Legislator Case Law & Legislation
667/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible claim failing to specify the alleged distorted document.

Case Number 667/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision due to alleged document distortion. The appellant claimed the court incorrectly accepted a payment as full settlement despite the document stating otherwise, but failed to identify the specific document or its true content. The court ruled this argument inadmissible because the appeal did not meet the statutory requirement to clearly define the alleged distortion and the opposing party's accepted content.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; The appeal must specify the true content of the alleged distorted document and the opposing party's accepted content to allow the Supreme Court to determine if a diagnostic error occurred.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal document distortion appellant burden statutory requirements civil procedure code diagnostic error full settlement

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 667 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 667/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Πηνελόπη Μπουρνάκη, η οποία, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 26/6/2014 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό .../2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού 1) Α. χήρα Ε. Χ., κάτοικος ..., 2) Π. Χ. του Ε., κάτοικος ..., 3) Α. Χ. του Ε., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2007 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3600/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2011 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/1/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 19/11/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2/1/2012 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3506/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ’ αναίρεση δίκη, (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί, αμέσως, συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000).

Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει την συνέχιση της δίκης στο όνομά του, μετά τον θάνατο του αρχικού διαδίκου, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα, τόσο του θανάτου του πρώτου, όσο και της ιδιότητας των δηλούντων την συνέχιση, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμων εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου, και η ιδιότητα των δηλούντων ως κληρονόμων εκείνου (ΑΠ 295/2014).

Από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ’ αριθ. .../2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο ..., προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 30.1.2012, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποβίωσε, στις 26.6.2014, ο αναιρεσίβλητος και άφησε, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. .../14.8.2014 οικείο πιστοποιητικό του Δήμου Θηβαίων, πλησιέστερους συγγενείς, κατά το χρόνο του θανάτου του, τη σύζυγό του Α.

Χ. το γένος Π. Α. και τα τέκνα του Χ. Α. και Χ. Π.. Ο θάνατος του αναιρεσίβλητου, ως λόγος βίαιης ως προς αυτόν διακοπής της δίκης (άρθρα 286 περ. α, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποιήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο των ως άνω κληρονόμων του κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η οποία δήλωσε συγχρόνως ότι στη θέση του αποβιώσαντος επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι ανωτέρω μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του, τους οποίους και υπό την ιδιότητα αυτή επίσης εκπροσωπεί.

Η ιδιότητα τούτων ως μοναδικών κληρονόμων του αναιρεσίβλητου δεν αμφισβητείται αλλά αντίθετα αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ως άνω πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών και την από 13.2.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθ. 58/12.1.2015 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ.

…/2015 Πράξη της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου.

Συνεπώς, οι ανωτέρω κληρονόμοι, οι οποίοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους (άρθρα 1710, 1712, 1846, 1850 ΑΚ), παραδεκτά επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενοι στη δικονομική θέση του, σύμφωνα με τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2014, ΑΠ 476/2012).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3506/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει ο αρχικά αναιρεσίβλητος κατά της 3600/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί κατ’ ουσία η από 24.1.2007 αγωγή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσείοντα να καταβάλει το μη εξοφληθέν μέρος του δανείου που είχε λάβει από τον αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 658/2015).

Στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της ένστασης, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 192/2015, ΑΠ 791/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο, από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλοντας την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε, ως αόριστη, η προς απόκρουση της αγωγής προβληθείσα ένστασή του από το άρθρο 281 Α.Κ., αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι "δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιες είναι οι προϋποθέσεις που έπρεπε να εκτίθενται και δεν εκτίθενται κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, ήτοι τι ελλείπει, ώστε η προβληθείσα υπ’ εμού ένστασις περί καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής δικαιώματος να καθίσταται ωρισμένη", με αποτέλεσμα, κατά τους ισχυρισμούς του, να παραβιάσει έτσι, κανόνα ουσιαστικού δικαίου και να μην κηρύξει έκπτωση από το δικαίωμα του αντιδίκου του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ενστάσεως που είχε προτείνει, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ποιο ήταν το δικαίωμα του αντιδίκου, για το οποίο έπρεπε να κηρύξει έκπτωση και ποια η αιτία της έκπτωσης από αυτό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1386/2015).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αποδειχθέντα γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν εξαιτίας της δεν είναι σαφές ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 262/2015, ΑΠ 1131/2007).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 694/2009, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 2133/2007).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξηπατήθη κατά την υπογραφήν της από 7.7.2004 εξοφλητικής αποδείξεως, ήτοι ενώ δέχεται γνησιότητα κατά το περιεχόμενον και τας υπογραφάς της αποδείξεως, παρά ταύτα απορρίπτει την περί εξοφλήσεως ένστασίν μου...Ωσαύτως το αιτιολογικόν δεν στηρίζει το διατακτικόν της προσβαλλομένης αποφάσεως, άλλως ευρίσκεται εις αντίφασιν, η οποία αντίφασις ερείδεται εις το ότι ενώ κατά το αιτιολογικόν εξωφλήθη η απαίτησις αφού ο αντίδικος ούτε εξηπατήθη, ούτε η απόδειξις είναι πλαστή, εις το διατακτικόν αντιθέτως κατά τρόπον πλήρη σύγχυσιν και αντίθεσιν επιφέροντα αποφαίνεται ότι υπάρχει υπόλοιπον απαιτήσεως".

Ο λόγος αυτός, με το περιεχόμενο που εκτίθεται, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, παραδοχές που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά αναφέρει μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά παραδοχές αυτής, όπως συνάγονται συμπερασματικά από τον ίδιο, και επίσης δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά της ενστάσεώς του περί εξοφλήσεως της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, ούτε η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.

Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 366/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτού με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό του αληθούς περιεχόμενο, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "παραμόρφωσεν το περιεχόμενον εγγράφου δεχθέν πραγματικά γεγονότα διάφορα των αναφερομένων εις το έγγραφον καθ’ όσον παρά το γεγονός ότι ενώ εις την απόδειξιν σαφώς αναφέρεται ότι το αναγραφόμενον και καταβληθέν εις τον αντίδικον ποσόν αποτελεί πλήρη και ολοσχερή εξόφλησιν, εν τούτοις δεν δέχεται εξόφλησιν".

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, δεν εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής το ακριβές και αληθές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ούτε το γενόμενο δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση περιεχόμενο αυτού, ούτε ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε.

Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 2.1.2012 αίτηση για αναίρεση της 3506/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικά αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.1.2012 αίτηση του Ε. Λ., για αναίρεση της 3506/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ