Legislator Case Law & Legislation
1845/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment on lease term and rent calculation in agency contract dispute.

Case Number 1845/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Single Member Court of Appeal's judgment in a dispute over agency fees. The appellant argued that the lower court incorrectly fixed the lease term at nine years instead of twenty and miscalculated the monthly rent, which affected the total agency fee. The court agreed that the appeal was admissible and that the lower court erred on these specific points, ordering the case to be remitted for retrial on the disputed portions while awarding costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 178, 183, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's judgment is erroneous only on specific points, remitting the case for retrial on those points while awarding costs to the appellant.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lease term dispute agency fee calculation remittal for retrial costs allocation single member court civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 35 paragraph 2 of Law 4446/2016
Article 45 of Law 4446/2016

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1845 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1845/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." πρώην "...." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Παπαμανώλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12-12-2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 198/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 21-2-2019 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 12.12.2017 (Α.Κ. 1 / 4.1.2018 - Εφετείο Καλαμάτας) αίτηση αναιρέσεως, με την από 21.2.2019 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 198/2019 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της. Με την αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 40/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που δημοσιεύθηκε, την 11.5.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 8.10.2014 εφέσεως της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και επί της από 3.2.2015 αντεφέσεως (ασκηθείσας με ίδιο δικόγραφο) της αντεκκαλούσας- ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", πρώην "...".

Εκκαλούμενη ήταν η 93/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δημοσιεύθηκε, την 2.6.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 8.12.2011 αγωγής της ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας. Η αγωγή αφορά χρηματική απαίτηση ποσού 126.000 ευρώ της ενάγουσας, επαγγελματία μεσίτριας έναντι της εναγομένης, μεσιτικής εντολέα από σύμβαση μεσιτείας, που καταρτίσθηκε εγγράφως τον Οκτώβριο 2005 (καταβολή μεσιτικής αμοιβής).

Με την 93/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε δεκτή κατ` ουσία. Με την 40/2017 απόφαση του εφετείου, η έφεση και η αντέφεση συνεκδικάσθηκαν και, στη συνέχεια, η αντέφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ενώ η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας [άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο v. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο v. 4335/2015 και ήδη άρθρα 614 παρ.5 στοιχείο (α), 622 Α παρ.2 ΚΠολΔ].

Η αναίρεση ασκήθηκε, ως άνω, 4.1.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 11.5.2017, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 40/2017 αποφάσεως του εφετείου ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 495 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ].

Επομένως, η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ].

Ο v. 308/1976 (ΦΕΚ Α. 101/30.4.1976) ίσχυσε μέχρι την 28.6.1993, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 3 πδ. 248/1993 (ΦΕΚ Α. 108 / 28.6.1993). το π.δ. 248/1993 εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 Α ν. 2000/1991 (ΦΕΚ Α. 206 / 24.12.1991) -σε συνδυασμό προς τα άρθρα 70 παρ.2 v. 2065/1992 (ΦΕΚ Α. 113 / 30.6.1992) και 21 v. 2081/1992 (ΦΕΚ Α. 154 / 10.9.1992)- και ίσχυσε από την 28.6.1993 [άρθρο 4 π.δ. 248/1993] μέχρι την 11.4.2012, οπότε καταργήθηκε, κατά τα άρθρα 204 παρ.2 εδ. (α) και 330 παρ.2 v. 4072/2012 (ΦΕΚ Α. 86 / 11.4.2012), με εξαίρεση το άρθρο 2 παρ.1 πδ. 248/1993, που παραμένει σε ισχύ έως την έναρξη της πλήρους λειτουργίας του Γ.Ε.ΜΗ.

Ορίζει δε, το άρθρο 2 παρ.1 π.δ. 248/1993 ότι "για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του". Κατά ταύτα, η σύμβαση μεσιτείας ρυθμίζεται, στον χρόνο που ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, από τα άρθρα 703 - 707 ΑΚ και 1 - 4 π.δ. 248/1993.

Το άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ ορίζει: "Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει, μόνο, αν η σύμβαση καταρτιστεί, ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης". Έτσι, προϋποθέσεις της αξιώσεως μεσιτικής αμοιβής είναι (α).- σύμβαση μεσιτείας, ήτοι υπόσχεση αμοιβής για την εντολή, που ανατέθηκε στον μεσίτη να μεσολαβήσει ή να υποδείξει ευκαιρία προς κατάρτιση της σκοπούμενης (κύριας) συμβάσεως, (β).- μεσιτική δραστηριότητα υπό τη μορφή της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας προς κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως, (γ).- κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως και (δ).- αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως (ΑΠ 720/2018).

Με τη μεσολάβηση, παρέχεται στον μεσίτη εξουσία διαπραγματεύσεως προς επηρεασμό της βουλήσεως του τρίτου - υποψηφίου αντισυμβαλλομένου του μεσιτικού εντολέα ώστε να καταρτισθεί συγκεκριμένη σύμβαση, δηλ. η σκοπούμενη σύμβαση. Προς τούτο, η μεσολάβηση περιλαμβάνει, εφ' όσον η έκτασή της δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας και δεδομένου ότι στο νόμο δεν ορίζεται, πότε υπάρχει μεσολάβηση, κάθε πρόσφορη (διαπραγματευτική) ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως.

Αυτή (μεσολάβηση) είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επί πλέον την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση από το ένα μέρος στο άλλο των όρων, που προτείνονται ή / και τη διαπραγμάτευση των όρων για την κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως. Ως ευκαιρία, "έλασσον" της μεσολαβήσεως, νοείται η δυνατότητα καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως, κατά τον χρόνο της υποδείξεως.

Ειδικότερα, εφ' όσον η έκταση της υποδείξεως ευκαιρίας δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας και δεδομένου ότι ούτε στο νόμο ορίζεται, πότε υπάρχει υπόδειξη ευκαιρίας, με αυτήν, ο μεσίτης ενημερώνει / πληροφορεί απλώς τον μεσιτικό εντολέα για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστής του προηγουμένως δυνατότητος καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως, ήτοι του άγνωστου προηγουμένως στον μεσιτικό εντολέα ενδιαφέροντος, κατά τον χρόνο της υποδείξεως, του τρίτου (ή του εκ νέου ενδιαφέροντος του τρίτου), υποψήφιου αντισυμβαλλόμενου του μεσιτικού εντολέα για την κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως.

Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Η υποχρέωση του μεσιτικού εντολέα προς πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής δημιουργείται, εφ' όσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως δηλ. η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας ευρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (καταρτίσεως της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως), όχι όμως και η συμφωνία των οικονομικών όρων της σκοπούμενης συμβάσεως, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσεως των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της μεσιτικής αμοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως με τους όρους, που καθορίσθηκαν, όπως (και) με την επιτυχία ορισμένου τιμήματος.

Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη να αποτελούν τη μοναδική αιτία της καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως. Μέχρι ποιού σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων. Μπορεί, όμως, να λεχθεί γενικά ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργειά του να είναι τέτοια ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευσε ουσιωδώς προς τούτο.

Ακόμη και αν διακόπηκαν οι ενέργειες του μεσίτη για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως, η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε μεταγενέστερα, συνεπεία των προτέρων ενεργειών του, υπάρχει η απαραίτητη κατά το νόμο αιτιώδης συνάφεια. Τη σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα, συγκεκριμένα, των ενεργειών του μεσίτη και της πραγματώσεως της σκοπούμενης συμβάσεως, αποδεικνύει o μεσίτης (άρθρα 339 επ.

ΚΠολΔ). Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ενώ, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου πίπτει στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα. Αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικώς και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως με απλή υπόδειξη ευκαιρίας δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του μεσίτη ενώ, αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε για την υπόδειξη ευκαιρίας και η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.

Τα όσα έλαβαν χώρα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με την εντολή, που δόθηκε στον μεσίτη και τις ενέργειες του, ως ζητήματα καθαρά πραγματικά, κρίνονται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Η κρίση, όμως, αν αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικώς διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί (ή μη) ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος, που έχει παραχθεί, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του ως άνω άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 964/2006).

Το εφετείο με την 40/2017 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, κατά περιεχόμενο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως (άρθρα 566 παρ.1, 118 αριθμός 4 ΚΠολΔ), αφού διέλαβε μείζονα σκέψη για τα άρθρα 703 εδ. (α), 173 και 200 ΑΚ, δέχθηκε ανελέγκτως τα παρακάτω ουσιώδη: "Τον Ιούλιο του 2005, η εναγομένη (αναιρεσείουσα) απέκτησε την κυριότητα του διώροφου διατηρητέου κτιρίου, το οποίο βρίσκεται στην Καλαμάτα;

στην οδό ..., συνολικού εμβαδού 900 τ,μ., το οποίο αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 316 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 316 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 253 τ.μ. και δεύτερο όροφο εμβαδού 186 τ.μ. Όταν το ακίνητο αυτό αγοράστηκε από την εναγομένη ήταν ήδη μισθωμένο στην εταιρία με την επωνυμία ...' για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 μέχρι 31.12.2007, με δυνατότητα παράτασης της διάρκειάς της από τη μισθώτρια εταιρία για ακόμη τρία έτη δηλ.

μέχρι 31.12.2010 και η εναγομένη υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τη μισθωτική αυτή σχέση. Μετά την αγορά του ακινήτου αυτού, η εναγομένη άρχισε να αναζητεί επικερδέστερο τρόπο εκμετάλλευσης του κτιρίου αυτού, με το να το εκμισθώσει με μεγαλύτερο μίσθωμα σε άλλο μισθωτή, τον οποίο είχε αρχίσει να αναζητά.

Το μίσθωμα, το οποίο κατέβαλε η μισθώτρια εταιρία ... ανερχόταν στο ποσό των 13.000 ευρώ. Έτσι, απευθύνθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της στην εταιρία με την επωνυμία ..., η οποία από το έτος 1994 είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας αστικών συμβάσεων Το έτος 2008, τροποποιήθηκε η επωνυμία της ανωτέρω εταιρίας, η οποία μετονομάσθηκε σε "..." και, στη συνέχεια, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (αναιρεσίβλητη) με αντικείμενο την ανάπτυξη δραστηριοτήτων μεσιτείας αστικών συμβάσεων, κατέστη ειδικός διάδοχός της υπό νέα επωνυμία, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση του αποσχισθέντος από την ανωτέρω αιτία, κλάδου "παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών ακίνητης περιουσίας"...

υποκαθιστάμενη με τον τρόπο αυτό στο σύνολο των δικαιωμάτων της αρχικής εταιρίας. Έτσι, έλαβε χώρα αρχικά μία πρώτη συνάντηση των εκπροσώπων των δύο εταιριών (της δικαιοπαράχου της ενάγουσας και της εναγομένης), την 3.8.2005, οπότε η εταιρία ... Α.Ε.' υπέβαλε στην εναγομένη μέσω τηλεομοιοτυπίας, μία προσφορά, δυνάμει της οποίας της υπέδειξε ως πιθανές μισθώτριες της εταιρίας του Ομίλου "..." και καθόριζε την αμοιβή της για την περίπτωση σύναψης σύμβασης μίσθωσης με την υποδειχθείσα εταιρία σε ποσοστό 10% επί της διαφοράς νέου και παλαιού μισθώματος για όλη τη συμφωνημένη διάρκεια της μίσθωσής της.

Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, συνήφθη την 3.10.2005 μεταξύ της εταιρίας "... Α.Ε.". και της εναγομένης σύμβαση μεσιτείας με την οποία ο εντολέας ανέθεσε στη μεσίτρια εταιρία να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την αύξηση του μισθώματος του ακινήτου επί της οδού ... και να της υποδείξει νέες ευκαιρίες για τη σύναψη μίσθωσης με καλύτερους τρόπους για την εναγομένη και την επίτευξη μεγαλύτερου μισθώματος.

Πιο συγκεκριμένα, στο έγγραφο της ενάγουσας με το θέμα: Διατηρητέο επί της οδού ..., αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Στην Καλαμάτα - Όροι συνεργασίας. Σε συνέχεια των από 3.8.2005 και 15.9.2005 συναντήσεών τους, με θέμα την οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου ιδιοκτησίας της εναγομένης, δηλ. η δικαιοπάροχος της ενάγουσας παρουσίασε τους οικονομικούς όρους της μεταξύ τους συνεργασίας.

Ειδικότερα, ανέφεραν ότι το ακίνητο τη στιγμή εκείνη ήταν μισθωμένο στην εταιρία Β. - Μ.. Ακολούθως, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... Α.Ε.', η οποία εδρεύει στην Αθήνα, ανέφερε ότι είχε λάβει την εντολή να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την αύξηση του μισθώματος του ακινήτου. Έτσι, η ως άνω μεσίτρια εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση για το σκοπό αυτό να υποδείξει στον ιδιοκτήτη (εναγόμενη) νέες πιθανές μισθώτριες εταιρίες, με δυνατότητα καταβολής μεγαλύτερου μισθώματος από το καταβαλλόμενο κατά εκείνη τη στιγμή και ότι γενικά θα υποστήριζε τον ιδιοκτήτη στην αύξηση του μισθώματος του ακινήτου του (είτε με την μισθώτρια κατά τη στιγμή εκείνη είτε με νέα μισθώτρια).

Η εταιρία ... Α.Ε. υπέδειξε, ως πιθανές μισθώτριες, τις εταιρίες του Ομίλου .... Ακολούθως, η πρόταση ανέφερε ότι η μεσίτρια, δηλ. η ενάγουσα δικαιούται αμοιβής, σε περίπτωση αύξησης του μισθώματος του εν λόγω ακινήτου δια της μίσθωσής του είτε σε υποδειχθέν μέρος είτε σε τρίτο, εφ' όσον η μεσίτρια συμβάλλει προς τούτο.

Ως συμβολή για τον σκοπό αυτό θεωρείται η υπόδειξη μισθωτών, η υποστήριξη στη διαπραγμάτευση με το τρίτο μέρος, η προσκόμιση γραπτής προσφοράς ή η επίτευξη συμφωνίας με τρίτο με όρους, που αποτελούν βελτίωση των παρόντων όρων ή η επίτευξη συμφωνίας με τρίτο με την υποστήριξη της μεσίτριας. Η αμοιβή της μεσίτριας για την προαναφερόμενη συμβολή της στην αύξηση του μισθώματος συμφωνείται και από τα δύο μέρη να είναι ίση με ποσοστό (7,50%) της πρόσθετης αξίας, που θα προκύψει στον ιδιοκτήτη με βάση το σημερινό μηνιαίο μίσθωμα των 13.000 ευρώ.

Δηλαδή, αν για παράδειγμα το νέο μίσθωμα, το οποίο ήθελε επιτευχθεί (είτε με την παρούσα μισθώτρια εταιρία είτε με νέα μισθώτρια) ανέλθει στο ποσό των 18.000 ευρώ για 20ετή μίσθωση + 200.000 ευρώ αέρα, τότε α) η πρόσθετη αξία για τον ιδιοκτήτη ανέρχεται σε: 18.000 ευρώ - 13.000 ευρώ X 12 μήνες Χ 20 έτη + 200.000 ευρώ = 1.200.000 + 200.000 = 1.400.000 ευρώ και β) η συνολική αμοιβή της ...

ανέρχεται σε: 7,50% Χ 1.400.000 ευρώ = 105.000 ευρώ. Τέλος στην έγγραφη αυτή πρόταση αναφέρεται ότι με την υπογραφή της παρούσας πρότασης και των όρων της από τον ιδιοκτήτη, η ... (δικαιοπάροχος της ενάγουσας) έχει λάβει εντολή να ενεργήσει ως μεσίτρια, σύμφωνα με τα παραπάνω και η επιστολή αυτή αποκτά ισχύ σύμβασης μεσιτείας.

Πράγματι, η επιστολή αυτή υπογράφηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη και ο ιδιοκτήτης Γ. Α. υπέγραψε, αποδεχόμενος τους όρους και θεωρώντας εύλογη την αμοιβή. Ακολούθως και σε εκτέλεση της συμφωνίας τους, η μεσίτρια εταιρία ήλθε σε επαφή με την εταιρία "...." του Ομίλου "...", η οποία υπέδειξε ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ακίνητο, παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν μισθωμένο στην εταιρία "...".

Την 8.12.2005, η μεσίτρια εταιρία διατύπωσε εγγράφως τους βασικούς όρους της μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου, στους οποίους κατέληξαν τα ενδιαφερόμενα μέρη μετά από διαπραγματεύσεις, το οποίο είχε τη μορφή προσυμφώνου, το οποίο τελούσε υπό δύο προϋποθέσεις, 1) στο ότι ο κύριος θα εκκένωνε το κτίριο από τον ήδη υπάρχοντα μισθωτή και (2).- στο ότι το προσύμφωνο υπόκειται στην έκδοση της άδειας του κτιρίου (υποχρέωση, που βάρυνε τον μισθωτή).

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε, βάσει του προσυμφώνου, σε 20 χρόνια, το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 25.000 ευρώ και η άϋλη εμπορική αξία στο ποσό των 250.000 ευρώ. Ο εκμισθωτής με το προσύμφωνο αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να το παραδώσει άδειο στην εταιρία "...", μέσα σε 12 μήνες από την υπογραφή του προσυμφώνου, ενώ επισήμαναν ότι θα υπέγραφαν το κείμενο αυτό του προσυμφώνου, το οποίο υπέγραψε ο Δ.

Τ. για λογαριασμό της .... Στις αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2006, εστάλησαν από τη μεσίτρια στην υποψήφια μισθώτρια, το ιδιωτικό συμφωνητικό της υπάρχουσας μίσθωσης, το πωλητήριο συμβόλαιο και η οικοδομική άδεια, ενώ το μήνα Φεβρουάριο του ίδιου έτους, η μεσίτρια εταιρία απέστειλε τον πλήρη φάκελο της οικοδομικής άδειας στο αρχιτεκτονικό γραφείο "..." του Κ.

Β., στο οποίο είχε απευθυνθεί η μισθώτρια, προκειμένου να προβεί σε τροποποιήσεις στο εσωτερικό του κτιρίου. Στη συνέχεια, δεν έλαβαν χώρα ενέργειες διότι η μισθώτρια εταιρία "..." έκανε τελικά χρήση του δικαιώματός της περί παράτασης της σύμβασης μίσθωσης για τρία ακόμη χρόνια, δηλ. μέχρι την31.12.2010. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ανακλήθηκε η εντολή, την οποία είχε δώσει η εναγομένη στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας, η οποία βεβαίως είχε πλέον λάβει τη μορφή της έγγραφης σύμβασης μεσιτείας διότι πρόθεση όλων των μερών ήταν η σύναψη οριστικής σύμβασης με την αποχώρηση της τότε μισθώτριας εταιρίας "...".

Στη συνέχεια, μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος, η εναγομένη και η υποψήφια μισθώτρια προχώρησαν, την 11.11.2008, στην υπογραφή προσυμφώνου και μάλιστα η εταιρία "... ..." δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Δ., υποσχέθηκε στην εναγομένη - ιδιοκτήτρια του μισθίου να εκμισθώσει (προφανώς εννοεί να μισθώσει) το ακίνητο στην οδό ....

Όταν έληξε η υπάρχουσα μίσθωση και αποχώρησε η εταιρία "... ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" από το μίσθιο περί τα τέλη του έτους 2010, οι δύο εταιρίες υπέγραψαν το από 16.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, δυνάμει του οποίου η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εννεαετής, δηλ. από 16.2.2011 έως 15.2.2020, με δυνατότητα παράτασης για άλλα έντεκα χρόνια, δηλ.

μέχρι την 15.2.2031, ενώ στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι εκπεφρασμένη βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι η μίσθωση να διαρκέσει στο σύνολό της 20 χρόνια. Από την ερμηνεία του συμβολαίου αυτού προκύπτει η βούληση των μερών να κινηθούν μέσα στα πλαίσια, που είχαν χαραχθεί από την ενάγουσα μεσίτρια εταιρία κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 27.000 ευρώ συν τέλος χαρτοσήμου (ποσοστό 3,6% επί του μισθώματος), ενώ η άϋλη εμπορική αξία (αέρας), που θα κατέβαλε η μισθώτρια στην εκμισθώτρια (εναγομένη), προσδιορίσθηκε στο ποσό των 700.000 ευρώ (+ Φ.Π.Α. 18%). Το επόμενο έτος, τα συμβαλλόμενα μέρη τροποποίησαν την αρχική σύμβαση δυνάμει του από 31.5.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, μειώνοντας το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 21.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου για χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως 31.5.2014, ενώ από 1.6.2014 το μίσθωμα των 27.000 ευρώ θα συνεχίσει να αναπροσαρμόζεται κατά τον τρόπο, που ορίζεται στον όρο 5.3 του αρχικού από 16.2.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Από την ανάλυση όλων των προαναφερομένων στοιχείων προκύπτει ότι η σύναψη του οριστικού-συμφωνητικού μίσθωσης ανάμεσα στην εναγομένη και στην εταιρία "... ..." οφείλεται στις ενέργειες και στη μεσολάβηση της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, η δε μεσιτεία μπορεί να περιλαμβάνει είτε την υπόδειξη ευκαιρίας είτε τη μεσολάβηση είτε και τα δύο.

Πάντως αν με τις ενέργειες του μεσίτη υπογράφηκε η σύμβαση, τότε ο μεσίτης δικαιούται να λάβει την αμοιβή του, όπως ακριβώς έχει συμφωνηθεί.

Συνεπώς, η ενάγουσα με βάση τα ανωτέρω δικαιούται να λάβει την αμοιβή της, η οποία κανονικά θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση το μηνιαίο μίσθωμα ύψους 27.000 ευρώ και αυτό γιατί η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 21.000 ευρώ είχε τελικώς προσωρινό χαρακτήρα, εφ' όσον ίσχυσε σύμφωνα με το τροποποιητικό συμφωνητικό της αρχικής μίσθωσης για δύο μόνο έτη, οπότε θα πρέπει να υπολογιστεί ως ακολούθως: 27.000 ευρώ (μίσθωμα) - 13.000 ευρώ χ 12 X 20 Χ 7,5% + 700.000 ευρώ χ 7,5% = 252.000 ευρώ + 52.000 ευρώ = 304.500 ευρώ.

Η ενάγουσα δικαιούται να λάβει το ποσό των 126.000 ευρώ, επειδή το δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος....... Από όλη τη μεταξύ τους αλληλογραφία, που αντάλλαξαν και που κατέληξε στην υπογραφή της μεταξύ τους συμφωνίας προκύπτει ότι με την μεσολάβηση της ενάγουσας καταρτίστηκε η σύμβαση.

Το γεγονός ότι πέρασε ένα χρονικό διάστημα μέχρι να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο ανάμεσα στην εναγομένη και στη νέα μισθώτρια εταιρία ..., αυτό οφείλεται στο ότι υπήρχε ήδη η παλαιά μισθώτρια μέσα στο μίσθιο, η οποία έπρεπε να φύγει, πράγμα που έγινε το 2010, μετά τη λήξη της παλαιάς μίσθωσης... Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα- εναγομένη ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση με το να θεωρήσει ως βάση του υπολογισμού της για την εύρεση της αμοιβής της το χρονικό διάστημα των 20 ετών, ενώ έπρεπε να θεωρήσει ότι η μίσθωση είχε συμφωνηθεί εννεαετής και η αμοιβή του μεσίτη έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το χρονικό διάστημα των εννέα ετών.

Όμως από το από 16.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το άρθρο 2 του άνω συμφωνητικού προβλέπει μεταξύ άλλων ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνείται με το παρόν συμφωνητικό εννεαετής, αρχομένη από την 16.2.2011 και λήγουσα την 15.2.2020, δυναμένη να παραταθεί μονομερώς από τη μισθώτρια για άλλα 11 χρόνια μέχρι την 15.2.2031, με μονομερή δήλωση προς την εκμισθώτρια οποτεδήποτε πριν από τη λήξη της 9ετίας, σε εκπλήρωση σχετικού της δικαιώματος, που της παρέχεται με το προσύμφωνο συμβόλαιο, που είχαν υπογραφεί με τη μεσολάβηση της ενάγουσας, όπως ήδη ελέχθη.

Η παράταση αυτή μπορεί να γίνει κατ' επιλογή της μισθώτριας είτε με συμβολαιογραφικό είτε με ιδιωτικό έγγραφο, ενώ με βάση το άνω συμφωνητικό εκπεφρασμένη βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν να διαρκέσει η μίσθωση στο σύνολό της 20 έτη. Περαιτέρω το άρθρο 7 του ίδιου συμφωνητικού προβλέπει τα ακόλουθα αναφορικά με το ζήτημα της καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης.

Δεδομένου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν στην μακρόχρονη (20ετή) διάρκεια της μίσθωσης (μαζί με την παράταση), η εκμισθώτρια παραιτείται για όλη τη συμβατική διάρκεια της μισθώσεως παντός δικαιώματος να καταγγείλει τη μίσθωση, ακόμη και για λόγους, που προβλέπονται στα άρθρα 15 - 42 του π.δ. 34/1995, πλην της περίπτωση του άρθρου 40 του Ιδίου π.δ. (καταγγελία για πτώχευση μισθωτή).

Από την εκτίμηση των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται η σαφής βούληση των συμβαλλομένων μερών να διαρκέσει η μίσθωση 20 έτη, όπως ακριβώς το δικαστήριο ερμηνεύει το συναφθέν συμβόλαιο, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η μίσθωση είναι 20ετής και με βάση τη διάρκεια αυτή προσδιόρισε την αμοιβή της ενάγουσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος αφού απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, την αντέφεση ως απαράδεκτη και την έφεση κατ` ουσία καταδίκασε την μεν αντεκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της αντεφεσίβλητης από 500 ευρώ την δε εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης από 500 ευρώ.

Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως Ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συ μπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ ολ. 3/2020).

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ως άνω με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη, κατά την ερμηνεία της συμβάσεως, τα ερμηνευτικά τους κριτήρια. Παραβιάζονται δε, οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά, που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο της ουσίας σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, επίσης, λαμβάνει υπ' όψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πως οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο.

Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά δύναται να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται να λάβει υπ' όψη και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφοράς των μερών, ως ενδεικτική του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός, που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους.

Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1134/2019). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 109/2020).

Ο έκτος λόγος αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις παρακάτω δύο μερικότερες αιτιάσεις: α) Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α ΚΠολΔ ότι η 40/2017 απόφαση του εφετείου και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, όπως σαφώς και πλήρως εκτίθενται, ευθέως παραβίασε το άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ και δέχθηκε την αγωγή στην ουσία. Ειδικότερα, εσφαλμένως εφήρμοσε το άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και της καταρτίσεως της κύριας (σκοπούμενης) συμβάσεως μισθώσεως και β) Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι η 40/2017 απόφαση του εφετείου, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, δεν έχει νόμιμη βάση, ειδικότερα υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, αφού το εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και της καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως μισθώσεως.

Κρίνοντας ως άνω το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 εδ. (α) ΑΚ, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συγκεκριμένα, το εφετείο δέχθηκε ότι: α) Η ενάγουσα δραστηριοποιείται στη μεσιτεία αστικών συμβάσεων και είναι ειδικός διάδοχος της εταιρίας "... ...", η οποία από το έτος 1994 είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας αστικών συμβάσεων, β) Την 3.10.2005, μεταξύ της εταιρίας "... ...>), δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της εναγομένης καταρτίσθηκε σύμβαση μεσιτείας, με την οποία η εντολέας ανέθεσε στην μεσίτρια να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την αύξηση του μισθώματος του ακινήτου, κειμένου στην Καλαμάτα επί της οδού ...

και να της υποδείξει νέες ευκαιρίες για την επίτευξη μεγαλύτερου μισθώματος, γ) Σε εκτέλεση της εντολής, ακολούθησε (όπως παρατίθεται) η μεσιτική δραστηριότητα, δ) "Υπεγράφη" το από 16.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που αφορά, ως μίσθιο, το πιο πάνω συγκεκριμένο ακίνητο, ε) Για τη μίσθωση αυτή, είχε προηγηθεί η προπαρατιθέμενη μεσιτική δραστηριότητα και εξακολουθούσε να υπάρχει η μεσιτική εντολή και στ) Καταρτίσθηκε συμφωνία για το ύψος της αμοιβής της επαγγελματία μεσίτριας.

Τα πιο πάνω γεγονότα, που έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, κρίνονται επαρκή για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου της μεσιτικής δραστηριότητας με τη μορφή της μεσολαβήσεως και της καταρτίσεως της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως (από 16.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως). Διέλαβε δε, το εφετείο πλήρεις αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε.

Συγκεκριμένα, πλήρεις είναι οι πιο πάνω αιτιολογίες του εφετείου, τόσο για τη μεσιτική εντολή, με περιεχόμενο τη μεσολάβηση, προς τη μεσίτρια προκειμένου να καταρτισθεί η σκοπούμενη σύμβαση, όσο και για τη μεσιτική δραστηριότητα καθώς και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής (μεσολαβητικής) δραστηριότητας και του επελθόντος αποτελέσματος (καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως).

Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στις μείζονες σκέψεις, ο έκτος λόγος, ως προς αμφότερες τις υπό στοιχεία (α) και (β) μερικότερες αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η με όρο της δικαιοπραξίας εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής (δικαιοπραξίας) από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αναβλητική αίρεση και έχουν εφαρμογή τα άρθρα 201 επ. ΑΚ. Τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας επέρχονται μόλις πληρωθεί η αίρεση, δηλ. μόλις επέλθει το ως άνω γεγονός (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 345/2004). Το άρθρο 574 ΑΚ ορίζει ότι "Με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα". Επίσης, το άρθρο 195 ΑΚ ορίζει ότι "Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφ' όσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της". Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως είναι η χρήση του πράγματος, που αποτελεί την κύρια υποχρέωση του μισθωτή και η καταβολή (πληρωμή) του μισθώματος, που αποτελεί την κύρια υποχρέωση του μισθωτή. Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη (ΑΠ 867/2017).

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 40/2017 απόφαση του εφετείου και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, όπως σαφώς και πλήρως εκτίθενται, ευθέως παραβίασε τα άρθρα 192, 195, 201 - 209 ΑΚ και δέχθηκε την αγωγή στην ουσία, επειδή η κύρια (σκοπούμενη) σύμβαση μισθώσεως του επίδικου ακινήτου δεν συντελέσθηκε για είκοσι έτη, τελούσα αυτή (σύμβαση μισθώσεως) υπό αναβλητική αίρεση ως προς την χρήση του ακινήτου πέραν των εννέα ετών, συνεπώς, δεν υπήρχε αξίωση μεσιτικής αμοιβής για επί πλέον ένδεκα έτη πέραν των εννέα ετών.

Ο λόγος αυτός για ευθεία παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και αυτής του άρθρου 574 ΑΚ, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ) είναι βάσιμος, εφόσον η προσβαλλόμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι η με την υπόδειξη και μεσολάβηση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου είχε εικοσαετή διάρκεια και όχι εννεαετή.

Και τούτο διότι η σύμβαση μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου ήταν συντελεσμένη, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, μόνο για το χρονικό διάστημα των εννέα ετών από 16-2-2011 έως 15-2-2020, με βάση τα οποία( εννέα έτη) θα έπρεπε να υπολογισθεί η μεσιτική αμοιβή της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας. Αντίθετα δεν είχε συντελεσθεί, τελούσα αυτή (σύμβαση μισθώσεως ) υπό αναβλητική αίρεση ως προς την χρήση του ακινήτου για ακόμη ένδεκα έτη, και συνεπώς προώρως ασκήθηκε η αγωγή για μεσιτική αγωγή για είκοσι έτη, εφόσον η μισθώτρια δεν είχε ασκήσει το από το άρθρο 2 του από 16-2-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης συμβατικό της δικαίωμα να παρατείνει τη διάρκεια της μίσθωσης για άλλα 11 χρόνια μέχρι την 15-2-2031, με μονομερή της δήλωση προς την εκμισθώτρια οποτεδήποτε πριν τη λήξη της 9ετίας,σε εκπλήρωση σχετικού της δικαιώματος, που της παρέχεται με το από 16-2-2011 ιδιωτικό σύμφωνο μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου, που είχαν υπογράψει τα ενδιαφερόμερα μέρη (εκμισθώτρια - μισθώτρια), ώστε να θεωρείται συντελεσμένη η σύμβαση μίσθωσης του ακινήτου με διάρκεια είκοσι (20) έτη.

Ο δεύτερος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 40/2017 απόφαση και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται, μολονότι δέχθηκε την ύπαρξη ασάφειας στην δήλωση των συμβαλλομένων μερών ως προς την χρήση του ακινήτου για επί πλέον ένδεκα έτη πέραν των εννέα ετών, εσφαλμένως εφάρμοσε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, έτσι κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα, αφού έκρινε την αγωγή βάσιμη στην ουσία, δεχόμενο ότι η διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου ήταν εικοσαετής .

Το εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές στην 40/2017 απόφαση, έκρινε αναγκαία για την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς την διάρκεια της χρήσεως του επιδίκου ακινήτου, κειμένου στην Καλαμάτα, οδός ..., την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία.

Τούτο διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο το εφετείο κατέληξε μετά από την ερμηνεία της από 16.2.2011 συμβάσεως μισθώσεως δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, το εφετείο αναζήτησε το νόημα της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά, δεκτικά υπαγωγής στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ως προς τους συνηθισμένους στις συναλλαγές τρόπους λειτουργίας τέτοιας συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου, στην οποία παρέχεται μεν στη μισθώτρια μέχρι τη λήξη της ήδη καταρτισθείσας εννεαετούς μίσθωσης το δικαίωμα μονομερούς παράτασης αυτής για ακόμη ένδεκα έτη αλλά συνήθως και συμφωνία για εκ νέου καθορισμό του μισθώματος.

Επίσης η μισθώτρια δεν είχε ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και πριν την πάροδο του χρονικού διαστήματος των εννέα ετών με αποτέλεσμα, όπως προαναφέρθηκε, την μη εισέτι κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης για το πέραν των εννέα ετών χρονικό διάστημα. Έτσι, το εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή (β).- επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή (γ).- άφησε αίτηση αδίκαστη, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας ενήργησε χωρίς αίτημα διαδίκου ή καθ' υπέρβαση αιτήματος διαδίκου ή άφησε αίτημα αδίκαστο. Ως "αίτηση" για τη δημιουργία του λόγου αυτού αναιρέσεως, νοείται η αίτηση δικαστικής προστασίας, που συνδέεται με τις από το άρθρο 106 ΚΠολΔ αρχές της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης και της συζητήσεως (ΑΠ 272/2020).

Ο τρίτος λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο "επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, άλλως επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο στην 40/2017 απόφαση δεχόμενο, παρά το γεγονός ότι το μίσθωμα για την πρώτη διετία συμφωνήθηκε 21.000 ευρώ μηνιαίως, ότι θα πρέπει να ληφθεί και για τη διετία αυτή ως βάση μίσθωμα 27.000 ευρώ, "γιατί η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 21.000 ευρώ είχε εντελώς προσωρινό χαρακτήρα, εφόσον ίσχυσε σύμφωνα με το τροποιητικό συμφωνητικό της αρχικής μίσθωσης για δύο μόνο έτη" επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, άλλως επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την αγωγή.

Το Εφετείο δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ότι με το οριστικό συμφωνητικό μίσθωσης ορίστηκε μίσθωμα σε 27.000 ευρώ μηνιαίως, ορθά έλαβε υπόψη του για τον προσδιορισμό της μεσιτικής αμοιβής το ποσό αυτό, καθόσον για τον υπολογισμό μεσιτικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη το συμφωνηθέν κατά το χρόνο της οριστικής σύμβασης μίσθωμα.

Συνεπώς ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

β). "Πράγματα" είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, δηλ. οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ ολ. 3/1997).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ ολ. 1/2019). Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996), ενώ αβάσιμος, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ.

όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 19/2022).

Ο τέταρτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που δεν προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο στην 40/2017 απόφαση κατά την επιδίκαση της μεσιτικής αμοιβής "δέχθηκε τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι, το πρώτον, προβλήθηκαν με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της, ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθώματος και συγκεκριμένα ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των 27.000 ευρώ, ενώ στην αγωγή ανέφερε ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των 20.000 ευρώ, με βάση το οποίο και υπολόγισε την αξίωσή της συνολικά για τα είκοσι έτη σε 126.000 ευρώ.

Περαιτέρω ο πέμπτος λόγος με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 40/2017 απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού δέχθηκε κατά την επιδίκαση της μεσιτικής αμοιβής το μηνιαίο μίσθωμα του ακινήτου στο ποσό των 27.000 ευρώ (πρώτο μέρος).Επίσης ενώ η μίσθωση τελούσε υπό αναβλητική αίρεση για το πέραν των ένδεκα (11) ετών χρονικό διάστημα αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε καταρτισμένη μίσθωση για είκοσι (20) έτη (δεύτερο μέρος).

Οι τέταρτος και πέμπτος κατά το πρώτο μέρος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ενώ με την αγωγή αναφερόταν το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα σε 20.000 ευρώ και με βάση αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσδιόρισε στην αγωγή την μεσιτική της αμοιβή, στη συνέχεια απαραδέκτως με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεων της (άρθρα 223, 224 ΚΠολΔ) προσδιορίζει αυτό σε 27.000 ευρώ.

Το Εφετείο επομένως με το να λάβει υπόψη του κατά τον υπολογισμό της μεσιτικής αμοιβής ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 27.000 ευρώ, όπως η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα διόρθωσε απαραδέκτως με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεών της και όχι το ποσό των 20.000 ευρώ, που αναφέρει στην αγωγή της έσφαλε. Η δε αναιρεσείουσα - εναγομένη έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση των λόγων αυτών της αναίρεσης, έστω και αν συνολικά για τα αιτούμενα είκοσι χρόνια της μίσθωσης επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη -ενάγουσα το μικρότερο ποσό των 126.000 ευρώ σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής, αντί του ποσού των 304.500 ευρώ, εφόσον γίνονται δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στη διάρκεια της μίσθωσης, η οποία δεν ήταν εικοσαετής αλλά εννεαετής, και με τον προσδιορισμό από το Εφετείο του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 27.000 ευρώ για είκοσι έτη, επηρεάζεται και ο υπολογισμός της μεσιτικής αμοιβής για τα εννέα χρόνια της μίσθωσης.

Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος μετά την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου, δευτέρου, τέταρτου και πέμπτου κατά το πρώτο μέρος λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η 40/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, κατά το μέρος που έκρινε, ως προς το μετά την εννεαετία χρονικό διάστημα της μίσθωσης και ως προς το ύψος του μισθώματος με βάση το οποίο θα υπολογισθεί η μεσιτική αμοιβή, για το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα των εννέα ετών. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν κατά το σχετικό της αίτημα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. ι και 183 ΚΠολΔ, ΑΠ710/2016, ΑΠ1520/2013).

Στο άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται από την 1.1.2016 (άρθρο 1 / άρθρα τρίτο, τέταρτο, ένατο ν. 43352015) ορίζεται ότι επί υποθέσεως που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ (προηγουμένως άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ), εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο, ειδικότερα της αναιρέσεως, από την 1.1.2016, δεν υποχρεούται για να είναι παραδεκτή η αναίρεση να καταθέσει παράβολο (ΑΠ445/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση, την 4.1.2018, ως άνω της ένδικης αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα κατέθεσε το ... παράβολο ποσού: 450 ευρώ και είδος παραβόλου: e - ΠΑΡΑΒΟΛΟ [άρθρα 35 παρ.2, 45 ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α. 240 / 22.12.2016)]. Εν τούτοις, για την ένδικη διαφορά των άρθρων 677 - 681 ΚΠολΔ (και ήδη άρθρο 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ], η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να καταθέσει παράβολο. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο αυτό, ποσού (450) ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αναιρέσεως (ΑΕΔ 3/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 40/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας) που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ