταση (βλ. ένορκες βεβαιώσεις προσκομισθείσες από τους εκκαλούντες). Όμως η βόσκηση ή φύλαξη των ποιμνίων που δεν απαγορευόταν από το Ελληνικό Δημόσιο, στην επίδικη έκταση, έστω και μόνον από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, μέχρι και το έτος 1915, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διακατοχική πράξη, που οδηγεί στην απόκτηση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη των τελευταίων.
Δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, αφενός ότι αυτοί αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό και αφετέρου ότι μέχρι το έτος 1915 βοσκούσαν σ' αυτό τα ποίμνιά τους μόνον οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων και όχι και άλλοι κάτοικοι της Κοινότητας ή όμορης Κοινότητας, καθόσον είναι σύνηθες τα ζώα των γεωργοκτηνοτρόφων (ιδίως κατσίκια) να εισέρχονται με την ανοχή των κυρίων τους προς βοσκή όχι μόνο σε ελεύθερες, αλλά και κατεχόμενες από τρίτους εκτάσεις, χωρίς όμως η πράξη αυτή από μόνη της, δηλαδή χωρίς τη συνδρομή και λοιπών διακατοχικών πράξεων (περίφραξη αποκλεισμός κάθε τρίτου κ.λ.π.) να μπορεί να θεμελιώσει κτήση κυριότητας επί των εκτάσεων αυτών με χρησικτησία.
Εξάλλου, από το έτος 1938 και μεταγενέστερα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η βοσκή και στα λιβάδια και στα χορτολιβαδικά εδάφη δεν θεωρείται πράξη νομής αφού δεν είναι πρόσφορη να θεμελιώσει έναντι του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας βάσει χρησικτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 1539/1938.
Ο τρόπος αυτός φυσικής εξουσίασης με βοσκή από τους κτηνοτρόφους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, δεν ενείχε χρησιδεσποτεία στην ένδικη βοσκήσιμη δημόσια γη, αφού σε μία τέτοια περίπτωση θα είχε απολεσθεί η κυριότητα σε μεγάλο τμήμα των δημοσίων ακινήτων. Τα ως άνω μορφολογικά στοιχεία του επιδίκου ακινήτου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν να εξουσιασθεί και ουδέποτε πράγματι εξουσιάστηκε από τον εκκαλούντες (ενάγοντες) και τους δικαιοπαρόχους τους, ...
Ούτε η ύπαρξη ξερολιθιάς, η οποία βρίσκεται στο εξωτερικό όριο του ευρύτερου ακινήτου (βλ. την ως άνω από 30-9-2019 τεχνική έκθεση), μπορεί να οδηγήσει αφ' εαυτής στο συμπέρασμα για άσκηση πράξεων νομής από τους εκκαλούντες και τους δικαιοπαρόχους τους στο επίδικο τμήμα, καθώς από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε εάν κατασκευάστηκε στο σύνολό της ή τμηματικά από το νομέα του ακινήτου ή από τους όμορους ιδιοκτήτες για την οριοθέτηση των δικών τους ιδιοκτησιών.....
Πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός των ορίων του επιδίκου των 49.469,34 τετρ. μέτρων και στη δυτική πλευρά αυτού υφίσταται ο δρόμος ο οποίος αρχικά ήταν ημιονικός, στη συνέχεια χωματόδρομος και ξεκινάει από τη δημοτική οδό προς Στενιές και καταλήγει στη θάλασσα. ...Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον, α) προκύπτει η χορτολιβαδική μορφή του επιδίκου και, συνεπώς, ενόψει του ότι, λόγω της μορφής του ως μη καλλιεργούμενης χορτολιβαδικής που ήταν κατάλληλη για βόσκηση, δεν εξουσιαζόταν από κανένα και κατέστη κύριος αυτού το εφεσίβλητο (εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου", η δε νομή του παρέμεινε στο τελευταίο, αφού για την επικαρπία του δεν είχε εκδοθεί έγγραφο "ταπί" επί τουρκοκρατίας, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασής του, που είχε προβάλει νόμιμα με τις πρωτόδικες προτάσεις του και β) επί της προβληθείσας επίσης από το εναγόμενο πρωτοδίκως ένστασης ότι το επίδικο εξαιρείται της χρησικτησίας, οι ενάγοντες δεν ανταπέδειξαν εμφανείς πράξεις νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων τους με καλή πίστη επί τριακονταετία, που να έχει συμπληρωθεί έως 11-9-1915, έτσι ώστε να έχει αποκτηθεί η κυριότητα του επιδίκου έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί." VI.
Με την ως άνω κρίση του περί απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσης αναφορικά με την κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο του επιδίκου, εμβαδού 49.469,34 τμ, όπως και πρωτοδίκως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ αναφορικά με το ακίνητο που αφορούσαν οι συμφωνίες μεταβίβασης προς τους 1ο και 2ο ενάγοντες (αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 1193, 1197,1198,1199 και 1846 του ΑΚ, αναφορικά με το ακίνητο που περιήλθε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής στην 3η ενάγουσα), καθόσον τα ανωτέρω εκτιθέμενα ως παραδοχές δεν καλύπτουν επαρκώς τα απαιτούμενα στοιχεία του ανωτέρω κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) αναφορικά με την ταυτότητα του μεταβιβασθέντος ακινήτου και επιπλέον διέλαβε και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως βάσιμα μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επικαλούμενοι την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο έκρινε ότι το μεταβιβασθέν στους ενάγοντες ακίνητο με βάση τους τίτλους τους έχει εμβαδόν 10.743,78 τμ, χωρίς ουδόλως να το περιγράφει κατά όρια, αρκούμενο προς τούτο (περιγραφή) σε παραπομπή σε έγγραφο εκτός της απόφασης και δη το "από μηνός Μαρτίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα της Σ.
Κ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, με τα στοιχεία "Ε1" (οριογραμμή Λ.Β,Ι.Δ,Ε,Ζ,Π.Α)" και ότι το επίδικο, παραπέμποντας και πάλι στο ίδιο τοπογραφικό με τα στοιχεία "Ε2" (οριογραμμή Α-Α84-Α85-...-Α45-Α46-Η-Ζ-Ε-Δ-Γ-Β-Α), που συνορεύει δυτικώς με δημόσιο δρόμο, βορείως και ανατολικώς με θάλασσα και νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
και με το υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας τους με τα στοιχεία "Ε1", εμβαδού 49.469,34 τμ δεν εμπίπτει στους τίτλους αυτούς, στηριζόμενο αποκλειστικά για το πόρισμά του αυτό στην αναγραφόμενη τιμή εμβαδού στους τίτλους των εναγόντων (.../1976 δωρητήριο συμβόλαιο, .../1981 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και .../1983 δωρητήριο συμβόλαιο, όλα του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Κ.), χωρίς να προβεί σε εφαρμογή τίτλων. Πλην όμως, το εμβαδόν δεν αποτελεί από μόνο του προσδιοριστικό στοιχείο της νομικής ταυτότητας ενός ακινήτου, καθώς, κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το ακριβές μέγεθος του εμβαδού, αλλά τα όρια του ακινήτου, που προσδιορίζονται με βάση τον οικείο τίτλο κυριότητας. Εφόσον δε, τα όρια του ακινήτου, ήτοι, θέση, πλευρές, όμορα ακίνητα, όπως προκύπτουν από τον τίτλο, είναι σταθερά, στον κύριο του ακινήτου ανήκει ολόκληρη η έκταση που περικλείεται από τα όρια του εν λόγω ακινήτου (πρβλ.
και άρθρο 13α του ν.2664/1998, που ορίζει "το εμβαδόν του ακινήτου και μόνο δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της ταυτότητας του ακινήτου").
Εν προκειμένω δε το Εφετείο δέχθηκε ότι το αποκτηθέν από τους ενάγοντες ακίνητο είναι περιφραγμένο από όλες τις πλευρές του με ξερολιθιά έως την βραχώδη ακτή και με βάση τους τίτλους των εναγόντων είναι το ίδιο με αυτό που περιγράφεται στους τίτλους των απώτατων δικαιοπαρόχων τους, ήτοι αρχικά του Ν. Μ. του Α. (δηλ. το .../1864 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Άνδρου, Δ. Ν. Δ.), μετέπειτα του Α. Μ. του Ν. (δηλ. το 30500/1941 πωλητήριο του Συμβολαιογράφου Άνδρου Ν. I. Δ.) και στη συνέχεια του Ν. Μ. του Α. (δηλ. το 30501/1941 δωρητήριο του Συμβολαιογράφου Άνδρου Ν. I. Δ.), οι οποίοι τίτλοι των δικαιοπαρόχων ουδόλως αναφέρουν εμβαδόν, αλλά για την περιγραφή του μεταβιβαζόμενου αναφέρονται σε "κλείσμα", δηλ. περιτοιχισμένο χωράφι, που συνορεύει με δημόσιους δρόμους, θάλασσα και κτήμα Ε., ενώ το ακίνητο των 10.743,78 τμ (που δέχθηκε το Εφετείο ότι αφορούν οι τίτλοι των εναγόντων) ουδόλως συνορεύει με θάλασσα. Με θάλασσα συνορεύει κατά τα ανωτέρω μόνο το επίδικο. Με την κρίση του, όμως, αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και θα πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης.
VIΙ. 'Οσον αφορά την επικουρική αγωγική βάση περί κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο την απέρριψε, όπως και πρωτοδίκως, δεχόμενο την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε το εφεσίβλητο-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ότι δηλ. πρόκειται για δημόσιο κτήμα ως μη εξουσιαζόμενη χορτολιβαδική έκταση, που περιήλθε σε αυτό κατά κυριότητα ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου" και ουδέποτε διέφυγε της δημόσιας κτήσης καθόσον οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν αποδείχθηκε ότι απέκτησαν μέχρι το 1915 την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ.
Με τις παραδοχές όμως αυτές, όπως εκτίθενται λεπτομερώς ανωτέρω στην παράγραφο V της παρούσας, το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19, όπως βάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους IV γ και δ της παρούσας.
Συγκεκριμένα: α) Το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκείμενη υπόθεση τις ρυθμίσεις της 7ης Ραμαζάν 1274(χρ.ετ.1856), δεχόμενο ότι οι χορτολιβαδικές εκτάσεις είναι δημόσιες γαίες και για την εξουσίασή τους (τεσσαρούφ) χρειαζόταν ταπί, καθόσον η 'Ανδρος, όπου βρίσκεται το επίδικο, ανήκει στις Κυκλάδες και απετέλεσε ελληνικό κράτος ήδη από το 1830, οπότε η γαιοκτησία επ' αυτής δεν μπορεί να ρυθμίζεται από μεταγενέστερο της απελευθέρωσής της αλλοδαπό δίκαιο.
Αντίθετα, ενώ έπρεπε, δεν εφάρμοσε το τοπικό εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων όπως αναπτύχθηκε στην παρ. IVγ της παρούσας και διαμορφώθηκε επί τουρκοκρατίας δυνάμει του άγραφου ιεροκρατικού μουσουλμανικού γαιοκτητικού δικαίου, αναγνωρίσθηκε δε με τα Πρωτόκολλα της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου του 1830, την από 3-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το Πρωτόκολλο Οριοθεσίας Στερεάς και Νήσων( με τα οποία προσδιορίσθηκε η έκταση της ιδιωτικής και δημόσιας γαιοκτησίας στις περιοχές του νεοελληνικού κράτους, μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες), σύμφωνα με το οποίο όλες οι γαίες που μπορούσαν λόγω της φύσης και μορφολογίας του εδάφους τους να εξουσιασθούν με οιονδήποτε τρόπο κατά τις συνήθειες και τα μέσα της εποχής εκείνης και τέτοιες ήταν και οι χορτολιβαδικές, ήταν κατά παραχώρηση του Σουλτάνου ιδιωτικές, χωρίς τίτλο (ταπί) και δεν περιήλθαν με την απελευθέρωση στο Ελληνικό Δημόσιο με δικαίωμα πολέμου.
β) Το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΒΔ της 12-12-1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" σε συνδυασμό με το άρθρο 62 του ν.998/1979, κρίνοντας ότι το επίδικο ως χορτολιβαδική έκταση ανήκει κατά τεκμήριο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, διότι ρητά κατά το εδ.β του άρθρου 62 του ν.998/1979 στις Κυκλάδες δεν ισχύει το ως άνω τεκμήριο κυριότητας.
Και γ) Το Εφετείο με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα και ως εκ τούτου ανεπίδεκτο χρησικτησίας μετά το 1915, αρκούμενο στην μορφή του ως χορτολιβαδικού, χωρίς να ερευνήσει με ποιο νόμιμο τρόπο προβλεπόμενο από το ΒΡΔ, ειδικούς νόμους ή τον ΑΚ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριο αυτού.
Επιπλέον, το Εφετείο ενώ δέχθηκε ότι το επίδικο δεν εξουσιάζονταν εκλαμβάνοντας ως εξουσίαση μόνο την καλλιέργεια και ότι οι ενάγοντες δεν ανταπέδειξαν εμφανείς πράξεις νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων τους με καλή πίστη επί τριακονταετία, που να έχει συμπληρωθεί έως 11-9-1915, παράλληλα δέχθηκε ότι το επίδικο ήταν περιφραγμένο καθ' όλη την έκτασή του μέχρι την θάλασσα με ξερολιθιά (εξ ου και η ονομασία κλείσμα ήδη από το 1864), ότι βοσκούσαν τα ποίμνια οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ότι συνόρευε με δημόσιο δρόμο (οπότε κατά λογική ακολουθία την περίφραξη δεν την έχει κάνει όμορος γείτονας) και με ιδιωτικά -και όχι δημόσια- ακίνητα (κτήμα Ε.
και ακίνητο εναγόντων) και ότι στο επίδικο βοσκούσαν τα ποίμνια των δικαιοπαρόχων των εναγόντων-εκκαλούντων (λόγω δε της γύρωθεν περίφραξης δεν ήταν δυνατό να εισέρχονται ξένα ποίμνια, παρά μόνο κατά παραχώρηση των κατά καιρούς κυρίων του επιδίκου). VIΙI. Επομένως, εφόσον οι 3ος και 4ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, έγιναν δεκτοί και λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας τους, παρέλκει η έρευνα ως αλυσιτελής των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 32/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 §3 ΚΠολΔ) και να διαταχτεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 §3 εδ.
προτελ.ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλαν με την αίτηση αναίρεσης και επανέλαβαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 32/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ