Appeal dismissed; co-owners' right to use shared property is independent and not restricted by others' exclusive use.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment regarding a dispute over shared property usage between two sisters. The appellant argued that the respondent's exclusive use of the house violated her rights, while the respondent claimed she had the right to occupy the property. The court held that each co-owner possesses an independent right to use the entire property without needing consent from others, and the appellant's inability to reside there did not constitute a legal deprivation of her usage rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 785, 786, 787, 792, 961, 962, 963, 1113 of the Greek Civil Code: The right of a co-owner to use the common property is an independent and absolute right that does not depend on the consent of other co-owners or the proportion of their share.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1833 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1833/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρου της Απόστολο Βλάχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-08-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε τη υπόθεση στο Ειρηνοδικείο ως καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Το Ειρηνοδικείο εξέδωσε την 40/2022 απόφαση. Στη συνέχεια το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 532/2023. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785 εδ. α', 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962, 963, 1113 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Αν ένα δικαίωμα, όπως εκείνο της κυριότητας επί ακινήτου, ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη. Αφότου υπάρχει τέτοια κοινωνία, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, έχει, δε, ανάλογη μερίδα στους καρπούς αυτού. Καρποί του κοινού πράγματος νοούνται τα ωφελήματα γενικώς από το πράγμα, ήτοι όχι μόνο οι κυρίως καρποί είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, αλλά και κάθε όφελος το οποίο παρέχει η χρήση του πράγματος (ΑΠ 6/2016, ΑΠ 448/2015).
Εξάλλου, το ατομικό δικαίωμα κάθε κοινωνού για χρήση του κοινού πράγματος είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα των λοιπών κοινωνών, παρέχει άμεση εξουσία πάνω στο κοινό πράγμα, χωρίς να εξαρτάται η άσκησή του από τη συναίνεση των λοιπών συγκοινωνών, δεν εξαρτάται, δε, από τη μερίδα του στο κοινό, δεδομένου ότι η διάκριση του πράγματος σε ιδανικά μέρη είναι απλώς θεωρητική και δεν παρουσιάζει πρακτική εκδήλωση.
Τούτο σημαίνει ότι οι υλικές πράξεις δια των οποίων ασκείται το δικαίωμα χρήσης του πράγματος είναι ανεπίδεκτες ποσοτικής κατάτμησης, ώστε κατ' αποτέλεσμα κάθε κοινωνός εκμεταλλεύεται ολόκληρο το κοινό πράγμα, αδυνατώντας να ασκήσει επ' αυτού τόση μόνον εξουσία, όση αντιστοιχεί στη μερίδα του. Βέβαια, το δικαίωμα συνολικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον κοινωνό πρέπει να μην παρεμποδίζει τη σύγχρηση από μέρους των λοιπών κοινωνών, εφόσον αυτή πράγματι ασκείται ή αξιώνεται απ' αυτούς (ΑΠ 2348/2009).
Ως χρήση του πράγματος νοείται η υλική απόλαυση απευθείας από τον κοινωνό των χρησιμοτήτων του κοινού για τις προσωπικές του ανάγκες. Στο πεδίο του άρθρου 787 ΑΚ ανήκουν οι περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει η αντικειμενική προϋπόθεση να προσφέρεται το κοινό για σύγχρηση, δηλαδή να είναι δυνατή από τη φύση του η παράλληλη, ταυτόχρονη ή χρονικά καταμεριζόμενη, χρήση από περισσότερους κοινωνούς.
Όμως, με την ως άνω διάταξη σκοπείται ο καθορισμός του μέτρου, δηλαδή της έκτασης του δικαιώματος κάθε κοινωνού αναφορικά με τη χρήση του κοινού, όχι και ο τρόπος, το είδος της χρήσης αυτού, ο οποίος μπορεί να καθοριστεί, είτε με βάση τους κανόνες που ρυθμίζουν τη διοίκηση του κοινού, είτε από τον προορισμό αυτού, είτε κατά τους κανόνες της καλής πίστης.
Σε περίπτωση, όμως, αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, ανεξάρτητα αν ζήτησαν ή όχι να κάνουν και αυτοί χρήση του πράγματος στην έκταση που το χρησιμοποίησε ο άλλος, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 1614/2013, ΑΠ 564/2012), και η οποία (μισθωτική αξία) θα μπορούσε να επιτευχθεί στην ελεύθερη αγορά και υπό συνθήκες ανοικτών και ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ των υποψήφιων μισθωτών του και, εφόσον δεν συμφωνούν όλοι οι συγκύριοι, των εχόντων την πλειοψηφία των μερίδων του κοινού πράγματος κοινωνών. Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 848/2022, 1417/2019, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 276/2016).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013].
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016 ) Επίσης κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017].
2. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται αντιστοίχως στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787,ΑΚ .
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης το δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, οι οποίες είναι αδελφές, είναι συγκύριες, κατά πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη, ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, που βρίσκεται εντός οικισμού του χωριού Βασιλικό της επαρχίας Πωγωνίου Ιωαννίνων, εκτάσεως 370,538 τ.μ.
που συνορεύει περιμετρικά με κοινοτική και ήδη δημοτική οδό από δυο πλευρές, με ιδιοκτησία Γ. Ζ. και Γ. Π., όπως αυτό περιγράφεται στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα από Σεπτεμβρίου του 1995 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Γ. Π., με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Α. Εντός του παραπάνω ακινήτου είναι κτισμένες:
α) μια παλιά διώροφη λιθόκτιστη οικοδομή (κτισμένη προ του έτους 1955), που αποτελείται: i) από το ισόγειο, επιφάνειας 29,063 τετρ. μέτρων και ii) από τον πρώτο όροφο, επιφάνειας 41,195 τετρ. μέτρων, β) μια παλιά διώροφη οικοδομή (κτισμένη περί το έτος 1955), που αποτελείται: ί) από το ισόγειο, επιφάνειας 40,545 τετρ. μέτρων και ϋ) από τον πρώτο όροφο, επιφάνειας 19,875 τετρ.
μέτρων και γ) ένα ισόγειο λιθόκτιστο κτίσμα, με χρήση αποθήκης, επιφάνειας 39,90 τετρ. μέτρων. Στο ως άνω οικόπεδο ο πατέρας των διαδίκων περί το έτος 1955 κατασκεύασε την ως άνω (υπό στοιχείο β) νεότερη οικοδομή την οποία συνένωσε με την παλιά προϋπάρχουσα στο ακίνητο οικοδομή, έτσι ώστε αυτές να αποτελούν έκτοτε μια ενιαία λειτουργικά διώροφη οικοδομή με χρήση κατοικίας, που αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, με φέροντα οργανισμό και λιθοδομή.
Τα δύο επίπεδα επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα καταπακτή, έχουν δε άμεση πρόσβαση από τον αύλειο χώρο με δυνατότητα ανεξάρτητης εισόδου για τον κάθε όροφο. Το ισόγειο έχει συνολική επιφάνεια 69,5 τ.μ., όπως περιγράφεται στην αγωγή, ωστόσο, κατά νεότερη καταμέτρηση αποτελείται από κλειστό χώρο, εμβαδού 51,36 τ.μ. (αποτελούμενο από κουζίνα-καθιστικό, δωμάτιο, αποθηκευτικό χώρο και σκάλα-καταπακτή προς τον πρώτο όροφο στο χώρο του δωματίου του ισογείου) και ημιϋπαίθριο χώρο, εμβαδού 18,86 τ.μ., όπως συνάγεται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εναγομένη από Αύγουστο 2017 αρχιτεκτονικά σχέδια-κατόψεις της πολιτικού μηχανικού Β.
Β. Ο πρώτος όροφος έχει επιφάνεια 61,07 τ.μ., σύμφωνα με τα περιγραφόμενα στην αγωγή, ωστόσο κατά ακριβέστερη καταμέτρηση και περιγραφή αποτελείται από κλειστό χώρο, επιφάνειας 67,80 τ.μ., αποτελούμενο από τρία υπνοδωμάτια, wc, διάδρομο με άμεση πρόσβαση από τον αύλειο χώρο και σκάλα-καταπακτή ανόδου από το ισόγειο, στον χώρο του διαδρόμου και κουζίνα και από ανοιχτό ημιϋπαίθριο χώρο, εμβαδού 5,65 τ.μ., όπως συνάγεται από τα προαναφερθέντα αρχιτεκτονικά σχέδια-κατόψεις.
Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην πλήρη κυριότητα των διαδίκων κατά ποσοστό 50% σε καθεμία από αυτές, από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στην Αθήνα την ...-1995 πατέρα τους, Α. Π. του Π., κατοίκου ..., την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθ. ...-1996 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Τ. Ε.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πωγωνίου στον τόμο 115 και με α.α. 17. Η συγκεκριμένη οικοδομή αποτελούσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων και των γονιών τους, από το έτος 1955 έως το έτος 1965 οπότε και η οικογένεια μετοίκησε στην Αθήνα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα των διαδίκων, πλην όμως συνέχισαν να επισκέπτονται το χωριό, συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες και να κατοικούν στην ως άνω οικία μέχρι και τον θάνατο της μητέρας τους το έτος 1990, μετά τον οποίο η εναγόμενη ανέλαβε τη φροντίδα του πατέρα τους, με τον οποίο κατοικούσε στο σπίτι τους, στον Άγιο Δημήτριο Αττικής.
Μετά τον θάνατο του πατέρα των διαδίκων, το έτος 1995, η εναγομένη έλαβε σύνταξη άγαμης θυγατέρας και ελλείψει επαγγελματικών και άλλων υποχρεώσεων, συνήθιζε να επισκέπτεται με τον σύντροφο της, πλοίαρχο του εμπορικού ναυτικού, το Βασιλικό και να διαμένουν στην επίμαχη οικία, κατά τα διαστήματα που βρίσκονταν στην Ελλάδα, αφού η εναγομένη συνήθως ακολουθούσε τον σύντροφο της στα ταξίδια με το πλοίο.
Μετά τη συνταξιοδότηση του, όμως, το έτος 2002, άρχισαν να διαμένουν στο χωριό και την εν λόγω οικία, για διάστημα 4-5 μηνών το έτος επιμερίζοντας έτσι τη διαμονή τους, κατά τη διάρκεια του έτους, μεταξύ της εν λόγω οικίας και των άλλων τριών που διατηρούν στην Πάτρα, στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και στις Αιγές Αιγιαλίας.
Τα ανωτέρω συνάγονται ιδίως από τις λεπτομερείς περί αυτών καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης Π. Β., συντρόφου της εναγομένης, Μ. Β., υιού του τελευταίου, Ε. Σ., Ι. Τ., κατοίκων ... και Θ. Μ., που διατηρεί κατοικία στο Βασιλικό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι, το έτος 1998, κατόπιν κοινής συμφωνίας, αποφάσισαν την εκτέλεση εργασιών συντήρησης της παλιάς οικίας τους, προκειμένου αμφότερες να χρησιμοποιούν αυτή ως εξοχική κατοικία. Κατά το διάστημα αυτό, οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές και αποφάσιζαν, από κοινού, για θέματα της κοινής τους οικία. Η ενάγουσα, όμως, από το έτος 1999 ως το έτος 2010 σχεδόν έπαυσε να επισκέπτεται το χωριό, λόγω οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων, αντίθετα με την εναγομένη, η οποία, με τον σύντροφο της, όπως ήδη αναφέρθηκε, από το έτος 2002 και μετέπειτα διέμεναν στην εν λόγω οικία για διάστημα τουλάχιστον 4-5 μηνών, το έτος. Μετά το προαναφερθέν έτος, η εναγομένη προέβη στην εκτέλεση εργασιών αναβάθμισης και ανακαίνισης στο επίκοινο, όπως στο γκρέμισμα της παλιάς πετρόχτιστης τουαλέτας, στην κατασκευή κήπου για λουλούδια, στην κατασκευή υπαίθριας ψησταριάς, στην πλακόστρωση του ακάλυπτου χώρου της αυλής, μετά την αφαίρεση της λιθόστρωσης.
Επιπλέον, διαμόρφωσε τους εσωτερικούς χώρους, ώστε η οικία να καλύπτει τις ανάγκες μίας πολύμηνης και άνετης διαβίωσης, αφού προέβη σε αντικατάσταση των κουφωμάτων και σε εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης, ενώ επιπλέον αντικατέστησε τα παλαιά έπιπλα, τοποθετώντας σε όλους τους χώρους της εν λόγω διώροφης οικοδομής δική της οικοσυσκευή και προσωπικά της αντικείμενα. Σημειώνεται ότι αποτελεί εριστό σημείο μεταξύ των διαδίκων το εάν οι εν λόγω δαπάνες έγιναν κατόπιν συμφωνίας και προγενέστερης συνεννόησης ή μονομερώς από την εναγόμενη.
Πλην όμως το γεγονός αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την έκβαση της παρούσας δίκης, αλλά άπτεται ενδεχομένως της αξίωσης απόδοσης των σχετικών δαπανών, ως προς την οποία η εναγόμενη έχει ήδη ασκήσει τη με αριθ. εκθ. καταθ. 32/11.3.2020 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, η εκδίκαση της οποίας έχει ανασταλεί με την υπ' αριθ. 100/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου μέχρι περάτωση της παρούσας δίκης λόγω υποβολής ένστασης συμψηφισμού από την πλευρά της εδώ ενάγουσας με αντικείμενο την επίδικη αξίωση αποζημίωσης λόγω αποκλειστικής χρήσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, το καλοκαίρι του 2010, μετά από μία δεκαετία περίπου, επισκέφθηκε με τον σύζυγο της την επίμαχη οικία και έκτοτε άρχισαν να επισκέπτονται το Βασιλικό, σχεδόν κάθε καλοκαίρι, διαμένοντας στο επίκοινο για χρονικό διάστημα περίπου 10-15 ημερών τον Αύγουστο, κατά τη διάρκεια της θερινής τους άδειας.
Εξάλλου, το ότι η ενάγουσα με την οικογένειά της επισκεπτόταν το επίκοινο μόνο τον μήνα Αύγουστο αναγόταν στη δική της επιλογή και βούληση εξαιτίας επαγγελματικών υποχρεώσεων, όπως, άλλωστε, κατέθεσε και ο σύζυγος της ενάγουσας Π. Κ. (βλ. την υπ' αριθ. .../2017 ένορκη βεβαίωσή του) καθώς και ο υπέρ της ενάγουσας μάρτυρας Κ.
Π., οικογενειακός φίλος των διαδίκων (βλ. τα υπ' αριθ. 261/2017 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων επί προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων), και όχι λόγω παρεμπόδισης τους από την εναγόμενη. Άλλωστε, η ενάγουσα διέθετε κλειδί της οικίας και μπορούσε ακώλυτα να εισέρχεται σε αυτήν. Με την επανέναρξη των επισκέψεων της ενάγουσας στο επίκοινο το έτος 2010 η εναγομένη απαίτησε από την_ενάγουσα να συμμετάσχει στις δαπάνες επισκευών που, όπως προεκτέθηκε, είχε ενεργήσει στο επικοίνο, την οποία, ωστόσο, η ενάγουσα απέκρουσε.
Κατόπιν αυτών, οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν και κατά τη διάρκεια της κοινής διαμονής τους σημειώνονταν μεταξύ τους προστριβές. Μάλιστα το έτος 2011 η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη να μη μεταβεί στο Βασιλικό για το χρονικό διάστημα από 20-7 έως 22-8, κατά τη διάρκεια της θερινής της άδειας, ώστε να έχει την αποκλειστική χρήση της οικίας, αξίωση στην οποία η εναγόμενη συμμορφώθηκε για κάποια έτη έως το 2014 όπως προκύπτει ιδίως από τις ένορκες βεβαιώσεις των Π.
Β., συντρόφου της εναγομένης και Θ. Μ., ο οποίος διατηρεί οικία στο Βασιλικό όπου διαμένει μεγάλα διαστήματα το καλοκαίρι και κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι η εναγόμενη τηλεφωνούσε στο δικό του σπίτι για να μάθει αν είχε αποχωρήσει η αδελφή της. Από το έτος 2014 η εναγόμενη συμμετείχε σε τοπικό σύλλογο του Βασιλικού και για τον λόγο αυτό σταμάτησε να απουσιάζει τον μήνα Αύγουστο.
Έτσι, οι διάδικοι αναγκαστικά συμβίωναν κατά το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα μετέβαινε στο Βασιλικό για τις θερινές διακοπές της, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, με αποκορύφωμα ένα σοβαρό επεισόδιο μεταξύ του συντρόφου της εναγομένης και του συζύγου της ενάγουσας τον Αύγουστο του 2016.
Εξαιτίας των προστριβών αυτών και του αντίξοου για την κοινή συμβίωση κλίματος, η ενάγουσα άσκησε την από 5-6-2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης κατάστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και κατόπιν τακτική αγωγή και δη την ένδικη αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, επί της οποίας, κατά το μέρος που, μετά τον χωρισμό της υπόθεσης, κρατήθηκε προς εκδίκαση, ήτοι ως προς το αίτημα ρύθμισης της χρήσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 12/2019 απόφαση, η οποία, όπως και η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ρύθμισε τη χρήση του επίκοινου με την εκ περιτροπής χρήση ανά εξάμηνο της οικίας από τις διαδίκους.
Με βάση τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1- 2012 μέχρι την 30-6-2017 εν τοις πράγμασι χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το επίκοινο ακίνητο, αποκλείοντας την ενάγουσα από τη χρήση αυτού. Απεναντίας αποδείχθηκε ότι η τελευταία διέθετε κλειδιά της οικίας και μπορούσε να εισέρχεται και να διαμένει σ'αυτή, όπως κι έκανε άλλωστε, διαμένοντας τον μήνα Αύγουστο κατά τη διάρκεια των θερινών της διακοπών.
Η αδυναμία αρμονικής συμβίωσης των διαδίκων έγκειτο στη διάρρηξη των μεταξύ τους διαπροσωπικών σχέσεων, λόγω της διαφωνίας τους αναφορικά με τις δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει η εναγόμενη στο επίκοινο, αλλά και τις διαφορετικές τους συνήθειες και νοοτροπίες, καθόσον μάλιστα η εναγόμενη διατηρούσε και κατοικίδια ζώα εντός και εκτός της οικίας, κατάσταση που δεν ήταν σύμφωνη με τις συνήθειες και επιθυμίες της ενάγουσας και της οικογένειάς της.
Εξάλλου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η εναγόμενη είχε καταλάβει όλους τους χώρους με δικά της αντικείμενα και του συντρόφου της καθιστώντας έτσι αδύνατη τη χρήση των χώρων_αυτών από την ενάγουσα. Επ' αυτού αποδεικνύεται ότι πράγματι στο επίκοινο η εναγόμενη είχε τοποθετήσει αντικείμενα της αποκλειστικής της κυριότητας, όπως έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, κλινοσκεπάσματα, είδη κουζίνας κτλ., τα οποία είχε όμως διαθέσει στην κοινή χρήση και εξυπηρετούσαν και την ενάγουσα κατά το διάστημα παραμονής της στην οικία, ενώ η τελευταία υπέβαλε σε βάρος της εναγόμενης την από 15-10-2019 έγκλησή της για υφαίρεση, όταν η εναγόμενη εντός του έτους 2018 ανέλαβε αρκετά από τα είδη αυτά.
Εξάλλου, ούτε μόνο το γεγονός ότι η ενάγουσα και η οικογένειά τους δεν μπορούσαν να τοποθετήσουν τα προσωπικά τους αντικείμενα στην κοινόχρηστη ντουλάπα κατά τη διάρκεια της παραμονής στο επίκοινο, αλλά αναγκάζονταν να τα διατηρούν σε βαλίτσες, παρά τις παρακλήσεις της ενάγουσας να τοποθετεί και αυτή τα πράγματά της (βλ.
σχετικά την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ.) μπορεί να εξισωθεί με αυθαίρετη κατάληψη του επικοίνου από την εναγόμενη, όπως επίσης δε συνιστά αποκλεισμό της ενάγουσας από τη χρήση του μόνη η αδυναμία αρμονικής συμβίωσης εξαιτίας των διαφορετικών συνηθειών και επιθυμιών των διαδίκων και δη αναφορικά με τη διατήρηση κατοικίδιων ζώων, την οποία έντονα επισήμαναν στις καταθέσεις τους τόσο ο σύζυγος της ενάγουσας όσο και ο υπέρ της τελευταίας μάρτυρας Κ.
Π. Αντίθετα, τα περιστατικά αυτά σαφώς συνηγορούν υπέρ της ανάγκης ρύθμισης της χρήσης του κοινού μεταξύ των διαδίκων, η οποία, άλλωστε, ήδη έχει λάβει χώρα κατόπιν των ως άνω δικαστικών ενεργειών της ενάγουσας. Συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται ότι συνέτρεξε η αναγκαία προϋπόθεση για τη γένεση της ασκούμενης με την ένδικη αγωγή αξίωσης απόδοσης από την εναγόμενη των ωφελημάτων του επίδικου επίκοινου ακινήτου, ήτοι η αποκλειστική χρήση αυτού από την εναγόμενη συγκοινωνό.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, κατά το μέρος που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, οι πέντε πρώτοι λόγοι της έφεσης, όπως ενιαία εκτιμώνται ως προς τις επιμέρους αιτιάσεις τους, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση του επικουρικά προβαλλόμενου έκτου λόγου της έφεσης που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας ωφέλειας.
Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με βάση όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
3. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786 και 787 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, και επίσης διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με τις υποστηρίζουσες το ανωτέρω πόρισμα ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές, με τις οποίες κρίνοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε η αναγκαία προϋπόθεση για τη γέννεση της ασκούμενης με την αγωγή της αναιρεσείουσας αξίωσης απόδοσης από την αναιρεσίβλητη των ωφελημάτων του επίδικου επίκοινου αυτών ακινήτου , ήτοι η αποκλειστική χρήση τούτου από την αναιρεσίβλητη συγκοινωνό.
Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης α] ότι οι αντίδικες αδελφές κατέστησαν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου εκάστη από εξ' αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1995 πατρός τους Α. Π. της ευρισκόμενης εντός του οικισμού του χωριού Βασιλικό της επαρχίας Πωγωνίου Ιωαννίνων ακινήτου, το οποίο με κοινή τους συμφωνία που έλαβε χώρα το έτος 1998 αποφάσισαν να επισκευάσουν με κοινές δαπάνες, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως δευτερεύουσα οικία, β] ότι η μεν αναιρεσίβλητη διέμενε μετά του συντρόφου της στο επίκοινο για χρονικό διάστημα τεσσάρων έως πέντε μηνών για έκαστο εκ των ετών 2002 έως 2010, χωρίς να εμποδίζεται στη σύγχρηση αυτού η αναιρεσείουσα, η οποία κατείχε τα κλειδιά του και είχε ακώλυτη πρόσβαση στους χώρους του, και η οποία λόγω οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων στην Αθήνα δεν είχε τη δυνατότητα να παραμείνει σ' αυτό, γ] η αναιρεσίβλητη και η αναιρεσείουσα διέμεναν από κοινού στην εν λόγω οικία, κάνοντας σύγχρηση αυτής για δέκα- δεκαπέντε ημέρες του μηνός Αυγούστου για έκαστο εκ των ετών 2010-2020, γ] η αναιρεσείουσα διέμενε αποκλειστικά στο επίκοινο από 20.7.
έως 22.8 εκάστου εκ των ετών 2011-2014, δ] δεν συνιστά αποκλειστική από την αναιρεσίβλητη χρήση του επικοίνου το γεγονός ότι η ιδία τοποθέτησε αντικείμενα της αποκλειστικής της κυριότητας, εφόσον τα είχε διαθέσει στην κοινή χρήση και εξυπηρέτηση της αναιρεσείουσας, όπως και ότι η αναιρεσίβλητη έχοντας πραγματοποιήσει με δικές της δαπάνες επισκευαστικές εργασίες στο επίκοινο απαίτησε με την άσκηση κατ' αυτής της με αριθμό εκθ.
κατ. 32/11.3.2020 ασκηθείσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων αγωγής, την απόδοση των σχετικών δαπανών ε] ότι η κοινή συμβίωση των διαδίκων ήταν μεν ιδιαίτερα δυσχερής από το έτος 2014 και μετέπειτα λόγω της διαφοράς νοοτροπίας και αντιλήψεων που εκάστη είχε, οι οποίες ενίοτε οδήγησαν σε εκρηκτικές μεταξύ τους καταστάσεις, πλην, όμως η κατάσταση αυτή δεν συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος σύγχρησης του επικοίνου από την αναιρεσείουσα, αλλά απλά δημιούργησε την ανάγκη της χρονικής ρύθμισης της χρήσης αυτού, όπως άλλωστε αυτή ορίστηκε με την με αριθμό 12/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Έτσι, ορθά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έκανε μετά της αναιρεσίβλητης σύγχρηση του κοινού ακινήτου.
4. Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης προς διερεύνηση η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αφού πρόκειται για συγγενείς εξ αίματος δευτέρου βαθμού (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.12.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 532/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ