Legislator Case Law & Legislation
1863/2013 AI generated

Supreme Court annuls bank judgment and orders repayment of interest and costs to client.

Case Number 1863/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Poly-member District Court of Athens judgment of 2577/2009 and remitted the case for retrial. The appellant, Hellenic Bank, sought annulment while the appellee, A.L. of K., requested dismissal. The Court accepted the bank's request for restitution of funds executed prior to the judgment's enforcement. Consequently, the Court ordered the appellee to repay the appellant €14,266.16 plus interest and legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code: When a party executes a judgment before an annulment decision is served, the Court of Cassation may order restitution of the executed amount to the party who executed the judgment, including interest and costs.

Keywords

AI generated
annulment of judgment restitution of funds pre-enforcement execution interest on capital legal costs award remittal for retrial Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1863 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1863/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Βασιλική Κουτσούκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2577/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2011 αίτησή της και τους από 11/1/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 30/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (όπως και του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία " όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο (έννομο) συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, γ) επέλευση ζημίας και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Η παράλειψη συνιστά παράνομη συμπεριφορά ως όρο αδικοπραξίας κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, μεταξύ άλλων, και όταν αυτός που υπέπεσε στην παράλειψη είχε από ειδική διάταξη νόμου (τυπικού ή ουσιαστικού) υποχρέωση να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια που παρέλειψε. Έτσι, η παράλειψη του νομίμου εκπροσώπου (φυσικού προσώπου ή συλλογικού οργάνου) νομικού προσώπου να προβεί στον καθορισμό αποζημίωσης μισθωτού με συγκεκριμένη ενέργεια αρμοδίου οργάνου, που προβλέπεται από διάταξη κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου, η οποία - αφού περιέχει γενική και αφηρημένη ρύθμιση - συνιστά κανόνα εξ αντικειμένου δικαίου, θεμελιώνει ευθύνη του νομικού προσώπου για αποζημίωση του θιγόμενου μισθωτού ισόποση με το ύψος εκείνης που αυτός θα ελάμβανε, αν δεν παραλειπόταν ο καθορισμός της αποζημίωσης του για την περίπτωση της πρόωρης αποχωρήσεώς του.

Τέλος, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλον υπαίτια (Ολ.

ΑΠ 967/1973). Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το Β.Δ.

της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του αρθρ. 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την γραμματική ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 8 του ίδιου ως άνω νόμου 3198/1955 προκύπτει, ότι το πρώτο εδάφιο προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημιώσεως στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με την συναίνεση του εργοδότη, με την συνδρομή των οριζομένων σ' αυτό προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδοτήσεως.

Με το δεύτερο εδάφιο προβλέπεται και η με ελεύθερη επιλογή μονομερής λύση της εργασιακής σχέσεως, είτε από τον μισθωτό, είτε από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος. Μεταξύ της κατά το πρώτο εδάφιο συναινετικής λύσης της εργασιακής σχέσεως και της μονομερούς λύσης αυτής κατά το δεύτερο εδάφιο δεν υπάρχει ουσιώδης εννοιολογική διαφορά, ούτε ανακύπτει σπουδαίος κοινωνικός λόγος, που να επιβάλλει τον περιορισμό της ασκήσεως της αγωγής καταβολής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές αποζημιώσεως εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας μόνο στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου.

Δεν είναι δε ουσιώδες διαφοροποιό στοιχείο μόνο το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση η λύση της εργασιακής σχέσεως επέρχεται συναινετικώς και στην δεύτερη με την μονομερή ενάσκηση νομίμου δικαιώματος ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 435/1976), με την προσθήκη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη από το τελευταίο αυτό άρθρο εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής και στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με την συγκατάθεση του εργοδότη.

Εξάλλου τα δύο αυτά εδάφια του άρθρου 8 αποτελούν ενιαίο κείμενο και όχι δύο διαφορετικές διατάξεις για κάθε εδάφιο, η ρύθμιση δε του άρθρου 5 του Ν. 435/1976 δεν έγινε αυτοτελώς, αλλά με την προσθήκη κειμένου στο ήδη υπάρχον κείμενο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, ως εάν τα κείμενα των δύο αυτών εδαφίων νομοθετήθηκαν συγχρόνως.

Εφόσον δε η περιλαμβανόμενη στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 φράση "διά την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν" καλύπτει εννοιολογικά και την αρχικά προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955 περίπτωση αποχωρήσεως με την συγκατάθεση του εργοδότη (Ολ.

ΑΠ 118/1972), η προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστεθέντος κειμένου σε μόνη την γενόμενη νέα ρύθμιση (Ολ. ΑΠ 31/2003).Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το άρθρο 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με το Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της).

Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρα 2 παρ. 1 εδ. α' έως ζ' και 4 παρ. 1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.

Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ( Ολ ΑΠ 1/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγόµενη ανώνυµη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) στις 25-7-1977, δυνάµει σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, ενόψει του ότι οι όροι της εν λόγω σύµβασης διέπονταν και ρυθµίζονταν από τον έχοντα συµβατική ισχύ Γενικό Κανονισµό Καταστάσεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της εναγοµένης, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 19 περ.

α' του οποίου η λήξη της σύµβασης εργασίας επέρχεται µε τη συµπλήρωση του προβλεπόµενου ορίου ηλικίας που θεωρείται η 31η Δεκεµβρίου του αντίστοιχου έτους κατά το οποίο συµπληρώνεται το 60ο έτος της ηλικίας για τους εντεταλµένους Τµηµατάρχες-Προϊσταµένους και όσους εξοµοιώνονται µε αυτούς. Η προαναφερόµενη, στις 9-3-2004, έχουσα ήδη εξελιχθεί βαθµολογικώς στο βαθµό του Τµηµατάρχη, ενώ ακόµη δεν είχε συµπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας της, κατ' ενάσκηση του δικαιώµατος που της παρείχε η διάταξη του άρθρου 18 του ως άνω Κανονισµού, στο οποίο προβλέπεται περίπτωση πρόωρης λύσης της σύµβασης εργασίας µε µονοµερή δήλωση παραίτησης του µισθωτού, ρύθµιση στην οποία ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, κατά τη έννοια των άρθρων 669 και 202ΑΚ, η οποία εάν πληρωθεί συνεπάγεται την εξ υπαρχής µετατροπή της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου σε αορίστου , υπέβαλε στην εναγοµένη εγγράφως δήλωση παραίτησής της από την υπηρεσία της, αιτούµενη να γίνει αυτή δεκτή.

Με την κατά τα προαναφερόµενα ως άνω µονοµερή δήλωση παραίτησης της ενάγουσας, η οποία έγινε δεκτή από τη Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, δυνάµει της υπ' αριθµ. 242/11 -3-2004 Πράξης του Διοικητή της η επίδικη σύµβαση εργασίας ορισµένου χρόνου µετατράπηκε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου, πληρωθείσης εν προκειµένω της ενυπάρχουσας στο άρθρο 18 του εφαρµοστέου Κανονισµού διαλυτικής αίρεσης, και επήλθε η λύση της µε τη συγκατάθεση της εργοδότριας εναγοµένης, η οποία διέγραψε την ενάγουσα από τη δύναµη του προσωπικού της στις 22-3-2004, ενώ συγχρόνωςγεννήθηκε και η αξίωση της τελευταίας έναντι της ως άνω αντισυµβαλλοµένης της περί λήψης της από το άρθρο 8 του ν.319811955 αποζηµίωσης (....).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι τακτικές αποδοχές της ενάγουσας, που κατά την οικειοθελή αποχώρηση της είχε συµπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 26 ετών και 8 µηνών, κατά τον τελευταίο µήνα πριν την παραίτησή της ανέρχονταν στο ποσό των 2.270,10€ (....), ενώ, όπως η ίδια επικαλείται και δεν αµφισβητείται από την εναγόµενη, τυγχάνει µερισµατούχος του Μετοχικού Ταµείου των Υπαλλήλων της εναγοµένης.

Εποµένως, αυτή δικαιούνταν, σύµφωνα µε το άρθρο 8 εδ.β' του ν. 319811955, το 40% της αποζηµίωσης την οποία θα ελάµβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύµβασης από την εναγοµένη. Λαµβάνοντας δε υπόψη το χρόνο συνολικής υπηρεσίας που είχε συµπληρώσει στην εναγοµένη, η αποζηµίωση που δικαιούνταν να λάβει κατά την αποχώρησή της από αυτή ανερχόταν στους 22 µηνιαίους µισθούς, συµπεριλαµβανοµένου του επιδόµατος ισολογισµού το οποίο λάµβανε σε τακτική βάση ετησίως, ανερχόµενου σε µισό µηνιαίο µισθό ετησίως, πλέον της προσαύξησης λόγω της αναλογίας των επιδοµάτων εορτών και αδείας, δηλαδή στα 24.138, 73 € (60.346, 82 € [2.270,10 Χ 14,5 µισθοί (επιδόµατα εορτών και αδείας, επίδοµα ισολογισµού) /12 Χ 22 µισθούς] Χ 40% λόγω του ότι ήταν επικουρικά ασφαλισµένη), χωρίς τους περιορισµούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 & 3 του α.ν.173/1967 και 1 παρ.1 & 2 του ν.δ.618/1970, ως αυτές ισχύουν, δεδοµένου ότι η εναγόµενη δεν υπάγεται στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα.

Η τελευταία, ωστόσο, αν και γνώριζε, ήδη από την έναρξη ισχύος του ν. 1892/1990, κατόπιν και της τροποποίησης του καταστατικού της µε το ν.2609/11-5-1998, όπως µάλιστα προκύπτει και από το υπ' αριθµ. 5533/5-10-1990 έγγραφο των αρµοδίων οργάνων της, απευθυνόµενο προς το Ίδρυµα Εκτύπωσης Τραπεζογραµµατίων, ότι όσον αφορά τα θέµατα που αφορούν στο προσωπικό της διέπεται από τις διατάξεις του ιδιωτικού τοµέα, δρώντας κατά προφανή παράβαση της καλής πίστης και ούσα σε υπέρτερη οικονοµική θέση σε σχέση µε την ενάγουσα, για την οποία οΙ αποδοχές από την εργασία της αποτελούν µέσο διαβίωσης της, αθετώντας την αρχή της συνεπούς συµπεριφοράς και τους επιβαλλόµενους από τις σύγχρονες συναλλαγές κανόνες επιµέλειας κατ' επιταγή των οποίων θα έπρεπε να παράσχει τα νόµιµα στους παρέχοντας επί πολλά έτη υπηρεσίες σε αυτή εργαζοµένους, επικαλούµενη τη διάταξη του ΑΝ173/1967 ως αυτός ισχύει, µε την πρόφαση ότι ανήκει στο δηµόσιο τοµέα, κατέβαλε στην ενάγουσα τη µειωµένη αποζηµίωση των 15.000 €, ζηµιώνοντας έτσι αυτήν κατά το ελλείπον ποσό της αποζηµίωσης που δικαιούνταν κατά τα ανωτέρω, πληρουµένων συνεπώς εν προκειµένω των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, δια παραλείψεως, και της γένεσης της αντίστοιχης αξίωσης της ενάγουσας προς καταβολή σε αυτή αποζηµίωσης, στις 25-4-2004, χρόνος κατά τον οποίο η εναγόµενη της κατέβαλε τη µειωµένη αποζηµίωση λόγω της οικειοθελούς αποχώρησης της των 15.000 €.

Συνεπώς, ενόψει των προαναφεροµένων, η ενάγουσα δικαιούται ως αποζηµίωση το ποσό που προκύπτει µεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσης σε αυτή ως άνω αποζηµίωσης ανερχόµενο στα 9.138,736, κατά το οποίο ζηµιώθηκε από την ως άνω παράνοµη και υπαίτια συµπεριφορά της εναγοµένης, την οποία υποχρεούται να αποκαταστήσει η τελευταία µε την καταβολή σε αυτή του αντίστοιχου χρηµατικού ποσού".

Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και αφού εξαφάνισε την απόφαση απόφαση αυτή δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, και τούτο γιατί, ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 8 εδάφ.

α' και 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 (ενόψει και του ότι η ενάγουσα αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης Τράπεζας στις 22-3-2004 και η ένδικη από 30-4-2006 αγωγή όπως προκύπτει από την επισημείωση στο υπάρχον στη δικογραφία κεκυρωμένο αντίγραφο αυτής της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …επιδόθηκε στην εναγομένη στις 11-5-2006), εντούτοις δεν τις εφάρμοσε, αλλά αρκούμενη σε γενικές εκφράσεις των περί αδικοπραξιών διατάξεων (άρθρ. 914 επ.

ΑΚ) χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θα συνιστούσαν καθ' εαυτά αδικοπραξία χωρίς την ύπαρξη της σύμβασης εργασίας, εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές (άρθρ. 914 επ. ΑΚ), παρόλο που δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεδομένου ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας προέρχεται από παράβαση συμβατικής υποχρέωσης, που απορρέει από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως (κύριοι και πρόσθετοι) με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (ΑΠ8/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου που κατέθεσε στις 20-5-2013, δηλ. πριν από την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 9.138,73 για κεφάλαιο, το ποσό των 4.627,43 € για τόκους του κεφαλαίου (σύνολο 13.766,16 €), καθώς και το ποσό των 500 € για δικαστική δαπάνη, που έχει ήδη καταβάλει σ' αυτήν σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι νόμιμη και αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι τις από 4-4-2011 και από 21-3-2011 αποδείξεις εισπράξεως ποσού 13.766,16 € η πρώτη και 500 € η δεύτερη, τις οποίες υπογράφουν η αναιρεσίβλητη (την πρώτη) και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της (τη δεύτερη).

Επομένως, η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό πόσό των 14.266, 16 € (13.766,16 + 500), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2577/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι ευρώ και δεκαέξι λεπτών (14.266,16 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ