Legislator Case Law & Legislation
1852/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling on insolvency findings.

Case Number 1852/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Credit Registry against a final First Instance Court ruling regarding debt restructuring. The lower court found the debtors in permanent and general insolvency based on their financial situation. The Court rejected the appeal as inadmissible because it challenged the unreviewable factual findings and evidence assessment of the First Instance Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals challenging the unreviewable factual findings and evidence assessment of the First Instance Court are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unreviewable facts debt restructuring insolvency findings evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3869/2010
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1852 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1852/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Γ. του Θ. και 2) Θ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ζουλούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 566/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-7-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 6-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 181/11-7-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 235/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").

Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (και χάριν συντομίας ΤΠΔ), επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 14-5-2014, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότΙ "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 691/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 1173/2022).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 691/2024, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 834/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2020 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, αναφορικά με τη περιέλευση των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής του ληξιπρόθεσμου χρέους τους προς το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική απόρριψη της από 13-12-2018 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 1056/2018) έφεσης του τελευταίου (αναιρεσείοντος ΤΠΔ), δέχτηκε τα ακόλουθα: "...... ο πρώτος εφεσίβλητος Φ. Γ. είναι από τις ...-2006 έγγαμος με τη δεύτερη εφεσίβλητη Θ. Κ. και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο ανήλικα ακόμη τέκνα, το Θ. και την Κ., τα οποία γεννήθηκαν στις ...-2008 και στις ...-2010, αντίστοιχα, τα οποία, λόγω ηλικίας και εκπαιδευτικών αναγκών εξαρτώνται από τη διατροφή των γονέων τους.

Ο πρώτος εφεσίβλητος είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα υπηρετεί με κατηγορία ΔΕ και Μισθολογικό Κλιμάκιο 6 στην εξωτερική φρουρά του Καταστήματος Κράτησης Λάρισας. Σύμφωνα με το πρόσφατο εκκαθαριστικό αποδοχών μηνός Νοεμβρίου 2019, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του συζύγου ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.108,34 ευρώ.

Η δεύτερη αιτούσα είναι πολιτική μηχανικός και ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, αλλά δεν διαθέτει σταθερό εισόδημα. Το κύριο εισόδημα, συνεπώς, από το οποίο συντηρείται η οικογένεια και καλύπτονται οι διάφορες υποχρεώσεις, είναι αυτό του συζύγου. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης (2014) και συγκεκριμένα το έτος 2008, οι εφεσίβλητοι συνήψαν με το εκκαλούν σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ύψους κεφαλαίου 135.116,00 ευρώ, καταβλητέου σε 60 μηνιαίες δόσεις, ποσού εκάστης 720,30 ευρώ, με επιτόκιο σταθερό 4,90%.

Για την εξόφληση του δανείου τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός δανείου. Η λήψη του δανείου έγινε προς τον σκοπό αγοράς της υπ' αριθμ. 4 μεζονέτας, αποτελούμενης από τρία επίπεδα (υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο), εμβαδού εκάστου επιπέδου 61,11 τ.μ., 61,11 τ.μ. και 52,41 τ.μ. αντιστοίχως, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ενός ασκεπούς χώρου στάθμευσης εμβαδού 12,15 τ.μ, το όλο δε ακίνητο βρίσκεται επί οικοπέδου συνολικού εμβαδού 804,21 τ.μ.

εντός του ρυμοτομικού σχεδίου Γιάννουλης και επί των οδών ... Οι εφεσίβλητοι απέκτησαν το εν λόγω ακίνητο κατά το ένα δεύτερο εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με το υπ' αριθμ. ...-2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Λάρισας Ε.-Ε. Ρ.-Κ., το οποίο καταχωρίσθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Τυρνάβου με αύξοντα αριθμό καταχώρισης 969/24-4-2008.

Άλλη ακίνητη περιουσία δεν διαθέτουν οι εφεσίβλητοι. Το ακίνητο αποτελεί την οικογενειακή στέγη και δεν υπερβαίνει, κατά το εμβαδό ή τη διαρρύθμιση, μια συνήθη μονοκατοικία τετραμελούς οικογένειας, δοθέντος μάλιστα ότι κατά το χρόνο σύναψης του στεγαστικού δανείου (2008) - λίγο πριν ενσκήψει η οικονομική κρίση - τα εισοδήματα αμφοτέρων των συζύγων, σύμφωνα με το εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2009, έφθαναν στο ποσό των 23.687,62 ευρώ για τον σύζυγο και στο ποσό των 25.088,11 ευρώ για τη σύζυγο, προήλθαν δε τα ποσά αυτά από εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών και από ελευθέριο επάγγελμα αντιστοίχως.

Κατά το αμέσως επόμενο έτος 2009 τα εισοδήματά τους ανήλθαν αντιστοίχως σε 21.957,88 και 2.956,31 ευρώ (βλ. το προσκομισθέν εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2010), το έτος 2010 στα ποσά των 20.701,94 και 1.634,78 ευρώ με δύο πλέον τέκνα (βλ. εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2011), το έτος 2011 στα ποσά των 17.743,27 και 6.876,58 ευρώ (βλ. το εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2012), το έτος 2012 στα ποσά των 14.539,43 και 9.715,50 ευρώ (βλ.

εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2013), το έτος 2013 στα ποσά των 15.448,10 και 3.640,31 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2014), το έτος 2014 στα ποσά των 15.171,43 και 99,09 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό φορολογικού έτους 2014), το έτος 2015 στα ποσά των 15.160,20 και 283,79 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό φορολογικού έτους 2015), το έτος 2016 στα ποσά των 15.474,43 και 2.436,47 ευρώ (βλ.

εκκαθαριστικό φορολογικού έτους 2016) και το έτος 2018 στα ποσά των 15.577,05 και 700,03 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό φορολογικού έτους 2018). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εφεσίβλητοι, χωρίς δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, ευλόγως προσδοκούσαν τη συνεπή αποπληρωμή του δανείου, στηριζόμενοι στη σταθερότητα των εισοδημάτων, ιδίως του πρώτου από αυτούς, δημοσίου υπαλλήλου.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι η δεύτερη εφεσίβλητη αποκρύπτει το πραγματικό της εισόδημα, δεν αποδεικνύεται από κάποιο στοιχείο, όπως επαναπροσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, αντιθέτως μάλιστα, το εισόδημά της γνώρισε διακυμάνσεις και προς τα πάνω, οι οποίες δεν συμβιβάζονται με απόκρυψη εισοδημάτων την οποία αβασίμως επικαλείται το εκκαλούν.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης και η δι' αυτού προβαλλόμενη ένσταση δόλου δεν είναι κατ' ουσίαν βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και χωρίς να προβληθεί αυτός ο ισχυρισμός στην ενώπιον αυτού διαδικασία (βλ. τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις προτάσεις του εκκαλούντος).

Περαιτέρω, το εκκαλούν είναι ο μοναδικός πιστωτής και κατά τους χρόνους υποβολής και συζήτησης της αίτησης το χρέος δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο υπό την έννοια της εκ μέρους του εκκαλούντος καταγγελίας, σύμφωνα με τις προσκομισθείσες βεβαιώσεις του εκκαλούντος υπό ημερομηνίες 4-4-2014 και 19-11-2019. Ωστόσο, η όποιας έκτασης εξυπηρέτηση μέχρι το χρόνο υποβολής της αίτησης και κίνησης της διαδικασίας ρύθμισης πραγματοποιήθηκε εις βάρος των αναγκών διαβίωσης των εφεσιβλήτων συνοφειλετών και των τέκνων τους.

Επίσης, η αξίωση για εξυπηρέτηση του δανείου μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης θα διακινδύνευε την ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών της οικογενείας των εφεσιβλήτων. Δεν αναμένεται άμεση βελτίωση των οικονομικών δυνατοτήτων τους, ιδίως της δεύτερης εφεσίβλητης που ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, αλλά και του πρώτου εφεσιβλήτου, ο οποίος είναι μεν τακτικό μόνιμος υπάλληλος του δημοσίου, αλλά οι αποδοχές του υπολείπονται κατά πολύ εκείνων τις οποίες ελάμβανε κατά τον χρόνο λήψης του δανείου.

Επομένως, η αδυναμία πληρωμής του χρέους των εκκαλούντων προς το εκκαλούν συνιστά περίπτωση μόνιμης και γενικής αδυναμίας και δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης δεν υπήρχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές (βλ. τις από 4-4-2014 βεβαιώσεις του εκκαλούντος) και ότι το εκκαλούν δεν κατήγγειλε το δάνειο.

Αντιθέτως, από την υπό ημερομηνία 19-11-2019 πρόσφατη βεβαίωση οφειλής, αποδεικνύεται ότι στις 30-6-2019 οφειλόταν ήδη ποσό 37.387,70 ευρώ για δόσεις δανείου που είχαν λήξει και υπήρχε άληκτο ποσό 106.085,47 ευρώ, όμως και αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. τελ. Ν. 3869/2010. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και οι άλλοι δύο λόγοι της έφεσης (πρώτος και τρίτος) πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολο της....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 13-12-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 566/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, που δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη των αναιρεσίβλητων κατά τις διατάξεις του Ν.3869/2010.

Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αναιρεσίβλητων-αιτούντων στις διατάξεις του ν. 3869/2010, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους τους της χρηματικής τους οφειλής.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσδιορίζει αναλυτικά: α) την οικογενειακή τους κατάσταση (έγγαμοι με δύο ανήλικα τέκνα), β) το ύψος της (μοναδικής) δανειακής σύμβασης (στεγαστικό δάνειο) που ανέλαβαν οι αιτούντες από το αναιρεσείον, το οποίο ανέρχεται στα ποσά των 135.116,00 ευρώ, γ) την κατά μήνα δόση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 720,30 ευρώ, δ) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα καθενός των αιτούντων, κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου (Ιούνιος 2008) και ειδικότερα του πρώτου αιτούντος ως δημόσιου υπαλλήλου (κατηγορία ΔΕ και Μισθολογικό Κλιμάκιο 6) υπηρετούντος στην εξωτερική φρουρά του Καταστήματος Κράτησης Λάρισας και της συζύγου του ως πολιτικού μηχανικού, ανερχόμενο σε 23.687,62 και 25.088,11 ευρώ, αντίστοιχα, ε) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα καθενός των αιτούντων κατά τα έτη 2009 έως 2014 (χρόνος κατάθεσης της ένδικης αίτησης), καθώς και μεταγενέστερα μέχρι το έτος 2018, το οποίο ήταν συνεχώς μειούμενο για τον πρώτο αιτούντα και σχεδόν μηδενικό για τη δεύτερη αιτούσα, στ) τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αιτούντος το έτος 2019 ανερχόμενες στο ποσό των 1.108,34 ευρώ, ενώ η δεύτερη αιτούσα δεν διαθέτει σταθερό εισόδημα και η συμμετοχή της στα οικογενειακά εισοδήματα είναι ελάχιστη, ζ) ότι οι αιτούντες δεν προσδοκούν πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων τους ιδίως της δεύτερης αιτούσας, αλλά και του πρώτου αιτούντος, ο οποίος είναι μεν μόνιμος υπάλληλος του δημοσίου, αλλά οι αποδοχές του υπολείπονται κατά πολύ εκείνων τις οποίες ελάμβανε κατά τον χρόνο λήψης του δανείου, το Εφετείο έκρινε ότι οι αιτούντες-οφειλέτες, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά και τελούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010.

Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να καταγνωστεί ότι οι αναιρεσίβλητοι τελούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας (δεν επικαλείται έλλειψη παντελούς αιτιολογίας), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί μη περιέλευσης των αναιρεσίβλητων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής τους, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 624/2024, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για το ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του ληξιπρόθεσμου χρέους τους, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 624/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 6-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 181/11-7-2022), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 235/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ