Supreme Court partially allows appeal against land expropriation compensation, remanding case for substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the Greek State's appeal against a lower court's decision regarding land expropriation compensation. The State argued for procedural irregularities, while the appellants contended the compensation calculation was flawed. The Court rejected the additional appeal grounds but accepted the main appeal, ordering a new substantive hearing to ensure proper adjudication.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18 et seq. of Law 2882/2001; Articles 581(2) and 570(2) of the Code of Civil Procedure: The appellate court must conduct a substantive trial in a new session after remanding the case, rather than immediately deciding the merits, to comply with procedural safeguards for the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 600 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 600/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ζ. του Ι. και της Μ., που δεν παραστάθηκε, 2) Α. Ζ. του Ι. και της Μ. και 3) Μ. Ζ. του Ι. και της Μ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Ζ. του Ι. και της Μ. (1ος), που είχε την επικαρπία του ακινήτου, απεβίωσε στις 31-8-2021 και τη δίκη συνεχίζουν μετά το θάνατό του οι ως άνω 2ος και 3η, που είχαν την ψιλή κυριότητα, εκπροσωπούμενοι από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 9/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 27-1-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 294/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 3-12-2012 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 2036/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω εφετειακή απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Εκδόθηκε η 32/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2017 αίτησή του και τους από 30-8-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εισάγονται προς συζήτηση 1) η από 6-11-2017 (αρ. κατ. 18/2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 επ. ν. 2882/2001 και 2) ο από 30-8-2022 (αρ. κατ. 93/2022) πρόσθετος λόγος αυτής, που ασκήθηκε παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, επιδόθηκε δε, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με τον αρ. 1, άρθρο πρώτο παρ. 2 Ν. 4335/2015, προς το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Χορομίδη, νόμιμο αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, καθόσον είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του Εφετείου, στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικασθούν κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 του Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα. Με το θάνατο του επικαρπωτή, αποσβήνεται η επικαρπία και το περιεχόμενό της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος, ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν, με επακόλουθο να μη νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου (Α.Π. 1091/2020, Α.Π. 294/2020, Α.Π. 1050/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 του Α.Κ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή, η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται, επαναλαμβάνεται δε, μετά την εξ ιδίου δικαίου συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, από τον πλήρη, πλέον, κύριο του πράγματος (Α.Π. 435/2020, Α.Π. 1050/2019, Α.Π. 501/2015, Α.Π. 1641/2006).
Η διακοπή, όμως, της δίκης, δεν επέρχεται αυτόματα, μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, που ασκούνται από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ., να απευθύνονται κατά των προσώπων που δικαιούνται σε επανάληψη της δίκης, απευθυνόμενο δε κατά του θανόντος είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναιρέσεως ή του προσθέτου λόγου αυτής, είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους νομιμοποιούμενους και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της.
Η αναίρεση ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της, που απευθύνονται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρα και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτών με τους νομιμοποιούμενους προς επανάληψη της δίκης, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως (πρβλ., επί επαναλήψεως της δίκης από τους κληρονόμους του θανόντος, Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 712/2020, Α.Π. 274/2018, Α.Π. 239/2016, ΑΠ 1165/2014, ΑΠ 65/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο σ' αυτήν λόγο, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπ' αριθμ. 32/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α.
Ζ. του Ι., εμφανίστηκε όμως ο νομίμως διορισθείς από τους λοιπούς (δεύτερο και τρίτη) αναιρεσιβλήτους πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών Ιωάννης Χορομίδης, ο οποίος δήλωσε ότι ο απών αναιρεσίβλητος, επικαρπωτής του επιδίκου ακινήτου, απεβίωσε στις 31-8-2021 και ότι την βιαίως διακοπείσα στο πρόσωπο αυτού δίκη επαναλαμβάνουν εκουσίως οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, που είχαν την ψιλή κυριότητα του επιδίκου.
Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν ειδικότερα τα εξής: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α. Ζ. του Ι. απεβίωσε στη Χίο, στις 31.8.2021 (βλ. το από 31-8-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του Δήμου Χίου), δηλαδή μετά την άσκηση της από 6-11-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 6.11.2017, πριν όμως την άσκηση του από 30.8.2022 προσθέτου λόγου αυτής, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2.9.2022.
Με την υπ' αριθμ. 9/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, αναγνωρίστηκαν, ο μεν προαναφερόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαρπωτής του απαλλοτριωθέντος επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 5/7 εξ αδιαιρέτου οι δε δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ψιλοί κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Συνεπώς, μετά τον θάνατο του ως άνω επικαρπωτή, το δικαίωμα της επικαρπίας επί του εν λόγω ακινήτου αποσβέστηκε και συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, με επακόλουθο ο δεύτερος και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων να έχουν πλέον την πλήρη κυριότητα αυτού, κατά το προαναφερθέν ποσοστό (1/7 εξ αδιαιρέτου) ο καθένας. Οι ανωτέρω, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δήλωσαν στο ακροατήριο, διά του νομίμως παρισταμένου, εκπροσωπούντος αυτούς, ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους (βλ. το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χίου Ιουλίας Γάφου), τη συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, οι οποίες ουδόλως αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Συνακόλουθα, νομίμως συνεχίζουν τη δίκη οι ως άνω, νομιμοποιούμενοι προς τούτο, ψιλοί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, με την ψιλή κυριότητα των οποίων συνενώθηκε πλέον η επικαρπία του θανόντος. Σημειώνεται ότι το δικόγραφο του προσθέτου λόγου της αναιρέσεως, απευθυνόμενο κατά του αποβιώσαντος πριν από την άσκησή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν είναι άκυρο, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον γνώριζε τον θάνατο αυτού και, συνεπώς, χωρεί νομίμως η συζήτηση αυτού με τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ήδη κυρίους του επιδίκου ακινήτου, οι οποίοι, όπως έχει προεκτεθεί, εμφανίστηκαν με την ιδιότητα αυτή κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ με το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Επομένως, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, εκτός αν αυτά συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, πάρα το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π 1577/2022, Α.Π. 713/2022, Α.Π. 445/2021, Α.Π. 154/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ με την εκδοθείσα προγενέστερα υπ' αριθμ. 2036/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την υπ' αριθμ. 294/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους (ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) κληρονόμους του τότε αρχικώς αναιρεσείοντος Ι.
Ζ. του Α. και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, κατά το αναιρεθέν μέρος της, οι ως άνω κληρονόμοι του Ι. Ζ. του Α. κατέθεσαν απαραδέκτως, μεταξύ των λοιπών διαδίκων, κλήση στο δικαστήριο της αναπομπής, για επαναφορά προς συζήτηση της αρχικής τους αιτήσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, παρότι, ως προς αυτούς, δεν είχε αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 294/2011 απόφαση, αφού είχε κηρυχθεί από τον Άρειο Πάγο απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν ειδικότερα τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 9/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, αναγνωρίστηκαν, ο μεν Α. Ζ. του Ι. και της Μ. (ήδη θανών πρώτος αναιρεσίβλητος), επικαρπωτής του επίδικου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, οι δε Ι.
Ζ. του Α., Α. Ζ. του Ι. (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) και Μ. Ζ. του Ι. (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ψιλοί κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 5/7, 1/7 και 1/7 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως. Η από 27-1-2011 (αρ. κατ. 2/21-2-2011) αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, ασκήθηκε, μεταξύ των λοιπών αιτούντων, και από τον Α. Ζ. του Ι. (επικαρπωτή του επιδίκου ακινήτου) και τους α) Ι.
Ζ. του Α., β) Α. Ζ. του Ι. και γ) Μ. Ζ. του Ι., ψιλούς κυρίους αυτού, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 294/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Κατ' αυτής ασκήθηκε αναίρεση, κατά τη συζήτηση της οποίας παρέστησαν οι ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων, ως κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσείοντος Ι.
Ζ. του Α. και δήλωσαν το θάνατο αυτού και τη συνέχιση της δίκης στο πρόσωπό τους. Με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2036/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους Α. Ζ. του Ι. και Μ. Ζ. του Ι., μόνο όμως υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του θανόντος Ι. Ζ. του Α. (ψιλού κυρίου κατά ποσοστό 5/7 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου), όχι δε και κατά το μέρος που οι ίδιοι, ως ψιλοί κύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αιτήθηκαν την αναίρεση της προσβληθείσας τότε αποφάσεως, κατά το οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση, αναιρέθηκε η απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο.
Συνεπώς, νομίμως και παραδεκτώς οι προαναφερόμενοι επανέφεραν με κλήση την αρχική τους αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης στο Εφετείο, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους (ως ψιλών κυρίων κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) το οποίο νομίμως δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 α' και β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υπό την έννοια ότι αποφάσισε χωρίς σχετικό αίτημα ή για περισσότερο του αιτηθέντος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, καθιερώνοντας έτσι στην πολιτική δίκη την αρχή της διαθέσεως και την αρχή της συζητήσεως, ως θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Η αρχή της διαθέσεως δεν αποτελεί παρά το δικονομικό συμπλήρωμα της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως και περιεχόμενό της είναι ότι η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Από τις αιτήσεις των διαδίκων δεσμεύεται το δικαστήριο, ώστε και αν το ίδιο έχει πεισθεί για το αντίθετο, δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διάφορο από αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνον ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου.
Αν δε, παρά ταύτα, προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή (Α.Π. 1174/2020, Α.Π. 1092/2020, Α.Π. 602/2020, Α.Π. 1362/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), ασκήθηκαν 1) η από 28-12-2010 (αρ. κατ. 1/2011) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και 2) η από 27-1-2011 (αρ. κατ. 3/2011) ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Με τις αιτήσεις αυτές, το μεν Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε να καθοριστεί η οριστική τιμή αποζημίωσης σε ποσά μικρότερα από τα ορισθέντα ως προσωρινή τιμή με την υπ' αριθμ. 9/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, οι δε ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι, σε μεγαλύτερα ποσά.
Οι αιτήσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 294/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε ποσά μικρότερα των καθορισθέντων προσωρινώς για τα κτίσματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ακίνητο με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ....
Με την υπ' αριθμ. 2036/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η ως άνω υπ' αριθμ. 294/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου αναιρέθηκε εν μέρει, μεταξύ άλλων, και κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο κτίσμα του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ακινήτου. Η υπόθεση επανεισήχθη με κλήση στο Εφετείο και εκδόθηκε επ' αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω, με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... (ΚΑΕΚ ...) και συγκεκριμένα ως προς το απαλλοτριούμενο κτίσμα αυτού, εμβαδού 104 τ.μ.
και όγκου 345,18 κ.μ., δέχτηκε, επί λέξει (βλ. 7ο φύλλο, τελευταία παράγραφο εμπρόσθιας όψης και αρχή οπίσθιας όψης αυτής), τα εξής: "Το με αριθμό ... ακίνητο [...], επί της οδού …, στο οποίο είναι κτισμένη ισόγεια κατοικία, παλαιότητας άνω των 20 ετών, εμβαδού 104 τ.μ. και όγκου 345,18 κ.μ. Ο φέρων οργανισμός του κτιρίου είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, με επικάλυψη πλάκας οπλισμένου σκυροδέματος.
Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από λιθοδομή, ενώ εσωτερικά και εξωτερικά είναι επιχρισμένοι με ασβεστοτσιμεντοκονιάματα τριπτά σε τρεις στρώσεις. Όλοι οι τοίχοι εσωτερικά είναι χρωματισμένοι, τα δε κουφώματα είναι ξύλινα. Τα δάπεδα είναι με επικάλυψη κεραμικών πλακιδίων. Υπάρχει δε ολοκληρωμένη υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση και επίσης υπάρχουν θερμαντικά σώματα σε κάθε δωμάτιο και όλοι οι χώροι κλιματίζονται...".
Κατόπιν τούτου, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του ως άνω κτίσματος στο ποσό των 700 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, αναφέροντας επί λέξει, στο μεν σκεπτικό της (βλ. 9ο φύλλο της αποφάσεως, υπό στοιχείο στ', "...για την κατοικία στο ακίνητο με ..., παλαιότητας άνω των 20 ετών, σε 700 ε/κ.μ.", στο δε διατακτικό της (βλ.
οπίσθια όψη 10ου φύλλου και εμπρόσθια όψη 11ου φύλλου αυτής), "... προσδιορίζει οριστικά την τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα παρακάτω ακίνητα και συστατικά και τα επικείμενά τους, που κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέα με την υπ' αριθ. 10655687/5997/ΔΟ010/2-8-2004 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 764/24-8- 2004 ΦΕΚ (τεύχος Δ) ...
στα εξής ποσά: Αα) ...Β) για τις κατοικίες στα εξής ποσά: α) ... στ) για την κατοικία στο ακίνητο με αριθμό ... άνω των 20 ετών, εμβαδού 104 τ.μ. και όγκου 345.18 κ.μ., σε 700 ε/κ.μ....". Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερθείσας, από 27-1-2011 και με αρ. κατ. 2/2011, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, αιτήσεως (βλ. 32η σελίδα αυτής), οι αιτούντες δικαιούχοι της αποζημίωσης και ήδη αναιρεσίβλητοι υποστήριξαν ότι η αξία της ανωτέρω κατοικίας τους, εμβαδού 104 τ.μ.
και όγκου 345,18 κ.μ., ανέρχεται σε 312,50 ευρώ το κ.μ., ποσό στο οποίο ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του εν λόγω κτίσματος.
Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης αυτού σε 700 ε/κ.μ., επεδίκασε υπέρ των αιτούντων μείζον του αιτηθέντος και, συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά παραδοχή δε του παραπάνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, που αφορά στο κτίσμα του ως άνω ακινήτου των αναιρεσιβλήτων (την κατοικία στο ακίνητό τους με ...). Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υποθέσεως, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζητήσεως της αναιρέσεως και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υποθέσεως, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ. και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 486/2018, ΑΠ 1670/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, βαρύνουν τους αναιρεσίβλητους, λόγω της ήττας τους, κατά τα άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. [δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναιρέσεως, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001)], μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 6-11-2017 (αρ. κατ. 18/2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου) και τον από 30-8-2022 (αρ. κατ. 93/2022) πρόσθετο λόγο αυτής.
Απορρίπτει τον από 30-8-2022 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.
Δέχεται την από 6-11-2017 αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 32/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Διακρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα ενώπιόν του συζήτηση, σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ