Supreme Court allows partial restitution of debt paid under annulled judgment and orders defendant to pay legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the final judgment of the Single Court of Appeal and ordered the defendant to return 56,838.50 euros paid under the annulled decision. The court held that the portion of the payment corresponding to the annulled judgment must be restituted to restore the previous legal situation, while rejecting the claim for interest on the earlier, non-annulled portion. Consequently, the defendant was ordered to pay the principal amount plus the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; Article 577 of the Code of Civil Procedure: Upon annulment of a final judgment, the party who paid under that judgment is entitled to restitution of the amount paid to restore the situation prior to the judgment, provided the payment was made in compliance with the annulled decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1836 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1836/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και με διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 8-11-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαζιράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2017 μη οριστική, 69/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8.9.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 55/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1160/2024, AΠ 1565/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ ( ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1007/2019).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωσης αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρισίμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2019).
Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015), όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του.
Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1565/2023, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 237/2016). Οι ανωτέρω διατάξεις, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. του Νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των νόμων 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού (ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 529/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 314/2024).
Περαιτέρω στο ν. 1667/1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις", όπως η παρ.7 του άρθρου 2 συμπληρώθηκε με την παρ.2α του άρθρου 28 Ν. 4141/2013, και η παρ.9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις παρ.1 άρθρου 17 Ν.3156/2003, άρθρο 6 Ν. 3483/2006 και παρ. 2 β άρθρου 28 ν. 4141/2013, και πριν την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με το άρθρο 76 παρ.1 Ν.4583/2018, ορίζονταν τα εξής:
Άρθρο 2 "παρ. 1. Μέλη του συνεταιρισμού μπορούν να γίνουν ενήλικοι εφ` όσον δεν τελούν υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη και συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του καταστατικού... παρ. 4. Για να γίνει κάποιος μέλος του συνεταιρισμού μετά τη σύσταση που απαιτείται να υποβάλει, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού, γραπτή αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο που αποφασίζει για την αποδοχή της στην πρώτη του συνεδρίαση.
Για να γίνει κάποιος μέλος του συνεταιρισμού μετά τη σύσταση που απαιτείται να υποβάλει, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού, γραπτή αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο που αποφασίζει για την αποδοχή της στην πρώτη του συνεδρίαση. Η εγγραφή των νέων μελών εγκρίνεται από την επόμενη γενική συνέλευση.
Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο... παρ.7. Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης.
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στο συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους...
παρ.9. Στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό, αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία γίνεται η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός. Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 (Α` 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.
Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2.".
Επίσης, στο άρθρο 27 παρ. 5 του προϊσχύσαντος Ν. 3601/2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΕΠΕΥ και λοιπές διατάξεις" με τον οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία 2006/48/ΕΚ, όπως η παράγραφος αυτή είχε προστεθεί με την παρ.3 του άρθρου 169 του Ν. 4099/2012, και πριν την κατάργηση του ως άνω Ν. 3601/2007 με το άρθρο 166 παρ.1 και 2 του Ν.4261/2014, οριζόταν ότι : "Για την εξασφάλιση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν.1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού", ενώ και στο άρθρο 149 του μεταγενέστερου, και ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο, Ν.4261/2014 με τίτλο "Εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων", και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 23 περ.3 Ν.4701/2020, ορίζονταν ότι "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού.". Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων δεν νοείται ει μη μόνον σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1667/1986.
Έτσι επί δικαιοπραξίας με αντικείμενο την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων-οι οποίες εκδίδονται από τον συνεταιρισμό και διατίθενται στον συνεταίρο, ο οποίος τις αποκτά πρωτοτύπως, κατόπιν αιτήσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1667/1986- εφαρμόζονται, όπως και στη σύμβαση ανάληψης μετοχών και, γενικώς, εταιρικών μεριδίων, οι ειδικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου.
Εφόσον δε, η ανάληψη μετοχών ανώνυμης εταιρείας-είτε κατά την ίδρυση είτε, μεταγενεστέρως, κατά την αύξηση του κεφαλαίου της-αποτελεί ιδιότυπη σύμβαση, που εμφανίζει: α) αφενός μεν στοιχεία εταιρικής σύμβασης, αφού δημιουργεί την εταιρική/ μετοχική, κατά περίπτωση, σχέση, δηλαδή ένα πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εταιρικού δικαίου, β) αφετέρου δε στοιχεία κοινής, του αστικού δικαίου, αμφοτεροβαρούς σύμβασης, στο βαθμό που ο εταίρος/ μέτοχος έχει υποχρέωση να καταβάλει την εισφορά του στην εταιρία και αυτή να τον εγκαθιδρύσει στα (διοικητικής και περιουσιακής φύσεως) δικαιώματα της εταιρικής σχέσης, το οποίο επιτυγχάνεται, προκειμένου περί συνεταιρισμού, με το να εγγράφει ο συνεταιρισμός το συνεταίρο στο μητρώο μελών για τις μερίδες που αποκτά, προκειμένου δε περί εταιρείας, με το να παραδώσει η εταιρεία στον εταίρο/μέτοχο τους αντίστοιχους τίτλους ή να τον εγγράφει στο οικείο βιβλίο μετοχών και μετόχων/εταίρων, οι χρηματικές καταβολές που διενεργούνται από τον εταίρο/συνεταίρο προς απόκτηση πρωτογενώς εταιρικών/συνεταιριστικών του μερίδων, οι οποίες εκδίδονται από τον συνεταιρισμό και διατίθενται σε αυτόν πρωτοτύπως, πρέπει να κρίνονται εντός του πλαισίου της εταιρικής σύμβασης, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου εταιρικού νομοθετήματος (στην προκειμένη υπό κρίση περίπτωση του Ν. 1667/1986), και υπ' αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιολογούνται.
Επομένως, δεν νοείται πρωτότυπη απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων από συνεταίρο, και συναφώς καταβολή από αυτόν στον συνεταιρισμό του τιμήματος απόκτησής τους, μη υπαγόμενη στις διατάξεις του Ν. 1667/1986. Αποκτώντας δε τις συνεταιριστικές του μερίδες ο συνεταίρος αποκτά τα διοικητικής και περιουσιακής φύσεως δικαιώματα που απορρέουν από αυτές, και τα οποία παρέχει ο Ν. 1667/1986, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος προς ρευστοποίηση των συνεταιριστικών αυτών μερίδων, το οποίο διέπεται από τις προεκτεθείσες, αναγκαστικού δικαίου, χάριν του δημοσίου συμφέροντος τεθείσες, διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 9 του ως άνω Ν. 1667/1986, υπό τους περιορισμούς του ίδιου νόμου (στο άρθρο 2 παρ. 7) και της τραπεζικής νομοθεσίας (άρθρο 149 Ν. 4261/2014, που αντικατέστησε το ταυτόσημο άρθρο 27 παρ. 5 του Ν. 3601/2007).
Το δικαίωμα κάθε συνεταίρου να ζητήσει τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών του μερίδων είναι σύμφυτο της αρχής της ελεύθερης συμμετοχής στο συνεταιρισμό, που σημαίνει νομική και πραγματική δυνατότητα κτήσης και λήξης της ιδιότητας του συνεταίρου κατά την επιλογή του, δηλαδή δυνατότητα ελεύθερης εισόδου και ελεύθερης εξόδου των συνεταίρων από το συνεταιρισμό.
Η συνεταιριστική συμμετοχή μπορεί να λυθεί και στη διάρκεια της παραγωγικής λειτουργίας του συνεταιρισμού, μεμονωμένα για κάποιο συνεταίρο, μεταξύ άλλων, λόγω οικειοθελούς αποχώρησής του. Στο συνεταίρο δε, που αποχωρεί από συνεταιριστική τράπεζα αποδίδεται η αξία της συνεταιριστικής μερίδας που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο ισολογισμό της τελευταίας χρήσης ( ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1397/2010).
Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, που αναφέρεται στο καταστατικό του συνεταιρισμού, ενώ οι προεκτεθείσες διατάξεις με τους ενισχυμένους κανόνες για τον περιορισμό του δικαιώματος ρευστοποίησης, επιβλήθηκαν από λόγους δημοσίου συμφέροντος, για την ενίσχυση δηλαδή της ευστάθειας και σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας.
Το γεγονός πως η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού, δεν παρέχει βεβαίως στο συνεταιρισμό δικαίωμα να ασκήσει αυθαίρετα τη "διακριτική ευχέρεια" για την άρνηση ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων. Αντίθετα, είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την απόφασή του να αρνηθεί τη ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων, βάσει των αρχών της καλής πίστης και της ισότιμης μεταχείρισης των συνεταίρων.
Η διακριτική ευχέρεια, επομένως, που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του Ν. 1667/1986, συνδεόμενη και με την αποδοχή ή μη της σχετικής αίτησης ρευστοποίησης, συρρικνούται κατ` ουσίαν και δύναται να ασκηθεί, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος, δηλαδή α) να μη θίγονται με τη ρευστοποίηση οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού, που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και β)να έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων του συνεταιρισμού, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (σχετ.
ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 27.7.2016 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως συνταξιούχος στρατιωτικός με μηδενική επενδυτική εμπειρία, εξέθετε, ότι παραπλανηθείς από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της ήδη αναιρεσείουσας συνεταιριστικής τράπεζας, περί ασφαλούς και επωφελούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του, εντάχθηκε στις 14.12.2010 στο επενδυτικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", πεισθείς ότι πρόκειται περί είδους προθεσμιακής χρηματικής κατάθεσης με εγγυημένο κεφάλαιο, άμεση απόδοση και ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του προγράμματος άμα τη αιτήσει αυτών.
Ότι εξ αιτίας της διακοπής του άνω επενδυτικού προγράμματος από την αναιρεσείουσα για λόγους που αφορούσαν την κεφαλαιακή της επάρκεια, και την λειτουργία της ως πιστωτικού ιδρύματος, η τελευταία δολίως ενέταξε αυτόν στην όλως διάφορη καταθετική σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ", την οποία ψευδώς οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια μεθόδευσης για τη λειτουργική εξακολούθηση της οικονομικής εκμετάλλευσης της τελευταίας, εμφάνισαν ως ταυτόσημη με την επενδυτική σύμβαση "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", ενέργεια την οποία ο αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε, παραπλανηθείς ότι διατηρούσε τα δικαιώματα της αρχικής του επένδυσης.
Ότι όταν περί τον μήνα Μάρτιο 2015 αιτήθηκε την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων της κυριότητός του, συνολικής αξίας (1.429 συν.μερ. Χ 35 ευρώ/εκάστη=) 50.015 ευρώ, η αναιρεσείουσα αρνήθηκε τούτο, προκαλώντας του ισόποση ζημία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού με βάση τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, της ευθύνης από τη παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, της αδικοπρακτικής τοιαύτης και αυτές για τη προστασία του καταναλωτή, επικαλούμενος δε, περαιτέρω ότι υπέστη ηθική βλάβη, την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, αμφοτέρων των ποσών, νομιμοτόκως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 56/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία ανεστάλη η επί της αγωγής δίκη, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ. Ακολούθως και πληρωθείσας της προϋπόθεσης που έτασσε η παραπάνω μη οριστική απόφαση, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 10.11.2017 κλήση του ενάγοντος, εκδοθείσας της με αριθμό 69/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία αφού απέρριψε τις ενστάσεις συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην αποτροπή της ζημίας του και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και επιδίκασε στον ενάγοντα- ήδη αναιρεσίβλητο- το χρηματικό ποσό των 50.015 ευρώ ως αποζημίωση και αυτό των 2.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπό τον όρο της ταυτόχρονης μεταβίβασης από τον τελευταίο προς την εναγομένη συνεταιριστική τράπεζα -ήδη αναιρεσείουσα- των 1.429 συνεταιριστικών μερίδων που κατείχε.
Επί της από 6.12.2018 έφεσης της ηττηθείσας συνεταιριστικής τράπεζας, εκδόθηκε η με αριθμό 55/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, και δικάζοντας επί της αγωγής, έκανε αυτή δεκτή ως και πρωτοδίκως, πλην του αιτήματος της αναμεταβίβασης των συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου δε, του αναιρετικού της ελέγχου, αυτή διαλαμβάνει τις παρακάτω παραδοχές : "Ο ενάγων είναι συνταξιούχος στρατιωτικός από το έτος 2010.
Από το έτος 2008 διατηρούσε στον εναγόμενο προθεσμιακές καταθέσεις, ενώ είχε προβεί και στη λήψη δανείου με ανοικτό τρεχούμενο λογαριασμό. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι νόμιμα συσταθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα την πόλη των Χανίων και την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και από το 1995 οπότε έλαβε τη με αριθμό ....1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, άδεια και μέχρι σήμερα, λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα.
Την 14.12.2010 στο κεντρικό κατάστημα του εναγομένου στα Χανιά, στο πλαίσιο ενημέρωσης του ενάγοντος από τις προστηθείσες αυτού υπαλλήλους Μ. Κ. και Δ. Μ. επί τραπεζικών προϊόντων για ικανότερο επί των προθεσμιακών καταθέσεων επιτόκιο, οι άνω υπάλληλοι συνέστησαν και πρότειναν σ'αυτόν επενδυτικό πρόγραμμα που διέθετε τότε ο εναγόμενος με την ονομασία "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" με επονομαζόμενο τον δι'αυτό τηρούμενο λογαριασμό "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ".
Τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του προγράμματος αυτού, ως εκτέθησαν από τις προστηθείσες ως άνω υπαλλήλους του εναγομένου, απέβλεπαν στην ασφαλή και συνάμα επικερδή τοποθέτηση του κεφαλαίου των καταθετών, λόγω του υψηλότερου, σε σχέση με τα ισχύοντα σε άλλες τράπεζες, επιτοκίου, καθώς το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα παρουσιάστηκε ως ένα είδος επένδυσης που απευθυνόταν σε αποταμιευτές, σύμφωνα με την οποία, το κεφάλαιο χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο αποτελούμενο από το 90% του κεφαλαίου που τοποθετείται σε αγορά συνεταιριστικών μερίδων και το 10% στο λογαριασμό "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" με σταθερό επιτόκιο 25%.
Το πρόγραμμα αυτό παρουσιαζόταν ως προσφέρον ασφαλή φύλαξη των αποταμιεύσεων των καταθετών-επενδυτών χωρίς επενδυτικό κίνδυνο, ελάχιστη εγγυημένη απόδοση μεγαλύτερη των προθεσμιακών καταθέσεων και δυνατότητα ανάληψης μετά την πάροδο ενενήντα (90) ημερών. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο εναγόμενος προωθούσε τούτο εντατικά, τόσον διά της ενημέρωσης των πελατών του από προστηθέντες υπαλλήλους του, ως και με ενημερωτικά φυλλάδια, που για το σκοπό της διαφήμισης του προϊόντος διέθετε σε κάθε κατάστημά του με τον τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" αλλά και διαδικτυακά με αναρτήσεις για το εν λόγω προϊόν από την ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο.
Ο ενάγων πείσθηκε από τις ρητές διαβεβαιώσεις των προστηθεισών του εναγομένου περί της αληθείας όλων των προαναφερομένων πλεονεκτημάτων του προϊόντος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και εκλαμβάνοντας ότι επρόκειτο για ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης με συμφέρον επιτόκιο, και με αποφασιστικό κριτήριο το γεγονός ότι απέβλεπε αποκλειστικά στην εξασφάλισή του για τη διαβίωσή του και για τυχόν ώρα ανάγκης, εφόσον πλέον ήταν συνταξιούχος, συνήψε την ίδια ημέρα, ήτοι την 14.12.2010 στο παραπάνω κατάστημα με τον εναγόμενο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, τη με αριθμό 714/2010 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" του τελευταίου, με επακόλουθο την εγγραφή του ενάγοντος ως συνεταίρου του εναγομένου στο προβλεπόμενο από τα άρθρα 9 παρ. 1 στ.α' του ν. 1667/1986 και 23 παρ. 1 στ.
α' του Καταστατικού του, βιβλίο των μελών του. Σε εκτέλεση αυτών των συμβάσεων κατέβαλε στον εναγόμενο ως κεφάλαιο της επένδυσης συνολικού ποσού 70.000 ευρώ εκ του οποίου 7.000 ευρώ ισόποσο προς το δέκα τοις εκατό (10%) του επενδυόμενου κεφαλαίου, κατατέθηκε επ' ονόματί του στον με αριθμό ... ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με τον τίτλο "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" της τράπεζας του εναγομένου και ποσό 63.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στο ενενήντα τοις εκατό (90%) του επενδυομένου κεφαλαίου, επενδύθηκε σε συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, οπότε αγοράστηκαν κατά κυριότητα από τον ενάγοντα χίλιες οκτακόσιες (1.800) συνεταιριστικές μερίδες του τελευταίου, αξίας εκάστης τριάντα πέντε (35) ευρώ, που ήταν τότε η τρέχουσα τιμή διάθεσης αυτών.
Εκ των μερίδων αυτών μία ήταν υποχρεωτική, καθώς η συμμετοχή του στο πρόγραμμα προϋπέθετε την προαναφερόμενη ιδιότητα του συνεταίρου και οι λοιπές προαιρετικές, εκδοθέντος σχετικά από τον εναγόμενο του σχετικού, επ' ονόματι του ενάγοντος, τίτλου. Οι ως άνω συμβάσεις επομένως (αγορά μερίδων και κατάθεση) ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στο πρόγραμμα, εξ ου και καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα, ως επί μέρους τμήματα μίας συνολικής επένδυσης.
Ως αποδείχθηκε, ο ενάγων κατά την ενημέρωσή του από τις προστηθείσες υπαλλήλους του εναγομένου, δεν αναζητούσε συμβουλές επί επενδυτικών προγραμμάτων με πιθανότητα ικανών μεν αποδόσεων, πλην όμως με κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου, αλλά περιορίστηκε στην διερεύνηση περί καταθετικού προγράμματος με καλύτερο επιτόκιο, καθώς αποτελούσε πελάτη και όχι επενδυτή του εναγομένου με συντηρητικό προφίλ, ως καταδεικνύεται από το ιστορικό των τραπεζικών του συναλλαγών που περιορίζονταν σε ασφαλείς καταθέσεις αποταμίευσης σε προθεσμιακούς τραπεζικούς λογαριασμούς μηνιαίας ή τρίμηνης ή εξάμηνης διάρκειας, με αποφυγή ρίσκων και με σύντομη δυνατότητα ανάληψης του συνόλου των καταθέσεών του που αποτελούσαν αποταμιεύσεις και όχι κεφάλαια για επενδύσεις.
Έτσι ο ενάγων επέδειξε εμπιστοσύνη στην σύσταση των ως άνω προστηθέντων του εναγομένου για το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και στο ότι τούτο αποτελεί αποταμιευτική επιλογή συμβατή με το οικονομικό-συντηρητικό προφίλ του, ώστε με τα χρήματά του σε μία ασφαλή κατάθεση και χωρίς να τίθεται κίνδυνος για το κεφάλαιό του, να αποκόμιζε σταθερό κέρδος ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο την περίοδο εκείνη, επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης.
Εξ άλλου, όμοια διαβεβαίωση διαλαμβανόταν και στο προωθητικό υλικό του εναγομένου για το πρόγραμμα αυτό, όπου επισημαινόταν σχετικά η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των αποταμιεύσεων σε ποσοστό έως και 45% μεγαλύτερο της απόδοσης των προθεσμιακών καταθέσεων. Το πρόγραμμα αυτό παρουσιαζόταν ελαστικό σε κρίσιμους όρους εν σχέσει προς τον εκτοκισμό, την ανάληψη κατάθεσης, τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των εταιρικών μερίδων και κατά τη προώθησή του από τον εναγόμενο και εν προκειμένω από τις προστηθείσες αυτού, δεν αναφερόταν ο κίνδυνος της μείωσης της τρέχουσας αξίας διάθεσης των συνεταιριστικών μερίδων ένεκα των διεθνών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων αλλά και των επιπτώσεων της δημοσιονομικής κρίσης στην χώρα που επηρεάζουν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και μπορεί να οδηγήσουν στην αδυναμία συγκέντρωσης των απαιτουμένων κεφαλαίων κατά το χρόνο ρευστοποίησης του επενδυμένου σε μερίδες κεφαλαίου.
Ο εναγόμενος κατά πάγια τακτική την ως άνω χρονική περίοδο, επιδιώκοντας τη στήριξή του με κεφάλαια των πελατών του και την ισχυροποίηση της θέσης του, προώθησε εντατικά το παραπάνω προϊόν δίνοντας έμφαση στο υψηλότερο επιτόκιο αλλά και στη δυνατότητα της άμεσης ανάληψης του ποσού που αυτοί διέθεταν στην επένδυση, προκειμένου όπως εξασφαλίσει την υγιή λειτουργία του στο μέλλον.
Ο ενάγων έτσι εντάχθηκε στο ως άνω πρόγραμμα, ελλείψει παράθεσης από τον εναγόμενο των κινδύνων της επένδυσης και μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2013 δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με αυτό. Μάλιστα ο ενάγων κατά το έτος 2011 έως τις 14.3.2012 ρευστοποίησε συνολικά 764 συνεταιριστικές μερίδες ενώ την 30.8.2012 ρευστοποίησε επίσης 303 συνεταιριστικές μερίδες και ούτως διέθετε πλέον 733 μερίδες.
Ωστόσο, ο εναγόμενος τελώντας εν γνώσει και μάλιστα από τα τέλη Ιουνίου 2013 ότι από την 1.1.2014 και μετά θα άρχιζε η ισχύς της εφαρμογής του Κανονισμού 575/2013 της 26.6.2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ο οποίος με τα άρθρα 26 έως 29 επανακαθόρισε τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των ιδίων κεφαλαιακών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα, συνεταιριστική τράπεζα, όπως ο εναγόμενος, που θα εγγυόταν απόδοση για συνεταιριστικές μερίδες δεν θα επιτρεπόταν να συνυπολογίζει τις μερίδες αυτές στα ίδια εποπτικά της κεφάλαια.
Ειδικότερα, η πρόβλεψη διασφάλισης ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης για το σκέλος της επένδυσης που ενέτασσε τις συνεταιριστικές μερίδες και τη συνακόλουθη κάλυψη τυχόν διαφοράς, εφόσον η πραγματική απόδοση υπολειπόταν της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 26-29 του Κανονισμού 575/2013 (ΕΕ) αναφορικά με τις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό κεφαλαιακών μέσων ως μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.
Επιπρόσθετα, η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων δεν πληρούσε την προϋπόθεση της αδυναμίας μείωσης ή εξόφλησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου (άρθρο 28 παρ. 1 στ) αφού κατά τα ανωτέρω, είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα τέλη Ιουνίου 2013 ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" δεν θα μπορούσαν από 1.1.2014 και εφεξής να συνυπολογισθούν στο εποπτικό κεφάλαιο, εφόσον οι συμβατικές του υποχρεώσεις αναφορικά με την δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση της ονομαστικής αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων παρέμεναν ενεργές.
Κατόπιν τούτων ο εναγόμενος προκειμένου να αντιμετωπίσει το μείζον αυτό ζήτημα της κεφαλαιακής του επάρκειας, αποφάσισε αφενός να καταργήσει το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και αφετέρου να θέσει σε ισχύ ένα νέο τραπεζικό προϊόν "ΑΠΟΔΙΔΩ" ουσιωδώς διάφορο του προηγουμένου, με κύριο γνώμονα την ενίσχυση της κεφαλαιακής του επάρκειας.
Ειδικότερα, κατά τους όρους του προϊόντος "ΑΠΟΔΙΔΩ" ο συνεταίρος του εναγομένου εδικαιούτο να τοποθετήσει σε ένα ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" χρηματικό ποσό, το συνολικό ύψος του οποίου δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του, οι οποίες αποσυνδέονταν πλήρως με οποιαδήποτε εγγύηση απόδοσης, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση έναντι των λοιπών.
Κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης του εν λόγω προγράμματος προβλέπονται μεταξύ άλλων τα εξής: α) κατά τον 3ο όρο ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στη τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της τράπεζας και αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στο λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", β) κατά τον 4ο όρο ο ειδικός λογαριασμός είναι έντοκος, και το επιτόκιο καθορίστηκε σύμφωνα με την αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλασίου ποσού, ήτοι το επιτόκιο πολλαπλασιαζόταν με τους εξής δύο συντελεστές Ι) με σταθερό συντελεστή 10 και ΙΙ) με μεταβλητό συντελεστή διατήρησης κατάθεσης ανάλογα με τη πραγματική διάρκεια που κυμαίνονταν από 1,20 έως 1,50, γ) κατά τον 5ο όρο οι τόκοι θα αποδίδονταν σε κάθε ετήσια επέτειο της ημερομηνίας πραγματοποίησης της κατάθεσης, οι οποίοι κατά τον 6ο όρο θα γίνονταν με βάση το έτος 360 ημερών, δ) κατά τον 7ο όρο ο συνεταίρος θα δικαιούνταν να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζομένου αναλόγως του επιτοκίου βάσει του αντίστοιχου συντελεστή κατά τα οριζόμενα στον 4ο όρο, και ε) κατά τον 8ο όρο συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση θα είναι αορίστου χρόνου, και ο συνεταίρος δικαιούνταν να ζητήσει οποτεδήποτε με έγγραφη αίτησή του, το κλείσιμο οποιουδήποτε λογαριασμού, ενώ αντίστοιχα η τράπεζα είχε το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς κατόπιν προηγούμενης, προ 30 ημερών έγγραφης προειδοποίησης.
Ο εναγόμενος γνώριζε ότι μία τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους πελάτες του και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτελέσματα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας, οπότε αποφάσισε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" διά της δημιουργίας του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" που όπως προκύπτει από τα παραπάνω ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" όρους και διά των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" αποσιωπώντας ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, όπως και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στη άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων.
Ακολούθως, το Νοέμβριο του 2013, ο ενάγων κλήθηκε προκειμένου να μεταβεί στο κατάστημα του εναγομένου όπου οι προστηθέντες υπάλληλοί του Μ. Κ. και Μ. Κ., τον ενημέρωσαν για τη διακοπή του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ενώ παράλληλα, στο πλαίσιο των οδηγιών του εναγομένου για την ενίσχυση της κεφαλαιακής του επάρκειας κατά τα προεκτεθέντα, παρουσίασαν στον ενάγοντα το νέο πρόγραμμα ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" ως συνέχεια του προηγουμένου, με όμοια χαρακτηριστικά, χωρίς αναφορά στις ουσιώδεις διαφορές των όρων μεταξύ των προγραμμάτων.
Κρίσιμο εν προκειμένω δεδομένο αποτελεί το γεγονός ότι όπως και για το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ο εναγόμενος δεν είχε ενημερώσει τον ενάγοντα για τις τυχόν επισφάλειες που μπορούσαν να προξενηθούν στο κεφάλαιό του, έτσι και για το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" δεν εκτέθηκαν οι όροι και οι πλείονες μάλιστα κίνδυνοι του προϊόντος, αλλά έτι περαιτέρω, τούτο παρουσιάστηκε ως μία "συνέχεια" του προηγουμένου προγράμματος και ως εκ τούτου όχι ως ένα νέο, στη πραγματικότητα σαφώς διαφοροποιημένο πρόγραμμα, ως προς την εγγυημένη απόδοση και τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων.
Ο ενάγων αφενός μεν, δεν είχε υποστεί ζημία από το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ώστε να δύναται να αντιληφθεί ότι το κεφάλαιό του δεν ήταν εξασφαλισμένο, αφετέρου δε, έχοντας τις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου περί της συνέχισης του ιδίου ασφαλούς προγράμματος και έτσι, βασιζόμενος στη σχέση εμπιστοσύνης που είχε πλέον αναπτυχθεί μεταξύ τους από τη μέχρι τότε συνεργασία τους, την 4.11.2013 συμφώνησε στη λύση των συμβάσεων της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και συνάμα υπέγραψε για τη σύναψη της σύμβασης ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ", με την επιπρόσθετη επιβεβαίωση των ως άνω προστηθέντων ότι το κεφάλαιό του είναι εξασφαλισμένο και ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί στην ανάληψή του.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ανοίχθηκε ο με αριθμό ... λογαριασμός για τον ενάγοντα στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των 2.565 ευρώ, η δε αξία των κατεχομένων τότε 733 συνεταιριστικών μερίδων ανήρχετο σε 25.655 ευρώ. Ακολούθως, ο ενάγων την 5.11.2014 απέκτησε άλλες 696 προαιρετικές, έτσι ώστε οι συνολικές του μερίδες ανήλθαν τότε στις 1.429 συνολικής αξίας 50.015 ευρώ.
Επομένως, ως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" θα μπορούσαν να προσμετρηθούν στα εποπτικά ίδια κεφάλαιά του, σύμφωνα με τις επιταγές του ως άνω Κανονισμού και τις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος, εν γνώσει, διά των προστηθέντων υπαλλήλων των ενεργούντων στο πλαίσιο των ανατεθειμένων καθηκόντων τους, δημιούργησε με πρόθεση στον ενάγοντα την πεπλανημένη εντύπωση ότι το νέο τραπεζικό προϊόν ήταν όμοιο με το προηγούμενο, παρέλειψε να τον ενημερώσει, ως όφειλε, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο, εφόσον δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση και δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ παράλληλα δεν του εξέθεσε τους κινδύνους που αναλάμβανε με τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" ούτε άλλωστε τον ενημέρωσε για τον πραγματικό λόγο της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη του όλα τα δεδομένα και να αποφασίσει όντας σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει την ανάληψη του κινδύνου που εγκυμονούσε η συμμετοχή του πλέον στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ".
Ο ενάγων ελλείψει της ενημέρωσης αυτού αλλά και της αντίθετης μάλιστα και ανακριβούς πληροφόρησής του ότι το νέο προϊόν είναι όμοιο με το προηγούμενο δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει από μόνος του τους κινδύνους που εγκυμονούσε το άνω τραπεζικό προϊόν και η εν γένει επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, καθώς η αντίληψη και κατανόηση των ανωτέρω, προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο στις μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για τη προώθηση του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και ως εκ τούτου ο ενάγων ουδόλως πληροφορήθηκε ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που εφαρμοζόταν κατά την διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ".
Τουναντίον μάλιστα, στο ενημερωτικό φυλλάδιο αναφερόταν ότι σε περίπτωση υποβολής αιτήματος για ρευστοποίηση μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν : α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μεριδίων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζομένων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου βάσει του εναπομένοντος ποσού, οπότε ενισχύετο στον αντισυμβαλλόμενο του εναγομένου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου του μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "ΑΠΟΔΙΔΩ".
Προσέτι, κατά την προώθηση του παραπάνω προϊόντος και των νέων συμβάσεων με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος τελούσε επίσης εν γνώσει ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του, στης 30ης Ιουνίου 2013, τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ. 4 του καταστατικού του, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση, τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2α και 2β αντίστοιχα, του άρθρου 28 του ν. 4141/2013 και ιδίως υπό τη προϋπόθεση να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του, βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας.
Ωστόσο, στα καταστήματά του, όπως συνομολογεί ο εναγόμενος, κατά το χρόνο απόκτησης των συνεταιριστικών μερίδων από τον ενάγοντα, υπήρχε διαθέσιμο, διανεμόμενο, έντυπο καταστατικό εκδόσεως 2007, απόσπασμα του οποίου προσκομίζεται από τον εναγόμενο, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν θα μπορούσε να πληροφορηθεί από το συγκεκριμένο έντυπο τις τροποποιήσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στο καταστατικό, δυνάμει των οποίων τέθηκαν περιορισμοί στη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων προ της ένταξής του στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ενημερώθηκε για την ως άνω απόφαση.
Άλλωστε, εν γνώσει του εναγομένου τελούσε και ο περιορισμός δυνάμει του άρθρου 149 του ν. 4261/2014, ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι έχει χορηγήσει τέτοια έγκριση (σχετ.
με αριθμό πρωτοκόλλου 831/7.6.2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος). Παρά ταύτα και παρά το γεγονός ότι τελούσε σε ισχύ ο Κανονισμός 575/2013 της 26.6..2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο εναγόμενος απέτρεψε τον ενάγοντα τον μήνα Μάρτιο του έτους 2015 να υποβάλει αίτημα για τη ρευστοποίηση των μερίδων του, όχι με την ως άνω αιτιολογία, αλλά καθησυχάζοντάς τον ότι το κεφάλαιό του είναι ασφαλές, ενώ ταυτόχρονα όμως, προέβη, σε άλλες περιπτώσεις πελατών του στη διαγραφή τουλάχιστον μέρους επί του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων τους και τη ρευστοποίησή τους.
Τούτο, αποτελεί κρίσιμο γεγονός, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την αντιμετώπιση των πελατών του εναγομένου, αφού προκειμένης διατήρησης των κεφαλαίων τους, παρά τις άνω δεσμεύσεις για την μη ρευστοποίηση των μερίδων, ο εναγόμενος προέβη στη ρευστοποίηση μέρους των μερίδων σε άλλους πελάτες του, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση στους πελάτες του, εν γένει, μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα, ότι η ρευστοποίηση των μερίδων ήταν εφικτή.
Εξ άλλου ο εναγόμενος διά των υπαλλήλων του διαβεβαίωνε τους πελάτες του από το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, αναληθώς, ότι οι καταθέσεις σ'αυτόν είναι εγγυημένες και μάλιστα και από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων για να ενισχύσει την πίστη τους προς το πρόγραμμα και να αποτρέψει την υποβολή αιτημάτων ρευστοποίησης μετοχών.
Εν συνεχεία, ως αποδείχθηκε, λόγω των ιδιαιτέρων οικονομικών συγκυριών και της τεταμένης ανασφάλειας του πρώτου εξαμήνου του έτους 2015 και την επακόλουθη επιβολή των capital controls με την από 28.6.2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, ο εναγόμενος, δυνάμει σχετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 2015, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ιδίων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή της επάρκεια.
Στη συνέχεια με απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου στις 24.11.2015, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης προκειμένου να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 8%, και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, ο εναγόμενος προέβη στην αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, ενώ μετά και την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου και την κάλυψη του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που είχε θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Δ.Σ.
του εναγομένου με τη με αριθμό 540/29.2.2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ. Από τον Μάϊο του έτους 2015 ο εναγόμενος επικαλούμενος την παραπάνω νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης, αλλά και την αδυναμία προς τούτο, ένεκα της έλλειψης έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρνείται να αποδώσει στον ενάγοντα το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές του μερίδες που απέκτησε και κατείχε στο πλαίσιο των συμβάσεων των προαναφερομένων επενδυτικών προγραμμάτων.
Εν συνεχεία το ΔΣ του εναγομένου με τη με αριθμό 620/17.8.2017 απόφασή του καθόρισε την πραγματική αξία και την τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21η .8.2017. Άμεση συνέπεια των παραπάνω αναπροσαρμογών και καθορισμών ήταν η ικανή μείωση του κεφαλαίου που κατέθεσε στον εναγόμενο ο ενάγων, ζημία που προκλήθηκε από τις εν γνώσει ενέργειες και παραλείψεις του εναγομένου έναντι αυτού, ως αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω που συνιστούν την αδικοπρακτική αυτού (εναγομένου) συμπεριφορά.
Όπως δε, περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, που ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του, προκειμένης της κάλυψης του κεφαλαίου του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" να ενταχθούν στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον τους για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις, με την ίδια μέθοδο, ήτοι παραλείποντας την ενημέρωση των εκείθε εναγόντων, διά των προστηθέντων υπαλλήλων του, αναλυτικά για τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση αρχικά στο επενδυτικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και στη συνέχεια στον ειδικό λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ" στα οποία τους προέτρεψε να ενταχθούν και, ιδίως για τον ενδεχόμενο κίνδυνο μείωσης της οικονομικής θέσης του ίδιου του συνεταιρισμού και της συνεπαγόμενης απομείωσης της αξίας των μερίδων, καθώς επίσης και της αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, οι οποίοι (κίνδυνοι) εν τέλει επήλθαν.
Έτσι μετά το πέρας της τραπεζικής αργίας που κηρύχθηκε με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 65/28.6.2015) που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της με το άρθρο 1 του ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30.11.2015) ως αυτή παρατάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. 1 της από 14.7.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 79/14.7.2015) και μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος αρνείται να αποδώσει στον ενάγοντα την εξ ευρώ 50.015 ονομαστική αξία των 1.429 συνεταιριστικών του μερίδων, η οποία αποτελεί τη ζημία που υπέστη από τη συμπεριφορά του εναγομένου.
Και τούτο διότι το ποσό αυτό δέσμευσε ο εναγόμενος ως ίδιο κεφάλαιο αυτού αρνούμενος να το αποδώσει, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση υλική ζημία από την αντισυμβατική και συνάμα παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου που ενήργησε έτσι με σκοπό να καλύψει την ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του, διά των προστηθέντων υπαλλήλων του...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του νομίμου λόγου ευθύνης της αναιρεσείουσας, τόσο από την παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι του αναιρεσιβλήτου, όσο και από την εναντίον των χρηστών ηθών αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, συναφώς προς την επικαλούμενη ζημία του τελευταίου και την εντεύθεν υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση αυτής, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281,288,297,298,299,330,914,919,922,932 του ΑΚ, 2 του ν. 1667/1986.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος συνήψε, στις 14.12.2010, με την αναιρεσείουσα συνεταιριστική τράπεζα, σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", το οποίο του παρουσιάστηκε δολίως ως "αποταμιευτική επιλογή" συμβατή με το συντηρητικό οικονομικό προφίλ του, αποκρύπτοντας από αυτόν, ότι στην πραγματικότητα, επρόκειτο για επένδυση, που ως εκ της φύσεώς της, έφερε τον κίνδυνο απώλειας ή μειωμένης απόδοσης, εξ αιτίας είτε των διεθνών οικονομικών εξελίξεων, είτε της υφισταμένης τότε εγχώριας δημοσιονομικής κρίσης, σύμφωνα με το οποίο (επενδυτικό πρόγραμμα), το από 70.000 ευρώ, προς επένδυση κεφάλαιο του αναιρεσιβλήτου, χωριζόταν σε δύο μέρη, και δη, ποσοστό 90% αυτού στην αγορά συνεταιριστικών μερίδων και το λοιπό 10% στο λογαριασμό "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ", με σταθερό επιτόκιο 25%.
Ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση της σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" κατέβαλε 63.000 ευρώ για την αγορά 1.800 συνεταιριστικών μερίδων, αξίας 35 ευρώ εκάστης, και 7.000 ευρώ στην "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ", δηλαδή, στον καταθετικό λογαριασμό του προγράμματος . Ότι επακόλουθο της ένταξής του στο επενδυτικό πρόγραμμα, ήταν η εγγραφή του ως συνεταίρου-μέλους της αναιρεσείουσας, στο προβλεπόμενο από το άρθρο 9 παρ.1 α' του ν. 1667/1986, αλλά και από το άρθρο 23 του καταστατικού της τράπεζας, Βιβλίο Μελών του Συνεταιρισμού (αναιρεσείουσας).
Ακολούθως, και σε πλήρη αντίθεση προς τις αμέσως παραπάνω παραδοχές, δέχεται το Εφετείο, ότι η συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου στο πρόγραμμα προϋπέθετε την προαναφερόμενη ιδιότητα του συνεταίρου, δημιουργουμένης, συνεπώς, ασάφειας ως προς την προέλευση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αναιρεσιβλήτου, αν δηλαδή, αυτός αρύετο και ήγαγε προς δικανική κρίση τα επίδικα δικαιώματά του, και ιδίως το δικαίωμα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών του μερίδων, από την ιδιότητά του ως συνεταίρου-μέλους του συνεταιρισμού, κυρίου συνεταιριστικών μερίδων, με βάση τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1667/1986 (όπως αυτές προπαρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας) ή τα δικαιώματα από την ιδιότητά του ως επενδυτή, ενταχθέντος στο επενδυτικό/καταθετικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ/ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ", του οποίου όμως, επενδυτικού προγράμματος, ουδόλως γίνεται παράθεση των όρων στις παραδοχές, όπως εξ άλλου ουδεμία παράθεση γίνεται, ενός έστω όρου του καταστατικού της αναιρεσείουσας, συναφώς προς τα ζητήματα της κτήσης της ιδιότητος του "συνεταίρου" και των εξ αυτής απορρεόντων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα την πλήρη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με τα διοικητικής και περιουσιακής φύσεως δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου ως συνεταίρου (κατόχου συνεταιριστικών μερίδων) ή ως επενδυτή, τα οποία είναι κρίσιμα, καθόσον συνάπτονται προς το αγωγικό αποζημιωτικό αίτημα από την βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσείουσας.
Τούτο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με τις αναγκαστικές διατάξεις του ν. 1667/1986, το δικαίωμα κάθε συνεταίρου να ζητήσει την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του προβλέπεται ελευθέρως, ενώ αντίστοιχα εξειδικεύεται ο βαθμός της διακριτικής ευχέρειας του συνεταιρισμού να αποκρούσει το αίτημα αυτό.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχεται, ότι ο αναιρεσίβλητος, αφού είχε διαδοχικώς ρευστοποιήσει συνεταιριστικές του μερίδες, και έτσι διέθετε πλέον 733 μερίδες, παραπλανηθείς εκ νέου από προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσείουσας [η οποία υποχρεώθηκε κατ' εφαρμογή του 575/2013 Ευρωπαϊκού Κανονισμού, για τον επανακαθορισμό των προϋποθέσεων χαρακτηρισμού των κεφαλαιακών της μέσων, να καταργήσει το επενδυτικό πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ώστε να μην κινδυνεύσει η κεφαλαιακή της επάρκεια], συνήνεσε στην ένταξή του στον καταθετικό λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", συνάπτοντας στις 4.11.2013 την σχετική σύμβαση, καθόσον πείσθηκε, ότι επρόκειτο για απλή αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", το οποίο (επενδυτικό πρόγραμμα) συνέχισε να είναι σε ισχύ, δεδομένου ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας δολίως του απέκρυψαν, ότι είχαν καταργηθεί τα προνόμια του προγράμματος που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες των επενδυτών, καθώς και ότι για την ρευστοποίηση (εξόφληση) συνεταιριστικών μερίδων, συνεπαγόμενη, εντός της οικονομικής χρήσης, μείωση των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας, μεγαλύτερη του 2% αυτών, απαιτείτο προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, που όμως δεν είχε χορηγηθεί στην αναιρεσείουσα.
Ότι στις 5.11.2014 ο αναιρεσίβλητος απέκτησε άλλες 696 συνεταιριστικές μερίδες, ώστε οι συνολικές του μερίδες ανήλθαν στις (733 + 696=) 1.429, συνολικής αξίας 50.015 ευρώ. Ότι μετά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2015, οπότε έλαβε χώρα η επιβολή των capital controls με την από 28.6.2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η αναιρεσείουσα προέβη σε προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ενώ ακολούθως στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησής της, προέβη στην αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, το επόμενο έτος στον καθορισμό της συνολικής τιμής διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ, και από τις 21.8.2017 και εντεύθεν σε 14,30 ευρώ.
Ότι τέλος, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την παραπάνω νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης αλλά και την αδυναμία της να προβεί σε αυτή, ελλείψει έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρνήθηκε να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.015 ευρώ που συνιστά την ονομαστική αξία των 1.429 συνεταιριστικών μερίδων της κυριότητός του, καθώς και την ισόποση ζημία του από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.
Οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς την συνακόλουθη της κατάργησης του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ελέγχονται ομοίως ελλιπείς και ασαφείς, μη καλύπτουσες τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, την επιδίκαση δηλαδή αποζημίωσης υπέρ του αναιρεσιβλήτου.
Συγκεκριμένα, παρατίθενται επιλεκτικώς κάποιοι όροι της σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ", που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφορούν στο επιτόκιο, στη δυνατότητα ανάληψης μετρητών και στο κλείσιμο του καταθετικού λογαριασμού, ώστε να μην είναι δυνατόν να διαγνωσθεί τυχόν ύπαρξη συμβατικής δέσμευσης της αναιρεσείουσας στη ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων από τη νέα αυτή σύμβαση, πολύ περισσότερο αφού γίνεται δεκτό (χωρίς όμως παράθεση των κατ' ιδίαν όρων) ότι η σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ" αφορούσε αποκλειστικά σε ένα έντοκο καταθετικό λογαριασμό, με προνομιακό επιτόκιο συναφές προς αυτό των προθεσμιακών καταθέσεων, και δυνατότητα του καταθέτη να προβαίνει σε αναλήψεις οποτεδήποτε, άνευ ποινής, χωρίς όμως, ουδεμία πρόβλεψη σχετικά με την ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων.
Συνέπεια των παραπάνω ελλείψεων είναι να παραμένει μετέωρο ως προς την αιτιολόγηση, το ζήτημα της διαχείρισης των συνεταιριστικών μερίδων του αναιρεσιβλήτου, μετά την κατάργηση του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και την σύναψη στη θέση της απλού καταθετικού λογαριασμού, ο οποίος γίνεται δεκτό ότι ουδέν διαλαμβάνει ως προς το ζήτημα αυτό.
Έτι περαιτέρω, και με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν καθίσταται σαφής η διάγνωση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, καθόσον η μεν αρχική επενδυτική σύμβαση "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" γίνεται δεκτό, ότι μέχρι την κατάργησή της, δεν επέφερε ζημία στον αναιρεσίβλητο, μη ενεργοποιουμένου συνεπώς, του δικαιώματος αποζημίωσης του τελευταίου από την παραβίασή της, ακολούθως δε, δεν καθίσταται σαφές, αν η συμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας να προβεί σε ικανοποίηση του αιτήματος του αναιρεσιβλήτου προς ρευστοποίηση των συνεταιριστικών του μερίδων, συνάπτεται αιτιωδώς, (κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης), προς την υπαίτια νομική αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής της αναιρεσείουσας, ή την εξακολούθηση ισχύος της σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", που όμως κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν παρέμεινε σε ισχύ, αλλά καταργήθηκε πλήρως, αντικατασταθείσα από νέα σύμβαση ("ΑΠΟΔΙΔΩ").
Τούτο πολύ περισσότερο αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης (α) η διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, τελούσε εν γνώσει της αναιρεσείουσας υπό διαφορετικό καθεστώς στα πλαίσια του "ΑΠΟΔΙΔΩ", ως ανήκουσα πλέον στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων της αναιρεσείουσας, που έλαβαν την σχετική απόφαση και (β) υφίστατο εν γνώσει της αναιρεσείουσας περιορισμός που επιβλήθηκε δυνάμει της νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 149 ν. 4261/2014, σύμφωνα με το οποίο, απαιτείτο άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος στη περίπτωση εξόφλησης μερίδων που συνεπαγόταν μείωση μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων της αναιρεσείουσας, ώστε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η ικανοποίηση του αγωγικού αιτήματος, εξηρτάτο από προϋποθέσεις κείμενες εκτός πεδίου της αμιγώς καταθετικής σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ" και συγκεκριμένα, αφενός από τις επιβαλλόμενες από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1667/1986, αφετέρου δε, από έξωθεν υφιστάμενες δημοσιονομικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, συμμορφώθηκε η αναιρεσείουσα συνεταιριστική τράπεζα, όπως είχε προς τούτο νόμιμη υποχρέωση.
Εξ άλλου, η ανεπάρκεια αιτιολογιών διατρέχει το σύνολο της προσβαλλομένης, και κατά το μέρος που γίνεται επίκληση αδικοπρακτικής -εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, που παραπλάνησε με ψευδείς διαβεβαιώσεις και ασαφή ενημέρωση τον αναιρεσίβλητο, καθόσον δεν καθίσταται σαφής από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η αιτιώδης συνάφεια της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας προς την ζημία του αναιρεσιβλήτου, σε σχέση με την ιδιότητα αυτού, δηλαδή αν αυτός υπέστη ζημία από την ιδιότητά του ως μεριδούχου, άρα βάσει της αρχικής, πλην καταργηθείσας επενδυτικής σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", ή ως απλού καταθέτη χρηματικού ποσού, άρα βάσει της μεταγενέστερης χρονικά συναφθείσας καταθετικής σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ".
Τούτο δε πολύ περισσότερο αφού, στην προσβαλλομένη όλως αντιφατικώς διαλαμβάνονται οι παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος αφενός προέβη μέχρι το τέλος του έτους 2012 σε ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων, της αρχικής σύμβασης συνεπώς παράγουσας νόμιμα αποτελέσματα παρά την "εξαπάτηση" του αναιρεσιβλήτου στη σύναψή της, αφετέρου δε, ότι αυτός προέβη σε νέα αγορά 696 συνεταιριστικών μερίδων, στις 5.11.2014, δηλαδή ένα έτος μετά την κατάργηση της σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", χωρίς να διαλαμβάνεται παραδοχή βάσει ποίας εννόμου σχέσεως, ενόψει της παραδοχής ότι η κτήση μερίδων ήταν συνέπεια της υπαγωγής στην παραπάνω επένδυση, ούτε εξ άλλου αιτιολογείται η επιλογή του εφετείου να προβεί σε υπολογισμό της επιδικασθείσας με την προσβαλλομένη αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου, ύψους 50.015 ευρώ, εκάστης συνεπώς συνεταιριστικής μερίδας υπολογιζομένης στο ποσό των 35 ευρώ, ενόψει και των παραδοχών του, ότι με διαδοχικές αποφάσεις του, το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας, μείωσε την τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από την αρχική των 35 ευρώ σε αυτή των 14,30 ευρώ.
Τέλος, η κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά άσκηση της παρεχομένης από το νόμο διακριτικής ευχέρειας, άρνηση της αναιρεσείουσας συνεταιριστικής τράπεζας να προβεί στη αιτούμενη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του αναιρεσιβλήτου, ως γυμνό γεγονός, ομοίως δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο συνάπτεται αιτιωδώς προς την ζημία του τελευταίου, ενόψει της ανυπαρξίας παραδοχής της προσβαλλομένης περί καταχρηστικής ή παράνομης άσκησης του δικαιώματος άρνησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, περίπτωση εξ άλλου, της οποίας , δεν έγινε επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) είναι βάσιμος, ενόψει δε, της αναιρετικής του εμβέλειας, παρέλκει η έρευνα των πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης (αρ. 1, 8,11γ αρθ. 559 ΚΠολΔ) ως αλυσιτελών, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο αυτό αποτέλεσμα με τον δεύτερο που έγινε δεκτός.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 55/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, να παραπεμφθεί δε, η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση (αρθ. 580 παρ. 3 εδ. β'ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ. 494 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, πρέπει να καταδικασθεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 197/2025, ΑΠ 166/2024).
Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1654/2018). Όταν όμως η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης, που δεν επικυρώθηκε από το εφετείο με την αναιρεθείσα απόφαση του, η αίτηση επαναφοράς δεν είναι παραδεκτή, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της απόφασης που εκτελέστηκε και εκείνης που αναιρέθηκε (ΑΠ 197/2025, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 127/2011).
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο αυτό ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος κατ' άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 11/2007, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 980/2015).
Ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτηση αυτή τα καταβληθέντα έξοδα, που αφορούν την εκτέλεση της απόφασης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, των οποίων η παροχή διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, επομένως όχι των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, όπως είναι τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της διενεργηθείσας κατάσχεσης, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της αναιρεθείσας απόφασης, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2021, ΑΠ 1075/2020, ΑΠ.1453/2019, ΑΠ 177/2019, ΑΠ 666/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, εκθέτει ότι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, το συνολικό ποσό των 73.838,50 ευρώ, και συγκεκριμένα, το ποσό των 17.000 ευρώ, σε συμμόρφωση με προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της με αριθμό 69/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και το ποσό των 56.838,50 ευρώ, προς αποφυγή ενεργειών αναγκαστικής εκτέλεσης, και ζητεί να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, να της επιστρέψει τα παραπάνω ποσά, νομιμοτόκως από τον χρόνο καταβολής τους, άλλως, από την επίδοση της αίτησης αναίρεσης.
Η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς, είναι δε, νόμιμη μόνο για το ποσό των 56.838,50 ευρώ και απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα: α) της καταβολής του ποσού των 17.000 ευρώ, που καταβλήθηκε βάσει προσωρινά εκτελεστής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης, αφού με την εφετειακή απόφαση δεν επικυρώθηκε, αλλά εξαφανίστηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη και δικάστηκε εξαρχής η αγωγή, και συνεπώς, δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της απόφασης που εκτελέστηκε και εκείνης που αναιρέθηκε, όπως απαιτείται, προκειμένου να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και β) της καταβολής νομίμων τόκων από την καταβολή του αιτουμένου ποσού στην αναιρεσίβλητη, και επικουρικά από την επίδοση στον αναιρεσίβλητο της αίτησης αναίρεσης, αφού τέτοιοι τόκοι μπορούν να ζητηθούν μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.
Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη. Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται προαποδεικτικώς, ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, το ποσό των 56.838,50 ευρώ, επί τη βάσει της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με μεταφορά στον τραπεζικό του λογαριασμό, για την καταβολή δε αυτή, προσκομίζεται η από 15.9.2022 εξοφλητική απόδειξη.
Το ανωτέρω ποσό πρέπει να υποχρεωθεί να επιστρέψει ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 55/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτών (56.838,50).
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ