Supreme Court allows partial appeal against debt offset ruling, ordering monthly interest payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's appeal while partially allowing the respondent's appeal against a lower court's decision on debt offset. The court found the lower court erred by failing to recognize the respondent's future debt obligations as a valid basis for offsetting the appellant's future payments. Consequently, the court ordered the respondent to pay the appellant 350 euros monthly in legal interest, keeping the case for final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(9)(a), 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if substantive law rules are violated, and a court errs by failing to apply rules where conditions exist or by incorrectly applying them, necessitating a partial annulment and remittal for proper calculation of debt offsets.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 6 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 6/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Καρπούζη.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ε., κατοίκου ... προσωρινά διαμένοντος στη νήσο των ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Στεφανοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 28-2-2014 και 27-3-2014 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε τις από 16-10-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της από 28-2-2014 κρινόμενης αίτησης και β) την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως της από 27-3-2014 αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 28 Φεβρουαρίου 2014 και 27 Μαρτίου 2014 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 211/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, φερόμενες προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατά την ίδια δικάσιμο, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31, 246 και 573 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 994, 789, 790, 282 και 284 Α.Κ. συνάγεται, ότι η νομή μπορεί να ανήκει, κατά το περιεχόμενό της, σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, οπότε υπάρχει κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη, δηλαδή συννομή. Αν η συννομή προσβάλλεται παρανόμως από τρίτο πρόσωπο, οι συννομείς έχουν πλήρη την προστασία από την νομή, εάν δε προσβάλλεται από συννομέα, τότε εάν μεν η έριδα στρέφεται περί την ύπαρξη της συννομής του συννομέως, αυτός έχει πλήρη την προστασία της νομής, όπως όταν η νομή προσβάλλεται από τρίτον (δικαστική και αυτοδύναμη), εάν όμως η έριδα στρέφεται περί τα όρια της χρήσεως του πράγματος η οποία αρμόζει σε κάθε συννομέα, δηλαδή αν αυτή (η συννομή) υπάρχει, αλλά αμφισβητείται η έκταση των δικαιωμάτων επί του κοινού, τότε ο προσβληθείς έχει μεν την αυτοπροστασία που του παρέχουν τα άρθρα 282 και 284 Α.Κ., αλλά δικαιούται να απαιτήσει και τον διακανονισμό της συγχρήσεως κατά τις περί κοινωνίας διατάξεις των άρθρων 789 και 790 Α.Κ. (Α.Π.79/1992).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 786 Α.Κ.: " Κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου". Ως καρποί νοούνται τα ωφελήματα γενικώς από το πράγμα, ήτοι όχι μόνον οι κυρίως καρποί είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 961 ΑΚ, αλλά και κάθε όφελος το οποίο παρέχει η χρήση του πράγματος (άρθρο 962 ΑΚ), όπως προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το οποίο από κατασκευής είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, η αποζημίωση την οποία δικαιούται ο κοινωνός να απαιτήσει από τα μισθώματα.
Κατά το άρθρο 787 Α.Κ.: "Κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει την σύγχρηση των λοιπών". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατά την οποία το κοινό πράγμα χρησιμοποιείται αποκλειστικώς από ένα κοινωνό, δικαιούνται οι λοιποί και αν δεν προέβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από αυτόν ό οποίος έκανε αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος το οποίο αποκόμισε αυτός από την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 362/2011).
Όπως προκύπτει από το άρθρο 790 Α.Κ., αν η διοίκηση και η χρησιμοποίηση κοινού πράγματος δεν καθορίστηκε με κοινή συμφωνία ή με πλειοψηφία (των κοινωνών), κάθε ένας από τους κοινωνούς έχει δικαίωμα να ζητήσει να την κανονίσει το δικαστήριο με τον τρόπο ο οποίος είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο σε όλους τους κοινωνούς.
Από την διάταξη αυτήν, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 786 Α.Κ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει την χρήση του κοινού πράγματος, έτσι ώστε αυτή να περιέλθει εξ ολοκλήρου σε ένα ή περισσότερους από τους κοινωνούς και να επιβάλει σε αυτούς την υποχρέωση καταβολής ανταλλάγματος στους λοιπούς ανάλογα με το μερίδιό τους και την από αυτό ωφέλεια των ποιούμενων χρήση του κοινού πράγματος.
Η ρύθμιση δε αυτή, η οποία δεν τείνει στην διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά αποτελεί ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου, το οποίο αποβλέπει στην εξεύρεση, με βάση τις εκάστοτε κρατούσες συνθήκες, του περισσότερο πρόσφορου και επωφελούς για όλους τους κοινωνούς τρόπου διοικήσεως και χρησιμοποιήσεως του κοινού πράγματος, ισχύει για αόριστο χρονικό διάστημα, ήτοι για όσο υφίσταται η κοινωνία, και μπορεί να τροποποιηθεί μόνον με συμφωνία όλων των κοινωνών (και όχι της πλειοψηφίας αυτών) ή με νέα δικαστική απόφαση σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών (Α.Π. 1369/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Το κρίσιμο ακίνητο είχε περιέλθει στη συγκυριότητα του πατέρα του ενάγοντος - εφεσίβλητου Ε. Δ. και του εναγομένου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1980 συμβολαιογραφικού εγγράφου...νομίμως μεταγεγραμμένου...βρίσκεται εντός του οικισμού ..., αποτελείται από μία αίθουσα καταστήματος...
Ο Ε. Δ. και ο εναγόμενος, από τις αρχές της δεκαετίας 1990 είχαν καταρτίσει άτυπη σύμβαση μίσθωσης του επικοίνου καταστήματος με την σύζυγο του εναγομένου Γ. Δ., έναντι μισθώματος 700 ευρώ μηνιαίως... Καθένας από τους συγκοινωνούς εδικαιούτο το ήμισυ του μισθώματος, ήτοι 350 ευρώ έκαστος, ωστόσο από το 2006 και έπειτα, ο Ε.
Δ. λάμβανε διακόσια ευρώ, λόγω δανείου που είχαν λάβει από κοινού με τον εναγόμενο, με αποτέλεσμα να του παρακρατεί ο τελευταίος από το μίσθωμα το ύψος της δόσης του δανείου που του αναλογούσε, δηλαδή 150 ευρώ το μήνα. Την 1η Οκτωβρίου του έτους 2008 ο πατέρας του ενάγοντος και συγκύριος του επίκοινου ακινήτου απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, έχοντας πλησιέστερο συγγενή τον υιό του και ενάγοντα Ν.
Δ., ο οποίος έχει αποδεχθεί σιωπηρά την κληρονομιά, χωρίς να αποδεικνύεται η κτήση της κυριότητας επί του ακινήτου, εφόσον δεν επικαλείται μεταγραφή της αποδοχής αυτής, και κατά συνέπεια έχει καταστεί κληρονόμος έχοντας και τη συννομή του επίδικου κοινού ακινήτου, την οποία απέκτησε αυτοδικαίως (άρθρο 983 ΑΚ) από το χρόνο θανάτου του πατέρα του Ε.
Δ.. Περαιτέρω, ο ενάγων υπεισήλθε ως συνεκμισθωτής στην υφιστάμενη μίσθωση και συγκεκριμένα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή κατά το χρόνο της επαγωγής της...ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος ενός εκ των αρχικών συνεκμισθωτών κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας, ευρισκόμενος, όπως προαναφέρθηκε, με τον έτερο συνεκμισθωτή σε κοινωνία δικαιώματος.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η σχέση της κοινωνίας είναι κληρονομητή και η απόφαση του Ε. Δ. και του εναγομένου για την ρύθμισή της με την εκμίσθωση του κοινού στην Γ. Δ. δεσμεύει τον ενάγοντα ως καθολικό διάδοχο. Ωστόσο, παρά την ως άνω απόφαση που είχε ληφθεί, η οποία δεσμεύει τους συγκοινωνούς, ο εναγόμενος μετά τον θάνατο του πατέρα του ενάγοντος, αρνείται την καταβολή του μεριδίου του μισθώματος που ανήκει στον τελευταίο, επικαλούμενος τις οικονομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από δάνειο που είχαν λάβει από κοινού ο ίδιος και ο Ε.
Δ., στις 25-5-2006, ύψους 25.000 ευρώ, για την ανακαίνιση του καταστήματος δυνάμει της υπ' αριθμ. .../25-5-2006 σύμβασης δανείου που κατήρτισαν με την Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και δυνάμει της οποίας καταβάλει μηνιαίως στην τράπεζα ως τοκοχρεωλύσιο το ποσό των 268,48 ευρώ. Από το ποσό αυτό ο ενάγων/εφεσίβλητος οφείλει ως κληρονόμος του συνδικαιούχου του λογαριασμού το ποσό των 134,24 ευρώ.
Στα πλαίσια της προαναφερθείσας ρύθμισης της χρήσης του κοινού και συγκεκριμένα της υφιστάμενης μισθωτικής σχέσης, ο ενάγων ήλθε σε επικοινωνία με τον εναγόμενο, ενημερώνοντάς τον ότι δεν συναινεί στην χρήση και εκμετάλλευσή του χωρίς την καταβολή στον ίδιο μέρους της μισθωτικής αξίας του ακινήτου.
Επομένως, ενόψει της διαφωνίας τους και της αδυναμίας λήψης έγκυρης απόφασης, εφόσον κανένας από τους συννομείς δεν διαθέτει τη πλειοψηφία, παρέπεται, ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση καθορισμού διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος. Με βάση τη θέση του καταστήματος, την επιφάνειά του, την παλαιότητά του και τις εν γένει μισθωτικές συνθήκες της περιοχής που βρίσκεται, αποδεικνύεται ότι η μισθωτική του αξία ανέρχεται σε 700 ευρώ το μήνα.
Με τα δεδομένα αυτά και κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο προσφορότερος και λογικότερος τρόπος διοίκησης και χρησιμοποίησης (εκμετάλλευσης) ταυ πιο πάνω ακινήτου είναι η χρήση του κοινού πράγματος να περιέλθει εξ ολοκλήρου στον εκκαλούντα/εναγόμενο και να επιβληθεί σε αυτόν η υποχρέωση να καταβάλει αντάλλαγμα στον ενάγοντα για τη χρήση αυτή, η οποία θα ισχύει για αόριστο χρονικό διάστημα, δηλαδή εφόσον υφίσταται η κοινωνία και δεν τροποποιείται νομίμως ο καθοριζόμενος τρόπος διοίκησης του κοινού, με συμφωνία των κοινωνών ή με νεότερη δικαστική απόφαση, λόγω μεταβολής των πραγματικών περιστατικών.
Ειδικότερα, το μηνιαίο αντάλλαγμα θα ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 350 ευρώ, δηλαδή ίσο προς το μισό του μηνιαίου μισθώματος που θα απέφερε το ακίνητο από την εκμίσθωσή του σε τρίτο μισθωτή. Η προσφορότητα της ρύθμισης αυτής δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του ενάγοντος, την ανάγκη να μην ανατραπούν οι οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες του εναγομένου, δεδομένου ότι η οικογένειά του από εικοσαετίας λειτουργεί το επίκοινο ως καφενείο και ιδίως ενόψει της διαφαινόμενης αδυναμίας λήψης αποφάσεων λόγω της ισότητας των μεριδίων των διαδίκων.
Κατά τον τρόπο αυτό, αφενός διασφαλίζεται η ακώλυτη συνέχιση της λειτουργίας του καφενείου, αφετέρου η πάγια μηνιαία πρόσοδος του ενάγοντος ύψους 350 ευρώ, για το χρονικό διάστημα που ο εναγόμενος θα προβαίνει στην αποκλειστική χρήση του...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή περί κοινωνίας διατάξεις επί της οποίας στηρίζεται το αγωγικό δικαίωμα του ενάγοντος Ν.
Δ., ενώ εξάλλου ορθά δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 1710, 1813, 1846, 1193, 1195, 1199, 1113 Α.Κ., οι οποίες αναφέρονται όχι στην συννομή και στην συνεπεία αυτής υφισταμένη κοινωνία δικαιώματος, αλλά στην κληρονομική διαδοχή, στην αποδοχή και στην αυτοδίκαιη κτήση της κληρονομίας, στην μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας και στην κοινωνία επί συγκυριότητας.
Ορθά επίσης έκρινε ότι με βάση τις προαναφερθείσες περί κοινωνίας διατάξεις νομιμοποιείται παθητικά ο εναγόμενος Γ. Δ. και όχι η σύζυγός του η οποία κάνει χρήση του επιδίκου κοινού καταστήματος. Περαιτέρω δε, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά το δικαίωμα του κοινωνού, στρεφόμενου κατά των συγκοινωνών του, να απευθυνθεί στο δικαστήριο, προκειμένου αυτό να καθορίσει τον πλέον πρόσφορο και συμφέροντα σε όλους τους κοινωνούς τρόπο διοικήσεως και χρησιμοποιήσεως του κοινού.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 (όχι και 17) Κ.Πολ.Δ. και δεύτερος και έβδομος, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ.1 (όχι και 10 και 17) Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Γ. Δ. είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ελήφθησαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος η αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπ' όψιν και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π.1/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Γ. Δ. περί αοριστίας της αγωγής, την οποία έκρινε ορισμένη και ακολούθως την ερεύνησε κατ' ουσίαν. Σε κάθε περίπτωση, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός του ανωτέρω αναιρεσείοντος, για την θεμελίωση του οποίου επικαλέσθηκε αυτός έλλειψη αναφοράς στην αγωγή του τίτλου κυριότητας του ενάγοντος Ν. Δ., ήταν αλυσιτελής, εφόσον η ένδικη αγωγή έρεισμα, είχε τις περί κοινωνίας διατάξεις και όχι τις περί κυριότητας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, κατ' εκτίμηση από το ίδιο άρθρο, τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ως αίτηση αδίκαστη που θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθμ.9 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, νοείται μόνον εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, δηλαδή δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή οι ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων, η δε παράλειψη του δικαστηρίου να τις λάβει υπόψη θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, η αποδιδόμενη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως του ίδιου ως άνω αναιρεσείοντος Γ. Δ. αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε εν μέρει αδίκαστη την ένσταση συμψηφισμού, ποσού 19.111,98 ευρώ, που πρόβαλε με σχετικό λόγο εφέσεως και ειδικότερα για το χρηματικό ποσό που έχει καταβάλει από το έτος σύναψης του δανείου μέχρι την άσκηση της αγωγής, είναι απαράδεκτη, γιατί δεν ιδρύεται επί ενστάσεων.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο επιχειρείται θεμελίωση στο άρθρο 559 αριθμ.8, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως μη νόμιμο με την παραδοχή ότι "η ένσταση παραδεκτά προτείνεται για τις μελλοντικές καταβολές, ήτοι γι' αυτές που ζητούνται από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και όχι για το παρελθόν, αφού ο ενάγων δεν ζητεί από τον εναγόμενο αποζημίωση για το πριν από την αγωγή χρονικό διάστημα".
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως του ιδίου αναιρεσείοντος κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 10, 11, 12, 19 Κ.Πολ.Δ., εν τοις πράγμασι πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Εφετείου, σχετικά με την μισθωτική αξία του καταστήματος των ιδίων, την οποία το δικαστήριο προσδιόρισε σε επτακόσια (700) ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να προσδιορισθεί σε διακόσια (200) ευρώ.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο σχημάτισε την δικανική πεποίθησή του α) από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως και στα πρακτικά του Εφετείου, β) από την νομίμως ληφθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Κορίνθου υπ' αριθ. 530/2012 ένορκη βεβαίωση του Γ.
Π. και γ) από τα νομίμως από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. Από την βεβαίωση αυτή δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, β) το ένταλμα της Γενικής Τραπέζης και γ) τον νεότερο πίνακα της ιδίας Τραπέζης για την πορεία του δανείου του αναιρεσείοντος Γ.
Δ. και του ήδη αποβιώσαντος αδελφού του και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πέμπτος λόγος αναιρέσεως του Γ. Δ., κατ' εκτίμησιν από το άρθρο 559 αριθ.11γ' Κ.Πολ.Δ. και δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Ν. Δ. από το ίδιο άρθρο είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ως αίτηση για την οποία επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε, νοείται η αίτηση δικονομικής προστασίας που συνδέεται με τις από το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. καθιερούμενες αρχές της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης και της συζητήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα της παρούσης υποθέσεως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εδίκασε την αγωγή ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Γ.
Δ., δέχθηκε εν μέρει αυτήν και ανέθεσε την αποκλειστική χρήση του κοινού καταστήματος στον ίδιο, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στον κατ' ισομοιρίαν ενάγοντα - αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο Ν. Δ. ανάλογη μερίδα από το όφελος το οποίο θα αποκομίζει, ίση προς το μισό της μισθωτικής αξίας του κοινού, ήτοι 350 ευρώ μηνιαίως.
Ο εναγόμενος, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της ασκηθείσης εφέσεώς του ισχυρίσθηκε, ότι επειδή μόνον αυτός, εξ ιδίων του χρημάτων, κατέβαλε στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του αναφερομένου ανωτέρω και μη εξοφληθέντος ακόμη ολοσχερώς δανείου από της συνάψεως της σχετικής συμβάσεως και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, διατηρεί από την αιτία αυτήν αξίωση κατά του αντιδίκου του ενάγοντος, η οποία ανέρχεται σε 19.111,98 ευρώ.
Εζήτησε δε, επί λέξει, "να συμψηφισθεί (το ποσόν αυτό) με οιαδήποτε απαίτηση ήθελε κριθεί ότι έχει ο εφεσίβλητος από εμέ...". Το Εφετείο, το οποίο όπως αναφέρεται ανωτέρω, καθόρισε, ότι το ποσόν, το οποίο αντιστοιχούσε στο 1/2 του οφέλους το οποίο θα αποκομίζει ο εναγόμενος από την χρήση ολοκλήρου του κοινού, ανέρχεται σε 350 ευρώ μηνιαίως, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του σχετικώς τα ακόλουθα: "...Με το από 10-8-2012 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ο εκκαλών με τον 3° και συναφή προς αυτόν 4° πρόσθετο λόγο, πρόβαλε, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του ενάγοντος/εφεσιβλήτου, που πηγάζει από την σύμβαση δανείου που είχαν συνάψει μαζί με τον αποβιώσαντα αδελφό του και πατέρα του εφεσίβλητου και ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υποχρέωση καταβολής της ολοκλήρου της τοκοχρεολυτικής δόσεως προς την δανείστρια Γενική Τράπεζα, που ανέρχεται στο ποσό των 258 ευρώ μηνιαίως.
Η ένσταση αυτή παραδεκτά προτείνεται για τις μελλοντικές καταβολές, ήτοι γι' αυτές που ζητούνται από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και όχι για το παρελθόν αφού ο ενάγων δεν ζητεί από τον εναγόμενο αποζημίωση για το πριν από την αγωγή χρονικό διάστημα. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440, 441, 442 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν...
Κατά παραδοχήν όμως της ενστάσεως συμψηφισμού που υπέβαλε ο εκκαλών, με βάση ανταπαίτησή του για την καταβολή εκ μέρους του εφεσίβλητου του ημίσεως της μηνιαίας δόσεως του στεγαστικού δανείου εκ ποσού 134,24 ευρώ (268,48:2), ο εφεσίβλητος δικαιούται ως πάγια μηνιαία πρόσοδο το ποσό των 215,76 ευρώ από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εκκαλών/εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα/εφεσίβλητο το ποσό των 215,76 ευρώ μηνιαίως εντός των τριών πρώτων ημερών κάθε μηνός, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής κάθε επί μέρους ποσού μέχρις εξοφλήσεως...".
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι ενώ ο εναγόμενος πρότεινε με τον πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του σε συμψηφισμό την ανωτέρω αναφερομένη απαίτησή του από 19.111,98 ευρώ με τις μελλοντικές απαιτήσεις του ενάγοντος (350 ευρώ μηνιαίως) λόγω της αποκλειστικής από τον πρώτο χρήσεως του κοινού καταστήματος, εν τούτοις το Εφετείο συμψήφισε τις μελλοντικές απαιτήσεις του ενάγοντος με τις μελλοντικές υπό αναβλητική αίρεση απαιτήσεις του εναγομένου, οι οποίες θα συνίστανται σε 134,24 ευρώ μηνιαίως εάν ο ίδιος εξακολουθήσει να καταβάλει μόνος τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α' Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Ν. Δ. είναι βάσιμος. Από το άρθρο 580§3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από τους αναφερομένους στις παραγράφους 1 και 2 του ιδίου άρθρου (υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δηλαδή όταν δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η οποία φορά μόνον την απόρριψη της ενστάσεως συμψηφισμού σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του Ν.
Δ.. Επομένως, πρέπει 1) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495§4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του από αυτόν κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και 2) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Ν. Δ. και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη υπ' αριθ.211/2013 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ήτοι μόνον κατά το μέρος το οποίο αφορά την ένσταση συμψηφισμού του εναγομένου Γ.
Δ., να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα Ν. Δ. τριακόσια πενήντα (350) ευρώ μηνιαίως και εντός των τριών πρώτων ημερών κάθε μηνός από της επιδόσεως της αγωγής. Εν τέλει, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό Ν.
Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Γ. Δ., λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ν. Δ. (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση του Γ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 211/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Διατάσσει την εισαγωγή του από αυτόν κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δέχεται την από 27 Μαρτίου 2014 αίτηση του Ν. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 211/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Αναιρεί κατά ένα μέρος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την ως άνω απόφαση. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Υποχρεώνει τον εναγόμενο Γ. Δ. να καταβάλλει στον ενάγοντα Ν. Δ., τριακόσια πενήντα (350) ευρώ μηνιαίως και εντός των τριών πρώτων ημερών εκάστου μηνός από την επομένη της επιδόσεως της κρινομένης αγωγής, νομιμοτόκως από την ως άνω δήλη ημέρα καταβολής του κάθε επιμέρους ποσού μέχρις εξοφλήσεως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό Ν. Δ..
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο Γ. Δ. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ν. Δ., τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ