Legislator Case Law & Legislation
1855/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for failure to justify compensation unit value and ignore evidence.

Case Number 1855/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding the determination of the compensation unit value for expropriation. The State argued for a specific valuation, while the appellants claimed the lower court failed to justify the discrepancy between its ruling and expert evidence. The court ruled that the lower court's failure to provide a reasoned explanation for the value deviation and its disregard for submitted evidence constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The lower court's decision is annulled if it fails to justify the deviation from expert valuation or disregards submitted evidence, rendering the decision legally unfounded.

Keywords

AI generated
expropriation compensation unit value determination procedural error failure to justify disregard of evidence annulment of judgment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 6A of the Decree of June 26 - July 10, 1944
Article 15(6)(d) of the relevant law
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3963/1957
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1855 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1855/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ζ. του Δ. (αρ.ιδ. ...), 2) Κ. Π. του Χ. (αρ.ιδ. ...) και 3) Δ. Π. του Χ. (αρ.ιδ. ...), κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2018 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 12/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 11-7-2018 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση των 2ου και 3ου των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 14/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-1-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 20.01.2021 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, της οποίας με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 13.01.2023.

Κατά την συνεδρίαση του τμήματος στην δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Β. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13.01.2023, κατά την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Άννας Κάντζια, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Βασίλειο Καλαμπαλίκη, που τους είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, κατά την τελευταία, στις 08.10.2019 συζήτηση της υποθέσεως.

Συνεπώς, ενόψει και του ότι δεν απαιτείται νέα κλήτευση των μη εμφανισθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων για την μετ' αναβολή δικάσιμο, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.) διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να δικαστούν ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

2.Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Επίσης, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της ( ΑΠ 220/2021, ΑΠ Ι65/2020).)

Εξάλλου, εάν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του (κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ), την οποία, όπως προεκτέθηκε, οφείλει αυτεπαγγέλτως να εξετάσει το Δικαστήριο, θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 2169/2013, ΑΠ 462/2009). Μόνον όσον αφορά την εκπροσώπηση του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ όταν αυτή, γίνεται από τα μέλη του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ), σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν.3086/2002 ,τα τελευταία " έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση , ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και αρχών , των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις , διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ ή από μέλος του". Στην συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και συνεπώς με βάση τα ανωτέρω δεν απαιτείται η προσκόμιση πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη, αφού η ως άνω ως εκ της θέσεως της ως μέλους του κυρίου προσωπικού του Ν.Σ.Κ, έχει την σχετική πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο για την παράσταση και εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

3.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ' , ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

4. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ' ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α' 90/18.4.2013), που εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου (ΑΠ 1554/17).

5.Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου κατ' άρθρο 559 αρ 19 ΚπολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής αποζημίωσης των υπό κρίση γεωτεμαχίων, ισχυριζόμενο ότι αυτό έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, αφού δεν αιτιολογεί ειδικά την απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής τιμή προσδιορισθείσα οριστικής τιμής μονάδος, ενώ περιέχει και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον προσδιορισμό αυτής της αξίας, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο περί ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 13 παρ 1 εδ α του Ν.2882/2001.

6.Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη 14/2020 απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των αναφερομένων ακινήτων των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ .

Φ2γΑΙΤ/οικ/3645/1.7.2015 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ 152/30.7.2015 (τεύχος ΑΑΑ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Υποδομών) και ειδικότερα για το έργο "Διάνοιξη της Ιονίας Οδού" στο τμήμα Αντίρριο - Κεφαλόβρυσο του Δυτικού Άξονα από τη χ.θ 9 + 230 έως χ.θ 9 + 671,49, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 83.664,37 τ.

μ., που βρίσκεται στην περιοχή της ΔΕ Αντιρρίου τον Δήμου Ναυπακτίας, για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου από Αντίρριο μέχρι Ιωάννινα. Σύμφωνα με τη μελέτη Οδοποιίας του υπόψη τμήματος απαλλοτριώνεται συνολική έκταση συνολικού εμβαδού 83.603,16 τ.μ., που βρίσκεται στη περιοχή της Δ Αντιρρίου τον Δήμου Ναυπακτίας, η οποία περιλαμβάνει 2 τμήματα ιδιοκτησιών, που ανήκουν στους καθ' ων η αίτηση, συνολικής έκτασης 17.862,00 τ.μ.

και δημόσιες εκτάσεις, συνολικής επιφάνειας 65.741,16 τ.μ., ανηκόντων στο Δημόσιο, και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από Ιουλίου 2015 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Γ.Γ.Υ/Γ.Δ.Σ.Υ - Ε.Υ.Δ.Ε/Ε.Π Κ & ΔΕ Τμήμα ΠΑΘΕ & ΙΟΝΙΑΣ ΟΔΟΥ, που θεωρήθηκαν στις 29-10-2015 από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δ12 τον Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων Γεώργιο Ντελή με την 5230/30-10-2015 απόφασή του.

Όπως προεκτέθηκε, οι δύο απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες με ΚΑΔΕ ... και ... Βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του ΔΔ Αντιρρίου του δήμου Ναυπακτίας και σε σχετικά καλή τοποθεσία, εκτός του οικισμού "Ρίζα" της ΔΕ Αντιρρίου, απέχουν περί τα 500 μέτρα Βόρεια από τον Πατραϊκό κόλπο και 10 χλμ δυτικά από τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, έχουν εμβαδόν 9.532,00 τ.μ.

η πρώτη και 8.330,00 τ.μ. η δεύτερη, με πρόσβαση από το επαρχιακό και εθνικό οδικό δίκτυο, συγκοινωνιακά εξυπηρετούνται από τα διερχόμενα από την παλαιά εθνική οδό λεωφορεία των ΚΤΕΛ, υπάρχουν δίκτυο όλων των Οργανισμών Κοινής Ωφελείας πλην αποχέτευσης, κείνται εκτός σχεδίου πόλεως και έχουν δασικό χαρακτήρα.

Ολόκληρη η εκτός οικισμών περιοχή των επιδίκων είναι μη αρδευόμενη με καλλιέργειες κυρίως ελαιοδένδρων, ενώ η οικιστική χρήση περιορίζεται κυρίως στις εντός οικισμών περιοχές και αφορά σε μόνιμες κυρίως κατοικίες, ενώ περιορισμένου αριθμού είναι οι παραθεριστικές. Τα επίδικα αποτελούν ιδιωτικές δασικές εκτάσεις που αναγνωρίσθηκαν σύμφωνα με το από 27-3-1974 "Πρωτόκολλο Οριστικού Αποτερματισμού και οριοθέτησης των εν θέσει "Καλαμάκι" "Βελανιδιές" κλπ Δημοσίων Δασών Περιφέρειας Κοινότητας Μαμάκον και ομόρων αναγνωρισθεισών ιδιωτικών εκτάσεων", επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα (βλ.

το ...-2016 και ...-2016 έγγραφα του Δασαρχείου Ναυπάκτου), τη δασική τους δε μορφή συνομολογούν και οι καθ'ων -αιτούντες της B' αίτησης. Συγκριτικά στοιχεία πρόσφατων μεταβιβάσεων δεν υπάρχουν στην περιοχή, εξαιτίας κυρίως της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, αλλά και του χαρακτηρισμού των απαλλοτριούμενων ακινήτων ως δασικών εκτάσεων (και κατά το κτηματολόγιο), εξαιτίας τον οποίου οι χρήσεις είναι περιορισμένες και πολύ μικρής προσόδου και απόδοσης (Βλ.

την παραπάνω έκθεση εκτίμησης της Άννας Μιχαηλίδου). Τα επίδικα είναι άρτια και οικοδομήσιμα και αρδευόμενα, με περιορισμένες, όπως προαναφέρθηκε, χρήσεις λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, βρίσκονται εκτός σχεδίου οικισμού και απέχουν, όπως εκθέτουν οι αιτούντες της B' αίτησης, 3 και 3,2 χλμ από το όριο του οικισμού Ρίζα και 4 και 3,8 χλμ από τον οικισμό Χάνια Γαβρολίμνης αντίστοιχα, η οικιστική δραστηριότητα της περιοχής περιορίζεται εντός των οικισμών, ενώ δεν υπάρχουν κοντά στα επίδικα Βιομηχανικά ή βιοτεχνικά κτίρια, καθώς και τουριστικά καταλύματα, ώστε να κριθεί ότι έχουν (επίδικα) αυξημένες δυνατότητες εμπορικής αξιοποίησης, ενώ αυτά, πριν την απαλλοτρίωση δεν ήταν αξιοποιημένα (βλ.

τις από Φεβρουαρίου 2016 και από Ιουνίου 2018 τεχνική έκθεση ακινήτων και έκθεση εκτίμησης ακινήτων των αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. και ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων Γ. Κ. αντίστοιχα). Περαιτέρω κατά την από Δεκέμβριος 2015 έκθεση εκτίμησης, η αγοραία αξία των εδαφικών εκτάσεων προσδιορίζεται σε 0,80 €/μ2, η αποτίμηση δε της αξίας αυτών πραγματοποιήθηκε με βάση συγκριτικά στοιχεία και - πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από την κτηματαγορά της περιοχής, στοιχεία που υποβλήι9ηκαν από τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες, καθώς και την εμπειρία της πιστοποιημένης εκτιμήτριας.

Με την από 16/9/ 2015 τεχνική έκθεση που προσκομίζει το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, εκτιμάται η προβλεπόμενη δαπάνη της απαλλοτρίωσης σε 5 ευρώ/τ.μ.. Το τελευταίο (Δημόσιο) προσδιορίζει την αξία των ακινήτων σε 0,60 ευρώ / τ.μ άλλως σε 0,80 ευρώ /τ.μ., ενώ οι αιτούντες της Β' αίτησης προσδιορίζουν την αξία αυτή σε 28,80 ευρώ/τ.

μ. για την ... ιδιοκτησία και σε 26,18 ευρώ/τ.μ. για την ... ιδιοκτησία, προσκομίζουν δε προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού: α) την προαναφερόμενη έκθεση εκτίμησης του Γ. Κ., β) το 1921/16-2-2016 έγγραφο της ΔΟΥ Μεσολογγίου, από το οποίο προκύπτει ότι πωλήθηκαν οικόπεδα εντός ορίων οικισμών Μακύνειας- Ρίζας τα έτη 2014 - 2015 προς 60 έως 170 ευρώ/τ.μ.

και γ) την 755/2016 δήλωση φόρου κληρονομίας, σύμφωνα με την οποία η αντικειμενική αξία τον ... ακινήτου εκτιμήθηκε σε 167.779,11 ευρώ, ήτοι σε 20,14 ευρώ/τ.μ.. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για την αξία των επιδίκων, διότι το μεν αναφερόμενο ποσό στη δήλωση φόρου κληρονομίας δεν πιστοποιείται από άλλα συγκριτικά στοιχεία της αρμόδιας ΔΟΥ, τα οποία έλαβαν υπόψη οι δηλούντες, κατά την υποβολή της δήλωσης αυτής, οι δε αναφερόμενες τιμές στο έγγραφο της ΔΟΥ Μεσολογγίου αφορούν οικόπεδα εντός ορίων οικισμών.

Εξάλλου με την 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδας καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή των επιδίκων σε 2 ευρώ/τ.μ.. Σύμφωνα με τα παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι οι τιμές των ακινήτων στην περιοχή έχουν υποστεί μείωση κατά τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης και της συναφούς μείωσης της ζήτησης ακινήτων και ότι τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα έχουν πολύ μικρή ζήτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία των ακινήτων, με κρίσιμο χρόνο αυτόν της παρούσας συζήτησης της υπόθεσης (8-10-2019), αφού από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Μονομελές Εφετείο Δυτ .

Στερ. Ελλάδας (12 -12-2017), παρήλθε έτος, δηλαδή η αξία που ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία τους με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και εξασφαλίζει τη δυνατότητα των και' ων να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριω9έντα με άλλα ισάξια, παρέχοντας τους έτσι πλήρη αποζημίωση, χωρίς να υπολογιστεί η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της ή η ανατίμηση που προήλθε από ενέργειες των ιδιοκτητών στα απαλλοτριούμενα μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης, ανέρχεται για το έδαφος σε 10 ευρώ/τ.μ..... " 7.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, διότι, ενώ δέχεται ότι με την με αριθμό 12/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας καθορίστηκε η προσωρινή τιμή των επιδίκων στο ποσό των 2 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, στην συνέχεια προβαίνει στην παραδοχή ότι "οι τιμές των ακινήτων στην περιοχή έχουν υποστεί μείωση κατά τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης και της συναφούς μείωσης ζήτησης ακινήτων και ότι τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα έχουν πολύ μικρή ζήτηση" , στη συνέχεια με κρίσιμο χρόνο αυτόν της συζήτησης στο Εφετείο την 08-09-2019, προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των 10 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ερχόμενο σε αντίφαση με το προαναφερόμενο αιτιολογικό και τις ως άνω παραδοχές , ότι μετά τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος, οι τιμές των ακινήτων στην επίδικη περιοχή έχουν υποστεί μείωση κατά τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης και της συναφούς μείωσης της ζήτησης ακινήτων εξαιτίας της οποίας τα επίδικα έχουν πολύ μικρή ζήτηση και παρόλα αυτά αντιφατικά προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος σε ποσοστό πολλαπλάσιο της προσωρινής, χωρίς να αιτιολογεί, που οφείλεται η απόκλιση αυτή.

Πέραν δε τούτου δεν αιτιολογεί ειδικώς, όπως όφειλε, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ' ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, την μεγάλη απόκλιση της αξίας αυτής από εκείνες που προκύπτουν από την με αριθμό ....2015 έκθεση εκτίμησης της πιστοποιημένης ορκωτής εκτιμήτριας Άννας Μιχαηλίδη με την οποία οι αξίες των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζονται από 0,60 έως 0,80 ευρώ ανά τ.μ., όπως εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Εξαιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την υπαγωγή των αναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σχετικώς με την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων, με την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο και ως εκ τούτου η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπομένη πλημμέλεια και ο συναφής πρώτος λόγος της από 20.1.2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αυτής, εκ του άρθρου 559 αρ 11, με τον οποίο προβάλλεται ως πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης, η μη λήψη υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των επίδικων ακινήτων αποδεικτικού μέσου που προσκόμισε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός ,στο σύνολο της απόφασης , καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δεύτερου λόγου της αναίρεσης.

8.Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ,συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ) καθώς και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 22 παρ 1 Ν.3963/1957 σε συνδ με άθρο 281 Ν.3463/2006 και παρ 2. της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ρύθμιση που δρά υπέρ και κατά του ελληνικού δημοσίου (ΑΠ 647/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρίθμ. 14/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ