Legislator Case Law & Legislation
1847/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal withdrawal request and rejects appeal arguments regarding shareholder damages and procedural errors.

Case Number 1847/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to withdraw their appeal and rejected their supplementary grounds for overturning the Third Instance Court of Larissa's decision. The appellants argued that the lower court failed to examine claims regarding direct damages to minority shareholders and procedural violations, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the lower court properly rejected the claim due to lack of standing, as the alleged harm was deemed indirect, and thus the appeal was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal is permissible without consent if the court has not held oral debate, but later withdrawal is inadmissible if the respondent objects. Articles 559, 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on failure to examine a claim is unfounded if the court examined and rejected the claim for any reason.

Keywords

AI generated
appeal withdrawal supreme court shareholder damages standing requirement indirect damage procedural error minority shareholders

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1847 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1847/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Κ., κατοίκου Β. και 2) Β. Β. του Κ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο και από το δικαίωμα της από 11-10-2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 121/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τον 7ο αναιρεσίβλητο προσκόμισε δε το από 15-9-2022 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Μάριου Ζούμπου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ι., 2) Φ. Μ. του Σ., 3) Λ. Μ. του Σ., 4) Ι. Μ. του Σ., 5) Ε. Μ. του Σ., 6) Θ. Κ. συζύγου Μ. και 7) Χ. Σ. του Α., απάντων κατοίκων .... Οι 1ος, 2η, 3η, 4ος, 5η και 6η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο 7ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2021 αίτησή τους και τους από 23-9-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και οι 1ος έως και 6η αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και το τρίτο τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 741/2020, ΑΠ 1382/2011). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και κηρύσσεται καταργημένη η δίκη.

Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο (ΑΠ 741/2020, ΑΠ 369/2019, ΑΠ 712/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 11-10-2021 αίτηση για αναίρεση της 121/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης αναγνώσθηκαν:

α) η νομίμως κατατεθείσα στην γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου από 23-9-2022 δήλωση των αναιρεσειόντων περί παραίτησης αυτών από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ως άνω αίτησης αναίρεσης ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο, που φέρει την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους (βλ. προσκομιζόμενο ειδικό πληρεξούσιο υπ' αριθμ. 36839/15-9-2022 του συμβολαιογράφου ...

Ιωάννη Ζούμπου) και β) η υπ' αριθμ. 4148Δ'/28-9-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Λάρισας Φωτεινής Κουρομπλή, από την οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω δήλωση επιδόθηκε στον έβδομο αναιρεσίβλητο Χ. Σ.. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη και συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο και πρέπει ως προς αυτόν η δίκη να θεωρηθεί καταργημένη.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 121/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 53/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ως αποζημίωση, εξαιτίας της αδικοπρακτικής και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς τους, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι αιτούντες άσκησαν προσθέτους λόγους με το από 23-9-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 23-9-2022, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 27-3-2023.

Από τις υπ' αριθμ. 4162Δ', 4156Δ', 4154Δ', 4158Δ', 4160Δ' και 4151Δ' / 28-9-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Φωτεινής Κουρομπλή, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στους έξι πρώτους αναιρεσίβλητους την 28-9-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 928 εδ. β', 929 εδ. β', 297 και 298 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας αξίωση για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει μόνο ο ζημιωθείς αμέσως από την πράξη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος (ολΑΠ 18/2004, ΑΠ 413/2020), εκτός αν η συμπεριφορά του αδικοπρακτούντος, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά και ως προς τον τρίτο είτε αδικοπραξία είτε αυτοτελή λόγο υποχρέωσης για αποζημίωση (ΑΠ 1214/2021).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22, 22β του Ν. 2190/1920, 31, 32 ΕμπΝ, 68, 714, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι τα μέλη διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας ευθύνονται έναντι του νομικού αυτού προσώπου, για τη ζημία που από πταίσμα τους προξένησαν στην εταιρία, η ευθύνη τους δε αυτή υφίσταται και κατά τα άρθρα 914, 919 ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη τους, στρεφόμενη κατά της εταιρίας, αποτελεί και αδικοπραξία, με την έννοια των διατάξεων των εν λόγω άρθρων.

Στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ζημιογόνος πράξη, που αποτελεί και αδικοπραξία στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την αξίωση προς αποζημίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρίας, νομιμοποιούμενο να εγείρει την οικεία αγωγή κατά των μελών της διοίκησης, κατά τους όρους του άρθρου 22β του Ν. 2190/1920.

Οι κατ' ιδίαν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας, τυχόν υφιστάμενοι έμμεση ζημία, που μπορεί να συνίσταται στην πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών ή τη μείωση της εσωτερικής αξίας τους ή τη διανομή μικρότερου μερίσματος, δεν έχουν και αυτοί παράλληλα αξίωση αποζημίωσης για τη ζημία τους αυτή, γιατί δεν είναι οι αμέσως από την αδικοπραξία ζημιωθέντες.

Ωστόσο, κατά λογική ακολουθία των προεκτεθέντων, έχουν και οι μέτοχοι αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης κατά των μελών της διοίκησης της εταιρίας, όταν η ζημιογόνος πράξη των τελευταίων, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος, συνιστά δηλαδή και ως προς τους μετόχους αδικοπραξία, από την οποία απορρέει άμεση και αυτοτελής υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 413/2020, ΑΠ 1298/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της αδικοπραξίας που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την επιχειρηθείσα με πρόθεση πράξη του υπαιτίου ή από την παράλειψη αυτού, η δε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, των οποίων η έννοια είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και με κριτήριο τις ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως, σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου.

Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, υπό την ανωτέρω έννοια (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς.

Αναφορικά με την πρόθεση δεν απαιτείται να ενήργησε το πρόσωπο τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης του άλλου, αλλά αρκεί η θέλησή του για την επελθούσα ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. Η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα του άρθρου 914 ΑΚ και είναι νομικά δυνατό συγκεκριμένη συμπεριφορά του υπαιτίου προσώπου να είναι αντίθετη τόσο προς την πρώτη όσο και προς τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (ΑΠ 1121/2019, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 419/2018).

Εξάλλου, περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι και εκείνη κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού. Τέλος, δικαιούχος της αποζημίωσης δεν είναι οποιοσδήποτε που ζημιώθηκε από την "από πρόθεση" ανήθικη συμπεριφορά του δράστη, αλλά μόνο εκείνος, έναντι ακριβώς του οποίου η συμπεριφορά του ζημιώσαντος αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς.

Επομένως και οι μέτοχοι ανώνυμης εταιρίας μπορούν να στραφούν, υπό τις προϋποθέσεις της προαναφερόμενης διάταξης, κατά των οργάνων της εταιρίας, όταν δηλαδή η συμπεριφορά των τελευταίων, έναντι ακριβώς αυτών, αντίκειται στα χρηστά ήθη. Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, προδήλως ενεργούν εναντίον των χρηστών ηθών και οι μέτοχοι ανώνυμης εταιρίας, που έχουν την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο και στη γενική συνέλευσή της, οι οποίοι, με την πρόθεση να αποκομίσουν μόνο οι ίδιοι τα κέρδη από την αναμενόμενη με βεβαιότητα μεγάλη αύξηση των περιουσιακών της στοιχείων και να στερήσουν από τα κέρδη αυτά άλλο μέτοχο της εταιρίας, με μεθοδευμένες και νομιμοφανείς ενέργειες, μεταβιβάζουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία της εταιρίας τους σε άλλη ανώνυμη εταιρία, που οι ίδιοι για το σκοπό αυτό συνιστούν και στην οποία μόνο αυτοί πλέον συμμετέχουν αποκλείοντας έτσι από τη νέα εταιρία τον άλλο μέτοχο (ΑΠ 1214/2021, ΑΠ 1298/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ολΑΠ 7/2006, ολΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ολΑΠ 2/2013, ΑΠ 1214/2021). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).

Με την από 16-7-2013 αγωγή τους οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, Α. Π. του Κ. και Β. Β. του Κ., εξέθεσαν τα εξής: Ότι οι διάδικοι (ενάγοντες και εναγόμενοι) είναι μέλη (μέτοχοι και μέλη Διοικητικού Συμβουλίου) της οικογενειακής εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α..Ε..", η οποία ιδρύθηκε το έτος 1994, προέρχεται από μετατροπή της προσωπικής εταιρείας με την επωνυμία "Σ..

Ι.. Μ. & Σ. Ε.Ε." και έχει ως έδρα την πόλη του ... και ως σκοπό την εμπορία και παραγωγή προϊόντων τσιμέντου και δομικών υλικών. Ότι έκαστος των εναγόντων είναι κύριος ποσοστού 10% των μετοχών της εταιρείας και του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της. Ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται σε 472.008,00 ευρώ, ολοσχερώς καταβεβλημένο, διαιρούμενο σε 14.200 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 33,24 € εκάστης, και η μετοχική σύνθεση της εταιρείας έχει ως εξής:

Πλειοψηφία: Φ. Μ. (2η εναγομένη) ποσοστό 28%, ήτοι 3.976 μετοχές, Λ. Μ. (3η εναγομένη) ποσοστό 20%, ήτοι 2.840 μετοχές, Ι. Μ. (4ος εναγόμενος), ποσοστό 32%, ήτοι 4.544 μετοχές. Μειοψηφία: Α. Π. (1ος ενάγων) ποσοστό 10%, ήτοι 1.420 μετοχές, Β. Β. (2η ενάγουσα) ποσοστό 10%, ήτοι 1.420 μετοχές. Ότι στο πενταμελές Δ.Σ. της εταιρείας, από τη σύστασή της μέχρι σήμερα, συμμετείχαν από την οικογένεια Μ.

οι Σ. Μ. (1ος εναγόμενος), ως Π., Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, η σύζυγός του, Ελένη Μ. (5η εναγομένη), και η αδελφή αυτής, Θ. Κ. (6η εναγομένη), και από την οικογένεια Π. συμμετείχαν ο Κ. Π. μέχρι την ημέρα του θανάτου του, 28.01.2005, και ο Α. Π. (1ος ενάγων), ως αντιπρόεδρος, από την ίδρυση της εταιρείας μέχρι 30.06.2005, οπότε έληξε η θητεία του και δεν επανεκλέχθηκε από την πλειοψηφία.

Ότι στη θέση των ανωτέρω δύο μελών εκλέχθηκαν, με τις ψήφους της πλειοψηφίας, στις 18.02.2005 ο Χ. Σ., (7ος εναγόμενος, δικηγόρος της οικογένειας Μ.), και στις 15.07.2005 η Λ. Μ. (3η εναγομένη). Ότι από 26.07.2005 η Ε. Μ. (5η εναγομένη) ανέλαβε αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, ενεργώντας από κοινού ή χωριστά με τον Σ.

Μ. (1ο εναγόμενο). Ότι σήμερα το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αποτελείται από τους: 1) Σ. Μ., (1ο εναγόμενο), Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, ενεργούντα μόνο ή από κοινού με την Ε. Μ.. 2) Ε. Μ., (5η εναγομένη), Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. και νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας, ενεργούσα μόνη ή από κοινού με τον Σ.

Μ.. 3) Θ. Κ., (6η εναγομένη), Λ. Μ., (3η εναγομένη), Χ. Σ., (7ο εναγόμενο), μέλη. Ό. στην πραγματικότητα ο Σ. Μ. αποφασίζει μόνος για όλα τα εταιρικά θέματα και τα λοιπά μέλη της πλειοψηφίας περιορίζονται στο να επικροτούν τις ειλημμένες από αυτόν αποφάσεις και να τις επικυρώνουν με την ψήφο τους, ως μέλη των οργάνων της εταιρείας (Δ.Σ.

και Γ.Σ). Ότι οι αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι οποίες έλαβαν χώρα μέχρι σήμερα, είναι αυτές που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς. Ότι οι εναγόμενοι εκμηδένισαν την αξία των μετοχών των εναγόντων, (ποσοστού 10% για κάθε ενάγοντα επί του μετοχικού κεφαλαίου), ανεξάρτητα από τη ζημία της εταιρείας, κατά τρόπο παράνομο και υπαίτιο και κατά παράβαση των χρηστών ηθών, από πρόθεση, ενεργώντας από κοινού, με τη συμπεριφορά τους, η οποία αναλύεται στην ένδικη αγωγή και εκτυλίχθηκε διαρκώς κατά τα έτη 2002-2012, ύστερα από απόφαση και σχεδιασμό του Σ.

Μ.υ και αναγκαία συνδρομή των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι ψηφίζοντας σύμφωνα με τις εισηγήσεις του ως μέλη των αρμόδιων εταιρικών οργάνων (Γ.Σ. και Δ.Σ.) έθεσαν στις επιδιώξεις του Σ. Μ.υ το ένδυμα των εταιρικών αποφάσεων και επέφεραν αιτιωδώς το ζημιογόνο σε βάρος των εναγόντων αποτέλεσμα, γι' αυτό πρέπει να τους αποζημιώσουν εις ολόκληρο έκαστος.

Ότι η λειτουργία της εταιρείας απέδιδε ελάχιστα κέρδη, αλλά η εταιρία ήταν ιδιοκτήτρια δύο ακινήτων (οικοπέδων), μεγάλης εμπορικής αξίας, τα οποία περιγράφονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, και κατά το έτος 1999 συμφωνήθηκε άτυπα μεταξύ των δύο οικογενειών, (μετόχων της εταιρείας), και αποφασίστηκε: α) η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, με ταυτόχρονη διανομή της στα μέλη της (φυσικά πρόσωπα, έμμεσους συνιδιοκτήτες της), και β) η παράλληλη διακοπή της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρείας.

Ότι ως πρώτη ενέργεια αποφασίστηκε από τα μέλη των δύο οικογενειών, τα οποία κατείχαν το σύνολο των μετοχών της εταιρείας, να ανεγερθεί στα ακίνητα της εταιρίας πολυώροφη οικοδομή καταστημάτων και γραφείων, συνολικής δομημένης επιφάνειας 4.147 τ.μ., αλλά η απόφαση αυτή δεν υλοποιήθηκε από υπαιτιότητα του Σ.

Μ.υ, μολονότι οι προοπτικές εκτέλεσης του έργου ήταν ιδανικές για όσους λόγους αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, ήτοι διότι υπήρχαν άριστες προοπτικές για εκμετάλλευση της πολυώροφης οικοδομής, δυνατότητα χρηματοδότησης του έργου και η απόδοση της επένδυσης θα ήταν μεγάλη. Ότι προς εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας των μετόχων της εταιρείας διενεργήθηκαν οι ενέργειες που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, και μετά την τακτοποίηση της τελευταίας εκκρεμότητας, η οποία πραγματοποιήθηκε στο τέλος Αυγούστου 2002, δεν υπήρχε πλέον κανένα εξωτερικό εμπόδιο, ώστε να αρχίσει από 01.09.2002 η ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής και να αποπερατωθεί η οικοδομή έως 31.12.2003, αλλά από 01.09.2002 άρχισε να εκδηλώνεται η αδικοπρακτική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία περιγράφεται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς και οδήγησε στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών των εναγόντων, διότι ο Σ.

Μ. και οι λοιποί εναγόμενοι, οι οποίοι τον στήριζαν, ως μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. της εταιρείας, στην αρχή αδράνησαν και μετά ματαίωσαν συνειδητά την κατασκευή της ανωτέρω πολυώροφης οικοδομής. Ότι η βασική αιτία, για την οποία μετέβαλε γνώμη ο Σ. Μ. ως προς την ανέγερση της ανωτέρω πολυώροφης οικοδομής, ήταν η επιθυμία του να παραμείνουν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες εξ αδιαιρέτου, ώστε αυτός και η οικογένειά του, (ως πλειοψηφία), να συνεχίσουν να ελέγχουν την ακίνητη ιδιοκτησία της οικογένειας των εναγόντων, (ως μειοψηφίας), και ως πρόσχημα για την εγκατάλειψη της συμφωνίας ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 4.147 τ.μ., προβλήθηκε από τον Σ.

Μ. η έλλειψη χρηματοδότησης, μολονότι όμως οι ενάγοντες εκδήλωσαν σαφή αντίρρηση ως προς την ανατροπή των συμφωνηθέντων και ως προς τα αίτια αλλαγής στάσης του Σ. Μ.υ, την οποία γνωστοποίησαν στους αντιδίκους τους με το από 05.03.2003 εξώδικο έγγραφό τους, η γενική συνέλευση των μετόχων, (η οποία συνεδρίασε μετ' αναβολή στις 08.03.2003), αποφάσισε (με τις ψήφους των εναγομένων) ότι δεν λαμβάνει απόφαση ως προς το θέμα ανέγερσης της πιο πάνω πολυώροφης οικοδομής.

Ότι η ματαίωση της ανέγερσης της ομόφωνα συμφωνημένης πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 4.147 τ.μ., σε οικόπεδο της εταιρείας, εμβαδού 1.807,75 τ.μ., και η παρεμπόδιση εκμετάλλευσης της υπόλοιπης τεράστιας ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, (οικοπέδου, εμβαδού 4.630,70 τ.μ.), έγινε συστηματικά, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, σε γνώση των μελών της πλειοψηφίας ότι έτσι βλάπτεται η εταιρεία, και από όσα αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, προκύπτει ότι η πλειοψηφία αποδέχτηκε την πρόκληση βλαβών στην εταιρεία, με σκοπό την εξυπηρέτηση των προσωπικών και οικογενειακών συμφερόντων της οικογένειας Μ., σε βάρος των εναγόντων, ως μειοψηφίας, και ότι εξαιτίας της επίδικης συμπεριφοράς των εναγομένων η εταιρεία απώλεσε μέχρι 31.12.2012 περιουσιακά οφέλη, ποσού 1.757.851,45 ευρώ, (ήτοι: 1.872.428,60 € - 114.577,15 €), όπως τα οφέλη αυτά αναλύονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς.

Ότι η συμπεριφορά των εναγομένων σχετικά με άλλες περιπτώσεις αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας (των διαδίκων) ήταν εξίσου ζημιογόνα, διότι: 1) Στις 21.04.2005 άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της εταιρείας των διαδίκων και της πολυεθνικής εταιρίας L., διαμέσου της εκπροσώπου της, εταιρείας P. H., με πρωτοβουλία της τελευταίας, σχετικά με την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας των διαδίκων, αλλά τα μέλη της οικογένειας Μ..

απέρριψαν με δόλιο τρόπο την πρόταση της εταιρείας P. H. (L.), με συνέπεια να προκληθεί στην εταιρεία των διαδίκων ζημία, ποσού 1.180.517,86 ευρώ από μη είσπραξη τιμήματος πώλησης, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή αναλυτικά. 2) Στην τακτική Γ.Σ. της 24.07.2008 το Δ.Σ. εισήγαγε ως θέμα για τη λήψη απόφασης την "Έγκριση του συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου 1.517/15.05.2008 της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Ρήγα", αξίας 4.320.000 €, διάρκειας της μίσθωσης 30 ετών, μεταξύ της εταιρείας των διαδίκων και της εταιρείας "K.

P. Α.Ε.", η οποία ενεργούσε ως real estate developer σε συνεργασία και για λογαριασμό της πολυεθνικής εταιρείας "…", αλλά, τελικά, η επένδυση δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της συμπεριφοράς του Δ.Σ. της εταιρείας των διαδίκων έναντι της μισθώτριας εταιρείας, η οποία περιγράφεται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, και απωλέσθηκε οριστικά, χωρίς εύλογη αιτία, ακόμη και η δυνατότητα μίσθωσης των επιμέρους οικοπέδων της εταιρείας των διαδίκων αντί του ποσού των 8.143.391,30 ευρώ, προκειμένου:

α) να μη μετέχουν τα φυσικά πρόσωπα της μειοψηφίας στην ωφέλεια της μίσθωσης και β) να διασφαλίζεται η λειτουργία της εταιρείας των διαδίκων, για να συνεχίζεται η απομύζησή της από την πλειοψηφία, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή αναλυτικά, και έτσι η πλειοψηφία προκάλεσε συνειδητά βλάβη στα συμφέροντα της εταιρείας (των διαδίκων) με σκοπό τη βλάβη των εναγόντων. 3.

Στην τακτική Γ.Σ. (αρ. 31/21.07.2011) η πλειοψηφία των μετόχων (80%) έλαβε απόφαση για νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας (των διαδίκων) κατά 159.552,00 €, για να αντιμετωπιστεί το κόστος ανέγερσης τριών (3) φοιτητικών Studios, (ως ανωδομής της ισόγειας οικοδομής του κτιρίου Τ.), και, έτσι, οι ενάγοντες, ως μειοψηφία, εξαναγκάστηκαν από την πλειοψηφία να καταβάλουν το ποσό των 31.910,40 €, για να μη χάσουν το ποσοστό τους στην εταιρεία και το αντίστοιχο ποσοστό στα ακίνητα της εταιρείας, των οποίων είναι έμμεσοι συνιδιοκτήτες, αλλά, τελικά, η έναρξη των οικοδομικών εργασιών καθυστέρησε δύο έτη και έγινε, όταν πλέον τα έσοδα από τα μισθώματα του ισογείου του ίδιου κτιρίου μειώθηκαν κατά ποσοστό 63,88%, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ανωτέρω ενέργεια της πλειοψηφίας αποσκοπεί στη διατήρηση της εταιρείας (των διαδίκων) πάση θυσία, για να αντλούνται κεφάλαια από τους ενάγοντες, ως μειοψηφία, με τις συνεχείς αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, έως ότου υποκύψουν οι ενάγοντες και χαρίσουν τις μετοχές τους στην πλειοψηφία.

Ότι πέραν των συστηματικών και μεθοδευμένων ενεργειών που αναφέρθηκαν, τα μέλη της οικογένειας Μ., εκμεταλλευόμενα τον απόλυτο έλεγχο των οργάνων της εταιρείας (των διαδίκων), (5/5 του Δ.Σ. και 80% της Γ.Σ.), έκαναν και άλλες καταχρηστικές ενέργειες, για να αποφύγουν την επιβεβλημένη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας, (η οποία εμφανίζει ζημίες από το έτος 2005 και μετέπειτα συνεχώς), και τη διανομή του ενεργητικού της εταιρείας στα φυσικά πρόσωπα, μετόχους της, ενώ, παράλληλα, δεν αξιοποιούν την ακίνητη περιουσία της, αλλά, αντίθετα, προβαίνουν σε οικονομική αποστράγγιση της μειοψηφίας με τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, και διατηρούν την εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας, μολονότι:

α) οι πωλήσεις της εταιρείας κατά την τριετία 2010-2012 είναι οι χαμηλότερες από τη σύσταση της εταιρείας και οι πωλήσεις του έτους 2012 ανέρχονται σε ποσοστό 58,03% των πωλήσεων του έτους 1999, β) τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας και διάθεσης της εταιρείας αυξήθηκαν υπέρμετρα κατά το έτος 2006, (αμέσως μετά την έξοδο της μειοψηφίας από το Δ.Σ.

της εταιρείας), κατά ποσοστό 281,50% και έκτοτε παρέμειναν στα ίδια επίπεδα μέχρι τη χρήση του έτους 2012, και κατά τα έτη 2006-2012 ανήλθαν στο ποσό των 703.598 ευρώ, ήτοι αυξήθηκαν κατά ποσοστό 310,92% έναντι της χρονικής περιόδου 1999-2005, οπότε ανήλθαν στο ποσό των 226.292 ευρώ, γ) οι ζημίες εκμετάλλευσης της εταιρείας κατά τα έτη 2005-2012 ανήλθαν στο ποσό των 304.189 ευρώ, διότι οι εισπράξεις της εταιρείας δαπανώνται, για να λαμβάνουν τα τέκνα του Σ.

Μ.υ υπέρογκες αμοιβές ως εργαζόμενοι της εταιρείας, ήτοι η Φ. Μ.. ως λογίστρια και ο Ι. Μ. ως εργατοτεχνίτης, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, και το ζεύγος Σ. και Ελένης Μ. εξωφρενικά και χαριστικά bonus, όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς. Ότι με αυτές τις ενέργειες, οι οποίες αναλύονται στην ένδικη αγωγή εκτενώς και λεπτομερώς, γίνεται απομύζηση των εναγόντων, ως μειοψηφίας των μετόχων, από τους εναγόμενους διαμέσου της εταιρείας τους.

Ότι ενόψει των ανωτέρω, ο 1ος ενάγων, Α. Π., ως μέτοχος της μειοψηφίας κατά ποσοστό 10%, κατέθεσε αίτηση κατ' άρθρο 39 παρ. 1 του Κωδ. Νόμου 2190/1920, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στην εταιρεία (των διαδίκων), για σύγκλιση έκτακτης Γ.Σ. με θέματα: α) την άσκηση αγωγής αποζημίωσης της εταιρείας κατά μελών του Δ.Σ. για τις ζημίες που προκάλεσαν εξαιτίας της μη εκτέλεσης της ομόφωνης απόφασης για ανέγερση οικοδομής, εμβαδού 4.147 τ.μ., (άδεια οικοδομής 62/2001), β) την άσκηση δύο χωριστών αγωγών της εταιρείας κατά μελών του Δ.Σ.

για τις ζημίες που προκάλεσαν κατά τις περιόδους 2005-2007 και 2008-2010, αντίστοιχα, από και εξαιτίας της λειτουργίας της, και γ) τη λήψη απόφασης για λύση και εκκαθάριση της εταιρείας. Ότι ενόψει της τακτικής Γ.Σ. έτους 2012, η οποία συγκλήθηκε στις 26.07.2012, και της έκτακτης Γ:Σ., η οποία ορίστηκε να γίνει στις 06.09.2012, οι ενάγοντες υπέβαλαν τα έγγραφα που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, αλλά το Δ.Σ.

της εταιρείας απαξίωσε να παράσχει πληροφορίες και οι μέτοχοι της πλειοψηφίας απαξίωσαν να αιτιολογήσουν την ψήφο τους στη Γενική Συνέλευση, και, έτσι, με την απόρριψη του θέματος για λύση και εκκαθάριση της εταιρείας και με την απόρριψη των άλλων θεμάτων (για άσκηση αγωγής κατά του Σ. Μ.υ και άλλων μελών του Δ.Σ.

προς αποζημίωση της εταιρείας), κατέστησαν απολύτως βέβαια τα εξής περιστατικά: α) Ότι η πλειοψηφία (των μετόχων της εταιρείας) είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την εταιρεία προς απομύζηση της μειοψηφίας, χωρίς να αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία της εταιρείας, αλλά αντίθετα βλάπτει την εταιρεία, ενώ η εταιρεία εμφανίζει τεράστιες και συνεχόμενες επί ολόκληρη οκταετία ζημίες από τη λειτουργία της, β) Ότι δεν είναι δυνατή η αποχώρηση των εναγόντων από την εταιρεία με μεταβίβαση των μετοχών τους σε τρίτους.

Ότι μετά τη Γενική Συνέλευση της 06.09.2012, στην οποία γίνεται εκτενής και λεπτομερής αναφορά στην ένδικη αγωγή, οι μετοχές των εναγόντων κατέστησαν χωρίς αγοραία αξία για όσους λόγους αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς. Ότι από όσα ιστορούνται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, ως μέλη του Δ.Σ.

και μέτοχοι της εταιρείας (των διαδίκων), ασκούν τα δικαιώματά τους προς λήψη αποφάσεων στα όργανα της εταιρείας με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της πλειοψηφίας και τη βλάβη των συμφερόντων της μειοψηφίας, γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι, ταυτόχρονα, την προκαλούμενη, αιτιωδώς, βλάβη των συμφερόντων της εταιρείας.

Ότι, συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ματαίωσαν από πρόθεση την προσδοκώμενη οικονομική ωφέλεια των εναγόντων και της εταιρείας: α) από την ανέγερση της οικοδομής, εμβαδού 4.147 τ.μ., παραβιάζοντας τα ατύπως συμφωνηθέντα μεταξύ του συνόλου των μελών της εταιρείας (μετόχων και μελών Δ.Σ.), και β) από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, με την εκ προθέσεως μεθοδευμένη απόρριψη των δύο (χωριστών) προσφορών των εταιρειών P. H.

και K. P. Α.Ε. Ότι, επίσης, οι εναγόμενοι: α) ματαίωσαν την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας με την εκ προθέσεως αδράνεια προς εκμετάλλευσή της με άλλες εναλλακτικές λύσεις, απολύτως πρόσφορες και εφικτές, λόγω των σπάνιων (μοναδικών) χαρακτηριστικών της, και β) προκάλεσαν, συνειδητά, συνεχόμενες (επί οκταετία) ζημίες εξαιτίας της επιλογής τους να διατηρήσουν σε λειτουργία την εταιρεία για τους δικούς τους, ιδιοτελείς λόγους, βλάπτοντας τα συμφέροντα των εναγόντων.

Ότι με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι επέφεραν στην εταιρεία, αιτιωδώς, τις ζημίες που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, με σκοπό να μην αποκτήσουν οι ενάγοντες αυτοτελή δικαιώματα στην ακίνητη περιουσία, την ατομική τους ή/και την εταιρική, (της οποίας είναι έμμεσοι ιδιοκτήτες), είτε με αυτούσια διανομή της είτε με την είσπραξη της αξίας του μεριδίου τους, επιδιώκοντας να είναι οι ενάγοντες εσαεί εξ αδιαιρέτου μειοψηφία υπό τον έλεγχο και τη διαχείριση της πλειοψηφίας.

Ότι, περαιτέρω, οι εναγόμενοι, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις στη γενική συνέλευση, έχουν εγκλωβίσει τους ενάγοντες στην εταιρεία, αρνούμενοι αφενός μεν να επιδιώξουν αποκατάσταση των ζημιών που τα μέλη του Δ.Σ. (της πλειοψηφίας) επέφεραν στην εταιρική περιουσία, αφετέρου δε να προβούν σε λύση της εταιρείας, την οποία χρησιμοποιούν προς απομύζηση των εναγόντων, αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.

Ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των μελών του Δ.Σ. και των μετόχων της εταιρείας (των διαδίκων) είναι παράνομη και υπαίτια όχι μόνο έναντι της εταιρείας αλλά και έναντι των εναγόντων αυτοτελώς, διότι οι ενάγοντες, ως μέτοχοι, έχουν άμεσο δικαίωμα να διοικείται η εταιρεία (και, άρα, τα μέλη του

Δ.Σ. και οι λοιποί μέτοχοι να χρησιμοποιούν το δικαίωμα ψήφου που έχουν στα όργανα της εταιρείας, Δ.Σ. και Γ.Σ., αντίστοιχα), με βάση τις αρχές που διέπουν τη λειτουργία των κεφαλαιουχικών εταιρειών, δηλαδή με στόχο την επίτευξη κέρδους μέσω της συγκέντρωσης κεφαλαίου. Ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων θίγει αυτοτελώς τον πυρήνα των μετοχικών δικαιωμάτων των εναγόντων, ανεξάρτητα από τη βλάβη της εταιρικής περιουσίας, και δημιουργεί αξίωση αποζημίωσης των εναγόντων από τους εναγόμενους, διότι με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι εκμηδένισαν από πρόθεση και αιτιωδώς την αγοραία αξία των μετοχών των εναγόντων, αποκλείοντας την προοπτική απόκτησης κέρδους είτε με τη μορφή μερίσματος είτε ως προϊόν της εκκαθάρισης, (αφού οι εναγόμενοι αρνούνται τη λύση της εταιρείας), είτε ως προϊόν πώλησης των μετοχών (των εναγόντων) σε τρίτους, (αφού δεν υπάρχει υποψήφιος αγοραστής των μετοχών εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων).

Ότι, ωσαύτως, η ύπαρξη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας χρησιμοποιείται από την πλειοψηφία καταχρηστικά, με σκοπό την πρόκληση ζημίας στους ενάγοντες και προς νομιμοποίηση καταστάσεων που αντίκεινται στην καλή πίστη, διότι η πλειοψηφία (των μετόχων) χρησιμοποιεί την εταιρεία προς άσκηση πίεσης στους ενάγοντες, ώστε να συμμετέχουν στις διαρκείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, (για να μην απολέσουν το αντίστοιχο ποσοστό έμμεσης συνιδιοκτησίας στην ακίνητη περιουσία της εταιρείας), από τις οποίες ωφελούνται οι εναγόμενοι (με τη μορφή αργομισθιών και bonus), ενώ τα σχετικά χρηματικά ποσά δεν διατίθενται για την αξιοποίηση της εταιρικής περιουσίας.

Ότι η ζημία των εναγόντων (από την εκμηδένιση της αγοραίας αξίας των μετοχών τους) επήλθε στις 06.09.2012, οπότε η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων έλαβε απόφαση να απορριφθεί το αίτημα των εναγόντων προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης της εταιρείας κατά των μελών του Δ.Σ. και δη κατά του Σ. Μ.υ, και προς λύση της εταιρείας.

Ότι η (επίδικη) ζημιογόνα συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία εκμηδένισε την αξία των μετοχών των εναγόντων, άρχισε με την αδικαιολόγητη αδράνεια των εναγομένων προς ανέγερση της οικοδομής, εμβαδού 4.147 τ.μ., την 01.09.2002, ή, επικουρικά, στις 28.12.2002, οπότε εκδηλώθηκε η βούληση του Δ.Σ. της εταιρείας για μη ανέγερση της οικοδομής, ή, επικουρικότερα, στις 02.11.2004, οπότε επιδόθηκε η αγωγή (των μελών της οικογένειας Μ.

κατά της μειοψηφίας) προς διανομή του οικοπέδου, εμβαδού 1.807,75 τ.μ., επί του οποίου θα κτιζόταν αυτή η οικοδομή, (όπως αναφέρεται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς), και, επομένως, η ζημία των εναγόντων προσδιορίζεται από την πραγματική αγοραία αξία των μετοχών τους κατά τα πιο πάνω χρονικά σημεία και προκύπτει από τη διαίρεση των τότε ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας και της αγοραίας αξίας των ακινήτων της προς τον αριθμό των μετοχών.

Ότι η πραγματική αξία της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας (των διαδίκων) στις 31.12.2002 ανέρχεται στο ποσό των 5.847.139,13 ευρώ, σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς των εναγόντων, οι οποίοι περιέχονται στην ένδικη αγωγή, και στην αξία αυτή προστίθεται η λογιστική καθαρή θέση της εταιρείας (184.381,05 €) και αφαιρείται η λογιστική αξία των πάγιων στοιχείων της (8.019,19 €), όπως εμφαίνεται στον Ισολογισμό της 31.12.2002, και, έτσι, η πραγματική εμπορική αξία της εταιρείας στις 31.12.2002 ανέρχεται σε 6.023.500,99 ευρώ, (ήτοι: 5.847.139,13 € + 184.381,05 € - 8.019,19 € = 6.023.500,99 €), και η πραγματική αξία κάθε μετοχής των εναγόντων στις 31.12.2002 καθορίζεται σε 3.011,75 ευρώ, (ήτοι: 6.023.500,99 € : 2.000 μετοχές = 3.011,75 € / μετοχή), με αποτέλεσμα η συνολική αξία των 400 μετοχών των εναγόντων στις 31.12.2002 να ανέρχεται στο ποσό των 1.204.700,00 ευρώ και η αξία των μετοχών έκαστου ενάγοντος να ανέρχεται στο ποσό των 602.350 ευρώ.

Ότι, επικουρικά, η πραγματική αξία της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας (των διαδίκων) στις 31.12.2004, (με χρόνο έναρξης της ζημιογόνας συμπεριφοράς των εναγομένων την 02.11.2004), ανέρχεται στο ποσό των 7.500.151,73 ευρώ, σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς των εναγόντων, οι οποίοι περιέχονται στην ένδικη αγωγή, και στην παραπάνω αξία προστίθεται η λογιστική καθαρή θέση της εταιρείας (319.383,22 €), και αφαιρείται η λογιστική αξία των πάγιων στοιχείων της (113.618,29 €), όπως εμφαίνεται στον Ισολογισμό της 31.12.2004, και, έτσι, η πραγματική εμπορική αξία της εταιρείας στις 31.12.2004 ανέρχεται σε 7.705.916,66 ευρώ, (ήτοι: 7.500.151,73 € + 319.383,22 € - 113.618,29 € = 7.705.916,66 €), και η πραγματική αξία κάθε μετοχής των εναγόντων στις 31.12.2004 καθορίζεται σε 1.284,32 ευρώ, (ήτοι: 7.705.916,66 € : 6.000 μετοχές = 1.284,32 € / μετοχή, με αποτέλεσμα η συνολική αξία των 1.200 μετοχών των εναγόντων στις 31.12.2004 να ανέρχεται στο ποσό των 1.541.184,00 € και η αξία των μετοχών έκαστου ενάγοντος να ανέρχεται στο ποσό των 770.592 ευρώ.

Ότι, επικουρικότερα, η πραγματική αξία της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας (των διαδίκων) στις 31.12.2012, (με χρόνο επέλευσης της ζημίας την 06.09.2012, άλλως σήμερα), ανέρχεται στο ποσό των 7.191.045,79 ευρώ, σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς των εναγόντων, οι οποίοι περιέχονται στην ένδικη αγωγή, και στην αξία αυτή προστίθεται η λογιστική καθαρή θέση της εταιρείας (325.390,24 €) και αφαιρείται η λογιστική αξία των πάγιων στοιχείων της (271.576,02 €), όπως εμφαίνεται στον Ισολογισμό της 31.12.2012, και, έτσι, η πραγματική εμπορική αξία της εταιρείας στις 31.12.2012 ανέρχεται σε 7.244.860,01 ευρώ, (ήτοι: 7.191.045,79 € + 325.390,24 € - 271.576,02 € = 7.244.860,01 €), η πραγματική αξία κάθε μετοχής των εναγόντων στις 31.12.2012 καθορίζεται σε 510,20 ευρώ, (ήτοι: 7.244.860,01 € : 14.200 μετοχές = 510,20 € / μετοχή), και η συνολική αξία των 2.840 μετοχών των εναγόντων στις 31.12.2012 ανέρχεται στο ποσό των 1.448.968,00 ευρώ και η αξία των μετοχών έκαστου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 724.484 ευρώ.

Ότι, εφόσον οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους ενάγοντες για την αγοραία αξία των μετοχών τους, οι ενάγοντες προσφέρουν τις μετοχές τους στους εναγόμενους, ανάλογα προς τη σημερινή συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, ευθύς ως οι εναγόμενοι θα καταβάλουν την αποζημίωση που θα επιδικάσει το Δικαστήριο.

Για τους λόγους αυτούς οι ενάγοντες ζήτησαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, σε καθένα ενάγοντα, κυρίως το ποσό των 602.350 ευρώ ή, επικουρικά, το ποσό των 770.592 ευρώ ή, ακόμη πιο επικουρικά, το ποσό των 724.484 ευρώ, πλέον τόκων επιδικίας, (αλλιώς και επικουρικά, τόκων υπερημερίας), από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Στη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης ο 1ος ενάγων (διαμέσου του πληρεξούσιου δικηγόρου του) περιόρισε νόμιμα (ως προς τον εαυτό του) το αίτημα της ένδικης αγωγής προς αποζημίωση στο ποσό των 100.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 56/2017 απόφασή του Πρωτοδικείου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και, επιπλέον ως μη νόμιμη, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας της ζημίας των εναγόντων με την αναφερόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης της ως άνω εταιρίας.

Κατά της πρωτοβάθμιας αυτής απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 19-7-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, επιδιώκουν να λάβουν αποζημίωση από τους αντιδίκους τους, προκειμένου να αποκατασταθεί η περιουσιακή ζημία τους, η οποία συνίσταται στην εκμηδένιση της εσωτερικής (και αγοραίας) αξίας των μετοχών της επίδικης εταιρείας τους, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητά τους (των εναγόντων), και προκλήθηκε από τις επίδικες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων (ήτοι από την παράλειψη των εναγομένων να αξιοποιήσουν την ακίνητη περιουσία της εταιρείας τους, ανεγείροντας τη συμφωνημένη πολυώροφη οικοδομή, εμβαδού 4.147 τ.μ., σε οικόπεδο της εταιρείας τους, εμβαδού 1.807,75 τ.μ., και, επίσης, από την εκ προθέσεως αδράνειά τους προς εκμετάλλευσή της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας τους με άλλες εναλλακτικές λύσεις, απολύτως πρόσφορες και εφικτές, λόγω των σπάνιων (μοναδικών) χαρακτηριστικών της, οι οποίες εκτέθηκαν ανωτέρω εκτενώς, και, επίσης, με τη συνειδητή πρόκληση συνεχόμενων (επί οκταετία) ζημιών στην εταιρεία εξαιτίας της επιλογής τους να διατηρήσουν σε λειτουργία την εταιρεία για τους δικούς τους, ιδιοτελείς λόγους, βλάπτοντας τα συμφέροντα των εναγόντων).

Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής συνάγεται με βεβαιότητα ότι η επίδικη ζημία των εναγόντων δεν προκλήθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις των εναγομένων, οι οποίες στρέφονταν απευθείας εναντίον των εναγόντων, (όπως είναι λ.χ. η αδικαιολόγητη παρακράτηση του μερίσματος, το οποίο δικαιούνται να λάβουν οι μέτοχοι από τα κέρδη της εταιρείας, ή η υπεξαίρεση των εισφορών, τις οποίες κατέβαλαν οι μέτοχοι προς αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ή άλλες παρόμοιες ενέργειες ή παραλείψεις, οι οποίες στρέφονται απευθείας εναντίον των μετόχων και όχι εναντίον του νομικού προσώπου της εταιρείας), αλλά προκλήθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις των εναγομένων, οι οποίες συνιστούν κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων της εταιρείας τους και προκάλεσαν, αρχικά και άμεσα, οικονομική ζημία στην εταιρεία, (είτε επειδή δεν αξιοποιήθηκε η ακίνητη περιουσία της εταιρείας είτε επειδή δαπανήθηκαν χρήματα και κεφάλαια της εταιρείας, προκειμένου να ωφεληθούν οι εναγόμενοι, λαμβάνοντας αργομισθίες ή bonus), και, κατόπιν, προκάλεσαν, έμμεσα, οικονομική ζημία στους ενάγοντες μετόχους της μειοψηφίας, επειδή δεν απέκτησαν αυτοί αυτοτελή δικαιώματα στην ακίνητη περιουσία της εταιρείας, είτε με αυτούσια διανομή της μεταξύ των μετόχων είτε με την είσπραξη της αξίας του εταιρικού μεριδίου τους.

Συνεπώς, με την ένδικη αγωγή φέρεται προς εκδίκαση περίπτωση ζημιογόνων πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων, οι οποίες στρέφονται, κυρίως και άμεσα, εναντίον του νομικού προσώπου της εταιρείας και όχι εναντίον των εναγόντων. Εξαιτίας αυτού του λόγου την αξίωση προς αποζημίωση της αντίστοιχης ζημίας έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας, το οποίο νομιμοποιείται ενεργητικά, αποκλειστικά, για να ασκήσει σχετική αγωγή κατά των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 22-β του Ν. 2190/1920, και όχι οι (έμμεσα ζημιωθέντες) ενάγοντες μέτοχοι της εταιρείας, οι οποίοι φέρεται ότι έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία από τη μεγάλη μείωση ή εκμηδένιση της εσωτερικής (και αγοραίας) αξίας των μετοχών τους (δηλαδή των μετοχών της εταιρείας, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητά τους).

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται, ενεργώντας παράλληλα προς την εταιρεία, να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης εναντίον των εναγομένων, μελών του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης της εταιρείας (των διαδίκων με την επωνυμία "Μ. Α..Ε.."), για τη ζημία που έχουν υποστεί (έμμεσα) από τις επίδικες ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις των αντιδίκων τους, διότι, ως τρίτοι, δεν διατελούν σε δεσμό με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης της εταιρείας και, επιπλέον, διότι η ζημία τους είναι έμμεση και δεν μπορεί να αποκατασταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Αστικού Κώδικα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω λεπτομερώς.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, η επίδικη ζημία των εναγόντων μετόχων μπορεί να αποκατασταθεί μόνο διαμέσου του νομικού προσώπου της εταιρείας τους, με την έγερση της εταιρικής αγωγής εναντίον των μελών του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία αποκαθίσταται η (άμεση) ζημία της εταιρείας και η (έμμεση) ζημία, την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες μέτοχοι της εταιρείας από την κακή διαχείριση της εταιρικής περιουσίας εκ μέρους των μελών του διοικητικού συμβουλίου της (και της γενικής συνέλευσής της).

Επομένως, αφού οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να ασκήσουν αυτοτελή αγωγή εναντίον των αντιδίκων τους προς αποκατάσταση της επίδικης έμμεσης περιουσιακής ζημίας τους, η οποία φέρεται ότι προκλήθηκε από τις επίδικες ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων της εταιρείας τους, η ένδικη αγωγή αποβαίνει, κυρίως, απαράδεκτη εξαιτίας έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, διότι αμέσως ζημιωθείσα από την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ.

Α..Ε..", είναι η εταιρεία αυτή (και όχι οι ενάγοντες), και, επίσης, νομικά αβάσιμη, διότι η επίδικη ζημία των εναγόντων, (ήτοι η εκμηδένιση της πραγματικής αγοραίας αξίας των μετοχών τους), αποτελεί έμμεση συνέπεια (έμμεση ζημία) εξαιτίας της επίδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, και πρέπει να απορριφθεί.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το ανωτέρω ζήτημα, (ήτοι ότι: "... Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή... πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των εναγομένων, διότι αμέσως ζημιωθείσα από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων φυσικών προσώπων, που συνίσταται στις αναφερόμενες παραπάνω πράξεις και παραλείψεις τους, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας "Μ.

Α..Ε.." και ως μετόχων αυτής, που έχουν την πλειοψηφία στα εταιρικά της όργανα, κατά τις αναφερόμενες παραπάνω διακρίσεις, ... είναι η τελευταία (η εταιρεία), η οποία και μόνο νομιμοποιείται να στραφεί κατά των υπαιτίων προς αποζημίωση ... Επιπλέον, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη για το λόγο ότι η επικαλούμενη από τους ενάγοντες ζημία (εκμηδένιση της αξίας των μετοχών τους) δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη λήψη της ως άνω απόφασης της έκτακτης Γ.Σ.

των μετόχων της εταιρίας ...), δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής ούτε ως προς την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονούνται οι ενάγοντες, ως εκκαλούντες, με τους αντίστοιχους λόγους της ένδικης έφεσής τους, (ήτοι με τους δύο πρώτους λόγους της ένδικης έφεσης), και το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη αυτών των λόγων έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμων." Έτσι, με την προαναφερόμενη αιτιολογία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22β του Ν. 2190/1920, 914, 919, 297 και 298 του ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε γιατί δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα: α) η επικαλούμενη με την αγωγή ζημία των εναγόντων, η οποία προκλήθηκε από την από πρόθεση συμπεριφορά των εναγομένων, που ασκούσαν το δικαίωμα προς λήψη αποφάσεων στα όργανα της ως άνω εταιρίας συνίσταται στη ζημία αα) από την μη ανέγερση της οικοδομής, εμβαδού 4147 τ.μ., αντίθετα με τα ατύπως συμφωνηθέντα μεταξύ του συνόλου των μερών της εταιρίας, ββ) από την μη αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας, με τη μεθοδευμένη απόρριψη των προσφορών των εταιριών P. H.

και K. P. ΑΕ, γγ) από την μη αξιοποίηση της περιουσίας της εταιρίας από την εκ προθέσεως αδράνεια προς εκμετάλλευσή της με άλλες εναλλακτικές λύσεις, απολύτως πρόσφορες και εφικτές, λόγω των σπάνιων χαρακτηριστικών της, δδ) από την συνειδητή, συνεχόμενη επί οκταετία, λειτουργία της εταιρίας για δικούς τους ιδιοτελείς λόγους, εε) από την αδιαφορία της προστασίας των συμφερόντων της εταιρίας με την άσκηση αγωγής κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της για τις ζημιές που προκάλεσαν στην εταιρία και με την συναίνεσή τους στη λύση και την εκκαθάρισή της, β) η ως άνω επικαλούμενη ζημία των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δεν προκλήθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις των εναγομένων, οι οποίες στρέφονταν εναντίον των εναγόντων, αλλά από ενέργειες ή παραλείψεις των εναγομένων, που συνιστούσαν κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και προκάλεσαν άμεση ζημία στην εταιρία και έμμεση ζημία στους ενάγοντες μετόχους της μειοψηφίας, επειδή δεν απέκτησαν αυτοί αυτοτελή δικαιώματα στην ακίνητη περιουσία της εταιρίας, είτε με την αυτούσια διανομή της μεταξύ των μετόχων είτε με την είσπραξη της αξίας του εταιρικού μεριδίου τους και, συνεπώς, η επικαλούμενη ως άνω ζημία διέρχεται από την εταιρική περιουσία, αποτελεί δηλαδή απόρροια της μείωσης της αξίας της εταιρικής περιουσίας γ) για την αξίωση προς αποζημίωση νομιμοποιείται ενεργητικά μόνον το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο να ασκήσει σχετική αγωγή κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου και όχι οι έμμεσα ζημιωθέντες μέτοχοι της εταιρίας, οι οποίοι φέρεται να υπέστησαν ζημία από την μεγάλη μείωση ή εκμηδένιση της αξίας των μετοχών τους, δ) η ζημία των εναγόντων μετόχων της μειοψηφίας μπορεί να αποκατασταθεί μόνο διαμέσου του νομικού προσώπου της εταιρίας τους, με την έγερση της εταιρικής αγωγής εναντίον των μελών του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία αποκαθίσταται η άμεση ζημία της εταιρίας και η έμμεση ζημία των μετόχων της εταιρίας, από την κακή διαχείριση της εταιρικής περιουσίας εκ μέρους των μελών του διοικητικού συμβουλίου της.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολΑΠ 12/1997, ΑΠ 559/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό τους ότι η επίδικη συμπεριφορά των εναγομένων είναι παράνομη και υπαίτια όχι μόνον έναντι της εταιρίας, αλλά και απέναντί τους, ως μετόχων, αυτοτελώς, διότι θίγει την υπόσταση της μετοχικής τους ιδιότητας, καθ' όσον τους αποστερεί από κάθε δυνατότητα είσπραξης μερίσματος ή προϊόντος εκκαθαρίσεως και καταλύει την εμπορευσιμότητα των μετοχών τους, αφού εκμηδένισε την αγοραία αξία των μετοχών τους και δη κατά τρόπο ανεξάρτητο της εταιρικής περιουσίας.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο ερεύνησε τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, αφού η επικαλούμενη ζημία τους κρίθηκε ως έμμεση. Επομένως, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά των έξι πρώτων αναιρεσειόντων, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παρα... στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 11-10-2021 αίτησης των 1) Α. Π. και 2) Β. Β. για αναίρεση της 121/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όσον αφορά τον έβδομο αναιρεσίβλητο Χ. Σ..

Απορρίπτει την από 11-10-2021 αίτηση και τους από 23-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 121/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων και ορίζει αυτά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ