Legislator Case Law & Legislation
1870/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second ancillary claim, remanding case for retrial on tort liability.

Case Number 1870/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Crete's decision of 52/2018. The appellants argued that the respondent bank was liable for damages due to negligent conduct by its agents, while the respondent contended that the agents' actions did not absolve the bank of its liability. The court held that the agents' failure to include names on the bill of exchange and the husband's lack of knowledge did not eliminate the bank's liability, but the second ancillary claim based on tort liability was rejected. Consequently, the court annulled the decision regarding this specific part and remanded the case for further trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 178, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a judgment and remand the case for retrial when the lower court's reasoning on a specific claim is flawed, even if other parts of the judgment stand.

Keywords

AI generated
partial annulment ancillary claim tort liability remand for retrial negligent conduct bank liability Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 300 of the Civil Code
Article 559 paragraphs 1, 19, and 8 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1870 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1870/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Δ., 2) Ι. Κ. του Δ., 3) Π. Κ. του Δ., κατοίκων Ρεθύμνου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουτσουράκη, που ανακάλεσε την από 19/8/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Γ. του Δ., 3) Ν. Κ. του Δ., συζύγου Ι. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, 1753/2017, 242/2015).

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε να συζητηθεί με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου στις 19-9-2022 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναιρεσείοντες 278 και 279 Η'/ 2-12-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης Στυλιανού Εμμ.

Μουντριανάκη, αντίγραφα της από 22-7-2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ' αυτά για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο στην ανωτέρω δικάσιμο, οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής τους κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους. Σύμφωνα με το άρθρο 558 εδ. α ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Την ιδιότητα του διαδίκου αποκτούν, κατά το τυπικό ακολουθούμενο από τον ΚΠολΔ σύστημα, όσοι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάστηκαν με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992). Αν πρόκειται για απόφαση Εφετείου ως αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνται παθητικώς μόνο οι διάδικοι ενώπιον του Εφετείου και όχι οι τυχόν περισσότεροι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (Ολ.ΑΠ 11/1992, ΑΠ 439/2019, 1444/2018), ακόμη κι αν τελούσαν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με άλλο διάδικο κατά του οποίου και μόνον απευθύνθηκε η έφεση (ΑΠ 2123/2017, 1671/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη από 22-7-2020 αίτηση αναίρεσης 52/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, διάδικοι στην έκκλητη δίκη υπήρξαν μόνον οι αναιρεσείοντες (ως μόνοι εφεσίβλητοι) και η αναιρεσίβλητη (ως εκκαλούσα), όχι δε και οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ι.

Γ. και Ν. Κ.. Επομένως απαραδέκτως στρέφεται και κατά των τελευταίων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι απορριπτέα ως προς αυτούς ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης. Κατά τα λοιπά, ήτοι κατά το στρεφόμενο κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης μέρος της, αντιδίκου των αναιρεσειόντων στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι ως προς το αμέσως προαναφερόμενο μέρος της παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τα άρθρα 317 και 318 ΑΚ, η παροχή μπορεί να εκπληρωθεί από τρίτον, εκτός εάν ο δανειστής έχει συμφέρον να την εκπληρώσει ο οφειλέτης, ο δε δανειστής μπορεί να αρνηθεί την προσφερόμενη από τον τρίτο παροχή, αν ο οφειλέτης δήλωσε ότι είναι αντίθετος σ' αυτήν. Από τον συνδυασμό αυτών των διατάξεων προκύπτει ότι ο δανειστής, που θεμελιώνει συμφέρον να εκπληρωθεί η παροχή από τον ίδιο τον οφειλέτη (συνήθως επί προσωποπαγών σχέσεων), νομίμως αρνείται την προσφερόμενη από τρίτο παροχή, ενώ, αν ο οφειλέτης δηλώνει αντίθεσή του στην παροχή εκ μέρους τρίτου, παρέχεται στον δανειστή δυνατότητα είτε να τη δεχθεί είτε να την αρνηθεί. Κατά το νόημα και τον σκοπό αυτών των ρυθμίσεων, στην περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί από τον δανειστή ότι για την εκπλήρωση της παροχής είναι, κατά τις ιδιαίτερες συμφωνίες και περιστάσεις της έννομης σχέσης μεταξύ εκείνου και του οφειλέτη, αναγκαία η σύμπραξη του τελευταίου, που δεν προβαίνει σ' αυτήν, η τυχόν καταβολή από τον τρίτο δεν είναι δυνατό να επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη κατ' άρθρα 416, 418 ΑΚ.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α - δ ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών.

Σε κάθε περίπτωση που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις, ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά γεννάται μόνον υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.

Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατύπωσης (ΑΠ 1423/2019 ,1344/2017). Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος, που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του στην πληρώτρια τράπεζα, εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και της διεύθυνσης κατοικίας του, είχε δε και ευμενή σύσταση (ΑΠ 1423/2019, 1874/2013, 659/2011).

Η διγράμμιση (γενική ή ειδική) περιορίζει τα πρόσωπα στα οποία είναι επιτρεπτό να γίνει η πληρωμή σε τραπεζίτες ή σε πελάτες του πληρωτή (πληρώτριας τράπεζας), προστατεύοντας με αυτό τον τρόπο τον εκδότη από τυχόν πληρωμή σε μη δικαιούχους (συνήθως επί κλοπής ή απώλειας). Η έκδοση της επιταγής με ρήτρα "εις διαταγήν" ορισμένου προσώπου, κατ' άρθρο 14 του ανωτέρω νόμου, προσφέρει επίσης (μικρότερη μεν σε σχέση με τη διγράμμιση, επαρκή όμως συγκρινόμενη με την έκδοση εις τον κομιστή) προστασία έναντι του κινδύνου εισπράξεως του ποσού της από τρίτους, στην απλή κατοχή των οποίων περιήλθε χωρίς να καταστούν νόμιμοι κομιστές της δι' αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων κατ' άρθρο 19 ν. 5960/1933 (ΑΠ 1521/2014, 172/2002), διότι σε αυτή την περίπτωση η πρώτη οπισθογράφηση απαιτείται να γίνει από το ορισθέντα αρχικό δικαιούχο, δηλαδή αυτόν εις διαταγήν του οποίου εκδόθηκε η επιταγή (ΑΠ 172/2002).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι κατ' αρχήν η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση όμως της παρανομίας δεν απαιτείται αναγκαίως παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 354/2022, 290/2021, 1228/2019, 118/2006, 831/2005).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 459/2021).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, 713/2016).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 18/2008, ΑΠ 78/2020).

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1215/2020, 1347/2019, 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο Ι. Γ. (δεύτερος εναγόμενος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη) συνήψε με την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." την υπ' αριθ. ...

από 06 Νοεμβρίου 2006 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 65.000 ευρώ, για την τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκε εγγράφως η Ν. - Γ. Κ. (τρίτη εναγομένη και μη διάδικος στην παρούσα δίκη). Δυνάμει της υπ' αριθ. 1716/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και προς εξασφάλιση της απαίτησής της από τη σύμβαση αυτή η "Εθνική Τράπεζα" ενέγραψε στις 07 Νοεμβρίου 2006 προσημείωση υποθήκης (α' σειράς) επί ακινήτου του πιστούχου και δη επί μίας κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχεία "τμήμα 2", κείμενης σε ακίνητο στην κτηματική περιφέρεια τού οικισμού ...

του δημοτικού διαμερίσματος ... του (τότε) Δήμου ..., στην οποία (κάθετη ιδιοκτησία) αναλογεί ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 50% εξ αδιαιρέτου και ανεγειρόταν διώροφη κατοικία, ήδη αποπερατωμένη. Ο Ι. Γ. και η Ν. - Γ. Κ. συμβλήθηκαν και πάλι με την "Εθνική Τράπεζα" ως πιστούχοι και έλαβαν νέο τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 105.000 ευρώ, για το οποίο υπέγραψαν την υπ' αριθ. ...

από 29.03.2007 σύμβαση και στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθ. 1215/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, προς εξασφάλιση τής απαίτησής της από τη δεύτερη αυτή σύμβαση η τράπεζα ενέγραψε στις 10 Ιουλίου 2007 νέα προσημείωση υποθήκης (β' σειράς) στο ίδιο ακίνητο του Ι. Γ.. Το ακίνητο αυτό μεταβίβασε λόγω πώλησης ο Ι.

Γ. στους ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες] κατ' ίσα μέρη εξ αδιαιρέτου (ήτοι κατά το '/3 έκαστος), συντάχθηκε δε προς τούτο το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μαρίας Ψαρουδάκη - Πρινιωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου (στον τόμο ... με α.μ. 147834). Οι ενάγοντες απέκτησαν λόγω πωλήσεως κατά το ίδιο ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό και την υπό στοιχεία "τμήμα 1" κάθετη ιδιοκτησία, στην οποία αναλογούσε το άλλο 50% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, από τον αδελφό του Ι.

Γ., Λ. Γ., συντάχθηκε δε σχετικώς το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου (στον τόμο ... με α.μ. ...). Ως τίμημα για την πώληση των ακινήτων αναγράφεται στο μεν υπ' αριθ. ... συμβόλαιο το ποσό των 129.332,74 ευρώ και στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο το ποσό των 26.160,16 ευρώ, όση δηλαδή ήταν η κατά το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξία των ακινήτων, πλην όμως το πραγματικά καταβληθέν τίμημα ανερχόταν συνολικά σε ποσό 360.000 ευρώ, το οποίο δεν αποδείχθηκε πώς καταμεριζόταν μεταξύ των δύο πωλητών.

Στο ενδιαφέρον εν προκειμένω υπ' αριθ. ... συμβόλαιο αναφερόταν ότι για την εξόφληση του τιμήματος οι αγοραστές σκόπευαν να λάβουν δάνειο από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στην οποία άπαντες οι συμβληθέντες στο συμβόλαιο έδιναν ανέκκλητη ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να εγγράψει υπέρ αυτής, χωρίς μάλιστα τη δική τους μεσολάβηση, προσημείωση υποθήκης επί του πωλούμενου ακινήτου, προς εξασφάλιση της απαίτησής της από το χορηγηθησόμενο δάνειο.

Με προφορική μεταξύ των συμβληθέντων συμφωνία μέρος του τιμήματος, προερχόμενο από το ποσό του δανείου, που οι αγοραστές θα λάμβαναν από την "Εμπορική Τράπεζα", δεν θα το κατέβαλαν στον πωλητή, αλλά θα το διέθεταν προς εξόφληση των άνω δύο τοκοχρεολυτικών δανείων, που ο Ι. Γ. είχε λάβει από την "Εθνική Τράπεζα".

Προς τούτο, πριν την κατάρτιση της σύμβασης πωλήσεως, ο Ι. Γ. ζήτησε και έλαβε από την "Εθνική Τράπεζα" (κατάστημα ... - 258) την από 20 Σεπτεμβρίου 2008 επιστολή, στην οποία αναφερόταν ότι "[...] αφού εξοφλήσετε ολοσχερώς τις οφειλές σας, οι οποίες απορρέουν από τα παραπάνω δάνεια, δεν θα έχουμε ούτε θα διατηρούμε καμία αξίωση επί του ακινήτου σας, για το οποίο έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης [...]", χωρίς να αναφέρεται καθόλου το κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή υπόλοιπο, ληξιπρόθεσμο ή μη, των δανείων.

Στις 08 Οκτωβρίου 2008 οι αγοραστές (ενάγοντες - εφεσίβλητοι) συνήψαν με την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (κατάστημα Καλλιθέας Ρεθύμνου) την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας τους χορηγήθηκε δάνειο ύψους 266.500 ευρώ. Σύμφωνα με τον όρο 3 της συμβάσεως "[...] 3.2 Η εκταμίευση του δανείου θα γίνεται είτε εφάπαξ είτε τμηματικά με μέγιστο αριθμό εκταμιεύσεων τις τρεις (3) [...].

Ειδικότερα η εκταμίευση του δανείου θα γίνεται είτε με έκδοση δίγραμμης επιταγής στο όνομα του πωλητή ή με πίστωση καταθετικού λογαριασμού του πωλητή σύμφωνα με τη σχετική δήλωση του πωλητή προς την τράπεζα και με τα οριζόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας [...]". Έναν περίπου μήνα μετά την υπογραφή του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου, στις 20 Οκτωβρίου 2008, ο Ι.

Γ. ζήτησε και έλαβε από το ίδιο κατάστημα της "Εθνικής Τράπεζας" δύο έγγραφα, που έφεραν την επιγραφή "προσομοίωση εξόφλησης" "για ενημέρωση πελάτη". Στο ένα από αυτά, που αφορούσε την υπ' αριθ. ... δανειακή σύμβαση, αναγραφόταν το σύνολο της κατά την ημέρα εκείνη οφειλής, που ανερχόταν σε 68.827,86 ευρώ, εκ των οποίων 1.122,20 ευρώ ήταν ληξιπρόθεσμο και στο άλλο, που αφορούσε την υπ' αριθ. ...

δανειακή σύμβαση, αναγραφόταν το σύνολο της κατά την ημέρα εκείνη οφειλής, που ανερχόταν σε 99.874,55 ευρώ, εκ των οποίων 524,73 ευρώ ήταν ληξιπρόθεσμο. Την ίδια εκείνη ημέρα η δανείστρια των εναγόντων - εφεσιβλήτων "Εμπορική Τράπεζα", κατόπιν εντολής τους, εξέδωσε δύο δίγραμμες επιταγές. Ειδικότερα, εξέδωσε την υπ' αριθ. ...

δίγραμμη επιταγή, ποσού 168.702,41 ευρώ, σε διαταγή της "Εθνικής Τράπεζας", η οποία συρόταν επί του υπ' αριθ. ... λογαριασμού και την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 57.797,59 ευρώ, σε διαταγή του Ι. Γ., η οποία συρόταν επί του υπ' αριθ. ... λογαριασμού. Σημειωτέον ότι ουδείς εξ αυτών των λογαριασμών ήταν αυτός που εξυπηρετούσε το δάνειο των εναγόντων - εφεσιβλήτων, που είχε αριθμό ..., ανοίχθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2008 και από τον οποίο εκταμιεύθηκε ποσό 247.845 ευρώ, που δεν συμπίπτει με το άθροισμα των ποσών των ως άνω δύο δίγραμμων επιταγών, που ανέρχεται σε (168.702,41 + 57.797,59) 226.500 ευρώ.

Αμφότερες οι επιταγές παραδόθηκαν στις 20 Οκτωβρίου 2008 στον Ι. Γ., όπως αποδεικνύεται από σχετική επισημείωση σε έγγραφο με φωτοαντίγραφα των επιταγών, που φέρει την υπογραφή του. Με βάση τη μεταξύ των εναγόντων και του Ι. Γ. συμφωνία, ο τελευταίος ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει την επιταγή, ποσού 168.702,41 ευρώ στη λήπτρια αυτής "Εθνική Τράπεζα", προκειμένου να πιστωθεί στους δύο λογαριασμούς που τηρούνταν σε αυτή προς εξυπηρέτηση των δύο μεταξύ τους δανειακών συμβάσεων.

Πράγματι, στις 06 Νοεμβρίου 2008 ο Ι. Γ. μετέβη στο κατάστημα ... της Εθνικής Τράπεζας" και κατέθεσε την επιταγή, που είχε εκδοθεί σε διαταγή αυτής, η οποία πιστώθηκε λογιστικά στον υπ' αριθ. ... καταθετικό λογαριασμό, που τηρείτο επ' ονόματι του Ι. Γ., που την ημερομηνία εκείνη παρουσίαζε μηδενικό υπόλοιπο, με ημερομηνία αξίας (valeur) τις 11 Νοεμβρίου 2008, όπως προκύπτει από την κατάσταση της αναλυτικής κίνησης αυτού, η ακρίβεια της οποίας δεν αντικρούεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Η χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος ως προς το θέμα αυτό μετέφερε τη διαβεβαίωση του Ι. Γ. περί της "τακτοποίησης" της υπόθεσης την ίδια ημέρα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση. Η διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης της επιταγής και της ημερομηνίας αξίας (valeur) είναι συνήθης πρακτική των τραπεζών όταν προσκομίζονται επιταγές για να πιστωθούν σε λογαριασμό του κομιστή, δοθέντος ότι η διαδικασία συμψηφισμού μέσω του συστήματος πληρωμών των τραπεζών δεν είναι αυτόματη, αλλά μπορεί να είναι χρονοβόρα, στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση υπήρχε σοβαρή ανάγκη για έλεγχο, καθώς επρόκειτο για επιταγή εκδοθείσα στις 20 Οκτωβρίου 2008, είχε δηλαδή παρέλθει κατά πολύ η οκταήμερη προθεσμία για την εμφάνισή της, υφισταμένης έτσι βασίμως περίπτωσης αυτή να έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί ή να μην είναι για άλλο λόγο δυνατή η πληρωμή της.

Πράγματι στις 11 Νοεμβρίου 2008 το ποσό της επιταγής κατέστη διαθέσιμο και παρέμεινε στον ως άνω καταθετικό λογαριασμό. Έκτοτε, από τον ως άνω καταθετικό λογαριασμό, στις 11 Νοεμβρίου 2008 έγινε μεταφορά ποσών 378,27 ευρώ, 375,60 ευρώ και 373,67 ευρώ για την πληρωμή του υπ' αριθ. ... (πρώτου) δανείου του Ι. Γ., στις 17 Νοεμβρίου 2008 έγινε μεταφορά ποσού 351,11 ευρώ για την πληρωμή του ίδιου υπ' αριθ. ...

δανείου, στις 19 Νοεμβρίου 2008 έγινε ανάληψη ποσών 15.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, στις 24 Νοεμβρίου 2008 έγινε ανάληψη ποσού 87.000 ευρώ, στις 02 Δεκεμβρίου 2008 έγινε ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ, στις 15 Δεκεμβρίου 2008 έγινε ανάληψη ποσού 4.000 ευρώ και μεταφορά ποσού 328,83 ευρώ για την πληρωμή του ίδιου υπ' αριθ. ... δανείου και στις 24 Δεκεμβρίου έγινε ανάληψη ποσού 6.000 ευρώ.

Κατόπιν αυτών (και άλλων κινήσεων μικρών ποσών για την πληρωμή άλλων δανείων) ο εν λόγω καταθετικός λογαριασμός εμφάνιζε στις 31 Δεκεμβρίου 2008 υπόλοιπο μόλις 75,06 ευρώ. Μάλιστα, ο Ι. Γ. με την από 12.02.2010 επιστολή του προς την εκκαλούσα αναγνωρίζει την οφειλή του από τις δύο δανειακές συμβάσεις, επικαλείται οικονομικά προβλήματα, για να δικαιολογήσει τη σταδιακή ανάληψη του κατατεθέντος ποσού και ουδόλως μέμφεται την τράπεζα για αντισυμβατική, αυθαίρετη ή κατ' άλλο τρόπο απαγορευμένη συμπεριφορά, όπως θα αναμενόταν να κάνει εάν υπήρχε συμφωνία ή εντολή του για εξόφληση των στεγαστικών δανείων.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η απορρέουσα από τις δύο δανειακές συμβάσεις απαίτηση της "Εθνικής Τράπεζας" έναντι του Ι. Γ. εξοφλήθηκε διά της κατάθεσης της ως άνω δίγραμμης επιταγής, όπως οι ενάγοντες υποστηρίζουν με την αγωγή τους. Ειδικότερα, το ποσό αυτό ουδέποτε πιστώθηκε στους λογαριασμούς που εξυπηρετούσαν τα δύο στεγαστικά δάνεια του Ι.

Γ. και της Ν. - Γ. Κ.υ, προς εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί στο επίδικο ακίνητο οι δύο προσημειώσεις υποθήκης (α' και β' σειράς). Η επίμαχη επιταγή έφερε γενική διγράμμιση και στο σώμα της δεν αναγραφόταν ένδειξη ότι προοριζόταν για την εξόφληση των δύο δανειακών συμβάσεων. Η εκκαλούσα δεν μπορούσε να γνωρίζει την προέλευση των χρημάτων, ότι δηλαδή επρόκειτο ενδεχομένως για μέρος του προϊόντος του δανείου, που έλαβαν οι εφεσίβλητοι για την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης.

Ενημέρωση της εκκαλούσας για όλα τα ανωτέρω θα μπορούσε να λάβει χώρα (εκτός από αναγραφή σχετικής ρήτρας στο σώμα της επιταγής) με συνοδευτικό έγγραφο εκ μέρους της "Εμπορικής Τράπεζας", πλην όμως ούτε και τέτοιο έγγραφο αποδείχθηκε ότι της απεστάλη ή της παραδόθηκε από τον Ι. Γ.. Άλλωστε, η διαδικασία πρόωρης εξόφλησης των εν λόγω δανείων προβλεπόταν στο άρθρο 16 των συμβάσεων, ήταν δε δυνατή μόνο "εφόσον δεν υπήρχε καθυστέρηση εξυπηρέτησης του δανείου", προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, αμφότερα τα δάνεια είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Η διαδικασία προεξόφλησης προέβλεπε αίτημα του δανειολήπτη για εκκαθάριση των οφειλών και εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων και στη συνέχεια νέο αίτημα για πρόωρη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Η "Εθνική Τράπεζα" δεν ήταν σε θέση με δική της και μόνο πρωτοβουλία ή απόφαση να καταλογίσει το ποσό της επιταγής στους λογαριασμούς των δανειακών συμβάσεων και να προχωρήσει στην εκκαθάρισή τους, ούτε, όπως είναι ευκόλως αντιληπτό, να προβεί στην ενέργεια αυτή μετά από εντολή των εναγόντων ή κατόπιν συμφωνίας με αυτούς, δοθέντος ότι καμία ενοχική ή άλλη σχέση τους συνέδεε.

Η όποια τυχόν προφορική επικοινωνία ακόμα και μεταξύ στελεχών των δύο τραπεζών, η εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους των εμπλεκομένων μερών για την εξάλειψη των προσημειώσεων και η ερώτηση από το δανειολήπτη του υπολοίπου των δύο δανειακών συμβάσεων δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν τη χορήγηση εντολής για πρόωρη εξόφληση των δανείων εκ μέρους του Ι.

Γ. και της Ν. - Γ. Κ. προς τη δανείστριά τους "Εθνική Τράπεζα", η οποία μόνο με αυτούς μπορούσε να συναλλάσσεται. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η "Εμπορική Τράπεζα" ήρθε σε επαφή με την εκκαλούσα "Εθνική Τράπεζα" ενεργούσα "κατ' εντολή" τους και "για λογαριασμό τους ως υποψήφιων αγοραστών" του προσημειωμένου ακινήτου.

Εξάλλου, η εξάλειψη των προσημειώσεων α' και β' σειράς επί του αγορασθέντος από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους ακινήτου ουδέποτε τέθηκε ως όρος ή προϋπόθεση από την "Εμπορική , Τράπεζα" για τη δανειοδότηση των αγοραστών, καθώς μάλιστα στη μεταξύ τους υπογραφείσα δανειακή σύμβαση ρητώς αναφέρεται ότι "το δάνειο θα εξασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης τρίτης (Γ') σειράς επί ακινήτου/ων [...].

Περαιτέρω, καμία αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων της εκκαλούσας τράπεζας έλαβε χώρα εις βάρος των εναγόντων - εφεσιβλήτων, οι οποίοι -αν και είχαν έννομο συμφέρον να εξοφληθούν τα δάνεια των πωλητών και να εξαλειφθούν οι εγγραφείσες στο ακίνητο που απέκτησαν προσημειώσεις υποθήκης- ουδέποτε συναλλάχθηκαν με την "Εθνική Τράπεζα", είτε αμέσως (ως αντισυμβαλλόμενοι αυτής με οποιονδήποτε τρόπο) είτε εμμέσως διά της επίμαχης δίγραμμης επιταγής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στο σώμα αυτής κανένα στοιχείο δεν αναγραφόταν που να τους συνδέει με την απορρέουσα από αυτή αξιογραφική αξίωση.

Σε κάθε περίπτωση, η "Εθνική Τράπεζα" εισέπραξε λογιστικά το ποσό της δίγραμμης επιταγής, όπως δικαιούτο ως λήπτριά της, η δε περαιτέρω πίστωσή του στον καταθετικό λογαριασμό του Ι. Γ. έγινε προφανώς κατόπιν εντολής του τελευταίου, που ήταν ο αντισυμβαλλόμενός της και το πρόσωπο που της την παρέδωσε. Αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες ότι διατηρούσαν δικαίωμα κυριότητας "της οικονομικής αξίας του ποσού" της επιταγής, γιατί αυτή είχε εκδοθεί από την "Εμπορική Τράπεζα" "κατ' εντολή τους, με δικά τους χρήματα και για λογαριασμό τους", δοθέντος ότι τα πρόσωπα που συνδέονται με την επιταγή (ως αξιόγραφο) ορίζονται ειδικώς στο νόμο και προκύπτουν μόνο από το σώμα της.

Τυχόν αντισυμβατική, αμελής ή καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομη συμπεριφορά του Ι. Γ., ο οποίος παρά τα συμφωνηθέντα με τους αγοραστές του ακινήτου του, δεν διέθεσε μέρος του τιμήματος, που έλαβε από την πώληση, για την εξόφληση των δύο δανείων και την κατ' ακολουθίαν ελευθέρωση του ακινήτου από τις προσημειώσεις υποθήκης, δεν είναι κατά νόμο δυνατό να "μετατεθεί" στην εκκαλούσα τράπεζα, για όσους λόγους ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκαν.

Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι αξιώσεις της εναγομένης - εκκαλούσας τράπεζας από τις δύο δανειακές συμβάσεις, που είχε συνάψει με τον Ι. Γ. και τη Ν. - Γ. Κ. δεν εξοφλήθηκαν, ενώ καμία παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων - εφεσιβλήτων βαρύνει την εκκαλούσα - εναγομένη "Εθνική Τράπεζα" ως προστήσασα τους αρμόδιους υπαλλήλους της.

Συνεπώς, η κύρια βάση της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωρισθεί η απόσβεση των απαιτήσεων λόγω εξοφλήσεως, ώστε στη συνέχεια να εξαλειφθούν οι προσημειώσεις υποθήκης επί του ακινήτου που αυτοί απέκτησαν, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι εν λόγω αξιώσεις αποσβέσθηκαν λόγω εξοφλήσεως διά της καταβολής της προαναφερθείσας δίγραμμης επιταγής και ακολούθως έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των ενώπιον του τεθεισών αποδείξεων, όπως βασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα με την έφεσή της".

Κατόπιν αυτών το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του Εφετείου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία και απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς την κύρια και πρώτη επικουρική της βάση που στηρίζονταν στην εξόφληση, άλλως στη μερική εξόφληση των αναφερόμενων στην απόφασή του δανειακών συμβάσεων του Ι.

Γ., καθώς και ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση τη στηριζόμενη σε αδικοπραξία των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν εχώρησε ολική ή μερική εξόφληση των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων του Ι. Γ. προς την αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 317, 318, 416, 361, 200, 288 και 281 ΑΚ, αλλά με ορθές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιστηρίζουν το αντίστοιχο μέρος του διατακτικού της απόφασής του, απέρριψε τις προαναφερόμενες κύρια και πρώτη επικουρική βάσεις της αγωγής των αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα η είσπραξη από την αναιρεσίβλητη του ποσού της δίγραμμης επιταγής, που εξέδωσε η Εμπορική Τράπεζα κατ' εντολή των αναιρεσειόντων εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης, έστω κι αν το ποσό της συνέπιπτε με το ποσό που είχε βεβαιωθεί από την τελευταία κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής ότι αποτελούσε την οφειλή του Ι.

Γ. από τις δύο ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, προς εξασφάλιση της οποίας είχαν εγγραφεί οι δύο πρώτες προσημειώσεις υποθήκης επί του πωληθέντος από εκείνον ακινήτου στους αναιρεσείοντες, δεν επέφερε ούτε ήταν δυνατό να επιφέρει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης, εξόφληση και απόσβεση ή μερική εξόφληση και αντίστοιχη απόσβεση της συγκεκριμένης οφειλής του προς την αναιρεσίβλητη χωρίς την αναγκαία προς τούτο σύμπραξή του, δηλαδή την υποβολή εκ μέρους του αιτήματος προς πρόωρη εξόφλησή της κατά τις μεταξύ τους περιλαμβανόμενες στις δανειακές συμβάσεις συμφωνίες, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, τέτοιο δε αίτημα δεν υποβλήθηκε από τον παραπάνω δανειολήπτη.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο τρίτος, προβαλλόμενος επικουρικώς, λόγος της αίτησης, με τον οποίο αυτοί διατείνονται, κατ' εκτίμησή του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους περί επικοινωνίας και συνεννόησης των στελεχών των δύο τραπεζών προς εξόφληση της παραπάνω οφειλής προς εξάλειψη των δύο πρώτων προσημειώσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και υπέπεσε στο προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σφάλμα, είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής προϋποθέσεως.

Και αυτό διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αλλά τους απέρριψε, όπως καθίσταται σαφές από τη διατύπωση των σχετικών του αιτιολογιών, ως αλυσιτελείς και αβάσιμους κατά νόμο (μη νόμιμους) όσον αφορά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, αφού δέχθηκε, χωρίς να αποφανθεί επί της ουσιαστικής ή μη βασιμότητάς τους (όπως σαφώς υποδηλώνει η διατύπωση: "η όποια τυχόν προφορική επικοινωνία μεταξύ των στελεχών των δύο τραπεζών...."), ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν ήταν δυνατό να υποκαταστήσουν τη χορήγηση εντολής του Ι.

Γ. για την πρόωρη εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων. Περαιτέρω όμως το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ουδεμία αμελή συμπεριφορά επέδειξαν, συνδεόμενη με τη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες, ενεργήσαντες σε κάθε περίπτωση νομίμως πιστώνοντας το ποσό που εισέπραξε η αναιρεσίβλητη σε καταθετικό και ελευθέρως κινούμενο από τον Ι.

Γ. λογαριασμό, από τον οποίο αυτός σταδιακώς το απέσυρε, και απορρίπτοντας για τον λόγο αυτό και τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, τη στηριζόμενη σε αδικοπραξία, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, ..., 932, 288, 330 ΑΚ, καθώς και τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του δικαίου των αξιογράφων και δη του νόμου "περί επιταγής", τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή τους, και με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αντίστοιχο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ για τη σχετική κρίση του επί αυτής της βάσης της αγωγής δεν έλαβε υπόψη του και τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για προηγηθείσες προφορικές επικοινωνίες με τα στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας και την εκδήλωση ενδιαφέροντός τους για την εξάλειψη των δύο πρώτων προσημειώσεων, τους οποίους απέρριψε μεν ως αλυσιτελείς και μη νόμιμους όσον αφορά την κύρια και πρώτη επικουρική βάση της αγωγής (τις αναφερόμενες σε εξόφληση, άλλως μερική εξόφληση), αποτελούσαν όμως πρόσθετους θεμελιωτικούς της ως άνω δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής, προσδιοριστικούς της αμέλειας των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμούς, επί της νομικής ή ουσιαστικής βασιμότητας των οποίων ουδόλως αποφάνθηκε κατά την έρευνα της συγκεκριμένης βάσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου: α) η επιταγή που περιήλθε στην αναιρεσίβλητη ήταν δίγραμμη με γενική διγράμμιση, εκδοθείσα από την Εμπορική Τράπεζα εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης, και, σύμφωνα με τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις, αυτή μπορούσε να πληρωθεί μόνο σε τραπεζίτη (η σε πελάτη του πληρωτή, ήτοι πελάτη της Εμπορικής Τράπεζας, περίπτωση που δεν συνέτρεχε), όπως έγινε δεκτό ότι συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση κατά την οποία πληρώθηκε στην αναιρεσίβλητη- λήπτριά της, η είσπραξή της δε εκ μέρους της διασφαλιζόταν επαρκώς δια της γενικής διγραμμίσεώς της και της εκδόσεώς της εις διαταγήν της (πλην της περιπτώσεως περαιτέρω μεταβίβασής της, η οποία επίσης δεν έγινε δεκτό ότι συνέτρεξε), β) η επιταγή αυτή εκδόθηκε από την Εμπορική Τράπεζα κατ' εντολήν των αναιρεσειόντων και το ποσό της καλύφθηκε από αυτούς (ανεξαρτήτως αν αυτό εκταμιεύθηκε από δανειακούς τους ή άλλους, δικούς τους πάντως, λογαριασμούς τους), γ) ο Ι.

Γ. υπήρξε απλός κάτοχος της επιταγής, στον οποίο παραδόθηκε αυτή, ώστε να την προσκομίσει στην αναιρεσίβλητη, όπως έπραξε, χωρίς όμως οποτεδήποτε να καταστεί νόμιμος κομιστής της δικαιούμενος να την εισπράξει, όπως δε οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρονταν στο σώμα της επιταγής, ώστε να καθίσταται φανερή η σχέση τους με την έκδοσή της και ο σκοπός της, και το όνομα του Ι.

Γ. δεν αναφερόταν στο σώμα της, ώστε να έλκει οποιαδήποτε νόμιμα δικαιώματα από αυτήν, ε) μετά την είσπραξη της επιταγής εκ μέρους της η αναιρεσίβλητη δεν καταλόγισε το ανωτέρω ποσό στις οφειλές του Ι. Γ. από τα ως άνω δάνεια, που εξασφαλίζονταν με πρώτη και δεύτερη προσημείωση, ούτε το δέσμευσε εις χείρας της, όπως όφειλε να πράξει, προκειμένου να διερευνηθεί κατόπιν συνεννόησής της με την εκδότρια της επιταγής τράπεζα (αν υποτεθεί ότι δεν προϋπήρξε τέτοια συνεννόηση, ζήτημα που δεν διερευνήθηκε κατ'ουσίαν), αλλά το πίστωσε απευθείας σε καταθετικό λογαριασμό του Ι.

Γ., "προφανώς κατ' εντολή του", από τον οποίο αυτός σταδιακώς το ανέλαβε σχεδόν πλήρως, στ) με προφορική μεταξύ των αναιρεσειόντων και του Ι. Γ. συμφωνία μέρος του τιμήματος από την πώληση του περιγραφόμενου ακινήτου δεν θα το κατέβαλαν στον παραπάνω πωλητή, αλλά θα το διέθεταν προς εξόφληση των δύο τοκοχρεολυτικών δανείων, που εκείνος είχε λάβει από την "Εθνική Τράπεζα", γι' αυτόν δε τον σκοπό εκδόθηκε η κατά ποσό ίση με το οφειλόμενο ποσό των δανείων αυτών εκ μέρους του τελευταίου δίγραμμη επιταγή από την Εμπορική Τράπεζα κατ' εντολή τους, ζ) οι προσημειώσεις που βάρυναν το αγορασθέν από τους αναιρεσείοντες ακίνητο δεν εξαλείφθηκαν, εξακολουθούν να βαραίνουν το ακίνητο που περιήλθε στην ιδιοκτησία τους, ο Ι.

Γ. δεν καταβάλει τις δόσεις των δανείων που τον βάρυναν και δήλωσε στην αναιρεσίβλητη ότι δεν τις καταβάλει λόγω οικονομικών προσβλημάτων του, με συνέπεια το ποσό, το οποίο κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες, να μη διατεθεί για τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν. Εφόσον όμως σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή (ο Ι.

Γ. δε δεν έγινε δεκτό ότι ήταν πελάτης της Εμπορικής Τράπεζας), τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών από τους οποίους την απέκτησε, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ενήργησαν παρανόμως πιστώνοντας το ποσό της σε καταθετικό λογαριασμό του Ι.

Γ., ενώ αυτός ουδέν δικαίωμα επί της επιταγής και του ποσού της είχε ως απλός κάτοχός της, η δε διγράμμιση (έστω και γενική) και η έκδοση εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης αποσκοπούσε κατά νόμο ακριβώς στη διασφάλιση της μη είσπραξής της από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, που δεν είχε καταστεί νόμιμος κομιστής της δι' αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων.

Η ενέργεια αυτή των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης και η παράλειψή τους να δεσμεύσουν το ως άνω ποσό μέχρι να αποσαφηνισθεί ο σκοπός της πληρωμής του, παρότι υπήρχε ιδιαίτερη επιβαλλόμενη από την αρχή της καλής πίστεως (άρθ. 281 ΑΚ), όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη για την ασφάλεια των τραπεζικών συναλλαγών, υποχρέωσή τους ως τραπεζικών υπαλλήλων για τη λήψη μέτρων επιμέλειας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, ακόμη και μη αμέσως συναλλασσομένων με την τράπεζα και εν προκειμένω των αναιρεσειόντων, που διέθεσαν το ποσό της δίγραμμης επιταγής, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, αμελή συμπεριφορά, αφού οι υπάλληλοι αυτοί, δεν επέδειξαν την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ένας μέσος συνετός υπάλληλος του τραπεζικού συναλλακτικού κύκλου, ο οποίος, δεδομένων όλων των παραπάνω περιστάσεων (διγράμμιση της επιταγής, έκδοσή της εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης), θα προέβαινε σε τέτοια δέσμευση, αφού από το σώμα της επιταγής δεν προέκυπτε ο σκοπός έκδοσής της και ουδέν δικαίωμα του Ι.

Γ. επί αυτής στοιχειοθετείτο. Η συμπεριφορά τους δε αυτή ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη ζημία των αναιρεσειόντων, που απώλεσαν ουσιαστικά εξαιτίας της το ποσό, το οποίο κατέβαλαν δια της κατ' εντολή τους και δια δικών τους κεφαλαίων πληρωθείσας στην αναιρεσίβλητη επιταγής, αφού το ακίνητό τους εξακολουθεί να βαρύνεται με τις προσημειώσεις και να υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση επισπευδόμενη από εκείνη (εμπράγματη υποθηκική αγωγή) εάν δεν καταβάλουν εκ νέου τις εξασφαλιζόμενες με τις προσημειώσεις απαιτήσεις της από τα δάνεια (άρθ. 1291 επ.

ΑΚ) του Ι. Γ., τις οποίες αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ότι δεν εξοφλούν και δεν δύνανται να εξοφλήσουν οι ευθυνόμενοι ενοχικώς από τις σχετικές δανειακές συμβάσεις. Ειδικότερα, το γεγονός ότι τα ονόματα των αναιρεσειόντων δεν αναφέρονταν στο σώμα της επιταγής, το οποίο επικαλέσθηκε το Εφετείο προς αιτιολόγηση της κρίσης του, δεν αρκεί για την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την ευθύνη της λόγω της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων της, αφού ούτε το όνομα του Ι.

Γ., στον καταθετικό λογαριασμό του οποίου πιστώθηκε το ποσό της επιταγής από τους προστηθέντες της αναιρεσίβλητης, αναφερόταν στο σώμα της, ώστε και να δικαιολογείται η συγκεκριμένη ενέργειά τους και η παράλειψή τους να το δεσμεύσουν μέχρι να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η αιτία πληρωμής του. Επίσης η ευθύνη του Ι.

Γ. για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων ή η μη επίσημη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης με συνοδευτικό της επιταγής έγγραφο για τον σκοπό έκδοσής της ή η μη επισημείωση σχετικής εγγραφής στο σώμα της δεν αναιρούν κάθε ευθύνη της από αδικοπραξία λόγω παράνομης και υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφορά των προστηθέντων της, καθόσον ειδικώς τα δύο τελευταία περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απλώς ικανά να επιστηρίξουν, κατά νόμο (άρθ. 300 ΑΚ), συνυπαιτιότητα των αναιρεσειόντων για τη ζημία, την οποία υπέστησαν, επειδή δεν έλαβαν και εκείνοι όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποφυγή της.

Σύμφωνα με αυτά είναι βάσιμοι οι σχετικοί από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, ως προς το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής τους, η στηριζόμενη σε αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, και πρέπει η απόφαση αυτή να αναιρεθεί κατά το συγκεκριμένο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή.

Μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί, κατά το σχετικό τους αίτημα, σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ: ΑΠ 1276/2021, 710/2016,1520/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν κατά την άσκηση της αίτησής τους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 52/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης ως προς το στρεφόμενο κατά του δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων μέρος της για τον λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την ανωτέρω απόφαση.

Παραπέμπει, κατά το αντίστοιχο μέρος της, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησής τους.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ