Legislator Case Law & Legislation
1868/2018 AI generated

Supreme Court dismisses late appeal filed by imprisoned woman due to lack of statutory force majeure justification.

Case Number 1868/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's late appeal against a conviction for tax fraud, ruling it inadmissible due to the expiration of the statutory time limit. Although the appellant claimed she was imprisoned, impoverished, and unaware of her rights, the court found these circumstances did not constitute force majeure. The decision emphasized that she had been represented by a lawyer appointed at the trial court, who should have ensured timely filing, and that the trial judge had previously informed her of her right to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473(2), 473(3), 476(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure; The failure to file an appeal within the prescribed period, even due to imprisonment or lack of information, does not constitute force majeure unless proven otherwise, and the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
force majeure statutory time limit inadmissible appeal imprisonment legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 473(2) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 473(3) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 476(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 513(1)(a) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1868 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1868/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3909/2015 αποφάσεως του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 136/2018 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 412/2018.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη, με αριθμό 96/19.4.2018 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"I. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευτ. αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν.3160/2003, την 136/2018 αίτηση αναιρέσεως της Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., κατά της 3909/2015 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε εκτιτέα ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για το αδίκημα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα:

II. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 και 3 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κρίθηκε ένοχος και με δήλωση και επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) εντός εικοσαήμερης προθεσμίας, η οποία αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου αυτού.

Έχει κριθεί ότι δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας η μη πληροφόρηση για τη συντελεσθείσα καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο (Α.Π. 1084/2004, Ποιν.Δικ.2001,1085).

Σε περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως ασκηθεί εκπρόθεσμα πρέπει αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., να απορριφθεί ως απαράδεκτη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό : α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (Α.Π. 29/2013, Α.Π. 76/2011, Α.Π.1639/2010).

III. Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7-3-2018, με δήλωση της κατηγορουμένης και επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσίβα, ενώ η καταδικαστική απόφαση κατά της οποίας στρέφεται, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 23-3- 2016 και επομένως έπρεπε αυτή (αναίρεση) να ασκηθεί μέχρι τις 12-4-2016.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα και μάλιστα με καθυστέρηση περίπου δύο (2) ετών, χωρίς επίκληση βάσιμων λόγων ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση, αφού η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα άγνοια των ουσιωδών δικαιωμάτων της, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει πότε θα καθαρογραφόταν η απόφαση και πότε θα δημοσιευόταν στο ειδικό βιβλίο ώστε να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, όπως παραπάνω (II) εκτέθηκε.

Επειδή μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν.3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντικ. από το άρθρο 18 του Ν.969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23-12-2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και γ) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω:

Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 136/2018 αίτηση αναιρέσεως της Γ. Α. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., κατά της 3909/2015 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ.

Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Γ) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ."

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καραγιάννης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, επίσης αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ειδοποιήθηκε στις 26.4.2018 Γεώργιος Κατσίβας για την δικάσιμο της 18.5.2018 κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 19.10.2019.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, εάν αυτή ασκείται µε δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται και είκοσι ημερών όταν ασκείται µε δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, και στις δύο περιπτώσεις, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠοινΔ.

Στην περίπτωση δε που ο κατηγορούμενος δικάστηκε "ωσεί παρών", η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση στον κατηγορούμενο της καταχωρημένης στο ειδικό βιβλίο σχετικής αποφάσεως. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά.

Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 96 παρ. 1 και 465 ΚΠΔ, ασκείται είτε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου του και δη τόσον από τον δικηγόρο που παρέστη κατά τη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απόφαση καταδικαστική, όσο και από τον αντιπρόσωπο αυτού που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1, εφόσον το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή της.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν κατά αυτήν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης.

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο µέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντα στα έξοδα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3909/2015 απόφαση του Στ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα), η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, η οποία κατά την εκδίκαση και απαγγελία της απόφασης ήταν παρούσα μετά του συνηγόρου αυτής κ. Γεωργίου Δρύλλη, καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για το έγκλημα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.

Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 23-03-2016, με αύξοντα αριθμό 2024, οπότε και άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης, κατά τα ανωτέρω. Κατ' αυτής δε, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στην κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 07-03-2018, η οποία υπογράφεται από δικηγόρο διαφορετικό από τον συνήγορο που παραστάθηκε στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να προσαρτάται σχετικό έγγραφο της πληρεξουσιότητας, ή να προσκομίστηκε αυτό μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή της.

Δηλαδή την άσκησε μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Στην ανωτέρω αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως για να δικαιολογηθεί το εκπρόθεσμο αναφέρονται τα εξής: "Επειδή έχω υποστεί τεράστια ψυχική δοκιμασία, στεναχώρια, απελπισία, έχει πληγεί η υγεία μου τα μέγιστα καθότι έχω απόκτηση σοβαρότατα προβλήματα με το στομάχι μου με συνέπεια να χρήζει ειδικής αγωγής.

Επειδή ουσιαστικά ζω εντελώς μόνη και αβοήθητη καθότι ο μεν πατέρας μου με έχει εγκαταλείψει από πολύ μικρή ηλικία και διαμένει στον …, η δε μητέρα μου και ο πατριός μου προσπάθησαν να μου συμπαρασταθούν αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο για αυτούς καθότι στερούνται των οικονομικών μέσων ενώ ζουν σε ένα χωριό στην ...

ενώ και ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και όχι μόνο. Συνέπεια όλων των ανωτέρω ήταν να μη γνωρίζω ουσιώδη δικαιώματά μου, να μη γνωρίζω πότε θα καθαρογραφεί όταν η απόφαση Και πότε θα δημοσιευόταν στο ειδικό βιβλίο ώστε να ασκήσω εμπροθέσμως το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Έκλεισε στη φυλακή και χωρίς χρήματα, χωρίς καμία απολύτως βοήθεια, αδυνατούσα ακόμα και να πληροφορηθώ οτιδήποτε αφορούσε εμένα και την προσβαλλόμενη απόφαση είχε θολώσει το μυαλό μου με όλα αυτά που περνούσα, αλλά και οι δυσκολίες διαρκώς αυξανόταν καθότι στερούν και τα αυτονόητα.

Με τη βοήθεια της γραμματείας, της κοινωνικής υπηρεσίας και κυρίως άλλων κρατουμένων ενημερώθηκα για κάποια πράγματα ενώ θεωρούσα ότι πλέον Όλα είχαν τελειώσει και ότι δεν είχα κανένα πλέον δικαίωμα να ανατρέψω την προσβαλλόμενη και άδικη απόφαση. Που με βοήθησαν συγκρατούμενες κατάφερα να επικοινωνήσω μετά κόπων και βασάνων με φιλικά μου πρόσωπα, οι οποίοι και επιμελήθηκαν ώστε να μπορώ να ασκήσω τα δικαιώματα που η Πολιτεία που παρέχει, καταθέτοντας έστω και εκπρόθεσμα την παρούσα.".

Οι ανωτέρω επικαλούμενοι λόγοι δεν συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την καθυστερημένη και εκπρόθεσμη (μετά παρέλευση δύο περίπου ετών) άσκηση της αναιρέσεως διότι, ως και ανωτέρω αναφέρεται, η αναιρεσείουσα παρέστη με δικηγόρο που η ίδια διόρισε με δήλωσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η δε μη πρόσβαση στην απόφαση λόγω της κρατήσεώς του στη δικαστική φυλακή δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας καθόσον μπορούσε να λάβει γνώση υπό του εκπροσωπούντος αυτήν δικηγόρου. Άλλωστε, στα πρακτικά της προσβαλλομένης αναφέρεται ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ενημέρωσε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, εξηγώντας της συνοπτικά, τα όσα απαιτούνται για να είναι αυτή παραδεκτή.

Κατόπιν αυτών και, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως να προσέλθει στο συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό η μη της αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική επισημείωση του γραμματέως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ), λόγω του εκπροθέσμου της άσκησης και επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 136/2018 αίτηση αναίρεσης της Γ. Α. του Σ. που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στις 07-03-2018 στην κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της με αριθμό 3909/2015 απόφασης του Στ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2018.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ