Supreme Court allows appeal against second referral decision in lease dispute, ordering new substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to refer the case back for trial. The appellant argued that new claims were improperly introduced after the first referral, violating procedural limits. The court ruled that since the appeal was admissible, a new substantive trial must be held by the Supreme Court itself to avoid unnecessary procedural burdens.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527 and 269(2) of the Code of Civil Procedure; Upon allowing an appeal against a referral decision, the Supreme Court must conduct a new substantive trial rather than remanding the case, to prevent excessive procedural burden and ensure efficient justice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1863 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1863/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ - ΕΙΔΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ" και δ.τ. "DOMIKAT", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κουτσούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Μ. - ΑΦΟΙ Κ. ΕΕ", που εδρεύει στο Αριοχώριον Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Σταματόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 18-12-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 694/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 16/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση, από 1-2-2023 (αριθμ.καταθ.4/3-2-2023), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.16/24-1-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). 2. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 16/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 694/2020 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη υπ' αριθμ. 21/2017 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
3. Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 16/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18-6-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 29/2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας εξέθετε ότι, δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης μίσθωσης εκμίσθωσε στην εναγόμενη το περιγραφόμενο ακίνητο (κατάστημα), προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων, πλυντηρίων και συναφών εργασιών για χρονικό διάστημα 6 ετών, ήτοι από 1-7-2007 έως 1-7-2013, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 2500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου μετά την πρώτη διετία κατά το αναφερόμενο ποσοστό.
Ότι από τον Ιούνιο του έτους 2010 η εναγόμενη δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα, ενώ στις 19-7-2011 της κοινοποίησε δήλωση-καταγγελία ότι θα αποχωρήσει από το μίσθιο εντός τριμήνου καταβάλλοντας ως αποζημίωση το μίσθωμα ενός μηνός. Ότι, όμως, η τελευταία δεν αποχώρησε από το μίσθιο, ούτε κατέβαλε την αποζημίωση, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς να καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα, ενώ την 25-11-2011 της επέδωσε εξώδικη δήλωση, με την οποία αναγνώριζε μεν την οφειλή της για μισθώματα από τον μήνα Ιούνιο 2010 μέχρι το μήνα Νοέμβριο 2011, αλλά ισχυριζόταν περαιτέρω ψευδώς ότι, μετά τη λύση της σύμβασης μίσθωσης με την προηγηθείσα καταγγελία, συνήφθη μεταξύ τους νέα σύμβαση μίσθωσης με την οποία το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ύψος των 800 ευρώ, το οποίο και όφειλε για το επόμενο χρονικό διάστημα.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστησαν απαιτητά, τα οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 8-6-2010 μέχρι 24-12-2011, οπότε και της παραδόθηκε το μίσθιο, συνολικού ύψους 58.611,28 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.21/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αυτή (η αγωγή) έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 54.974,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 6η ημέρα κάθε μήνα κατά την οποία έπρεπε να καταβάλλεται το μίσθωμα.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 13-11-2014 (αριθμ. καταθ. δικ. 154/14-11-2014) έφεσή της. Επ'αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ'αριθμ. 21/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση και μετά την εξαφάνιση της απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα για οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη λύση της μίσθωσης το ποσό των 48.978,02 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 6η ημέρα κάθε μήνα κατά την οποία έπρεπε να καταβάλλεται το κάθε επί μέρους μίσθωμα και ως αποζημίωση χρήσης το ποσό των 5996,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ασκηθείσης αναιρέσεως από την και νυν αναιρεσείουσα εκδόθηκε η υπ'αριθμ.694/2020 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Δ Τμήμα), με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση. Ειδικότερα, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.21/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, και συγκεκριμένα λόγω αντιφατικής αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και μείωσης των οφειλομένων μισθωμάτων ενώ α) κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, από τους αριθμούς 8 περ.
α και β,10 και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, β) απορρίφθηκε ο λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 16/2023 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 13-11-2014 έφεση της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας), κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ.21/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και μετά την εξαφάνιση της απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα για οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη λύση της μίσθωσης το ποσό των 48.978,02 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 6η ημέρα κάθε μήνα κατά την οποία έπρεπε να καταβάλλεται το κάθε επί μέρους μίσθωμα και ως αποζημίωση χρήσης το ποσό των 5788,02 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 4.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει, δε, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:
".....Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η παραπάνω σύμβαση μίσθωσης λύθηκε στις 19-10-2011, με την προαναφερθείσα καταγγελία, η οποία ήταν ισχυρή παρά τη μη καταβολή από την εναγόμενη της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3583/2010, αποζημίωσης. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης, μετά την λήξη της αρχικής, διετούς διάρκειας, αντί μηνιαίου μισθώματος 800 ευρώ και εκκαθάριση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων από τη λυθείσα σύμβαση με υπολογισμό των οφειλόμενων μισθωμάτων από Ιούνιο 2020 μέχρι και Νοέμβριο του 2011 με μίσθωμα 800 ευρώ μηνιαίως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.
Αντίθετα προέκυψε ότι υπήρξαν μεν μεταξύ τους συζητήσεις για μείωση του μισθώματος, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι τελεσφόρησαν οι συζητήσεις αυτές οδηγώντας σε συμφωνία με το ανωτέρω περιεχόμενο που επικαλείται η εναγομένη. Από μόνη την κατάθεση των μαρτύρων ανταπόδειξης και την προσκομιδή ανυπόγραφων ιδιωτικών συμφωνητικών με το άνω περιεχόμενο δεν δύναται να οδηγηθεί το δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, καθώς δεν επιρρωνύεται ο ισχυρισμός αυτός από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, αφού αν υπήρξε η ανωτέρω υποτιθέμενη σχετική συμφωνία, με βάση την οποία και εξακολουθούσε να παραμένει η εναγομένη στο μίσθιο μέχρι και την αποχώρησή της στις 24-12-2011, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, τότε θα κατέβαλε στην ενάγουσα το κατ' αυτήν συμφωνηθέν μεταξύ τους μίσθωμα των 800 ευρώ και τα οφειλόμενα μισθώματα μηνών Ιουνίου 2010 μέχρι και Νοέμβριο 2011, εγκαίρως, ακόμα και με δημόσια κατάθεση, ενώ αντίθετα το έπραξε αυτό εκ των υστέρων και δη μόλις το 2018, με τραπεζική κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην ALPHA BANK του απ' αυτήν οφειλόμενου ποσού ύψους 15.200 ευρώ υπολογιζόμενων όλων των οφειλόμενων μισθωμάτων στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως (800 ευρώ μηνιαίως X 19 μήνες) (σχετ.
εκτύπωση μεταφοράς χρημάτων την 23-1-2018 μέσω της ΕΤΕ). Άλλωστε και από το περιεχόμενο της από 24-11- 2011 εξώδικης διαμαρτυρίας-όχλησης- δήλωσης της εναγόμενης προς την ενάγουσα προκύπτει ότι δεν υπήρξε τελικά κάποια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η δε εναγόμενη εμμένοντας στον δικό της ισχυρισμό περί συμφωνίας κατάρτισης νέας μίσθωσης, με βάση το παραπάνω αναφερόμενο περιεχόμενο, δήλωσε ότι θα καταθέτει το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σε περίπτωση που δεν απαντήσει η ενάγουσα σε αυτήν την εξώδικη διαμαρτυρία, το οποίο ωστόσο ουδόλως έπραξε.
Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν υπήρξε συμφωνία ανανέωσης της μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, μετά τη λήξη της σύμβασης με την παραπάνω καταγγελία, με τους όρους που διεπόταν η αρχική σύμβαση μεταξύ των οποίων και του καταβαλλόμενου μισθώματος, αλλά υπήρξε χρήση του μισθίου μετά την καταγγελία για την οποία οφείλεται αποζημίωση χρήσης, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο...".
Με αυτές τις παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας έκρινε, μετ' αναίρεση και σύμφωνα με τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που έγινε δεκτός με την υπ' αριθμ. 694/1990 απόφαση του αυτού του Δικαστηρίου, ότι μετά τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης μίσθωσης με έγγραφη καταγγελία την 19-10-2011, δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση νέας προφορικής σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, και επομένως ότι η εναγόμενη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα που παρέμεινε στο μίσθιο μέχρι την 24-12-2011 οφείλει αποζημίωση για τη χρήση του μισθίου.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στο αποδεικτικό της πόρισμα χωρίς να αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά βάσει των οποίων καταλήγει στο αποδεικτικό της πόρισμα, β) η κρίση ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης είναι προδήλως εσφαλμένη και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης και τα προσκομισθέντα έγγραφά της δεν δύνανται να οδηγήσουν το δικαστήριο σε αντίθετη κρίση και τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητο να επιρρωνύονται τα αποδεικτικά στοιχεία και από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, γ) υφίσταται παντελής έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δ) η αιτιολογία της απόφασης ότι αν υπήρχε η σχετική συμφωνία τότε η εναγόμενη θα κατέβαλε στην ενάγουσα το κατ'αυτήν συμφωνηθέν μίσθωμα των 800 ευρώ και τα οφειλόμενα μισθώματα από Ιούνιο 2010 έως Νοέμβριο 2011 εγκαίρως ακόμη και με δημόσια κατάθεση, είναι παντελώς άστοχη και απολύτως ουδεμία λογική σύνδεση έχει με το διατακτικό, διότι ο χρόνος καταβολής των μισθωμάτων ουδόλως σχετίζεται με το αν υπήρξε ή όχι προφορική συμφωνία με το ανωτέρω περιεχόμενο, αφού η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων μπορεί να οφείλεται σε πολλούς και διαφορετικούς λόγους και δεν μπορεί να αποτελέσει ένδειξη, ούτε πολύ περισσότερο απόδειξη της έλλειψης της προφορικής συμφωνίας, ε) η επάλληλη αιτιολογία της απόφασης σύμφωνα με την οποία από το περιεχόμενο της από 24-10-2011 εξώδικης διαμαρτυρίας προκύπτει ότι δεν υπήρξε τελικά συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι ελλιπής, ασαφής, ενδοιαστική και υποθετική και δεν έχει την βαρύτητα την οποία θέλει να προσδώσει σε αυτήν η απόφαση διότι:
ι) σε αντίθεση με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση από το περιεχόμενο της από 24-11-2011 εξώδικης δήλωσης προκύπτει σαφέστατα ότι υπήρξε προφορική συμφωνία με τους προαναφερθέντες όρους μεταξύ των διαδίκων, ιι) η μη κατάθεση των μισθωμάτων στο ΤΠΔ ουδόλως σχετίζεται με το αν υπήρξε ή όχι προφορική συμφωνία, στ) η προσβαλλόμενη προσδίδει δυσανάλογη βαρύτητα στο γεγονός ότι δεν καταβλήθηκαν αμέσως τα οφειλόμενα μισθώματα, καθώς επίσης και ότι αυτά δεν κατατέθηκαν στο ΤΠΔ, ενώ είναι σαφές και προκύπτει ότι τα γεγονότα αυτά ουδεμία απολύτως σχέση έχουν με την ύπαρξη ή μη προφορικής συμφωνίας και όπως προκύπτει από όλα τα αποδεικτικά μέσα η καταβολή των μισθωμάτων δεν έγινε με κατάθεση στο ΤΠΔ, αλλά πραγματοποιήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο λόγω αλλαγής επωνυμίας της ενάγουσας και λόγω του ότι αυτή (η ενάγουσα) είχε τεθεί σε εκκαθάριση μη γνωστοποιώντας τα στοιχεία της για την προσήκουσα κατάθεση, ζ) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολογεί, άλλως δεν προσδίδει τη δέουσα βαρύτητα ι) στην από 24-11-2011 εξώδικη δήλωση από την οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας, ιι) στο γεγονός ότι η αντίδικος ουδέποτε αντιτάχθηκε στην καταβολή 15.200 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ίδια σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της αξίωσής της και το οποίο παρέλαβε ανεπιφύλακτα, ιιι) στο γεγονός ότι απέστειλε στην αντίδικο σχέδια των ιδιωτικών συμφωνητικών από τα οποία προκύπτει ότι είχαν καταλήξει σε συμφωνία, η) το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε αντιφατική αιτιολογία.
Διότι, ενώ δέχθηκε ότι η από 8-6-2007 σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 19-10-2011, μετά την πάροδο τριών μηνών από την από 19-7-2011 καταγγελία της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, κατ' άρθρο 43 του ΠΔ 35/1995, την οποία έκρινε ως έγκυρη, και επομένως σύμφωνα με την παραδοχή αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχει συμφωνία ανανέωσης της αρχικής μισθωτικής σύμβασης με τους όρους που διεπόταν η αρχική σύμβαση, εν συνεχεία εντελώς αντιφατικά, δέχθηκε ότι δεν υπήρξε συμφωνία ανανέωσης της μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, μετά τη λήξη της σύμβασης με την παραπάνω καταγγελία.
Οι αιτιάσεις αυτές και ειδικότερα 1) οι υπό στοιχ. α, β οι αναφερόμενες σε ασάφεια και ανεπάρκεια των αιτιολογιών κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφενός λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη ή ασάφεια, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση και η σύνδεση της ασάφειας με το διατακτικό της απόφασης και αφετέρου διότι οι αιτιάσεις ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, 2) οι λοιπές αιτιάσεις και δη οι αιτιάσεις με τα στοιχ.
γ, δ, ε, στ και ζ κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με τις προβαλλόμενες πλημμέλειες υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθώς (οι προβαλλόμενες πλημμέλειες) συνίστανται στις αντίθετες απόψεις και εκτιμήσεις της αναιρεσείουσας, με το κατά τα άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε η προβαλλόμενη απόφαση και στη σαφήνεια και επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Σε ότι αφορά την ως άνω υπο στοιχείο (η) αιτίαση, περί αντιφατικότητας της αναφερόμενης αιτιολογίας, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη. Διότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση α) με σαφήνεια διατυπώνεται η κρίση ότι "δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης, μετά την λήξη της αρχικής, διετούς διάρκειας, αντί μηνιαίου μισθώματος 800 ευρώ και εκκαθάριση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων από τη λυθείσα σύμβαση με υπολογισμό των οφειλόμενων μισθωμάτων από Ιούνιο 2010 (από προφανή παραδρομή αναγράφηκε:
Ιούνιο 2020) μέχρι και Νοέμβριο του 2011 με μίσθωμα 800 ευρώ μηνιαίως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη", ενώ β) η αναφορά του Δικαστηρίου στη συνέχεια ότι "δεν υπήρξε συμφωνία ανανέωσης της μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων" δεν είναι αντιφατική με την παραδοχή ότι η από 8-6-2007 σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 19-10-2011, μετά την πάροδο τριών μηνών από την από 19-7-2011 καταγγελία της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, καθώς η επαγγελματική μίσθωση μπορεί να αναμισθωθεί (ανανεωθεί) είτε πριν είτε και μετά τη λήξη της και αποτελεί νέα μίσθωση και όχι συνέχεια της παλιάς.
Στο πλαίσιο, δε, της πιο πάνω ανανέωσης-αναμίσθωσης οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να συμφωνήσουν νέους όρους σε σχέση με τη λήξασα μίσθωση που αφορούν το καταβαλλόμενο μίσθωμα, χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, η επί μέρους αυτή συμφωνία για το νέο μίσθωμα της νέας λόγω ανανέωσης μίσθωσης να αποτελεί αναπροσαρμογή του μισθώματος, που ίσχυε μέχρι τη λήξη της προηγούμενης μίσθωσης (ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014).
5. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ ( ΑΠ 303/3024, ΑΠ 822/2023, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 1149/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1749/2005).
Στην ερευνώμενη υπόθεση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, αν η προσβαλλόμενη εφάρμοζε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ θα κατέληγε στο ερμηνευτικό συμπέρασμα ότι υπήρξε προφορική συμφωνία για την κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης μετά την λήξη της αρχικής σύμβασης μίσθωσης.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, αφού δέχθηκε, ότι δεν καταρτίσθηκε νέα σύμβαση μίσθωσης και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. 6.
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο ''αποδεικτικού'', κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει όταν από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχθηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Δεν υπάρχει, συνεπώς, παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτό (ΑΠ 809/2024, ΑΠ 646/2020,ΑΠ 196/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-11-2011 εξώδικης διαμαρτυρίας-όχλησης-δήλωσης που απεύθυνε προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσδίδοντας σε αυτήν διαφορετικό περιεχόμενο, ενώ από τη δήλωση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται αυτούσιο στο αναιρετήριο, προκύπτει σαφέστατα η κατάρτιση νέας σύμβασης μίσθωσης.
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και μάλιστα από τις παραδοχές αυτής, που παρατίθενται ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη στο σχετικό αναιρετικό λόγο από 24-11-2011 εξώδικη δήλωση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, κατέληξε, όμως, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο πόρισμά της, ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ύστερα από συνεκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση και τα λοιπά έγγραφα που προσκομίστηκαν, από τα οποία κυρίως συνήγαγε το πόρισμά της.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. 7. Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 4 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα, που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει, δε, κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν, της έκτασης της αναίρεσης ως ολικής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, αφού η παραπομπή μπορεί να λάβει χώρα μετά την αναίρεση της απόφασης για ουσιαστικό ή δικονομικό λόγο.
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1383/2023,ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1491/2022,ΑΠ 515/2021, ΑΠ 629/2010, ΑΠ 778/2009, ΑΠ 1843/2008).
Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξυπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (580 παρ, 4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ).
Το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά αυτά. Αν τούτο εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην εν λόγω περίπτωση λειτουργεί αυτόνομα (ΑΠ 1383/2023,ΑΠ 1491/2022,ΑΠ 109/2006).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1383/2023, 1491/2022,ΑΠ 515/2021, ΑΠ 1097/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης που επιτρεπτά ερευνάται στο σημείο αυτό εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 25/2023, 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, ως δικαστήριο παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν συμμορφώθηκε με την υπ'αριθμ. 649/2020 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα έκρινε αν υπήρξε συμφωνία ανανέωσης της αρχικής μισθωτικής σύμβασης μετά τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης μίσθωσης με καταγγελία, ενώ όφειλε να κρίνει, αν έχει συναφθεί νέα προφορική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και με ποιους όρους, αφού με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα ότι η προηγούμενη σύμβαση μίσθωσης είχε λήξει με την καταγγελία αυτής και ότι δεν υπήρχε συμφωνία ανανέωσης της αρχικής σύμβασης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, με την υπ'αριθμ.694/2020 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Δ Τμήμα), έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση. Ειδικότερα, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.21/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, και συγκεκριμένα λόγω αντιφατικής αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και μείωσης των οφειλομένων μισθωμάτων και συνεπώς, δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής.
8. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, το νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη (ΑΠ 256/2024, ΑΠ 1560/2022).
Ακολούθως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, οι ενστάσεις του εκκαλούντα εναγόμενου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτόδικα, είτε είναι οψιγενείς, είτε αν και δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτόδικα, συντρέχει ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), αλλιώς, αν δηλαδή προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι.
Διαφορετικά, όμως, έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων, που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα-εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.
Στην περίπτωση αυτή οι ενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, παραδεκτά προτείνονται το πρώτο από τον εκκαλούντα-εναγόμενο και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του (ΑΠ 9/2024, ΑΠ 946/2019,ΑΠ 458/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι, αν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δικάζον ως δικαστήριο παραπομπής μετά την αναίρεση της υπ'αριθμ. 21/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας επικαλέστηκε και απέδειξε ότι έχει καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα το ποσό των 15.200 ευρώ σε εξόφληση της αξίωσης της αντιδίκου για οφειλόμενα μισθώματα, το Δικαστήριο, ενώ δέχθηκε την ως άνω καταβολή, εντούτοις δεν αφαίρεσε το ως άνω ποσό από την συνολική οφειλή.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση όλων των δικογράφων, ήτοι των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, του δικογράφου της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα έφεσης, των προτάσεων της ενώπιον του δικαστηρίου του εκδόσαντος την κατά τα άνω αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 21/2017 απόφασή του, όπως και των προτάσεών της ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής που εξέδωσε και την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα-εναγόμενη (και εκκαλούσα) ναι μεν δεν άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης, πλην όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεών της που κατατέθηκαν την 4-4-2022 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας για τη συζήτηση της έφεσής της κατά την δικάσιμο της 4-4-2022, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απόδειξη, εξόφλησε τα οφειλόμενα μισθώματα.
Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός της προβαλλόμενος για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προτάσεις και όχι με το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεθείσας ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής είναι καταρχήν απαράδεκτος. Ενόψει, όμως, του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και εν μέρει κατ` ουσίαν δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, ακολούθως δε, εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση, ο επίμαχος αυτοτελής ισχυρισμός που κατέτεινε όχι στην εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης, αλλά στην απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω εξόφλησης που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της έφεσης θεωρείται επιγενομένως, ότι παραδεκτά προτάθηκε κατά τα άνω με μόνες τις πιο πάνω προτάσεις της αναιρεσείουσας λόγω της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 § 1 εδάφιο β` και 527 ΚΠολΔ.
Έπρεπε, επομένως, το Εφετείο, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης απ` αυτό και την εκδίκαση κατ` ουσίαν της ένδικης αγωγής, να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα των συνιστώντων τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό πραγματικών γεγονότων, που υποστηρίχθηκαν από την ενιστάμενη αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, όμως, παρότι στο σκεπτικό του, όπως αυτό ήδη παρατέθηκε, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα - εναγόμενη κατέβαλε μέσω της ΕΤΕ την 23-1-2018 έναντι της ένδικης οφειλής το ποσό των 15.200 ευρώ, προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση του περί μη κατάρτισης νέας σύμβασης μίσθωσης, ακολούθως δεν έλαβε υπόψη, όπως όφειλε, τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, που συνιστά πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν αφαίρεσε το καταβληθέν ποσό από τη συνολική οφειλή. Έτσι, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περιπτ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι` αυτό και ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει με την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται την δυσχέρανση ή και την ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των παραπάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων, αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 683/2025, ΑΠ 998/2024, ΑΠ 600/2023, ΑΠ 1946/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 16/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 694/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η υπ'αριθμ. 21/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υπόθεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 16/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση αυτής, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ