Supreme Court allows appeal against EOPYY's loss of costs, granting it public body fee reductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by the National Organization for Health Services (EOPYY) against the First Instance Court's decision on litigation costs. While the court rejected the appeal's main arguments regarding the validity of the lower court's ruling, it found the specific request for reduced court fees valid due to EOPYY's status as a public entity. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remitted for further proceedings with costs offset between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, para. 1, Art. 580, para. 3, Art. 179 of the Code of Civil Procedure; A public health organization enjoying public body privileges is entitled to reduced litigation costs, and an appeal must be granted if the lower court's cost allocation violates these statutory reductions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 184 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 184 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RONTIS HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "RONTIS HELLAS A.E.B.E.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους Ιωάννα Σκαργιώτη και Λυδία Βιττώρια και 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e- ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο έμμισθο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-07-2011 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "RONTIS HELLAS A.E.B.E πρώην ΜΕΝΤΙΣΠΕΣ Α.Ε.Β.Ε." και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13043/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1519/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 12.10.2023 (και με αριθμό καταθέσεως 7977/801/13.10.2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 1519/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι συνεκδικασθείσες από 26.04.2021 και 06.07.2021 αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος νπδδ και της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμόν 13043/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η δεύτερη έφεση και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και μόνο κατά το κεφάλαιό της περί τόκων η πρώτη έφεση, εξαφανίσθηκε κατά το κεφάλαιο αυτό η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο η από 01.07.2011 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, ενώ είχε γίνει ολικώς δεκτή ως προς το αναιρεσείον και, στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσόν των 48.285,12 ευρώ, νομιμοτόκως, όχι από της επιδόσεως της αγωγής αλλά κατά τις επιμέρους διακρίσεις, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από τις αναφερόμενες συμβάσεις πωλήσεως ιατρικών προϊόντων.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στο αναιρεσείον με την επιμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης στις 21.09.2023 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 13.10.2023. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 31/02.03.2011), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 72 παρ.2 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150) "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής ΕΟΠΥΥ ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης.
Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον ΕΟΠΥΥ μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58), ως προς τις παροχές σε είδος. 3.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί να μεταφέρονται στον ΕΟΠΥΥ και άλλοι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί παροχής υγείας που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. 4.... 5...". Με το άρθρο 23 του ίδιου ως άνω νόμου (3918/2011) ορίστηκε ότι "1.
Οι υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος.
Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Β. Η ένταξη των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην οποία καθορίζεται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης...
γ... Με το άρθρο 29 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι "Ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. 2... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ", ενώ με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ". Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 23 παρ.1 Ββ του ν. 3918/2011 εκδόθηκε η ΥΑ .../2009 (ΦΕΚ ....2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 01.01.2012, στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του εν λόγω Ιδρύματος κλπ, οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.3 του π/δτος 266/1989, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π/δος 363/1992, μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ.
Από τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3918/2011 προκύπτει ότι: α) με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 συστήθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, στον οποίο εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, και ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), με τις μονάδες υγείας του και το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ, η δε μεταφορά των εντασσόμενων Μονάδων στον ΕΟΠΥΥ έγινε με την ΥΑ .../2009 (Β' 3010) από 1.1.2012.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των παρ. 1 και 9 του άρθρου 29 και την παρ. 9 του άρθρου 33 του ν. 3918/2011, ο ΕΟΠΥΥ κατέστη καθολικός διάδοχος των ΦΚΑ που εντάσσονται σε αυτόν, μεταξύ των οποίων και ο κλάδος υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και υπεισήλθε στις υποχρεώσεις αυτού, πλην των νοσοκομειακών μονάδων που εξαιρέθηκαν (άρθρο 32 ν. 3918/2011) και εντάχθηκαν σε συγκεκριμένα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), των οποίων λειτουργούν ως παραρτήματα (ΣτΕ 1416/2017, 2659/2016, 2280/2016) και γ) ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 29 του ιδίου νόμου, οι συμβάσεις των εντασσόμενων στον ΕΟΠΥΥ φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
Επομένως, μετά το ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος συνεχίζουν τις σχετικές δίκες ως καθολικοί διάδοχοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ο ΕΟΠΥΥ, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 343/2018, ΣτΕ 759/2020) και τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 του νόμου αυτού νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), στα οποία εντάχθηκαν τα αντίστοιχα νοσοκομεία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αν αφορούν προμήθειες του αντίστοιχου Νοσοκομείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 703/2016, ΣτΕ 2856/2020).
Ακολούθως, με το ν.4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ), αλλαγή σκοπού ΕΟΠΥΥ και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 38), οι οποίες ίσχυσαν, σύμφωνα με το άρθρο 56 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.02.2014), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων στην παρ. 2 του άρθρου 1 υπό τον τίτλο "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας", που εντάσσεται στο πρώτο κεφάλαιο του νόμου, ότι: "Στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) συνιστάται Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠε) της Χώρας" και στην παρ. 3 του άρθρου 2 ότι: "Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών ΠΦΥ, του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των ΔΥΠε ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρούμενων των Φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ, τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό".
Στο δεύτερο κεφάλαιο του ιδίου νόμου υπό τον τίτλο "Ρυθμίσεις σχετικά με το νέο σκοπό του ΕΟΠΥΥ" ορίσθηκε στο άρθρο 8 ότι "1.Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας είναι: α) Η αγορά υπηρεσιών υγείας για τους ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους, καθώς και για τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερθέντων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του Οργανισμού...
β)...γ)...δ)...", ενώ στο άρθρο 21 του ιδίου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας" και εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο αυτού με τίτλο "Ρυθμίσεις σχετικά με την διαθεσιμότητα/κινητικότητα υπαλλήλων του ΕΟΠΥΥ, οικονομικά και θέματα προσωπικού", ορίσθηκε ότι: "1...., 2..., 3..., 4.
Οι πάσης φύσεως-λειτουργικές δαπάνες των Κέντρων Υγείας και Περιφερειακών Ιατρείων αυτών, καθώς και των Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών ΠΦΥ που εντάσσονται στις ΔΥΠΕ και αποτελούν αποκεντρωμένες μονάδες αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των κλειστών-σφαιρικών προϋπολογισμών εσόδων-εξόδων των ΔΥΠΕ Οι αντίστοιχες πιστώσεις που είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, καθώς και στον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ για τον σκοπό αυτόν από 1-1-2015 μεταφέρονται και εγγράφονται στους προϋπολογισμούς των ΔΥΠΕ Οι αρμόδιες υπηρεσίες των ΔΥΠΕ αναλαμβάνουν τη σύνταξη και εκτέλεση του προϋπολογισμού, οικονομικού έτους 2015, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τα απολογιστικά στοιχεία των ανωτέρω μονάδων για τα έτη 2013 και 2014, την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος προμηθειών και υπηρεσιών, τη διενέργεια των σχετικών διαγωνιστικών διαδικασιών για τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και την ευθύνη ενταλματοποίησης και εκκαθάρισης των δαπανών αυτών. 5.
Για λόγους εύρυθμης λειτουργίας και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος τα Κέντρα Υγείας, τα Περιφερειακά ιατρεία καθώς και οι μονάδες παροχής υπηρεσιών ΠΦΥ που μεταφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και αποτελούν Αποκεντρωμένες μονάδες των ΔΥΠΕ, εξακολουθούν με την υφιστάμενη διαδικασία έως και τις 31.12.2014, να εφοδιάζονται με πάσης φύσεως φαρμακευτικό, υγειονομικό και λοιπό υλικό, καθώς και κάθε είδους παροχή υπηρεσιών, αντιστοίχως από τα νοσοκομεία διασύνδεσης και τις υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ.
Οι δαπάνες αυτές, επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ, από τους οποίους εξακολουθεί να διενεργείται η ενταλματοποίηση και εκκαθάριση των δαπανών αυτών, σύμφωνα με τα σχετικά παραστατικά, που θα εκδοθούν έως την ως άνω αναφερόμενη ημερομηνία. Μετά από γνώμη των ΔΥΠΕ, εκτελούνται κανονικά, υφιστάμενες συμβάσεις, καθώς επίσης και τυχόν διαγωνιστικές διαδικασίες, που βρίσκονται σε εξέλιξη, οι οποίες συνεχίζουν έως την ολοκλήρωσή τους....
Τα ακίνητα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στα οποία στεγάζονται ή συστεγάζονται Υγειονομικές Υπηρεσίες, Μονάδες Υγείας, το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας και λοιπές υπηρεσίες υγείας του Ιδρύματος, καθώς και ο μηχανολογικός, μηχανογραφικός και λοιπός εξοπλισμός, ο οποίος χρησιμοποιείται για την οργάνωση και παροχή των υπηρεσιών υγείας, από την ολοκλήρωση της ένταξης των μονάδων, παραχωρούνται προς χρήση άνευ ανταλλάγματος στις οικείες ΔΥΠε, στις οποίες κατανέμονται οι μονάδες υγείας και το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας, οι οποίες αναλαμβάνουν κατά αναλογία της χρήσης, την υποχρέωση της πληρωμής των αναλογούντων φόρων, τελών, λογαριασμών κοινής ωφέλειας, εξόδων συντήρησης, καθώς και των αναλογούντων εξόδων για τυχόν απαιτούμενη λειτουργική αναβάθμιση.
Τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ και οι Επιτροπές Προέγκρισης Φαρμάκων του Οργανισμού, στις Μονάδες Υγείας εξαιρούνται της παραχώρησης..... 7...... 8. Από την ψήφιση του παρόντος, το πάσης φύσεως υγειονομικό, φαρμακευτικό και λοιπό αναλώσιμο υλικό των υγειονομικών μονάδων του ΕΟΠΥΥ που εντάσσονται στις ΔΥΠε, περιέρχεται κατά κυριότητα σε αυτές, με έκδοση διαπιστωτικής πράξης, μετά τη διενέργεια σχετικής απογραφής από τις οικείες Περιφερειακές Διευθύνσεις του ΕΟΠΥΥ.
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις του ΕΟΠΥΥ έχουν την πλήρη ευθύνη για τη διαφύλαξη της κινητής και ακίνητης περιουσίας μέχρι την οριστική παράδοση της στις οικείες ΔΥΠε. 9. Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των ΔΥΠΕ.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις ΔΥΠΕ, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ". Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 3 του νόμου 4238/2014, εκδόθηκε η ....2014 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας (Β' 376), με την οποία κατανεμήθηκαν χωροταξικά, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, οι υφιστάμενες Μονάδες Υγείας του ΕΟΠΥΥ, που μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των ΔΥΠε.
Όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του ν. 4238/2014, σκοπός της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας που εισήχθη με τις προπαρατεθείσες διατάξεις αυτού, ήταν, αφενός "η επικέντρωση του ΕΟΠΥΥ στην κύρια αποστολή του ως εθνικού ασφαλιστικού φορέα υγείας και η ενδυνάμωση του ρόλου του ως αγοραστή υπηρεσιών υγείας, με ταυτόχρονη κατάργηση του διττού ρόλου του ως αγοραστή και παρόχου υπηρεσιών υγείας" και αφετέρου "η ανάπτυξη του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (ΠΕΔΥ), ενός ενιαίου συστήματος Πρωτοβάθμιου Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) στην Ελλάδα, μέσω της ενοποίησης των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του ΕΟΠΥΥ και του ΕΣΥ", με στόχο "τη διασφάλιση μιας επαρκούς αποτελεσματικής και αποδοτικής δέσμης υπηρεσιών υγείας για όλο τον πληθυσμό, την αποτροπή του κατακερματισμού του συστήματος ΠΦΥ και, κατά συνέπεια, τη βελτίωση του συντονισμού του και τη διασφάλιση της ορθολογικότερης διαχείρισης των δομών ΠΦΥ, του ανθρώπινου δυναμικού (ιατροί, επισκέπτες υγείας, νοσηλευτές, μαίες, φυσικοθεραπευτές κλπ) και των τεχνολογικών και λοιπών πόρων".
Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται (άρθρο 2 ν. 4238/2014) με τη μεταφορά και ένταξη των Μονάδων παροχής υπηρεσιών ΠΦΥ του ΕΟΠΥΥ στην οργανωτική δομή των ΔΥΠε , οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3329/2005). Ενόψει αυτής της αναμορφώσεως του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας, ο νομοθέτης στο άρθρο 21 του ν. 4238/2014 προέβλεψε τα σχετικά με τη μισθοδοσία προσωπικού, την οικονομική διαχείριση και τη μεταβίβαση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) που μεταφέρονται και εντάσσονται στις ΔΥΠε.
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του ως άνω άρθρου 21 προκύπτει ότι, από 1.1.2015, οι πάσης φύσεως "λειτουργικές" δαπάνες των Κέντρων Υγείας και Περιφερειακών Ιατρείων, καθώς και των Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών ΠΦΥ που εντάσσονται στις ΔΥΠε , βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των ΔΥΠε και για τον λόγο αυτόν οι αντίστοιχες πιστώσεις που αφορούν τις "λειτουργικές" αυτές δαπάνες των εντασσόμενων Μονάδων και είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ, μεταφέρονται και εγγράφονται στους προϋπολογισμούς των ΔΥΠε , οι αρμόδιες υπηρεσίες των οποίων αναλαμβάνουν, ακολούθως, τη σύνταξη και εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2015, λαμβάνοντας υπόψη τα απολογιστικά στοιχεία (έσοδα - έξοδα) των εντασσόμενων Μονάδων για τα έτη 2013 και 2014 και την κατάρτιση ετήσιου προγράμματος προμηθειών και υπηρεσιών, ενώ, προβλέπεται, για λόγους εύρυθμης λειτουργίας και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, ένα μεταβατικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου (17.2.2014) μέχρι τις 31.12.2014, κατά το οποίο οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών ΠΦΥ του ΕΟΠΥΥ που μεταφέρονται στις ΔΥΠε θα εξακολουθούν να εφοδιάζονται με πάσης φύσεως ιατροτεχνολογικά προϊόντα και κάθε είδους παροχή υπηρεσιών από τις υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ και οι δαπάνες για το διάστημα αυτό θα επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς του ΕΟΠΥΥ.
Κατά συνέπεια, οι προϋπολογισμοί των ΔΥΠε βαρύνονται μόνο με τις τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες των εντασσόμενων Μονάδων και μεταφέρονται στους προϋπολογισμούς των ΔΥΠε από τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ οι αντίστοιχες πιστώσεις που αφορούν αυτές τις δαπάνες, δηλαδή τις τρέχουσες δαπάνες λειτουργίας τους, ενώ και από το γεγονός ότι προβλέπεται το μεταβατικό στάδιο (17.2.2014 έως 31.12.2014), κατά το οποίο οι λειτουργικές δαπάνες των εντασσόμενων Μονάδων εξακολουθούν να βαρύνουν τον ΕΟΠΥΥ, με σκοπό, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, την απρόσκοπτη λειτουργία των εν λόγω Μονάδων, προκύπτει ότι ο νομοθέτης, επιδιώκοντας τη σταθεροποίηση και την εύρυθμη λειτουργία του νεοσύστατου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας, μετά την ένταξη σε αυτό και των Μονάδων παροχής υπηρεσιών ΠΦΥ του ΕΟΠΥΥ, δεν αποβλέπει στην επιβάρυνση των ΔΥΠε με επιπλέον οικονομικές υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ, πέραν των λειτουργικών δαπανών των εντασσόμενων Μονάδων.
Ενόψει τούτων, οι ως άνω διατάξεις των παρ. 4 και 5 του ως άνω άρθρου 21 του ν. 4238/2014, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό τους, ρυθμίζουν, αποκλειστικά και μόνον, το ζήτημα της κάλυψης των τρεχουσών δαπανών λειτουργίας των Μονάδων του ΕΟΠΥΥ, που εντάσσονται στις ΔΥΠε και μεταφέρονται σε αυτές ως οργανωτικές Μονάδες, οι οποίες (δαπάνες) προβλέπεται ότι, για μεν το αρχικό μεταβατικό διάστημα από 17.2.2014 έως 31.12.2014 καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ, ενώ από 1.1.2015 καταρτίζονται πλέον από τις υπηρεσίες των ΔΥΠε ίδιοι προϋπολογισμοί για τις εντασσόμενες Μονάδες, βάσει ετήσιου προγράμματος προμηθειών και υπηρεσιών που συντάσσεται για τις Μονάδες αυτές.
Δεν προβλέπεται, όμως, στις διατάξεις αυτές ούτε από άλλη διάταξη μπορεί να συναχθεί ότι οι ΔΥΠε καθίστανται οιονεί καθολικοί διάδοχοι του ΕΟΠΥΥ, υπό την έννοια ότι υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού και ως προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από διοικητικές συμβάσεις, οι οποίες είχαν υπογραφεί με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και αφορούν προμήθεια ιατρικού υλικού για τις ανάγκες των Μονάδων του, που στη συνέχεια εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, και οι οποίες είχαν ήδη εκτελεστεί έως 31.12.2014, που οι εν λόγω Μονάδες εντάχθηκαν πλέον στις ΔΥΠε.
Τούτο, δεν προκύπτει ούτε από τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 21 του ν. 4238/2014, που αναφέρεται σε συνέχιση εκκρεμών δικών για διαφορές των εντασσόμενων Μονάδων και του μετατασσόμενου προσωπικού, διότι η διάταξη αυτή, ερμηνευομένη στο πλαίσιο του προαναφερθέντος συστήματος, δεν αφορά θέματα και υποθέσεις που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μεταφέρθηκαν στις ΔΥΠε (ΣτΕ759/2020, ΑΠ465/2019, ΑΠ343/2018).
Επομένως, για τις συμβάσεις προμηθειών του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ με το ν. 3918/2011, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο ΕΟΠΥΥ και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες ΔΥΠε (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/ 2022, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 343/2018, ΣΤΕ 759/2020). Ακολούθως, με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 4387/12.05.2016 (Α' 85) συστήθηκε ως νπδδ ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) αποκαλούμενο "ΕΦΚΑ", με έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ορίσθηκε ότι από την 1η.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται σε αυτό αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), που αναφέρονται στα άρθρα 53 επ.
του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο νπδδ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του ΕΟΠΥΥ και την ένταξη των νοσοκομείων του στο ΕΣΥ, των οποίων ΦΚΑ ο ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος, στο δε άρθρο 53 του νόμου αυτού απαριθμούνται οι φορείς, κλάδοι, τομείς και λογαριασμοί, οι οποίοι από 1.1.2017 εντάσσονται στον ΕΦΚΑ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ΕΟΠΥΥ.
Ως σκοπός του ΕΦΚΑ, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ορίσθηκε ότι είναι η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β.
η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους ...... γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο ΕΦΚΑ, ο οποίος με το άρθρο 51 Α παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020 με έναρξη ισχύος από 1.03.2020, μετονομάσθηκε από την 1η.03.2020 σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενος στο εξής "e-ΕΦΚΑ".
Εξάλλου, ο ν. 4430/2016 (Α' 205/31.10.2016) στην παρ. 1 του άρθρου 52, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.4 περ. α' του ν.4447/2016 (ΦΕΚ Α' 241/23.12.2016), όριζε ότι "1.
α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κλπ......
β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31.12.2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί". Στην παρ.4 του ίδιου άρθρου 52 του ως άνω νόμου (4430/2016) ορίζονταν ότι: "Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από ΦΚΑ των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30.6.2017".
Η διάταξη αυτή της παρ.4 του άρθρου 52 του ν. 4430/2016 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ.1 α του ν. 4486/2017 (ΦΕΚ Α' 115/07.08.2017) ως ακολούθως "4. Μετά τις 30.06.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του ΕΦΚΑ. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο".
Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) χρηματοδοτήθηκε μεν από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού που αφορούν τα έτη προ της 31ης.12.2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.04.2016, μεταξύ δε αυτών και των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού από προμήθειες υγειονομικού και λοιπού υλικού που αφορούν Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ με το άρθρο 29 παρ.10 του ν. 3918/2011, η εξόφληση των οποίων έπρεπε να διενεργηθεί το αργότερο έως 30.06.2017, στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 97 παρ.1α του ν. 4486/2017, που αντικατέστησε την παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 4430/ 2016, ορίστηκε ότι μετά τις 30.06.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν, κατά τα ανωτέρω στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ.
Εξαιρούνται, όμως, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ που εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ. Οι ανωτέρω διατάξεις αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια από το άρθρο 12 του ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α' 200/03.12.2018), τιτλοφορούμενο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των ΦΚΑ που εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ", όπως η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 44 του ν. 4611/17.05.2019 (ΦΕΚ Α'73/17.05.2019), και το οποίο ως προς τη συνέχιση των εκκρεμών δικών από τον ΕΦΚΑ ορίζει ότι: "1.
α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) που εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κλπ), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κλπ, και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31.12.2020.
Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην ΟΠΑΔ/Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ, οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 (ΦΕΚ Α' 205).
β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1.1.2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Στην παρ. 12 του ίδιου ως άνω άρθρου (12) του αυτού νόμου ορίζεται ότι "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε άλλη αντίθετη διάταξη", ενώ, στην επόμενη διάταξη του άρθρου 13 του ίδιου νόμου (4578/2018), τιτλοφορούμενου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ ΕΟΠΥΥ", ορίζονται και τα εξής: "1.Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, την παρ.17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.
ΙΒ του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012..., στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο ΕΟΠΥΥ, ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του ΕΟΠΥΥ στις δίκες αυτές δεν θίγεται.
Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον ΕΟΠΥΥ και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αφενός ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελούσε, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 9 και 33 παρ. 9 του ν. 3918/2011, καθολικό διάδοχο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), στα οποία περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν με την παρ.2 του άρθρου 17 του ιδίου νόμου (3918/2011) στον ΕΟΠΥΥ, ο οποίος και είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών και αφετέρου ότι μετά τις 30.06.2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ.4 του ν. 4430/ 2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ.1 α του ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ, που προέρχονταν από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας είχαν ενταχθεί στον ΕΟΠΥΥ, όπως είναι και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά τα προεκτεθέντα (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, του πρώην Οίκου Ναύτου και του πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), μεταφέρθηκαν, παρακολουθούνταν και βάρυναν, έκτοτε, τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΕΦΚΑ), οι δε εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονταν από τον ΕΦΚΑ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης (ΣτΕ 759/2020) και συνεπώς στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιούνταν πλέον να παραστεί ο ΕΟΠΠΥ, αλλά ο ΕΦΚΑ (ΑΠ 578/2025, ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 343/2018).
Από τη γενικότητα της διατύπωσης της άνω διατάξεως και από το σκοπό που επιδιώκει συνάγεται ότι σε αυτές τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΕΟΠΠΥ που "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΕΦΚΑ)" συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' αυτού απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι και οι απαιτήσεις από άκυρες συμβάσεις προμήθειας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, που είχε συνάψει με προμηθευτές του το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μέχρι και τις 31.12.2011, οπότε, στην περίπτωση αυτή, το ως άνω νπδδ είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
του ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται σε εκείνο το ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 766/2014).
Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από 1η.1.2006 και εντεύθεν, όρισε μεν με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018, ότι οι υποχρεώσεις αυτές (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ) εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι τις 31.12.2019 (ΣτΕ 1841/2021, ΣτΕ 759/2020), ήδη δε μετά από διαδοχικές παρατάσεις μέχρι τις 31.12.2022 δυνάμει της ΥΑ .../2022 (ΦΕΚ Β' 3354/29.06.2022) με την οποία παρατάθηκε η ημερομηνία της εκκαθαρίσεως και πληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της παρ.1 του άρθρου 12 του ως άνω νόμου 4578/2018, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 85 του ν. 4826/ 2021, όμως η πάροδος άπρακτης της ενδεικτικής προθεσμίας καταβολής των χρεών αυτών από τον e-ΕΦΚΑ μέχρι τις 31.12.2022 δεν αναιρεί την υποχρέωσή του να τα καταβάλει και μετά την ημερομηνία αυτή, αφού η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, η οποία καθιερώνει τη σχετική υποχρέωση του e-ΕΦΚΑ, εξακολουθεί να ισχύει.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ιδίου ως άνω νόμου (4578/2018) επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του ΕΦΚΑ υπέρ του ΕΟΠΥΥ σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του ΕΟΠΥΥ στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον ΕΟΠΥΥ και εκτελούνται εις βάρος του.
Η διάταξη, όμως, αυτή, ορώμενη σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά στις εκκρεμείς δίκες του ΕΟΠΥΥ, που συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ, οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) των οποίων οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, στον ΕΟΠΥΥ και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, κατά τη διάταξη της παρ.4 του ιδίου άρθρου 52 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ" (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ"), αλλά εκείνες μόνον τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως ισχύει και άρθρο 12 του ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΑΠ 578/2025, ΑΠ 1408/2024, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/ 2022, ΑΠ 624/2022, ΣτΕ 759/2020) Συνεπώς, νομιμοποιούμενος παθητικά, σε κάθε περίπτωση, στις σχετικές δίκες, για εκείνες τις υποχρεώσεις, που αφορούν τα έτη προ της 1ης.1.2006, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως τις 30.06. 2017 είναι ο e-ΕΦΚΑ και η νομιμοποίηση αυτή, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 13 παρ.1 εδ.
α' του ως άνω ν. 4578/2018, περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή τους, ανεξάρτητα της προβλεπόμενης ρυθμίσεως του επόμενου άρθρου εδ. γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ως προς την ισχύ του δεδικασμένου των αποφάσεων που θα εκδοθούν επί των υποθέσεων αυτών, κατά την οποία οι αποφάσεις αυτές, όπως ορίζεται, δεσμεύουν τον ΕΟΠΥΥ και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του (ΑΠ 520/2023).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ (ΑΠ 468/2010) και εφόσον η νομιμοποίηση του διαδίκου, η οποία θεμελιώνεται στη διάταξη αυτή, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή όχι της προϋποθέσεως αυτής ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1408/2014, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021, ΑΠ 343/2018, ΑΠ 1006/2017, ΑΠ 2029/2014, ΑΠ 481/2012).
Η έλλειψη της νομιμοποιήσεως ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποιήσεως, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως περιστατικών συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον ισχυρισμό του περί νομιμοποιήσεως, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως (ΑΠ 55/2022,ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020, ΑΠ 649/2017).
4.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΣΠΙΕΣ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "RONTIS HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του νπδδ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", στη θέση του οποίου παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο στις 24.10.2018 συνεχίζοντας την εκκρεμή δίκη:
α) το νπδδ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, και β) το νπδδ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", ως καθολικός διάδοχός του, ήδη αναιρεσείον, την από 01.07.2011 αγωγή της, με την οποία ιστορούσε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταστίσθηκαν μεταξύ αυτής και του νπδδ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" κατά το χρονικό διάστημα από τις 30.09.2007 έως τις 31.10.2007, πώλησε σε αυτό και παρέδωσε κατ' εντολήν του στο επί της οδού ...
στην Αθήνα παράρτημά του Κλάδου Υγείας και μέσω αυτού στο "Αττικό Θεραπευτήριο Διαγνωστικό Κέντρο ΑΕ", κατόπιν σχετικών (81) έγγραφων παραγγελιών, διάφορα ιατρικά υλικά για την αιμοκάθαρση των ασφαλισμένων ασθενών του, συνολικής αξίας μαζί με τον αναλογούντα ΦΠΑ ύψους 106.035,70 ευρώ, εκδοθέντων προς τούτο των σχετικών (81) τιμολογίων πωλήσεως-δελτίων αποστολής.
Ότι, αν και το ΙΚΑ παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα πωληθέντα, αρνείται να της εξοφλήσει το ως άνω οφειλόμενο ποσό. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από το αρχικώς αιτούμενο ποσό των 106.035,70 ευρώ στο ποσό των 48.285,12, να υποχρεωθούν τα διάδοχα του ΙΚΑ-ήδη εναγόμενα νπδδ με τις αντίστοιχες επωνυμίες "ΕΦΚΑ" και "ΕΟΠΥΥ", ευθυνόμενα εις ολόκληρον έκαστο, να της καταβάλουν κυρίως με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως (άρθρα 513 επ.
του ΑΚ), άλλως, επικουρικώς, για την περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κριθούν άκυρες οι εν λόγω συμβάσεις, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), το ποσό των 48.285,12 ευρώ, το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο της οφειλής του ΙΚΑ από τις συμβάσεις αυτές και ως προς το οποίο έχουν καταστεί πλουσιότερα εις βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία και ο πλουτισμός τους σώζεται ακόμη και το ποσό αυτό νομιμοτόκως βάσει της παρ. 4 του άρθρου 4 του πδ/τος 166/2003 από την επομένη της παρέλευσης 60 ημερών από την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, άλλως από της επιδόσεως τα αγωγής και έως την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 13043/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο, ήτοι το νπδδ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ), λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, ενώ, κατά τα λοιπά, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της από τις διατάξεις περί πωλήσεως διότι οι επίδικες συμβάσεις ήταν άκυρες, έγινε ολικώς δεκτή κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως προς το δεύτερο εναγόμενο νπδδ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)" ως καθολικό διάδοχο του νπδδ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω αιτούμενο ποσό των 48.285,12 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση, πλέον των εξόδων.
Κατά της άνω αποφάσεως οι διάδικοι, ήτοι, το δεύτερο εναγόμενο νπδδ (ΕΟΠΥΥ), νομιμοποιούμενο ενεργητικώς σε άσκηση εφέσεως κατά το άρθρο 516 του ΚΠολΔ ως ηττηθείς διάδικος, και η ενάγουσα άσκησαν τις από 26.04.2021 και 06.07.2021 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συζητήθηκαν στις 04.10.2022, και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν και μόνο κατά το περί τοκοφορίας αίτημά της την έφεση του δευτέρου εναγομένου, εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο αυτό την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας επί της ουσίας το αίτημα αυτό, υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 48.285,12 ευρώ νομιμοτόκως και δη με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% για το επιμέρους χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της αγωγής έως τις 30.04.2019 κατά τα άρθρα 7 παρ. 2 του νδ/τος 496/1974 και 21 του ΚΔ της 26.06/10.07.1944 "περί Κώδικος των νόμων των δικών του Δημοσίου" και με επιτόκιο υπερημερίας υπολογιζόμενο κατά το άρθρο 45 του ν. 4607/1919 για το επόμενο αυτού χρονικό διάστημα της υπερημερίας από την 1η.05.2015 και έως την εξόφληση.
5.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον, νομιμοποιούμενο ενεργητικώς -κατά το άρθρο 556 του ΚΠολΔ- στην άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, ως ηττηθείς διάδικος (ΑΠ 1257/2025, ΑΠ 795/2023, ΑΠ 235/2023), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι το ίδιο νομιμοποιούνταν παθητικώς στην προκειμένη δίκη παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 29 παρ.1, 32 και 33 παρ. 9 του ν. 3918/2011, του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1 α του ν. 4486/2017, της υπουργικής αποφάσεως .../2009 και, σε κάθε περίπτωση, και των άρθρων 12 και 13 του ν. 4578/2018, 41 του ν. 4647/2019, 108 παρ. 1 του ν. 4764/2020, της υπ' αριθμόν ... υπουργικής αποφάσεως, της παρ. 4 του άρθρου 85 του ν. 4826/2021 και της υπ' αριθμόν .../2022 υπουργικής αποφάσεως, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις διατάξεις αυτές, θα έπρεπε να δεχθεί ότι υπόχρεο για την εν λόγω πληρωμή προς την πρώτη αναιρεσίβλητη είναι μετά τις 30.06.2017 μόνο το δεύτερο αναιρεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία "e-EΦΚΑ", το οποίο νομιμοποιούνταν παθητικώς στη δίκη και συνακόλουθα έπρεπε να απορρίψει ως προς το ίδιο την ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης.
6.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, ότι: "Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία της Β' έφεσης δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας ιατρικών υλικών.
Στο πλαίσιο της εν λόγω δραστηριότητάς της, κατόπιν διαδοχικών παραγγελιών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, πώλησε, μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε στο Νοσοκομείο - παράρτημα του ΙΚΑ Αθηνών (οδός ...), κατά το χρονικό διάστημα από 30-09-2007 έως 31-10-2007, ιατρικά υλικά και αναλώσιμα, καταρτίζοντας συνολικά 81 συμβάσεις πώλησης για μια έκαστη εκ των οποίων εξεδόθη το σχετικό τιμολόγιο.
Το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αναλάμβανε την υποχρέωση να εξοφλήσει κάθε τίμημα πώλησης εντός 60 ημερών από την έκδοση. Αν και δεν υπήρχε έγγραφη σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το τελευταίο, παρέλαβε τα σχετικά προϊόντα ανεπιφύλακτα. Εντούτοις, παρά την ανεπιφύλακτη παραλαβή των σχετικών εμπορευμάτων, ούτε το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ούτε ο ΕΟΠΥΥ είχαν καταβάλει το σχετικό τίμημα για την αγορά, με συνέπεια, από το αρχικό ποσό των 106.035,70 ευρώ, να εξακολουθεί να οφείλεται ποσό ύψους 48.285,12 ευρώ".
Ακολούθως, σχετικά με την νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, τα ακόλουθα: "Επομένως, εφόσον οι προμήθειες του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ αφορούν το χρόνο προ της 1-6-2011, οι σχετικές δίκες συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, εφόσον οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή τα οικεία Νοσοκομεία (ακολουθεί νομολογία).
Έτσι στην προκειμένη περίπτωση, τα επίδικα τιμολόγια αφορούν εμπορεύματα που εκδόθηκαν κατόπιν προφορικών παραγγελιών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, τα οποία η εκκαλούσα της Β' έφεσης πώλησε, μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε στον Νοσοκομείο - Παράρτημα του ΙΚΑ Αθηνών, των σχετικών συμβάσεων συναφθεισών εντός του χρονικού διαστήματος από 30-9-2007 έως 31-10-2007.
Τούτων δοθέντων, ορθά έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι νομιμοποιείται ενεργητικά ο ΕΟΠΥΥ και επομένως το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης της Α' έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας κατά τούτο την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως κάνοντας δεκτή ως προς το αναιρεσείον (νπδδ ΕΟΠΥΥ) την ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, παραβίασε, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 97 παρ. 1 του ν. 4486/2017, και 12 του ν. 4578/2018, όπως η περ.
α' της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 44 του ν. 4611/2019, διότι το αναιρεσείον τόσο κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης (στις 24.10.2018) και της δημοσιεύσεως της πρωτοβάθμιας αποφάσεως (22.09.2020), όσο και κατά το χρόνο ασκήσεως (Απρίλιος 2021) και συζητήσεως (στις 04.10.2022) της εφέσεώς του δεν νομιμοποιούνταν πλέον παθητικώς ως εναγόμενο, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, για την πληρωμή των ένδικων αξιώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες απέρρεαν από συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεν και εκτελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 30.09.2007 έως τις 31.10.2007, δεν είχαν όμως εξοφληθεί μέχρι και τις 30.06.2017 είτε από το ΙΚΑ είτε και από το αναιρεσείον ως οιονεί καθολικό διάδοχο αυτού, αλλά, σύμφωνα με τις ίδιες νομικές σκέψεις, στην εκκρεμή δίκη, που αφορούσε στις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", οι οποίες μεταβιβάσθηκαν στο αναιρεσείον (και παρέμειναν σε αυτό και μετά τον 4238/2014, αφού δεν μεταφέρθηκαν στις ΔΥΠε), νομιμοποιούνταν πλέον παθητικώς ως εναγόμενο μόνο το δεύτερο αναιρεσίβλητο νπδδ με την επωνυμία "ΕΦΚΑ" (και ήδη "e- ΕΦΚΑ"), στον οποίο, μετά τις 30.06.2017, μεταφέρθηκαν οι υποχρεώσεις αυτές και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης (ΑΠ 578/2025, ΑΠ 795/2023).
Η νομιμοποίηση αυτή του "e- ΕΦΚΑ" δεν έπαυσε μεταγενεστέρως δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4578/2018, διότι η ρύθμιση του άρθρου αυτού δεν αφορά στις προεκτεθείσες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στο αναιρεσείον και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016 (όπως αυτό ισχύει με το άρθρο 97 παρ.
ια' του ν. 4486/2017) "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ", αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκος Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30.06.2017 προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ επειδή εξαιρέθηκαν ρητά και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του.
Το γεγονός ότι παρήλθε η ορισθείσα, με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018, μέχρι τις 31.12.2022, προθεσμία που είχε δοθεί στον e-ΕΦΚΑ για την εξόφληση των παραπάνω υποχρεώσεων, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, δοθέντος ότι η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια' του ν. 4486/ 2017, εξακολουθεί να ισχύει.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του ΕισΝΚΠολΔ, "Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τα καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τα δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς".
Κατά την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως "Εις τα δίκας του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή", ενώ κατά την παράγραφο 3 "αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους".
Κατ' εξουσιοδότηση δε του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 εκδόθηκε η 134423/08.12.1992 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών "Αναπροσαρμογή δικαστικών εξόδων" (ΦΕΚ Β'11/1993), που αναπροσάρμοσε το ανωτέρω χρηματικό όριο στο ποσό των 100.000 δραχμών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/1998 "Το ανώτατο όριο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α' 200), επιδικάζεται συνολικά υπέρ όλων των διαδίκων που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο.
Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 3 του ν. 4038/2012 "Ο ΕΟΠΥΥ απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος, δασμό ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου καθώς και από τα δικαστικά τέλη και έχει όλες ανεξαίρετα τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο".
Ακόμη, στο άρθρο 37 παρ. 4 εδ. α' του ν. 4737/2020 ορίζεται ότι η παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 4238/2014 (Α' 31) αντικαθίσταται ως εξής: "α) το τμήμα Νομικών Υποθέσεων (του ΕΟΠΥΥ) τελεί υπό την εποπτεία του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του ΝΣΚ του ΕΟΠΥΥ και έχει προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου.
Στο Τμήμα υπάγονται οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στο Αυτοτελές Τμήμα Νομικών Υποθέσεων του ΕΟΠΥΥ κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι "δικαστικές υποθέσεις του ΕΟΠΥΥ που εκκρεμούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ενώπιον παντός δικαστηρίου και οποιονδήποτε βαθμό, διεκπεραιώνονται με απόφαση του προϊσταμένου του Γραφείου Νομικού Συμβούλου από τους λειτουργούς του ΝΣΚ που υπηρετούν στο γραφείο Νομικού Συμβούλου ή από δικηγόρους με έμμισθη εντολή του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων του ΕΟΠΥΥ ή από συνεργαζόμενους δικηγόρους για υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί".
Τέλος, με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου προστέθηκε παράγραφος 8 στο άρθρο 12 του ν. 4238/2014 ως εξής "8. Ο ΕΟΠΥΥ έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσεται δε από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων".
8.- Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, απορρίπτοντας το Εφετείο τον οικείο λόγο της εφέσεώς του και επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο που επιδίκασε εις βάρος του δικαστική δαπάνη ποσού 2.200 ευρώ, δεχόμενο ότι για τα νπδδ δεν ισχύει η ρύθμιση του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3639/1057, που αφορά στο Δημόσιο, διότι με αυτή δεν θεσπίζεται προνόμιο εκτεινόμενο στα νπδδ τα οποία δεν εκπροσωπούνται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν. 3693/1957, 28 παρ. 5 του ν. 2579/1998, 30 του ν. 4038/2012 και 37 του ν. 4737/2020, οι οποίες προβλέπουν μειωμένη δικαστική δαπάνη στα νπδδ, μεταξύ των οποίων και το ίδιο, ως διάδοχο του αρχικού διαδίκου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αφού τυγχάνει νπδδ, που εποπτεύεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τις διατάξεις αυτές, θα έπρεπε, κατά παραδοχή του οικείου λόγου εφέσεως, να εξαφανίσει το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης που επέβαλε εις βάρος του την ως άνω δικαστική δαπάνη και σε κάθε περίπτωση να την προσδιορίσει στο νόμιμο ύψος, δηλαδή μειωμένη σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.
9.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το παραπάνω κεφάλαιο αυτής, που αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατ' απόκλιση από τις σχετικές προβλέψεις του ΚΠολΔ, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, θεσπίζεται εξαιρετική ρύθμιση στις δίκες του δημοσίου σχετικά με τη δικαστική δαπάνη. Ωστόσο, η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις οργάνων του Δημοσίου η νομική υπηρεσία των οποίων ασκείται από το ΝΣΚ. Για τα λοιπά όργανα του Δημοσίου, όπως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία δεν εκπροσωπούνται από το ΝΣΚ, ναι μεν υπάρχουν τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957), πλην όμως η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω (ακολουθεί νομολογία).
Συνεπώς, ορθά έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων που επιβλήθηκαν στον ΕΟΠΥΥ ως ηττηθέντα διάδικο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 58 παρ. 4, 63 παρ. 1 εδ. α', 68 παρ. 1 και 84 παρ. 1 του ν. 4194/2013. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον συναφή λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε καταδικάσει το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας-πρώτης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθόρισε για την πρωτοβάθμια δίκη στο ποσό των 2.200 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων, τις οποίες εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ενώ όφειλε να τις εφαρμόσει προκειμένου να αποφανθεί για το ύψος των δικαστικών εξόδων που έπρεπε να επιβληθούν εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, ήδη αναιρεσείοντος νπδδ, τα οποία έπρεπε να οριστούν μειωμένα.
Τούτο, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 7- νομικές σκέψεις, το αναιρεσείον νπδδ (ΕΟΠΥΥ), λόγω ακριβώς της φύσεως των ανατεθεισών σε αυτό υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων, οι οποίες αφορούν, αποκλειστικώς, σε παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος και ανάγονται άμεσα στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ακόμη και αν εκπροσωπείται από δικηγόρο του με έμμισθη εντολή διεξαγάγει ουσιαστικά τις υποθέσεις του δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην εποπτεία του οποίου υπάγονται και οι δικηγόροι, που απασχολούνται σε αυτό με έμμισθη εντολή, και συνακόλουθα απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και αυτών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, όπως προσδιορίζεται στις διατάξεις αυτές κατά τη ρητή διατύπωσή τους (ΑΠ 576/2024, AΠ 1883/2022, βλ και αντίθετη ΑΠ 1150/2024).
Επομένως, ο τρίτος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί των δικαστικών εξόδων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία επιβλήθηκαν εις βάρος του αναιρεσείοντος-πρώτου εναγομένου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
8.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος, εκ των αριθμών 12 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, η έρευνα του οποίου καθίσταται αλυσιτελής διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω πρώτου και τρίτου λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνης που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 β του ΚΠολΔ). Λόγω του προνομίου της ατέλειας που απολαμβάνει το αναιρεσείον νπδδ, το οποίο δεν υποχρεούται, κατά το άρθρο 30 παρ. 3 του ν. 4038/2012, σε κατάθεση του παραβόλου που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ για την άσκηση αναιρέσεως και ούτε έχει κατατεθεί τέτοιο, δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη στο διατακτικό της προκειμένης αποφάσεως. Τα δικαστικά έξοδα της προκειμένης δίκης πρέπει να συμψηφιστούν ολικώς μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 179 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, διότι η ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, επί των οποίων εδράζεται το αίτημα του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1519/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, πλην εκείνης που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ