Legislator Case Law & Legislation
1839/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against interlocutory ruling while remanding appeal on merits to itself.

Case Number 1839/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's request to remand the appeal on the merits to itself rather than sending it back to the lower court. The appellant had previously lost a lawsuit, and the Supreme Court's earlier decision had effectively nullified the first-instance judgment. The court ruled that since the appeal was already rejected, no further factual examination was needed, allowing the final judgment to be issued directly by the Supreme Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: When an appeal is remanded to the Supreme Court for a final decision after a prior rejection, the Court may issue the final judgment itself without remitting the case to a lower court if no further factual examination is required.

Keywords

AI generated
appeal remand interlocutory ruling final judgment Code of Civil Procedure Supreme Court jurisdiction procedural economy direct final decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 179, paragraph b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1839 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1839/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., διαμένοντος στην Κοινότητα Βαθέος Σάμου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. συζύγου Δ. Ν., το γένος Λ. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Φωτεινής Θαλασσινού και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Ν. του Δ. η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη Γ. Ν. του Δ., απεβίωσε στις .../2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Πετρούπολης Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής α) Β. σύζυγος Δ. Ν., το γένος Λ. Τ., β) Δ. Ν. του Ν., κάτοικοι ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις, γ) Β. Μ. του Η., κάτοικος ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από .../2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 2104/2022, ΑΠ 667/2016).

Για το παραδεκτό της συζητήσεως πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 907/2021, ΑΠ 295/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αρ. πρωτ. ...-2022 αντίγραφο της υπό στοιχεία .../2022 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιαρχείου Πετρουπόλεως του Δήμου Πετρουπόλεως η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Γ. Ν. του Δ. απεβίωσε στις ...-2022, ήτοι μετά την άσκηση, στις ...-2020, της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και κατέλειπε μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους της :

α) τη μητέρα της, Β. Ν., το γένος Λ. Τ. (πρώτη αναιρεσείουσα), β) τον πατέρα της, Δ. Ν. του Ν. και γ) τη θυγατέρα της, Β. Μ. του Η., όπως προκύπτει από την υπ' αρ. ...-2016 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Σάμου, Π. Α., η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αρ. .../2022 πρακτικά δημοσιεύσεως του Ειρηνοδικείου Σάμου. Από τα με αριθμ. ...-2024 και ...-2024 πιστοποιητικά της Γραμματέα του ανωτέρω Ειρηνοδικείου προκύπτει, αντίστοιχα, ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη της πιο πάνω θανούσας, πλην της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης της και ότι οι ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία της.

Επίσης, από το αριθμ. ...-2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σάμου προκύπτει ότι κατά των παραπάνω εκ διαθήκης κληρονόμων δεν έχει κατατεθεί αγωγή ούτε εκκρεμεί δίκη στην οποία να αμφισβητείται το κληρονομικό τους δικαίωμα. Όλοι οι ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμοι της δεύτερης αναιρεσίβλητης με δήλωση της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Φωτεινής Θαλασσινού, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα το θάνατο της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν με την παραπάνω ιδιότητά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Με βάση τα παραπάνω, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ των κληρονόμων της αποβιωσάσης δεύτερης αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος η προκειμένη δίκη.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. .../2020 απόφαση του, δικάσαντος κατ' έφεση, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που απέρριψε την έφεση που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αρ. .../2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σάμου, ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από ...-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί δικαστικά ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών αυτού και των αναιρεσιβλήτων υφίσταται κοινόχρηστη - δημοτική οδός και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, κατεδαφίζοντας τις περιγραφόμενες στο δικόγραφο κατασκευές, στις οποίες έχουν προβεί επί της οδού, ώστε να αποδώσουν αυτή στην κοινή χρήση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Προσβολή της προσωπικότητας κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως στη σφαίρα αυτής από τρίτο, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τ` αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτόμενου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 712/2011, ΑΠ 1897/2006).

Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξεως είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του (ΑΠ 1354/2015, ΑΠ 849/2015, AΠ 1231/2014).

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ η προστασία του δικαίου εκτείνεται και στους συντελεστές εκείνους που αποτελούν την ατομικότητα του προσώπου, είτε αυτοί αναφέρονται στην φυσική του υπόσταση (ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία) είτε στην πνευματική, ηθική ή κοινωνική του ατομικότητα. Στην έννοια της προσωπικότητας περιέχονται όλες εκείνες οι αστάθμητες αξίες, που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου και προστατεύονται όλα τα αγαθά που τη συγκροτούν, δηλαδή, μεταξύ άλλων, α) στοιχεία αναφορικά με τη ζωή, σωματική ακεραιότητα και την υγεία του προσώπου (σωματικά αγαθά), β) στοιχεία αναγόμενα στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου (ψυχικά αγαθά), γ) στοιχεία σχετικά με την ελευθερία προς ανάπτυξη της προσωπικότητας, δ) στοιχεία συνδεόμενα με την τιμή του προσώπου, ε) στοιχεία του ιδιωτικού βίου και της σφαίρας του απορρήτου (ΑΠ 43/2016, ΑΠ 543/2009, ΑΠ 261/2008).

Στην έννοια δε του δικαιώματος επί της προσωπικότητας περιλαμβάνονται όλα τα άυλα αγαθά, τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο και ανήκουν σ` αυτό, όπως είναι και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου. Από τα ανωτέρω απορρέει και το δικαίωμα χρήσεως των κοινόχρηστων πραγμάτων (άρθρα 967, 968 - 970 ΑΚ).

Συνεπώς, το δικαίωμα χρήσεως των κοινόχρηστων πραγμάτων αποτελεί αυτοτελή εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας, όπως προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ (ΑΠ 718/2001). Το δικαίωμα επί της προσωπικότητας προσδιορίζεται εννοιολογικά και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 2 και 5 και 24 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, ενώ η συμπεριφορά με την οποία διαταράσσεται από τρίτους κοινόχρηστο στοιχείο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, είτε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου πράγματος, είτε να καθίσταται αδύνατη η χρήση του στοιχείου αυτού, συνιστά παράνομη προσβολή κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 970ΑΚ, όπως αυτές εμπλουτίζονται από το άρθρο 24 του Συντάγματος.

Η προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας μέσω των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, απαιτεί τη συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) Προσβολή του δικαιώματος χρήσεως που συνίσταται στη διατάραξη από τρίτους κάποιου κοινόχρηστου στοιχείου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αλλοιώνεται ή να καταργείται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου πράγματος και β) παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, δηλαδή ύπαρξη συμπεριφοράς αντίθετης με τις επιταγές ή απαγορεύσεις της έννομης τάξεως, που προσβάλλει την κοινή χρήση ή την κοινή ωφέλεια κοινού σε όλους ή κοινόχρηστου πράγματος ή τη σωματική ή την ψυχική υγεία του ατόμου.

Η αξίωση που απορρέει από την προσβολή του πιο πάνω δικαιώματος συνίσταται, εκτός των άλλων, στην άρση της τελευταίας και την παράλειψή της στο μέλλον, εφόσον υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής (προληπτική αξίωση για παράλειψη). Για την άσκηση των παραπάνω αξιώσεων νομιμοποιείται ο χρήστης του συγκεκριμένου πράγματος ή το πρόσωπο (ως προς τα σωματικά ή ψυχικά αγαθά) που υπέστη την προσβολή, ο οποίος, στην πρώτη περίπτωση, θα πρέπει να βρίσκεται σε ορισμένη τοπική σχέση με το αντίστοιχο περιβαλλοντικό αγαθό (ΑΠ 43/2016).

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου η αμέλειας) αυτού που προσβάλλει, πλην, όμως, τούτο απαιτείται όταν ζητείται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 2 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 463/2021, 474/2020, ΑΠ 712/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό (ΑΠ 356/2013).

Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την ως άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, που υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 508/2013).

Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως (ΑΠ 941/1997). Μεμονωμένα δηλαδή στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 134/ 2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (AΠ 1867/2023, ΑΠ 247/2022, ΑΠ 705/2022).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57 και 967 ΑΚ, με το να απορρίψει τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς του, με τους οποίους παραπονείτο μόνον ως προς το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω μη παρεμποδίσεως της ελεύθερης χρήσεως της κοινόχρηστης οδού, δεχόμενο εσφαλμένα ότι μεταβιβάστηκε σ' αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) και το κεφάλαιο για το αν η επίδικη οδός είναι κοινόχρηστη, το οποίο είχε ήδη κριθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν είχε προσβληθεί με λόγο εφέσεως.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, από κληρονομιά της μητέρας του, την οποία αποδέχθηκε με συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής, νόμιμα μεταγεγραμμένης, μια παλαιά, ισόγεια οικία με το οικόπεδο πάνω στο οποίο είναι κτισμένη, ευρισκόμενη στο ..., στην ενορία του "..." και στη θέση "...", συνορεύουσα με αδιέξοδη κλιμακωτή οδό (σκαλιά) από την οποία και οδεύεται και με ιδιοκτησίες Σ.

Κ. (πρώην Α. Β.), Ι. Κ. (πρώην Κ. Κ.), Γ. Τ. (νυν αντιδίκων) και Δ. Δ. (πρώην Ι. Ε.), από την οποία χωρίζεται με σούδα (στενωπό), η οποία ανήκει στο κληρονομιαίο ακίνητο του ενάγοντος. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της μητέρας του τελευταίου δυνάμει προίκας. Βόρεια της οικίας του ενάγοντος υπάρχει διώροφη οικία, που ανήκε στην πρώτη εναγόμενη, οριζόμενη.από τις οικίες των Δ.

Κ., Δ. Δ., Α. Μ., του ενάγοντος Ι. Κ. και την ως άνω αδιέξοδη δημοτική οδό, η οποία διαχωρίζει τις παραπάνω οικίες από την αρχή μέχρι του τέλους της. Η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη την ανωτέρω οικία της κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία αυτής εφ' όρου ζωής της.

Οι παραπάνω οικίες διαχωρίζονται από μία αδιέξοδη οδό, η οποία είναι κλιμακωτή (σκαλιά), αποτελούμενη από είκοσι (20) περίπου σκαλοπάτια, τα οποία άρχιζαν από τη συμβολή της με τον κεντρικό δημοτικό δρόμο προς Βαθύ, έχει δε πλάτος που αρχίζει από 2,00 μέτρα και καταλήγει στην κορυφή του σε πλάτωμα περίπου 4,00 μέτρων, όπου εκατέρωθεν και αντικριστά, στη βόρεια και τη νότια γωνία της βρίσκονται οι είσοδοι των οικιών των διαδίκων και δι' αυτής οδεύονται οι οικίες των διαδίκων και των γειτόνων τους, των οποίων οι είσοδοι βρίσκονται εκατέρωθεν του μήκους της οδού και μέσω αυτής οι οικίες των διαδίκων και των γειτόνων τους δέχονται τον απαραίτητο φωτισμό και αερισμό τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη στις εξής κατασκευές : στην βορειοανατολική πλευρά της, στην οπίσθια όψη, κατασκεύασε βεράντα από οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων 3,45 x 1,00 μ., αντικατέστησε τα παλιά κεραμίδια με κεραμίδια ρωμαϊκού τύπου και, περί το έτος 2013, στη νοτιοδυτική πλευρά της οικίας δηλαδή στην πρόσοψη της όπου βρίσκεται ο παραπάνω δρόμος, κατέλαβε μέρος του, επιστρώνοντας το εμπρόσθιο μέρος της κατοικίας της, σε πλάτος του ημίσεος των τελευταίων 5-6 σκαλοπατιών, με μπετόν και οικοδομώντας μια υπερυψωμένη, σε σχέση με τα λοιπά σκαλοπάτια, κατά 20,00 ως 40,00 εκατοστά του μέτρου ενιαία και επίπεδη επιφάνεια διαστάσεων 1,70 x 1, 70 μ.

περίπου, ήτοι, εμβαδού 2,89 τ.μ. περίπου, οριζόμενη βόρεια και ανατολικά με την δική της ιδιοκτησία και νότια και δυτικά με το λοιπό τμήμα της παραπάνω οδού, προκειμένου να κατασκευάσει πάνω σ' αυτήν και συναπτά με την οικία της και ως μέρος αυτής, ισόγειο τμήμα βοηθητικού χώρου χρησιμοποιούμενου ως τουαλέτας - αποχωρητηρίου, διαστάσεων 1,09 x 1,00 μ., ήτοι, εμβαδού 1,09 τ.

μ. και ύψους 2 μ. περίπου. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εν λόγω κλιμακωτή οδός είναι κοινόχρηστη. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της ούτε με πράξη της διοίκησης κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, η οποία περιλαμβάνεται σε ρυμοτομικό διάταγμα, ούτε με τη βούληση του ιδιοκτήτη και μεταγραφή, ούτε με την παραγραφή του αμνημόνευτου χρόνου, ήτοι να υφίσταται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας πριν από την 23.2.1946, ημεροχρονολογία εισαγωγής του Αστικού Κώδικα ή επί δύο γενεών 40 ετών.

Σημειωτέον ότι ο Σαμιακός Κώδικας δεν αφίσταται των ρυθμίσεων αυτών. Ο ενάγων δεν προσκομίζει ούτε σχέδιο πόλεως, ούτε πράξη των ιδιοκτητών. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται η παραγραφή του αμνημονεύτου χρόνου. Αντίθετα, ο ενάγων προσκομίζει το με αριθμό ... από ....2013 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δημάρχου Σάμου και τη με αριθμό .../2013 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Σάμου, από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι τα επίδικα σκαλιά είναι κοινόχρηστος δρόμος και για το λόγο αυτό αποβλήθηκε από το χώρο αυτό λόγω κατασκευών που είχε δημιουργήσει.

Ωστόσο, η κρίση περί κοινοχρήστου χώρου που αναφέρεται στα έγγραφα αυτά δεν στηρίζεται σε ρυμοτομικό διάταγμα ή βούληση του ιδιοκτήτη, ούτε απορρέει από παραγραφή αμνημονεύτου χρόνου ή χρήση επί δύο συνεχείς γενεές 40 ετών, αλλά στηρίζεται σε απλή αυτοψία της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου. Επίσης, από το με αριθμό 18 από 18.4.2016 έγγραφο του προέδρου της Κοινότητας Βαθέος Σάμου, προκύπτει ότι ο επίδικος αδιέξοδος δρόμος δεν έχει χαρακτηριστεί ούτε ως κοινόχρηστος ούτε ως δημοτικός ούτε ως ιδιωτικός.

Τούτο σημαίνει ότι τα έγγραφα του Δήμου περί διοικητικής αποβολής δε συνιστούν αναγνώριση περί του αν η επίδικη οδός είναι κοινόχρηστη, Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η επίδικη οδός είναι κοινόχρηστη αλλά απέρριψε την αγωγή για άλλη αιτία, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων Ο ενάγων, με την υπό κρίση έφεσή του, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση ορθά έκρινε ότι η επίδικη οδός είναι κοινόχρηστη και εκκαλεί την απόφαση μόνο ως προς το ότι έκρινε ότι δεν υπάρχει παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω μη παρεμπόδισης ελεύθερης χρήσης του κοινόχρηστου.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας (......), ο κοινόχρηστος χαρακτήρας δεν αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο της δίκης, ήτοι κεφάλαιο που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για το οποίο εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Συγκεκριμένα, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του πράγματος αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του κανόνα δικαίου στον οποίο θεμελιώνεται η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ώστε, για να υπάρχει προσβολή της προσωπικότητας, απαραίτητη είναι η διατάραξη χρήσης του κοινόχρηστου πράγματος κατά τέτοιο τρόπο που να εμποδίζεται ή να καταργείται η χρήση του, καθώς και όταν αλλοιώνεται ή καταργείται η κοινή ωφέλεια.

Συνεπώς, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας δεν αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο δίκης, διότι ακριβώς επί αυτού στηρίζεται η απαίτηση του ενάγοντος, από την προσβολή της προσωπικότητάς του, λειτουργώντας έτσι ως ενιαίος κανόνας. Με άλλα λόγια, ούτε η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να υπάρξει αυτοτελώς, ήτοι χωρίς την ύπαρξη κοινόχρηστου πράγματος αλλά ούτε και το αίτημα για αναγνώριση κοινόχρηστου πράγματος, που δημιουργεί έννομη σχέση, μπορεί να στηριχθεί, χωρίς επίκληση και απόδειξη προσβολής προσωπικότητας.

Κατά συνέπεια, η υπό κρίση διαφορά μεταβιβάζεται καθ' ολοκληρίαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου...". Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 και 967 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο επίδικος αδιέξοδος δρόμος δεν έχει χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστος με πράξη της διοικήσεως, ούτε ως ιδιωτικός, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος από τις κατασκευές της αναιρεσίβλητης επ' αυτού, δεδομένου ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 967 ΑΚ είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η προσβολή του δικαιώματος χρήσεως απ' αυτόν κοινόχρηστου δρόμου, η οποία δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1721/2012). Ιδρύεται επίσης ο λόγος, αν το εφετείο εξετάσει σφάλματα της εκκαλουμένης, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο εφέσεως (ΑΠ 347/2020, 496/2010).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το κατ' έφεση δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως που δεν προβλήθηκε, κρίνοντας ότι είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό το κεφάλαιο για την αναγνώριση της επίδικης οδού ως κοινόχρηστης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτό το κεφάλαιο αυτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν, έκρινε ότι η επίδικη οδός δεν είναι κοινόχρηστη, καθιστώντας έτσι δυσμενέστερη την θέση του.

Από την επισκόπηση της εφέσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή του, δεχόμενο ότι δεν προσβάλλεται η προσωπικότητά του, καθόσον αυτός δεν παρεμποδίζεται στην χρήση της επίδικης κοινόχρηστης οδού.

Από τις ανωτέρω δε παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε τον χαρακτήρα της επίδικης οδού ως κοινόχρηστης, στα πλαίσια λόγου εφέσεως, αλλά ως αναγκαίο στοιχείο για την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικάσαν ως εφετείο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως που δεν προβλήθηκε και ενώ απέρριψε την έφεσή του κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ως προς το, ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο, μέρος τα ακόλουθα : "Ωστόσο, όλοι οι σχετικοί λόγοι της κρισιολογούμενης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Εντούτοις, επειδή το ζήτημα που κρίθηκε αποτελεί όρο του πραγματικού, δηλαδή προϋπόθεση του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τη νομική σκέψη της παρούσας (υπό στοιχεία II και III), το Δικαστήριο τούτο, δεν θα προβεί σε αντικατάσταση των αιτιολογιών αλλά σε εξαφάνιση της απόφασης δηλονότι η νέα αιτιολογία οδηγεί σε διαφορετικής έκτασης δεδικασμένο.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ1ΚΠολΔ), πρέπει η ένδικη αγωγή, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των εναγομένων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 183ΚΠολΔ ....".Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους όλους τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος και την έφεσή του κατ' ουσίαν, στη συνέχεια παρά το νόμο, χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος εφέσεως, αφού όλοι είχαν απορριφθεί, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επέβαλε τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος του αναιρεσείοντος.

Επομένως, είναι βάσιμος ο παραπάνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος, που μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως, εξαφάνισε την υπ' αρ. .../2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σάμου, ενώ παρέλκει η εξέταση του τέταρτου λόγου της αναιρέσεως από τον αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον η εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός τον καταλαμβάνει.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 352/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπάρχει, καθόσον υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως. Πρέπει, επομένως, να κρατηθεί και δικασθεί από τον Άρειο Πάγο η από ...-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. .../2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σάμου, να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί αυτή κατ' ουσίαν.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στoν αναιρεσείοντα, λόγω της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν, κατ' άρθρο 179 εδ. β ΚΠολΔ, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί και δικάζει την από ...-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθμ. .../2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σάμου.

Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ' ουσίαν.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ