1860/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1860/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1860 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1860/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ζ. του Β. και 2) Β. Ζ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Ροζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2012 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-12-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1977/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2299/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ... /10-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιώς Δ. Μ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε, κατόπιν έγγραφης εντολής του δικηγόρου των αναιρεσειόντων Κ. Ρ., προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Α. Π.. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "ως πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση, από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 481/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 2299/2015 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 04.07.2009 και περί ώρα 05:20 πρωινή η εκ των διαδίκων Ε. Π. (κυρίως ενάγουσα) οδηγώντας την υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα της εκινείτο με κανονική κατά τις περιστάσεις πορεία και ταχύτητα, περί τα 40 χιλιόμετρα την ώρα, στην περιοχή Παγκρατίου Αττικής και συγκεκριμένα επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, κατέχοντας την αριστερή κατά την πορεία της λωρίδα κυκλοφορίας, προσέγγιζε δε στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την οδό ....
Η οδός ... στο σημείο εκείνο είναι μονόδρομος με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ευθείας κατευθύνσεως, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, έχει πλάτος οδοστρώματος δώδεκα (12) μέτρα, είναι ευθεία-οριζόντια και συμβάλλεται καθέτως με την οδό ..., η οποία είναι επίσης μονόδρομος άνευ λωρίδων κυκλοφορίας και έχει πλάτος οδοστρώματος επτά (7) μέτρα, ενώ το όριο της μεγίστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των κινουμένων οχημάτων σε αμφότερες τις οδούς καθορίζεται ελλείψει σχετικής σημάνσεως, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Περί Κυρώσεως του ΚΟΚ", σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής.
Η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων ήταν καλή, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά (αίθριες καιρικές συνθήκες) και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ενώ στο ύψος της διασταυρώσεως των πιο πάνω οδών η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες που κατ’ εκείνη τη στιγμή λειτουργούσαν κανονικά.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο εκ των διαδίκων Ε. Ζ. (πρώτος εναγόμενος και των δύο αγωγών) οδηγώντας το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου Β. Ζ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά τη λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στη δεύτερη εναγομένη της κυρίας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο με ανεπτυγμένη ταχύτητα, περί τα 60 χιλιόμετρα την ώρα, επί της οδού ...
στην ίδια περιοχή με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό .... Όταν τα παραπάνω οχήματα έτσι κινούμενα έφθασαν στο ύψος της διασταυρώσεως των πιο πάνω οδών (... και ...) και ενώ η οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε περάσει το φωτεινό σηματοδότη της οδού ... που έδειχνε πράσινο φως στην πορεία της και διέσχιζε καθέτως τη διασταύρωση είχε δε φθάσει περί το μέσον αυτής, τότε, ο οδηγός του αυτοκινήτου έχοντας την πρόθεση να διέλθει και αυτός καθέτως τη διασταύρωση, δεν διέκοψε την πορεία του προ του φωτεινού σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως επί της οδού ..., αλλά συνέχισε την ευθεία πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση κινούμενος με συνεχώς επιταχυνόμενο ρυθμό και εκεί, περί το μέσον της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ..., επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε στην δεξιά πλευρά της μοτοσυκλέτας, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί η οδηγός της τελευταίας και να υποστούν εκτεταμένες υλικές ζημίες αμφότερα τα οχήματα.
Εξ αιτίας της συγκρούσεως η μοτοσυκλέτα, λόγω της ορμής που δέχθηκε, εκτράπηκε διαγωνίως και προς τα αριστερά κατά την πορεία της, στην οδό ..., όπου εκεί προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος της στην οπίσθια δεξιά πλευρά του υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου που ήταν σταθμευμένο στο αριστερό μέρος του οδοστρώματος της οδού ..., ενώ το αυτοκίνητο εκτράπηκε διαγωνίως και προς τα δεξιά κατά την πορεία του και προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του επί του υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ...
ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου που ήταν και αυτό σταθμευμένο στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος της ίδιας οδού (...). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, προκύπτουν από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού και κυρίως από τη συνταχθείσα, στα πλαίσια της διεξαχθείσας για το ατύχημα προανακρίσεως, από 04.07.2009, έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής, στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς οι οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες στον τόπο του ατυχήματος και οι υλικές ζημίες των δύο οχημάτων, αλλά και το συνοδεύοντα αυτήν, με την ίδια χρονολογία, πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται ο τόπος όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, η πιθανή πορεία των δύο οχημάτων και η τελική τους θέση στο οδόστρωμα, σε συνδυασμό:
α) με την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Κ. και την κατάθεση του ίδιου σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος, κινούμενος στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος της οδού ... με 30 χιλιόμετρα την ώρα και λίγο πιο πίσω από τη μοτοσυκλέτα, καταθέτει ότι ο σηματοδότης της πορείας τους είχε πράσινο φως, β) με την προανακριτική κατάθεση του οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος αναφέρει ο ίδιος ότι κινούνταν επί της οδού ...
με ταχύτητα περί τα 60 χιλιόμετρα την ώρα και φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό ... ενώ είχε πορτοκαλί στην πορεία του προσπάθησε να περάσει τη διασταύρωση καθώς και μία προπορευόμενη από αυτόν δίκυκλη μοτοσυκλέτα έπραξε το ίδιο και γ) την προανακριτική κατάθεση της οδηγού της μοτοσυκλέτας, η οποία εξ αρχής σθεναρά ισχυρίζεται ότι εισήλθε στη διασταύρωση με χαμηλή ταχύτητα, περί τα 20 χιλιόμετρα, και το πράσινο φως του σηματοδότη στην πορεία της και ότι όταν έφθασε περί το μέσον της διασταυρώσεως ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από την οδό ...
την χτύπησε από τα δεξιά και την εκσφενδόνισε διαγωνίως και προς τα αριστερά και ότι μετά από αυτό δεν θυμάται τίποτε διότι έχασε τις αισθήσεις της και ξύπνησε στο νοσοκομείο. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, και την προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων, αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος και των δύο αγωγών -οδηγός του αυτοκινήτου-, ο οποίος δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε την επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος υπό τις ίδιες με αυτόν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β’ του ΑΚ). Συγκεκριμένα διότι, αν και εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και πλησίαζε στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών, επί της οποίας η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατ’ εκείνη τη στιγμή λειτουργούσαν κανονικά, δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε προ της διασταυρώσεως και του φωτεινού σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως στην πορεία του, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα διελεύσεως στην κυρίως ενάγουσα -οδηγό της μοτοσυκλέτας-, η οποία είχε εισέλθει και εκινείτο ήδη εντός της διασταυρώσεως με το πράσινο φως του σηματοδότη στην πορεία της, αλλά, εντελώς αμελώς, ανέλεγκτα και απερίσκεπτα, συνέχισε την ευθεία πορεία του και παραβιάζοντας τον υφιστάμενο στην πορεία του ερυθρό φωτεινό σηματοδότη εισήλθε στη διασταύρωση των παραπάνω οδών επιταχύνοντας την ανεπτυγμένη ήδη ταχύτητά του, η οποία υπερέβαινε όχι μόνο το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα αλλά και το επιβαλλόμενο από τις πιο πάνω περιστάσεις, την οποία όχι μόνο δεν ρύθμισε εγκαίρως ενόψει της διασταυρώσεως και του ερυθρού σηματοδότη της πορείας του, αλλά ούτε μείωσε αυτήν κατά τρόπο ώστε να ασκεί επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο, επιδεικνύοντας δηλαδή συμπεριφορά, η οποία όντας ικανή να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι συνδέεται αιτιωδώς με την αμέλεια αυτή του εναγομένου οδηγού (άρθρα 6 παρ. 1 περ. (β), 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999 "Περί Κυρώσεως του ΚΟΚ").
Στοιχεία, τα οποία να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα της οδηγού της μοτοσυκλέτας στην επέλευση της συγκρούσεως δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, εκ των οποίων, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η επέλευσή της δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή της, αφού αυτή εξ όσων αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση φορώντας προστατευτικό κράνος, κινήθηκε και εισήλθε στη διασταύρωση των παραπάνω οδών με την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 40 χιλιομέτρων την ώρα και το πράσινο φως του σηματοδότη στην πορεία της και δεν ήταν δυνατόν, ενόψει του πράσινου σηματοδότη που είχε στην πορεία της και του αντίθετου ερυθρού σηματοδότη επί της οδού ..., να αναμένει και να προβλέψει την εντελώς αιφνίδια, ανέλεγκτη και παράνομη, κατά τα προεκτεθέντα, είσοδο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στη διασταύρωση με την πιο πάνω ανεπτυγμένη ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων την ώρα και το ερυθρό φως του σηματοδότη στην πορεία του και μάλιστα σε χρόνο, που λόγω της ελάχιστης αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, λιγότερη από τα πέντε μέτρα, δεν είχε την τοπική και χρονική ευχέρεια αποτελεσματικής αντιδράσεως προς ασφαλή ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας της και αποφυγή της συγκρούσεως.
Το μόνο δε γεγονός, το οποίο συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας (ήτοι, τις υλικές ζημίες των δύο οχημάτων και τον τραυματισμό της ενάγουσας) ήταν, κατά τα άνω αποδειχθέντα, η αιφνίδια, ανέλεγκτη και παράνομη είσοδος και μάλιστα με την πιο πάνω ανεπτυγμένη ταχύτητα στη διασταύρωση των παραπάνω οδών του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Επομένως, η σχετική, εκ του άρθρου 300 του ΑΚ, ένσταση του πρώτου εναγομένου της κυρίας αγωγής περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας -οδηγού της μότοσυκλέτας- και δη κατά ποσοστό 95% στην επέλευση της συγκρούσεως για το λόγο ότι η τελευταία εισήλθε στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών με μεγάλη ταχύτητα και ερυθρό το φως του σηματοδότη στην πορεία της, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε επικουρικά από αυτόν με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχώρησή της στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου και επαναφέρεται νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την ήδη εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε με την ίδια -έστω και συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την προαναφερθείσα-, ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως είναι ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου Ε. Ζ., απορρίπτοντας στη συνέχεια σιωπηρά την ένσταση του τελευταίου περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας -οδηγού της μοτοσυκλέτας- και δη κατά ποσοστό 95% στην επέλευση της συγκρούσεως, όπως και τον ισχυρισμό του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτής, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων, σχετικός με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην επέλευση της συγκρούσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, αφού συμπληρωθεί ως προς την ένσταση συνυπαιτιότητας η αιτιολογία της εκκαλουμένης με την προαναφερθείσα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος...
Επί της από 05.12.2012 (με αύξοντα αριθμό καταθέσεως .../2012) παρεμπίπτουσας αγωγής. Ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά στην παρεμπίπτουσα πιο πάνω (αν)αγωγή της δεύτερης εναγόμενης της κυρίας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας κατά του συνεναγομένου της στην αγωγή αυτή Ε. Ζ., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και του Β.
Ζ., κυρίου του αυτοκινήτου αυτού, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμόν ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξάμηνης διάρκειας, ισχύοντος από τις 20.05.2009 έως τις 20.11.2009 και επομένως και κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (04.07.2009), η παρεμπιπτόντως ενάγουσα είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου, οδηγού και κατόχου του πιο πάνω ζημιογόνου αυτοκινήτου για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους μέχρι των ποσών των 100.000 ευρώ και των 500.000 ευρώ αντίστοιχα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 489/1976, όπως ισχύει.
Η σύμβαση ασφαλίσεως, όπως δεν αμφισβητείται, διέπεται υποχρεωτικώς από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και δη των νόμων 489/1976, 2496/1997 και 3557/2007, τους όρους του εγκεκριμένου με τη διαδικασία του άρθρου 30 του ν.δ/τος 400/1970 υποχρεωτικού τιμολογίου ασφαλίστρων, όπως ισχύουν, τους ενιαίους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστηρίων αστικής ευθύνης αυτοκινήτων στους οποίους παραπέμπει και επισυνάπτονται σε αυτό και από την εν γένει ασφαλιστική νομοθεσία.
Άρα και από τις διατάξεις του άρθρου 6β του πδ/τος 237/1986, το οποίο προστέθηκε σε αυτό με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 και άρχισε να ισχύει από τις 14.05.2007, κατά το οποίο: "1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α’ ), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Η προστιθέμενη κατά τα άνω διάταξη, πλην της τελευταίας περικοπής της που αφορά στη συνδρομή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ οινοπνεύματος/ή τοξικών ουσιών και προκλήσεως του ατυχήματος, αποτελούσε προηγουμένως, κατ’ ουσίαν, περιεχόμενο της καταργηθείσας διατάξεως του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, η οποία, σύμφωνα με την κρατούσα συμβατική θεωρία (άρθρο 361 του Α.Κ.), ίσχυε μεταξύ των μερών, εφόσον κατά νόμιμο τρόπο είχε καταστεί περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως, όριζε δε στην περ. 8 ότι: "Αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι καθ’ ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τας προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.".
Εφεξής, με το ν. 3557/2007 η παραπάνω ρύθμιση μεταφέρεται και καθίσταται πλέον περιεχόμενο του νόμου, ενώ κριτήριο για την εφαρμογή του προηγούμενου (καταργηθέντος) ή του νεότερου Δικαίου αποτελεί ο χρόνος επελεύσεως της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή ο χρόνος επελεύσεως του τροχαίου ατυχήματος. Ακολούθως, μετά τις 14.05.2007, οπότε άρχισε η ισχύς του νόμου αυτού (3557/2007), η υφιστάμενη στο ασφαλιστήριο ρήτρα καταλαμβάνεται από τη νέα ρύθμιση, η οποία έχει αναγκαστικό χαρακτήρα και καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες εν εξελίξει ασφαλιστικές συμβάσεις αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων και έτσι είναι αναγκαίος όρος για την εξαίρεση ή απαλλαγή του ασφαλιστή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 42 του ΚΟΚ και του ατυχήματος (Αθ.
Κρητικός: Οινόπνευμα, Ναρκωτικά και Φάρμακα ως αιτίες αυτοκινητικών ατυχημάτων, 2007, σελ. 150 και επ.). Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθώς κατά το γενόμενο έλεγχο διαπιστώσεως υπάρξεως αιθυλικής αλκοόλης με τη χρήση επιτρεπτώς ηλεκτρονικής συσκευής εκπνεόμενου αέρα (αλκοολομέτρου) ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως "τεστ εκπνοής οδηγού", τα οποία συντάχθηκαν για το αποτέλεσμα των εξετάσεων αυτών και λαμβάνονται υπόψη κατά την προκειμένη πολιτική δίκη και εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο για την συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, ποσοστό αλκοόλης σε συγκέντρωση:
α) 0,26 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα (ή 0,26%ο) κατά την πρώτη εξέταση περί ώρα 06:16 της 04ης.07.2009 και β) 0,28 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα (ή 0,28%ο) κατά τη δεύτερη εξέταση περί ώρα 06:33 της ίδιας ημέρας (η οποία λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων στον ελεγχόμενο κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 3 της πιο κάτω υπουργικής αποφάσεως), παράβαση η οποία βεβαιώθηκε με την από 15.09.2009 βεβαίωση παραβάσεως και επιβολής προστίμου του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής.
Ήτοι, ποσοστά, τα οποία αμφότερα, είναι ανώτερα του επιτρεπόμενου ορίου των 0,25%ο mg/I, που θέτει η διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 "Περί Κυρώσεως του ΚΟΚ" και η υπ’ αριθμόν 43500/5691/12.08.2002 Κοινή Υπουργική Απόφαση, πέραν του οποίου, μετρούμενο στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου, το άτομο θεωρείται αντικειμενικά ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, χωρίς τότε ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ο οποίος υπέγραψε και τις δύο εκτυπώσεις αλκοολομέτρησης-"τεστ εκπνοής", όπως και την παραπάνω πράξη βεβαιώσεως παράβασης-επιβολής προστίμου, να αμφισβητήσει την ακρίβεια των διαπιστώσεων των δύο μετρήσεων από τον έλεγχο που έγινε στον εκπνεόμενο αέρα με την ηλεκτρονική αλκοολομετρική συσκευή ..., τις οποίες αποδέχθηκε, όπως καί τη σχετική παράβαση του ΚΟΚ, αλλά και την αξιοπιστία, ή την καλή λειτουργία και την βαθμονόμηση της πιο πάνω αλκοολομετρικής συσκευής, για την οποία ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι "δεν λειτουργούσε σωστά", όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, αφού και ο τελευταίος έλεγχος βαθμονόμησης της συσκευής αυτής, όπως αναγράφεται στις χαρτοταινίες της (ήτοι στα "τεστ εκπνοής οδηγού") είχε γίνει στις 07.05.2009, κατά το άρθρο 3 παρ. 3 της άνω υπουργικής αποφάσεως.
Το παραπάνω ποσοστό αλκοόλης σε συνδυασμό: α) με τις προαναφερθείσες συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, οι οποίες υποδηλώνουν οδηγό ευρισκόμενο σε κατάσταση ανικανότητας για οδήγηση λόγω καταναλώσεως οινοπνεύματος, β) με τη συνολική οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου και την αμέλεια που αυτός επέδειξε κατά την ημέρα του ατυχήματος, αφού παρά τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες (κατοικημένη περιοχή, προσέγγιση σε διασταύρωση, ρύθμιση της κυκλοφορίας με φωτεινούς σηματοδότες), κινήθηκε στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών με την πιο πάνω ανεπτυγμένη ταχύτητα επιταχύνοντας τον ρυθμό του αυτοκινήτου που οδηγούσε και δεν αντελήφθη εγκαίρως τον κίνδυνο και δη την κίνηση εντός της διασταυρώσεως της μοτοσυκλέτας με το πράσινο φως του σηματοδότη στην πορεία της και κυρίως την ύπαρξη του ερυθρού φωτεινού σηματοδότη στη δική του πορεία τον οποίο παραβίασε, γ) με την αδράνειά του να έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε και άμεσα να τροχοπεδήσει, αφού δεν βρέθηκαν στο σημείο του ατυχήματος ίχνη τροχοπεδήσεως, ή να επιχειρήσει, ενόψει του πλάτους της διασταυρώσεως και της αραιής κυκλοφορίας άλλων αυτοκινήτων, κατάλληλο ελιγμό προς αποφυγή της, αν και τούτο επέβαλαν οι επικρατούσες πιο πάνω αντικειμενικές συνθήκες και δ) με τα αναγραφόμενα στην προαναφερθείσα, από 04.07.2009, έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, την οποία συνέταξαν για το ένδικο ατύχημα τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος της Τροχαίας Καισαριανής που έφτασαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, στην ένδειξη της οποίας με αριθμό "...
Λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις" ρητά αναφέρεται "εμφάνιση κατάστασης α’ οδηγού (ήτοι του Ε. Ζ.) σε μέθη", παρέχει ασφαλή απόδειξη περί του ότι αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος εξ αιτίας της οποίας δεν είχε την δυνατότητα να ελέγχει το αυτοκίνητο που οδηγούσε και να ασκεί την πλήρη εποπτεία επ’ αυτού και επομένως τελούσε σε κατάσταση ανικανότητας προς οδήγηση.
Η προβλεπόμενη εξ άλλου από την άνω κοινή υπουργική απόφαση διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος από τους οδηγούς αυτοκινήτων δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, η οποία έχει ως αντικείμενο την καταβολή από το δεύτερο στον πρώτο κάθε ποσού το οποίο υποχρεώθηκε ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ασφαλιστής στον παθόντα τρίτο, λόγω παραβάσεως από τον οδηγό του όρου που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 περ.
β’ του πδ/τος 237/1986. Στη δίκη αυτή, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 336, 395, 671 παρ. 1 εδ. α’ και 681Α ΚΠολΔ, η διαπίστωση της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος του οδηγού μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, και, επομένως, ο ισχυρισμός των παρεμπιπτόντως εναγομένων, κατά τον οποίο "αφού δεν έγινε μέτρηση με λήψη αίματος, είναι προφανές ότι δεν μπορεί οι συγκεκριμένες οριακές μετρήσεις που έγιναν με το ..., από μόνες τους να αποδείξουν με βεβαιότητα την ύπαρξη οινοπνεύματος πάνω από τα νόμιμα όρια", είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Η οδήγηση από τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο υπό την επίδραση οινοπνεύματος επέδρασε ουσιωδώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στην οδηγητική συμπεριφορά του και την ικανότητά του προς αντίληψη του κινδύνου και συνακόλουθα συνετέλεσε στο επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα (ατύχημα) και τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με αυτό, αλλά και με την συμπεριφορά του, αφού, λόγω και της καταστάσεως στην οποία περιήλθε, δημιουργήθηκαν ευνοϊκές συνθήκες για την πρόκληση του ατυχήματος και της εκτάσεώς του και οι αντίθετοι ισχυρισμοί των παρεμπιπτόντως εναγομένων, που προβάλλονται με την έφεσή τους, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις τους προς αντίκρουση της εφέσεως της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Σύμφωνα, επομένως, με τον προβλεπόμενο από την πιο πάνω διάταξη (6β παρ. 1 περ. β’ του πδ/τος 237/1986) λόγο εξαιρέσεως της ασφαλιστικής καλύψεως, που ισχύει εν προκειμένω για την ασφαλιστική σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και του ασφαλισμένου και αντισυμβαλλομένου της δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου -κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου- αποκλείεται η ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας για τις ζημίες οι οποίες προκλήθηκαν στην κυρίως ενάγουσα της πρώτης αγωγής από υπαιτιότητα του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου -οδηγού του αυτοκινήτου αυτού-, ώστε αυτή να δικαιούται να αναζητήσει από τους τελευταίους, ήτοι τον υπαίτιο οδηγό και τον ασφαλισμένο ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το ποσό που ζητείται με την πρώτη (κυρία) αγωγή, ζητώντας με την αγωγή της να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό υποχρεούται η ίδια να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, αφού δεν καλύπτεται η αστική ευθύνη τους έναντι της τελευταίας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε, εφαρμόζοντας την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 25 αριθμός 8 της Κ4/585/1978 Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι επιπλέον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαπιστωθείσας πιο πάνω ποσότητας αλκοόλης στον οργανισμό του και του ατυχήματος αυτού, δεν έσφαλε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συναφής δεύτερος και τελευταίος λόγος της εφέσεως των παρεμπιπτόντως εναγομένων, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη και κατά τη διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η εναντίον τους παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού αντικατασταθεί εν μέρει η αιτιολογία της εκκαλουμένης ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 περ.
β’ του πδ/τος 237/1986, η οποία ίσχυε εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος". Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) ότι δεν έλαβε υπόψη του, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέθεσε προανακριτικά ότι σταμάτησε προ του κόκκινου σηματοδότη που είχε στην πορεία της και όταν άναψε πράσινο ξεκίνησε εκ νέου, β) ότι ο σηματοδότης στην πορεία του πρώτου αναιρεσείοντος έδειχνε πορτοκαλί φως και γ) αυθαίρετα δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί της πρώτης αναιρεσίβλητης, αντίθετα από όσα τεκμηριωμένα ανέφεραν οι αναιρεσείοντες στον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, αποδεικνύονται από όσα η ίδια εξ αρχής σθεναρά ισχυρίζεται.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, εκτός του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα", με την έννοια που προαναφέρθηκε στην εν αρχή νομική σκέψη, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου και με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του:
α) το συνοδεύον την από 4-7-2009 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής πρόχειρο σχεδιάγραμμα, από το οποίο αποδεικνύεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη επέπεσε στην αριστερή πόρτα του οχήματος των αναιρεσειόντων και δεν την εμβόλισε ο πρώτος εξ αυτών και β) την προανακριτική κατάθεση στην ποινική δικογραφία της πρώτης αναιρεσίβλητης, ούτε και τα όσα η ίδια ισχυρίζεται στην αγωγή της, ότι δηλαδή ακινητοποίησε τη μοτοσικλέτα της προ του ερυθρού σηματοδότη και "μόλις άναψε πράσινο" ξεκίνησε.
Τόσο όμως ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο τμήμα του, όσο και ο δεύτερος λόγος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι από τη ρητή βεβαίωση στην απόφαση (8ο φύλλο αυτής), ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του: τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως Δ.
Κ. και Δ. Ζ., οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα επικληθέντα και προσκομισθέντα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του, το σύνολο των μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μεταξύ των οποίων και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, με καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται στην απόφαση, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υποθέσεως, τις προσκομισθείσες με επίκληση φωτογραφίες της κυρίως ενάγουσας, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείτο και από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούντο από τους διαδίκους με τα δικόγραφά τους, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και τα ως άνω έγγραφα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ), εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίζουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 60/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αρ. 1 εδ.
β’ ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα ότι: 1) Κατά την προανακριτική κατάθεση-ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι ακινητοποίησε τη μοτοσικλέτα της προ του ερυθρού σηματοδότη και ξεκίνησε πάλι όταν άναψε πράσινο, η μικρή κυβισμού (125 κ.ε.) μοτοσικλέτα δεν θα μπορούσε να έχει αναπτύξει ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα σε απόσταση μικρότερη των πέντε μέτρων, η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε όλο το χρόνο να ελέγξει αν το οδόστρωμα είχε ελευθερωθεί ώστε να ξεκινήσει με ασφάλεια και δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη σύνεση και προσοχή, ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα να επιπέσει στην αριστερή πόρτα του οχήματος του πρώτου και συνεπώς είναι συνυπαίτια της συγκρούσεως κατά ποσοστό τουλάχιστον 95%. 2) Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε, αφενός ότι οι ενδείξεις περιεκτικότητος οινοπνεύματος στο αίμα του πρώτου-οδηγού ήταν οριακά πάνω από το όριο 0,25‰ του ΚΟΚ (0,26‰ στην πρώτη μέτρηση και 0,28‰ στη δεύτερη μέτρηση μετά από 17 λεπτά) και αφετέρου ότι το αλκοολόμετρο με το οποίο έγινε η μέτρηση δεν λειτουργούσε σωστά.
Ειδικότερα δε, θα έπρεπε να δεχθεί, ότι το οριακό 0,26‰ βρίσκεται στα όρια του διεθνώς αποδεκτού σφάλματος για το συγκεκριμένο μηχάνημα που κυμαίνεται στο 10%, οπότε η πραγματική ένδειξη μπορεί να είναι πολύ κάτω από το όριο (0,26‰ - 10% = 0,234‰), αφετέρου έπρεπε να δεχθεί ότι δεν είναι δυνατόν η δεύτερη μέτρηση να είναι μεγαλύτερη από την πρώτη και κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι είχε καταναλώσει αλκοόλ πάνω από το επιτρεπόμενο όριο (0,25‰).
Σε κάθε δε περίπτωση, ότι έπρεπε να δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ελάχιστη απόκλιση του ενός χιλιοστού από το όριο, δεν ήταν ικανή σε καμμία περίπτωση να επηρεάσει επί τα χείρω την οδηγική συμπεριφορά του πρώτου και εκ τούτου έπρεπε να απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή και το αίτημα της ασφαλιστικής εταιρείας να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν όποιο ποσό καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως καταχρηστικό κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και αυτεπαγγέλτως.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφενός διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν συνιστούν παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφετέρου δε, διότι, με την επίκληση της ως άνω παραβάσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2016 με αρ. καταθ. ...2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2299/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ