Legislator Case Law & Legislation
1834/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on shareholder debt transfer statute of limitations and procedural grounds.

Case Number 1834/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a shareholder's debt liability. The court found the lower court correctly applied the twenty-year statute of limitations for commercial transactions involving debt transfers, rejecting the argument that the transaction was merely a debt assumption. Additionally, the appeal was rejected because the lower court's reasoning, while potentially flawed, did not affect the correctness of its final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 250 of the Civil Code; The transfer of shares by a merchant involving the delivery of goods and agreement on ownership transfer is subject to the twenty-year statute of limitations for commercial transactions, not the five-year limitation for debt assumption.

Keywords

AI generated
statute of limitations shareholder debt commercial transactions debt assumption appeal dismissal merchant liability Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Civil Code
Article 250 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1834 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1834/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Ε. συζ. Δ. Χ., κατοίκου ... , η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Π. Π. του Ν., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 16-5-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5685/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4257/2007 και 7002/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-7-2009 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 21-3-2011, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-10-2011, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 8-6-2012 κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο της 12-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή (20-5-2013) δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης διάβασε την από 4-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη προσηκόντως παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 9304/Β/31-7-2012 και 10842/Β/13-3-2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ... , επεδεδόθησαν αντιστοίχως με φροντίδα του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα α') αντίγραφο της κλήσεως, περιέχον πράξη για ορισμό δικασίμου για την 12-11-2012, και μετ' αναβολήν για την παρούσα δικάσιμο, ως και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως και β') βεβαίωση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για την παρούσα δικάσιμο, με κλήση για να παραστεί κατ' αυτήν. Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... ". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., όταν, καίτοι διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, εν τούτοις παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το Δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ενώ οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (Α.Π. 254/2003, Α.Π. 3/2011).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 193/2001).

Τέλος, κατά το άρθρο 513 Α.Κ., με την σύμβαση της πωλήσεως ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής υποχρεούται να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως της πωλήσεως είναι α') πράγμα ή δικαίωμα, β') τίμημα και γ') συμφωνία των συμβαλλομένων περί αυτών.

Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει κατά το άρθρο 195 Α.Κ. συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο εδίκασε, μεταξύ των άλλων και τις εφέσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσειούσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εκδοθείσης επί της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης και των λοιπών τότε διαδίκων, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε εκείνον το αναφερόμενο στην αγωγή ποσόν λόγω της μεταξύ των συναφθείσης συμβάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ...

ήταν μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Κλιματισμού KLIMAGERATE Α.Ε." ... κατέχοντας ... το 70% του μετοχικού κεφαλαίου ... Στις αρχές του έτους 1990 ο ενάγων, ο οποίος ήδη από το έτος 1987 έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο (καταθλιπτική συνδρομή), αποφάσισε, να πωλήσει όλες τις μετοχές της ως άνω εταιρείας.

Κατά το χρόνο αυτό, η εταιρεία ... είχε μετοχικό κεφάλαιο 205.000.000 δρχ, με σύνολο διαθεσίμων 60.165.244 δρχ και σύνολο ενεργητικού 597.473.708 δρχ ... Πράγματι, στις 24-3-1990, με εξωεταιρικές έγγραφες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ τους ενάγοντος, ως μετόχου της ως άνω εταιρείας, και καθενός των (αρχικώς) εναγομένων, τρίτων προς την εταιρεία ...

ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε σ' αυτούς το σύνολο των παραπάνω μετοχών του, έναντι συμβολικού τιμήματος μίας δραχμής ανά μετοχή. Σε αντάλλαγμα, όμως, της πώλησης, οι αγοραστές - νέοι μέτοχοι ανέλαβαν, επί πλέον, την υποχρέωση, να πληρώσουν μέχρι 30.6.1995 ... όλα τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ...

ανάλογα με το ποσοστό των μετοχών, που αγόρασε ο καθένας ... προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να απαλλαγεί ο ενάγων κάθε ευθύνης ως προς τα χρέη αυτά, για το χρονικό διάστημα, που διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρεία και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ... Όλοι οι ως άνω αγοραστές, τους οποίους στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Λαζανάς, που συνέταξε και τα ιδιωτικά συμφωνητικά, ήσαν πρώην στελέχη ή αντιπρόσωποι της εταιρείας και γνώριζαν την οικονομική κατάσταση αυτής ...

Πλήρως αποδεικνύεται, ότι υπήρξε, πράγματι, ρητή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι σε περίπτωση, που οι αγοραστές δεν εξεπλήρωναν την προαναφερόμενη υποχρέωσή τους ... ο ενάγων θα εδικαιούτο, να στραφεί ατομικά κατ' αυτών και να ζητήσει την καταβολή στον ίδιο, κατά τη προαναφερόμενη αναλογία, του ποσού, που αντιστοιχούσε στα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ...

Σε εκπλήρωση, λοιπόν, των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ενάγων μεταβίβασε την ίδια ημέρα σε κάθε εναγόμενο όλες τις μετοχές, που ορίζονταν στο αντίστοιχο ιδιωτικό συμφωνητικό, παραδίδοντας σ' αυτόν, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, τους αντίστοιχους προσωρινούς τίτλους των πωληθεισών μετοχών και αποχώρησε από την εταιρεία.

Έτσι ... με την παράδοση των προσωρινών τίτλων από τον κύριο - ενάγοντα στους εναγομένους επήλθε, στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, η μεταβίβαση των ενδίκων (ονομαστικών και ανώνυμων) μετοχών προς τους τελευταίους, οι οποίοι, έτσι, απέκτησαν και τη μετοχική ιδιότητα, έστω και αν δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος τύπος, ήτοι η εγγραφή της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας, αφού, όπως αναφέρθηκε, η μεταβίβαση των μετοχών επέρχεται στις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις ανεξαρτήτως της σχετικής εγγραφής στα βιβλία της εταιρείας.

Η παράδοση από τον ενάγοντα των προσωρινών τίτλων των ενδίκων μετοχών στους εναγομένους αγοραστές, όπως συμφωνήθηκε, και η με τον τρόπο αυτό ολοκλήρωση της μεταβίβασης αυτών, προκύπτει ιδίως από το περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών, σε καθένα από τα οποία, κατά τα ανωτέρω, ρητά αναφέρεται (όρος 5), ότι στα πλαίσια της συμφωνίας για τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου αριθμού μετοχών "ο πωλητής μεταβίβασε τον αντίστοιχο προσωρινό τίτλο των μετοχών του προς τον αγοραστή", σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και ιδιαίτερα της εξετασθείσας στο ακροατήριο, η οποία ρητά κατέθεσε, ότι κατά την κατάρτιση εκάστης συμβάσεως παραδόθηκαν στους αγοραστές οι προσωρινοί τίτλοι ...

Επομένως, από το όλο περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών και ιδιαίτερα από την παράδοση, σε εκτέλεση των σχετικών όρων αυτών, των προσωρινών τίτλων των μετοχών στους αγοραστές, σαφώς προκύπτει, ότι μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίστηκε ολοκληρωμένη συμφωνία για τη μεταβίβαση των μετοχών και ότι δεν επρόκειτο, απλώς, για την κατάρτιση προσυμφώνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Αμέσως μετά την κατάρτιση των πιο πάνω συμβάσεων και τη μεταβίβαση των μετοχών στους αγοραστές, ήτοι στις 2-4-1990, πραγματοποιήθηκε, έπειτα από την από 20/3/1990 πρόσκληση του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας (βλ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 162 της 20/3/1990 πρακτικό), έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων με σκοπό την εκλογή νέου Δ.Σ.

Κατ' αυτή, όπως αναφέρεται στο οικείο υπ' αριθμ. 15/2-4-1990 πρακτικό της εν λόγω έκτακτης γενικής συνέλευσης, που προσκομίζεται σε νόμιμα επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο, σημειώθηκε απαρτία, αφού παραστάθηκαν μέτοχοι, που εκπροσωπούσαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου, παρατίθεται δε σ' αυτό ονομαστική κατάσταση των μετόχων, που, κατά το νόμο, είχαν καταθέσει εμπρόθεσμα τις μετοχές τους, στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι εναγόμενοι, με σχετική ένδειξη του αριθμού μετοχών εκάστου εξ αυτών και με τη μνεία ότι αυτοί "αντιπροσωπεύουν 87.000 μετοχές και ψήφους, δηλαδή το 100% του μετοχικού κεφαλαίου", παριστάμενοι οι ίδιοι αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο, εκπροσωπώντας το 100% των μετοχών και ψήφων.

Βρισκόμενη, συνεπώς, λόγω της συμμετοχής όλων των μετόχων, η εν λόγω συνέλευση σε απαρτία, στην οποία δεν μετείχε ο ενάγων, αφού είχε ήδη μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του στους εναγομένους, αποφάσισε την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου, στο οποίο, επίσης, δεν μετείχε ο ενάγων. Επομένως, και από το γεγονός αυτό, ήτοι από τη συμμετοχή των εναγομένων ως μετόχων στην εν λόγω γενική συνέλευση, με νόμιμη κατάθεση των μετοχών τους, αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων μεταβίβασε, πράγματι, το σύνολο των μετοχών του στους εναγομένους και ότι έκτοτε αυτός αποχώρησε από την εταιρεία, από την οποία και αποξενώθηκε τόσο ως μέτοχος όσο και ως μέλος του Δ.Σ.

αυτής ... άλλωστε και στην από 15-5-1990 βεβαίωση της εταιρείας προς το Ταμείο Εμπόρων σαφώς αναφέρεται, ότι "ο ενάγων αποχώρησε από την εταιρεία, στην οποία ήταν πρόεδρος Δ.Σ. και μέτοχος με ποσοστό 70%, λόγω υγείας". Εξάλλου, η εκλογή νέου Δ.Σ. της εταιρείας, με πενταετή θητεία, κατά την ως άνω έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων στις 2-4-1990, προκύπτει και από το υπ' αριθμ. 4226/3-11-2000 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανωνύμων Εταιρειών και Εμπορίου της Νομαρχίας Αθηνών, στο οποίο αναγράφονται και τα ονόματα των νέων μελών του Δ.Σ.

Παρ' όλα αυτά, όμως, το νέο αυτό Δ.Σ. δεν φρόντισε για την περαιτέρω σχετική καταχώριση στο μητρώο Α.Ε. Σημειώνεται, ότι το νέο ως άνω Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα και πραγματοποίησε συνεδριάσεις και σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως τούτο προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα, από 7-5-1990, εξουσιοδότηση του μέλους του νέου Δ.Σ.

Ι. Κ., με την οποία ο τελευταίος εξουσιοδοτεί τον Δ. Μ., έτερο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει κατά τη συνεδρίαση της 13-5-1990. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι από τους αγοραστές των ενδίκων μετοχών, οι Π. Π. (πέμπτος των εναγομένων), Ε. Χ. (εβδόμη των εναγομένων ) και Σ. Σ. (δεκάτη των εναγομένων) εκπροσωπήθηκαν κατά την αγορά των μετοχών από τρίτους, οι οποίοι και υπέγραψαν για λογαριασμό τους και τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, και συγκεκριμένα εκπροσωπήθηκαν ο πρώτος από τον πατέρα του Ι.

Π., η δεύτερη από τον Γ. Θ. (πρώτο των εναγομένων) και η τρίτη από τον Γ. Μ. (ένατο των αρχικών εναγομένων). Εξάλλου, η εβδόμη των εναγομένων Ε. Χ., με την από 12-5-1990 έγγραφη εξουσιοδότησή της, που φέρει νόμιμη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της, παρέσχε στον Γ. Θ. την εξουσία, να υπογράψει για λογαριασμό της την αγορά μετοχών της συγκεκριμένης εταιρείας και να ψηφίσει για αυτήν για κάθε θέμα, που αφορά στην πιο πάνω εταιρεία.

Επομένως, από το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, συνάγεται με σαφήνεια, ότι η ως άνω εναγομένη, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο (12-5-1990), που είναι μεταγενέστερος της κατάρτισης του ενδίκου συμφωνητικού, ενέκρινε πλήρως, σε κάθε περίπτωση, την αγορά των μετοχών στο όνομά της, εξουσιοδοτώντας, επί πλέον, τον Γ.

Θ., να ασκεί για λογαριασμό της το δικαίωμα ψήφου, που είχε η ίδια ως μέτοχος της εν λόγω εταιρείας ... Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, υπήρξε νόμιμη και έγκυρη μεταβίβαση των μετοχών του ενάγοντος προς όλους τους εναγομένους, με βάση την προαναφερόμενη αυτοτελή σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και εκάστου από τους εναγόμενους.

Η σύμβαση αυτή είναι έγκυρη, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων επήλθε συμφωνία ως προς όλα τα σημεία αυτής, και, ειδικότερα, στα σημεία, που αφορούν αφενός μεν στην πώληση και μεταβίβαση των μετοχών και αφετέρου στο τίμημα. Επίσης, συμφωνία επήλθε και όσον αφορά στα χρέη της εταιρείας, την πληρωμή των οποίων ανέλαβε, αναλογικώς, έκαστος αγοραστής, δεδομένου ότι το ύψος αυτών, καθορίστηκε, με βάση τις υπάρχουσες, κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης, σχετικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας, από τις οποίες και προέκυπτε το συγκεκριμένο ύψος αυτών.

Το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως οι αγοραστές, εκπροσωπούμενοι μάλιστα και από δικηγόρο, δέχθηκαν, να περιληφθεί στη σύμβαση ο συγκεκριμένος όρος και να αναλάβουν την απορρέουσα από αυτόν υποχρέωση, ενισχύει την ανωτέρω άποψη, περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων και ως προς το θέμα των χρεών, τα οποία, άλλωστε, προέκυπταν και από τους πρόσφατους ισολογισμούς της εταιρείας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε, ότι υπήρξε έγκυρη και νόμιμη μεταβίβαση των μετοχών του ενάγοντος προς όλους τους εναγομένους και ότι οι τελευταίοι ανέλαβαν, να καταβάλουν τα μέχρι τότε υφιστάμενα χρέη της εταιρείας, απορρίπτοντας την από άρθρο 195 Α.Κ. σχετική ένσταση των εναγομένων, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των σχετικών όρων των ενδίκων συμβάσεων, δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση, που ανέλαβαν με αυτές και συγκεκριμένα δεν πλήρωσαν τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ούτε και προέβησαν σε ρύθμιση των χρεών αυτών, ενώ, όπως αναφέρθηκε, δεν μερίμνησαν ούτε και για την ολοκλήρωση της διαδικασίας δημοσίευσης του πρακτικού εκλογής νέου διοικητικούς συμβουλίου στην εφημερίδα της κυβέρνησης (άρθρο 7 του ν. 2910/1920), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ευθύνεται ο ενάγων τόσο για τα χρέη της εταιρείας, που υπήρχαν κατά την αποχώρησή του, όσο και για τα υπόλοιπα χρέη, που δημιουργήθηκαν μετά την έκτακτη γενική συνέλευση στις 2-4-1990 των μετόχων της εν λόγω εταιρείας.

Τελικά, η εταιρεία αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθμ. 3451/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά στη συνέχεια κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της εν λόγω πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 905/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, λόγω έλλειψης περιουσίας (βλ. και την 625/1996 έκθεση του εισηγητή της εν λόγω πτώχευσης), με περαιτέρω συνέπεια να οχληθεί ο ενάγων από το δημόσιο και τα εν λόγω ταμεία και να καταδικαστεί από τα ποινικά δικαστήρια για τα αδικήματα της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (Α.Ν. 86/1967) ...

Επομένως, σύμφωνα με το όρο 7 των ενδίκων συμβάσεων, ο ενάγων δικαιούται να στραφεί ατομικά κατά των εναγομένων - συμβαλλομένων και να ζητήσει να καταβάλουν σ' αυτόν, αναλογικά, κάθε ποσό, που είναι πλέον απαραίτητο να καταβληθεί προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως τα χρέη αυτά είχαν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης προς αυτά ...

Η συνολική οφειλή της εταιρείας, για την οποία ευθύνεται ο ενάγων, ανέρχεται στο ποσό των 304.490.190 δρχ. Κατά συνέπεια, το ανωτέρω ποσό οφείλουν, σύμφωνα με την από 24-3-1990 σύμβαση, να καταβάλουν οι εναγόμενοι, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών, που αγόρασε ο καθένας από αυτούς και συγκεκριμένα οφείλουν, 1) ο πρώτος των εναγομένων ... 7) η εβδόμη των εναγομένων Ε.

Χ. συζ. Δ. το ποσό των 53.189,77 ευρώ (3.625 : 60.900 Χ 893.588,23 ευρώ) ... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, όσον αφορά το χρέος προς το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, κάνοντας δεκτή αυτή ως προς τα υπόλοιπα χρέη εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος είναι ουσιαστικά βάσιμος ...".

Οι ανωτέρω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και με αυτές το Δικαστήριο εκείνο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 195 και 173, 200 Α.Κ., αφού δέχθηκε 1) ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ολοκληρωμένη σύμβαση και όχι προσύμφωνο για την πώληση των μετοχών, 2) ότι ήτο καθορισμένο το τίμημα και η περαιτέρω παροχή που βάρυνε τους αγοραστές, αφού, πλέον της μιάς δραχμής ανά μετοχή αυτοί ανέλαβαν να πληρώσουν και τα χρέη της εταιρίας προς το Ελληνικό Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, 3) ότι οι αντίδικοι συνεφώνησαν επί πλέον, ότι εάν οι αγοραστές των μετοχών δεν εξοφλούσαν τα χρέη της εταιρίας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία και ηνοχλείτο από τα τελευταία ο ενάγων για την εξόφλησή των, τότε αυτός θα είχε το δικαίωμα να στραφεί ατομικώς κατά των αγοραστών των μετοχών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα και να ζητήσει την πληρωμή στον ίδιον του ποσού εκείνου από τα χρέη της εταιρίας, το οποίο θα έπρεπε πλέον να καταβληθεί στο Δημόσιο και στα ασφαλιστικά ταμεία και όπως αυτό θα είχε πλέον διαμορφωθεί, προκειμένου ο αναιρεσίβλητος να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη και 4) καθόρισε η απόφαση του Εφετείου το οφειλόμενο από την αναιρεσείουσα ποσόν επί τη βάσει των σχετικών εγγράφων του Ελληνικού Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, από τα οποία προσδιορίζεται πλέον κατά την ένδικη σύμβαση και το συνολικό ύψος του οφειλομένου ποσού.

Επί πλέον δε, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Εφετείο δεν διεπίστωσε κενά ή ασάφειες στην ένδικη σύμβαση ως προς τα στοιχεία αυτής και δεν απαιτείτο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τους οποίους δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή τους. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, ως και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 250 Α.Κ., "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις: 1) των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν. 2 ...". Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία συνάγεται πέραν του γράμματος και από τον σκοπό της, καθόσον απέβλεψε με την θέσπιση βραχυπρόθεσμης παραγραφής στην ταχύτερη εκκαθάριση των οφειλών, οι οποίες προκύπτουν από τις συνήθεις στην καθημερινή ζωή συναλλαγές, ως χορήγηση εμπορευμάτων θεωρείται η μεταβίβαση αυτών αντί τιμήματος ή ανταλλάγματος, υποκειμένης, εφόσον συντρέχει η πραγματική αυτή προϋπόθεση, στην πενταετή παραγραφή ιδίως της επί του αντιτίμου αξιώσεως του μεταβιβάσαντος το εμπόρευμα (βλ.

Ολ. Α.Π. 824/1977 ΝοΒ 1978.672). Εκ τούτου συνάγεται, ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή, όταν δεν πρόκειται για τέτοια μεταβίβαση, σχέση έχουσαν με το αντικείμενο των συνήθων στην καθημερινή ζωή του εμπόρου συναλλαγών των σχετικών με την εμπορία του, όπως συμβαίνει και όταν από τον έμπορο δεν χορηγήθηκαν εμπορεύματα της επιχειρήσεώς του, αλλά μεταβιβάσθηκαν λόγω πωλήσεως, προ της ισχύος του άρθρου 15 παρ. 3 Ν. 2459/1997 (το οποίο καθιέρωσε την υποχρέωση, για την μεταβίβαση ονομαστικών ή ανωνύμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, της συντάξεως συμβολαιογραφικού εγγράφου ή ιδιωτικού θεωρουμένου από τον προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ.), με παράδοση της νομής και συμφωνίας μεταθέσεως της κυριότητος μετοχές του σε τρίτον, καθόσον η αξίωση του μεταβιβάζοντος τις μετοχές του εμπόρου για το τίμημα ή το αντάλλαγμα των μετοχών υπόκειται στην συνήθη εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 249 Α.Κ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "... Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα περιστατικά, που αναφέρθηκαν παραπάνω, πρόκειται για ενδοσυμβατική ευθύνη των εναγομένων, λόγω αθετήσεως της υποχρεώσεως, που αυτοί ανέλαβαν, δυνάμει των προαναφερόμενων από 24-3-1990 εξωεταιρικών συμβάσεων, να πληρώσουν τα χρέη της εταιρίας, με τη ρητή συμφωνία, ότι σε περίπτωση, κατά την οποία αθετούσαν την υποχρέωσή τους αυτή, θα όφειλαν ατομικά στον ενάγοντα τα αντίστοιχα ποσά. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για αξίωση εμπόρου για εμπορεύματα που χορήγησε, με την έννοια που αναφέρθηκε, και ως εκ τούτου η ένδικη αξίωση του ενάγοντος υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής ...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 1 Α.Κ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι αδιάφορες και δεν συνιστούν πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αφού, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση (Α.Π. 465/2009, Α.Π. 568/2008).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατ' εκείνης, το δικαστήριο παραβίασε το άρθρο 195 Α.Κ., επειδή δεν ανέλυσε στην μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αποφάσεώς του την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι απαράδεκτος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2009 αίτηση της Ε. συζ. Δ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 7002/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ