Supreme Court annuls traffic accident verdict for error in right-of-way interpretation at a T-junction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a traffic accident caused by a collision at a T-junction. The appellants argued the lower court incorrectly assigned exclusive right-of-way to the appellant driver, contrary to traffic rules for unmarked T-intersections. The Court found the lower court erred in applying the relevant traffic code provisions and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 26(4) and 5 of the Traffic Code; Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: A court decision is annulled if it erroneously interprets traffic right-of-way rules at a T-junction without specific signage, thereby misapplying the statutory provisions governing priority of passage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 859 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 859/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Φ., 2) Ε. Κ. του Ε., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-10-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τριγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-3-2019 και κατατεθείσα στο Εφετείο Κρήτης με αριθμό κατάθεσης 23/2-4-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 19/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α ΚΠολΔ., κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 19/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο τώρα αναιρεσίβλητος άσκησε κατά των τώρα αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου την από 25-9-2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΜΕΙ /223/ 10-10-2014 αγωγή του, με την οποία ισχυριζόταν ότι σε τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια περί την οδήγηση) του πρώτου εναγόμενου (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), οδηγού του υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), που ήταν έγκυρα ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την οδήγησή του αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη (τώρα τρίτη αναιρεσείουσα) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, τραυματίστηκε σοβαρά, κατά τα αναλυτικά στην αγωγή ιστορούμενα, ο ενάγων (τώρα αναιρεσίβλητος) οδηγός της υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κυριότητας του Ξ. Μ. (που δεν ήταν διάδικος στην επί της ως άνω αγωγής δίκη). Ζητούσε δε ο ενάγων, αφού μετέτρεψε παραδεκτά με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις προτάσεις του εξ ολοκλήρου σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά του, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος, τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και την κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής.
Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 22/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως αόριστο το περί διαφυγόντων κερδών αίτημα του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), κρίθηκε κατά τα λοιπά ορισμένη και νόμιμη η υπό κρίση αγωγή, εκτός από το αίτημά της να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως κατ'ουσία αβάσιμη η αγωγή του τώρα αναιρεσίβλητου.
Κατά της προαναφερθείσας υπ'αρ. 22/2016 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, άσκησε ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) την από 17-6-2016 με αρ. κατάθ. 28/21-06-2016 έφεσή του κατά των εναγομένων (τώρα αναιρεσειόντων) ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 19/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε κατ'αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω έφεση, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αρ. 22/2016 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ως άνω από 25-9-2014 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο έκαστος, τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη χρηματικά ποσά για αποζημίωσή του, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Ήδη με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, ισχυριζόμενοι αφενός ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 914 Α.Κ., καθώς και του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του Κ.Ο.Κ.
κατά τις οποίες (παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ.) επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, έναντι των εξ αριστερών υποχρέων, και έκρινε (εσφαλμένα) ότι ο κινούμενος επί της τεμνούσης οδού δεν έχει προτεραιότητα σε σχέση με το όχημα που κινείται επί της άλλης οδού, που δεν αλλάζει πορεία, αφετέρου, ότι (συνακόλουθα) το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη διέλαβε σε σχέση με την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) για το ένδικο τροχαίο ατύχημα ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά τα στην ένδικη αίτηση αναίρεσης αναλυτικά εκτιθέμενα.
Από τις διατάξεις άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018].Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός μεν ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ. (Ισόπεδοι οδικοί κόμβοι και υποχρέωση παραχώρησης προτεραιότητας) " 1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα.".
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του ίδιου ως άνω άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ. " 4. Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση. 5. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα.
β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό. γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα.
δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα.". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 26 παρ.4 και 5 του Ν. 2696/1999, περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), προκύπτει, ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων, που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον, που έρχεται από δεξιά (ΑΠ 871/2013, ΑΠ 184/2009).
Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α) εκείνων, που κινούνται σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας, β) των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών οχημάτων, τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών, που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) εκείνων, που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινούμενους οδηγούς (ΑΠ 871/2013, ΑΠ 184/2009) Στις παραπάνω περιπτώσεις (υπό στοιχ.
α έως και δ) κατά ρητή επιταγή του άρθρου 26 παρ. 5 του ΚΟΚ δεν ισχύει ο κανόνας περί προτεραιότητας του οχήματος που έρχεται από δεξιά. Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση, κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "T", ήτοι καταλήγει σ` αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητώς στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ` αναλογία μπορεί να ενταχθεί στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, είναι δε διαφορετικό το γεγονός, ότι ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός είναι υποχρεωμένος, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 19 παρ.1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του αναλόγως με τις κρατούσες συνθήκες, να την μειώνει πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατευθύνσεως, για να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση.
Επομένως, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού, έναντι των εξ αριστερών υποχρέων (ΑΠ 871/2013, ΑΠ 184/2009, ΑΠ 635/2007, ΑΠ 630/2007, 2039/2006, 1044/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα: "Στις 25-6-2013 και περί ώρα 12:00, ο ενάγων οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας Μ.
Ξ. με ταχύτητα περί τα 30 χιλιόμετρα την ώρα, εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού Χαμαλευρίου - Σταυρωμένου στην είσοδο του χωριού Χαμαλεύρι προς Σταυρωμένο. Στο ως άνω σημείο, η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, το πλάτος του οδοστρώματος 10 μέτρα, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κατά τον ως άνω χρόνο αραιή και επικρατούσε καλοκαιρία.
Η ως άνω επαρχιακή οδός δεξιά σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος τέμνεται κάθετα με ανώνυμη οδό, πλάτους περίπου τριών μέτρων επιστρωμένη με τσιμέντο, η οποία είναι ευθεία με μικρή κατωφέρεια, είναι κατά πολύ στενώτερη της επαρχιακής οδού Χαμαλευρίου - Σταυρωμένου, στην οποία συμβάλλεται και δεν συνεχίζεται απέναντι, αλλά σχηματίζει με την ως άνω επαρχιακή οδό Ταυ (Τ), όπου η ως άνω επαρχιακή οδός αποτελεί την κορυφή του Τ και η ανώνυμη τσιμεντένια οδός την κάθετη τέμνουσα και μη συνεχιζόμενη (βλ.
τις προσκομισθείσες φωτογραφίες). Την ιδια ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησία; της δεύτερης εναγομένης και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο στην ως άνω ανώνυμη οδό, δηλαδή στην τέμνουσα, με πρόθεση στη συμβολή της με την ως άνω επαρχιακή οδό να πραγματοποιήσει στροφή προς τα αριστερά για να κινηθεί προς τον Σταυρωμένο Ρεθύμνου.
Σημειώνεται ότι στη συμβολή της τέμνουσας με την επαρχιακή οδό και στις δύο πλευρές της υπάρχουν ψηλοί χωμάτινοι και πέτρινοι τοίχοι, που περιορίζουν την ορατότητα προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, ενώ δεν υπήρχε σώμα ρυθμιστικό της κυκλοφορίας. Ενόψει της διαμόρφωσης της παραπάνω διασταύρωσης και της προαναφερθείσας νομικής σκέψης, οι οδηγοί των οχημάτων που κινούνται στην ως άνω επαρχιακή οδό, στην οποία εκινείτο ο ενάγων, έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τους οδηγούς των οχημάτων που κινούνται στην ως άνω τέμνουσα ανώνυμη τσιμεντένια οδό και προτίθενται στη συμβολή αυτής με την ως άνω επαρχιακή οδό να πραγματοποιήσουν στροφή προς τα αριστερά για να κατευθυνθούν προς τον οικισμό Σταυρωμένου.
Ο πρώτος εναγόμενος μόλις έφτασε στη συμβολή των παραπάνω οδών, αντί να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε, προκειμένου να ελέγξει αν κινούνται άλλα οχήματα στην ως άνω επαρχιακή οδό, οι οδηγοί των οποίων έχουν προτεραιότητα κίνησης έναντι του δικού του οχήματος, και ακολούθως να εισέλθει σιγά - σιγά σε αυτήν, αφού εισήλθε αιφνίδια σε αυτήν καταλαμβάνοντας μέρος του ρεύματος πορείας του ενάγοντος πλάτους 1, 70 μ διέκοψε την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση, με αποτέλεσμα ο ενάγον να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας;
του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και να τραυματιστεί. Ο ενάγων εξεταζόμενος προανακριτικά κατέθεσε επί λέξει ότι "προς το τελείωμα του µαντρότοιχου βλέπω μπροστά µου ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο να έχει εισέλθει περίπου το µισό κάθετα στην πορεία µου από κάθετο αγροτικό δρόμο.
Ήταν τόσο ξαφνικό το ΙΧΕ αυτοκίνητο κάθετα στην πορεία µου µε αποτέλεσµα να προσκρούσω στο εµπρόσθιο αριστερό µέρος του, να εκτραπώ αριστερά και να συρθώ στο οδόστρωµα". Ο πρώτος εναγόµενος εξεταζόµενος και αυτός προανακριτικά κατέθεσε ότι "'Οταν έφτασα στη συµβολή της αγροτικής οδού µε την Ε.Ο. Χαµαλευρίου - Σταυρωµένου έβγαλα τη μπροστινή πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου µου επί της Ε.Ο.
Χαµαλευρίου Σταυρωµένου προκειµένου να ελέγξω αριστερά και δεξιά για να ξεκινήσω να κινηθώ προς Σταυρωµένο αλλά από αριστερά µου και χωρίς να το έχω δει ερχόταν ένα δίκυκλο, το οποίο προσέκρουσε στο εµπρόσθιο αριστερό τµήµα του δικού µου αυτοκινήτου... θεωρώ τον εαυτό µου υπαίτιο για το τροχαίο". Αναγνωρίζοντας δε την υπαιτιότητά του για το παραπάνω ατύχηµα ο πρώτος εναγόµενος υπέβαλε στην τρίτη εναγόµενη ασφαλιστική του εταιρεία την από 1-7-2013 υπεύθυνη δήλωσή του, στην οποία αναφέρει ότι "έβγαινα στον κεντρικό δρόµο Χαµαλευρίου και δεν είδα το διερχόµενο από δεξιά µου µε αποτέλεσµα να του κλείσω τον δρόµο...".
Η υπεύθυνη αυτή δήλωση, στην οποία ανακριβώς αναφέρει ότι δεν είδε το διερχόµενο από δεξιά (το ακριβές είναι από αριστερά) αποτελεί εξώδικη οµολογία του που εκτιµάται ελεύθερα από το Δικαστήριο. Πρέπει ακόµα να αναφερθεί ότι τόσο ο ενάγων, όσο και ο πρώτος εναγόµενος λόγω του υπάρχοντος υψηλού µαντρότοιχου στη συµβολή των παραπάνω οδών έχουν πολύ περιορισµένη ορατότητα, καθώς και ότι µετά το ως άνω ατύχηµα τοποθετήθηκε σήµα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP) για τους κινούµενους στην ως άνω τσιµεντένια τέµνουσα οδό.
Με τα δεδοµένα αυτά, το ένδικο ατύχηµα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγοµένου, οδηγού του µε αριθµό κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, και δη σε αµέλειά του, αφού αυτός, από έλλειψη της προσοχής που µπορούσε και όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε µέτριος και συνετός οδηγός, εισήλθε στην επαρχιακή οδό Χαµαλευρίου - Σταυρωµένου από την ως άνω ανώνυµη τσιµεντένια οδό, όπου εκινείτο (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, τέµνει κάθετα την επαρχιακή οδό Χαµαλευρίου - Σταυρωµένου σε σχήµα Τ και δεν συνεχίζει) χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στην κινούμενη στην επαρχιακή οδό δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος, ως όφειλε, καθόσον ο κανόνας του άρθρου 26 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) περί προτεραιότητας του οχήματος, που έρχεται από δεξιά δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η μια οδός τέμνει κάθετα την άλλη, οπότε το αυτοκίνητο που κινείται στην τέμνουσα (και στη συμβολή των οδών θα αλλάξει πορεία είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά) δεν έχει προτεραιότητα σε σχέση με το όχημα που κινείται στην άλλη οδό και δεν αλλάζει πορεία.
Ο ενάγων δεν ευθύνεται με κάποιο ποσοστό ευθύνης στην πρόκληση του ατυχήματος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η ταχύτητά του ήταν αυξημένη, ούτε ότι μπορούσε να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, διότι λόγω της δεξιάς ως προς την πορεία του στροφής και του υπάρχοντα υψηλού μαντρότοιχου προ της συμβολής των ως άνω οδών, δεν μπορούσε να αντιληφθεί το αυτοκίνητο του ενάγοντος.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (άρθρ. 300 ΑΚ) που οι εναγόμενοι πρότειναν (επικουρικά) παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη και επαναφέρουν και τώρα προς απόκρουση της έφεσης (αρθ. 527 αρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον ενάγοντα, απέρριψε την αγωγή, δεν εφάρμοσε ορθά τον νόμο και δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις.
Γι' αυτό και οι συναφείς τρεις λόγοι της έφεσης του ενάγοντος, που αναφέρονται στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (αρθ. 535 ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή κατά τα αιτούμενα κονδύλια των αποζημιώσεων.".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ'αρ. 22/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας που είχαν προτείνει επικουρικά οι εναγόμενοι (τώρα αναιρεσείοντες) και έπειτα δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη την από 25-9-2014 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Κρίνοντας, όμως, έτσι η προσβαλλομένη, επειδή εστίασε την αποκλειστική ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου για τη σύγκρουση αυτή και τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου -ενάγοντος στο γεγονός, ότι η προτεραιότητα στη συμβολή των ως άνω οδών ανήκε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και όχι στον από δεξιά προερχόμενο αναιρεσείοντα οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου που εκινείτο στην τέμνουσα οδό, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του Κ.Ο.Κ. , λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", όπου δεν υπάρχει σχετική σήμανση (όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με αυτά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη), η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού (εν προκειμένω στον πρώτο εναγόμενο - πρώτο αναιρεσίβλητο), έναντι του εξ αριστερών τούτου κινούμενου (εν προκειμένω του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου).
Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη, υπέπεσε στην αποδιδόμενη από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι` αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ο σχετικός δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επειδή οι παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλόμενης βασίζονται στην προαναφερθείσα εσφαλμένη προτεραιότητα.
Παρέλκει, συνεπώς, μετά ταύτα η εξέταση του επίσης στηριζόμενου στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με την επίκληση αντιφατικών αιτιολογιών, λόγου αναίρεσης. Επομένως, εν όψει των προαναφερθέντων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).Πρέπει επίσης να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, (άρθρα, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 19/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου
Κρήτης
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Κρήτης, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δικαστή.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου