Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for some parties while rejecting substantive claim on damages proportionality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible for three appellants but rejected the appeal against the first appellant on substantive grounds. The appellants argued that the lower court awarded disproportionately low damages for the mental suffering caused by the fatal injury of two close relatives, violating the principle of proportionality. The court held that the appeal was inadmissible for the excluded parties and found the first appellant's claim baseless because the awarded compensation was not unreasonably low compared to similar cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1) and 3, 104, 568(4) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if filed by parties not properly represented or if the substantive claim fails to demonstrate a violation of the principle of proportionality regarding the awarded damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1863 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1863/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Ι. (S. I. P.), κατοίκου ..., 2) Μ. Π. του Ι. (M. I. P.), κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του Π. Π. και Σ. Π., 3) Ρ. συζ. Μ. Π. (R. συζ. M. P.), κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Π. Π. και Σ. Π., 4) Τ. Μ. του Ι. (T. I. M.), κατοίκου ... και 5) Σ. Ζ. του Μ. (S. M. Z.), κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιωσηφέλλη, παριστάμενη δε και για τους 2ο, 4η και 5η δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, διόρισε τον ίδιο δικηγόρο Ιωάννη Ιωσηφέλλη να τους εκπροσωπήσει, ενώ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιωσηφέλλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος και η 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-3-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (ήδη "...").
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3965/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4571/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 11-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 1574/2008, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ.9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1087/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα", ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, ενώ όποιος είναι ανίκανος εκπροσωπείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Εξάλλου και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αριθμ. 5, 259 παρ. 2 και 310 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως πρόσωπα που μετέχουν στη δίκη, κατονομάζουν μόνο τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα, επίτροπο, σύνδικο, διαχειριστή πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.
Μάλιστα, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. ΑΚ για εκούσια αντιπροσώπευση στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου. Η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται ούτε με επίκληση της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο στο όνομα του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, αν παρεμβληθεί, μόνο την αρχή της οικονομίας που διέπει κάθε δίκη πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον.
Με βάση αυτά, δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο για να αναπληρώσει την ικανότητα (που του λείπει) να παρίσταται στο δικαστήριο. Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο, το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 37/2014, ΑΠ 709/2009, ΑΠ 45/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, εμφανίστηκε, από τους αναιρεσείοντες, μόνο η πρώτη από αυτούς Σ.
Π. του Ι. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιωσηφέλλη (σχετ. και το .../18-7-2016 πληρεξούσιό της προς αυτόν της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π. - Π.) και δήλωσε ότι, δυνάμει των από 9-3-2009 και 27-2-2009 πληρεξουσίων - εξουσιοδοτήσεων (με αριθμούς θεώρησης ...2009 και ...2009, αντίστοιχα) των συμβολαιογράφων Βουλγαρίας (των περιοχών Γκράμποβο και Μπουργκάς, αντίστοιχα) Ν.
Μ. και Σ. Σ., αντίστοιχα, διορίζει τον ίδιο δικηγόρο για να εκπροσωπήσει τους δεύτερο Μ. Π. (ατομικά και ως νόμιμο αντιπρόσωπο των ανήλικων τέκνων του Π. Π. και Σ. Π., των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα), τέταρτη Τ. Μ. και πέμπτη Σ. Ζ., ο οποίος και παραστάθηκε για λογαριασμό τους, καθώς και για λογαριασμό της τρίτης αναιρεσείουσας Ρ.ς συζύγου Μ.
Π. (ατομικά και ως νόμιμη αντιπρόσωπο των ανήλικων πιο πάνω τέκνων της Π. Π. και Σ. Π., των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα, από κοινού, με το σύζυγό της - δεύτερο αναιρεσείοντα). Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι αναιρεσείοντες, εκτός από την πρώτη από αυτούς, δεν παραστάθηκαν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, όπως ο νόμος ορίζει, αφού δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου προς διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο για την αναπλήρωση της ικανότητας (που δεν έχει) να παρίσταται στο δικαστήριο, ενώ, περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η τρίτη αναιρεσείουσα Ρ.
σύζυγος Μ. Π., που παραστάθηκε, υπό την προαναφερόμενη διπλή ιδιότητά της, στο ακροατήριο "δια" του εν λόγω δικηγόρου, είχε χορηγήσει σε αυτόν νόμιμη πληρεξουσιότητα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, οι αναιρεσείοντες αυτοί θεωρούνται δικονομικά απόντες. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι τελευταίοι είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιωσηφέλλη πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ (το παραπάνω .../2016 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αφορά μόνο την πρώτη αναιρεσείουσα), τους οποίους δεν πληρούν οι προσκομιζόμενες πιο πάνω δύο (2) συμβολαιογραφικές εξουσιοδοτήσεις των δεύτερου (ατομικά), τέταρτης και πέμπτης από αυτούς, ούτε οι από 20-10-2010 δύο (2) έγγραφες εξουσιοδοτήσεις των δεύτερου και τρίτης.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι, κατά τα προεκτιθέμενα, αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από την παριστάμενη πρώτη των αναιρεσειόντων που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση ή από τους αναιρεσιβλήτους. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β’ ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β’ προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτη (υπό την προαναφερόμενη διπλή ιδιότητά τους), τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4.571/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αφού έκρινε, κατά τις σχετικές παραδοχές του που δεν πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού των πεζών Π.
Μ. Π. και Α. Σ. Π. (γιαγιάς και εγγονής, αντίστοιχα), βουλγαρικής ιθαγένειας, που προκλήθηκε από αυτό, ήταν ο οδηγός του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Π. Ν. Μ. (πρώτος αναιρεσίβλητος), ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης "..."), που ήταν ασφαλισμένο, για τις ζημίες έναντι των τρίτων, στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", ήδη "..." (τρίτη αναιρεσίβλητη), αναφορικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης της πρώτης των αναιρεσειόντων, επίσης βουλγαρικής ιθαγένειας, κατοίκου ..., ως προς την οποία και μόνο ερευνάται πλέον η αίτηση αναίρεσης και η οποία περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που αποτελούν την "οικογένεια" των θυμάτων, ως θυγατέρα και μητέρα της, αντίστοιχα, κατά το ελληνικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται άμεσα στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 του 864/2007 Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-7-2007 που άρχισε να εφαρμόζεται από τις 11-1-2009 (άρθρ. 31 και 32 αυτού), αν ληφθεί υπόψη ότι το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα (στην Αθήνα) στις 23-1-2009 (μετά την ισχύ του εν λόγω Κανονισμού), και 932 ΑΚ, δέχθηκε τα εξής που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "...Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα, στις 23-1-2009, Α.
Σ. Π. ήταν, κατά το χρόνο θανάτου της, έξι (6) ετών (είχε γεννηθεί, όπως προαναφέρθηκε, στις 31.7.2003...), κατέλιπε δε ως πλησιέστερο συγγενή τη μητέρα της και πρώτη των εναγόντων... Η δε Π. Μ. Π., η οποία απεβίωσε στις 23.1.2009, ήταν, κατά το χρόνο θανάτου της, πενήντα έξι (56) ετών (είχε γεννηθεί το έτος 1953), κατέλιπε δε ως πλησιέστερους συγγενείς της την κόρη της - πρώτη ενάγουσα, τον υιό της - δεύτερο ενάγοντα, την νύφη της και τρίτη των εναγόντων, οι οποίοι ασκούν από κοινού την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους Π.
Π. και Σ. Π., την μητέρα της και τέταρτη ενάγουσα και την αδελφή της και πέμπτη ενάγουσα... Συνεπεία του θανάτου τόσο της Α. Σ. Π. όσο και της Π. Μ. Π. οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη. Για τον καθορισμό του επιδικαστέου ποσού πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σχέσεις της πρώτης ενάγουσας με την... Α. Σ. Π., καθόσον επρόκειτο για το μοναδικό τέκνο της ενάγουσας, η ηλικία της (μόλις έξι -6- ετών κατά το χρόνο του θανάτου της), οι εν γένει συνθήκες του βίου της, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η μη ύπαρξη υπαιτιότητας της ίδιας της θανούσας, λόγω ελλείψεως καταλογισμού στο πρόσωπό της, τέλος δε η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.
Λαμβανομένων υπόψη του στενού συγγενικού και ψυχικού δεσμού που υπήρχε ανάμεσα στην ενάγουσα και τη θανούσα, του βαθμού της βαρύνουσας τον υπαίτιο οδηγό υπαιτιότητας, των εν γένει συνθηκών του ατυχήματος και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών, μη λαμβανομένης υπόψη της τοιαύτης της τρίτης και πέμπτης (συν)εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική..., η πρώτη ενάγουσα δικαιούται για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των πενήντα χιλιάδων πενήντα τεσσάρων (50.044) ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά το νόμο στοιχείων (άρθρο 932 A.K...).
Από το ποσό όμως αυτό θα επιδικασθούν στην πρώτη ενάγουσα πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, καθόσον, κατά το υπόλοιπο ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, επιφυλάχθηκε, προκειμένου να νομιμοποιηθεί για την παράστασή της ως πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η Π. Μ.
Π., ηλικίας 56 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου της, που έλαβε χώρα στις 23.1.2009, κατέλιπε ως πλησιέστερους συγγενείς της την κόρη της πρώτη ενάγουσα, τον υιό της δεύτερο ενάγοντα, τη νύφη της και τρίτη των εναγόντων οι οποίοι ασκούν από κοινού την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους Π. Π. και Σ. Π., τη μητέρα της και τέταρτη ενάγουσα και την αδελφή της και πέμπτη ενάγουσα.
Εξάλλου, η αποβιώσασα διατηρούσε εν ζωή άριστες σχέσεις με τους ενάγοντες και ο κατά τα άνω αιφνίδιος θάνατός της προκάλεσε σε αυτούς βαθύ πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα απογοητεύσεως και απαισιοδοξίας, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον στους ενάγοντες, οι οποίοι συνδέονταν μαζί της με άρρηκτους δεσμούς στενής συγγένειας, θέρμη και μεγάλη αγάπη, αλληλοσεβασμό και στενό ψυχικό δεσμό και στερήθηκαν την ευαισθησία, την αφοσίωση, την τρυφερότητα και την αγάπη που τους χάριζε.
Για να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στη δυσμενή κατάσταση που δημιουργήθηκε από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου και να δοθεί στους ως άνω ενάγοντες η ευχέρεια να την ξεπεράσουν πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα εξής επιμέρους προσδιοριστικά στοιχεία:
α) τον βαθμό του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος οδηγού πρώτου εναγόμενου, που συνιστά και ποινικό αδίκημα (παράβαση του άρθρου 302 παρ. 1 Π.Κ.), β) την κατά το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού της συγγενούς των εναγόντων ηλικία της (56 ετών...), γ) το βαθμό της συγγένειας εκάστου των ως άνω με την εκλιπούσα (εξ αίματος ή εξ αγχιστείας), δ) το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψεως και του πόνου που δοκίμασε έκαστος των ως άνω δικαιούχων, καθώς και τις λοιπές προσωπικές σχέσεις (ηλικία, ευαισθησία κ.λπ.), ε) την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, δεδομένου ότι η οικονομική κατάσταση της τρίτης εναγόμενης ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας δεν λαμβάνεται υπόψη, λόγω της φύσεως της ευθύνης της ως εγγυητικής και στ) του ότι ο σκοπός της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι η ηθική παρηγοριά και ανακούφιση των στενών συγγενών.
Βάσει αυτών κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματική ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης είναι α) το ποσό των 30.044,00 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα - θυγατέρα της θανούσης... Από τα ποσά όμως αυτά θα επιδικασθούν στην πρώτη ενάγουσα - θυγατέρα της θανούσης..., το ποσό των 30.000 ευρώ..., καθόσον, κατά το υπόλοιπο ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, επιφυλάχθηκαν, προκειμένου να νομιμοποιηθούν για την παράστασή τους ως πολιτικώς εναγόντων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που αφορά στους διαδίκους της προκείμενης δίκης (πρώτη αναιρεσείουσα και αναιρεσιβλήτους), το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, 1) δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις εφέσεις των διαδίκων αυτών, ήτοι α) την από 20-12-2011 έφεση (και) της πρώτης των αναιρεσειόντων, β) την από 24-1-2012 έφεση των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και γ) την από 21-11-2011 έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης 3.965/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει, κατά ένα μέρος, διαφορετικά, αφού, μεταξύ των άλλων, α) είχε δεχθεί ότι και η πεζή Π.
Μ. Π. ήταν συνυπαίτια, κατά ποσοστό 20%, στην πρόκληση των θανάσιμων τραυματισμών της ίδιας και της εγγονής της και β) είχε επιδικάσει στην πρώτη αναιρεσείουσα, ως χρηματική της ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, μεγαλύτερα ποσά, ήτοι 80.000 ευρώ και 45.000 ευρώ, αντίστοιχα και 2) αφού την εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε, κατ’ ουσίαν, την υπόθεση και, τελικά, δέχθηκε, εν μέρει, την ένδικη, από 23-10-2009, αγωγή (και) της πρώτης των αναιρεσειόντων, στην οποία και επιδίκασε τα προαναφερόμενα ποσά.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της πρώτης των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, δεν παραβίασε, κατά την άποψη που επικράτησε, την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 2, 20, 25 παρ.1 (εδάφ.
δ’ ) του Συντάγματος, 3, 6, 8, 14 της ΕΣΔΑ, 4 και 932 του ΑΚ, επιδίκασε σε αυτήν, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό των δύο στενών συγγενών της, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Κατά την άποψη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου, του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπονται, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής που παρατίθενται στην απόφαση.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά πλειοψηφία, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί αυτή, που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, με την επισήμανση ότι, λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, δεν παρίστατο ανάγκη εκπροσώπησης των αναιρεσιβλήτων με διαφορετικούς δικηγόρους. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3 Δεκεμβρίου 2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-12-2013 αίτησης για αναίρεση της 4.571/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο και τρίτη (ατομικά και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους Π. Π. και Σ. Π., των οποίων ασκούν τη γονική μέριμνα), τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων.
Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, κατά πλειοψηφία, την ως άνω αίτηση, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, για αναίρεση της πιο πάνω 4.571/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ