Supreme Court dismisses appeal where appellate court correctly evaluated evidence rather than misreading documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellants argued the appellate court misread rental payment documents, but the court found its judgment based on a holistic evaluation of all evidence, including witness testimonies and official certificates. Consequently, the appeal was rejected as it challenged the unreviewable substantive assessment of facts rather than a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) No. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review the appellate court's evaluation of evidence unless the judgment relies exclusively on a document alleged to be falsified, rather than a holistic assessment of all admissible proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1830 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1830/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Μάντεση και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γεωργίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/1/2005, 8/2/2005 και 5/9/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5584/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1001/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/11/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, όχι όμως και όταν τον απέρριψε, έστω και σιωπηρά και υπό την προϋπόθεση ότι ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (Ολ ΑΠ 2/1989).
Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ' ανάγκη ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ., μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να απορρίψει την αγωγή, αν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.
Εάν συνεπώς το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε για μη νομική βασιμότητα της αγωγής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφαση του (ΑΠ 609/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε μόνο τον αναφερόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων λόγο της εφέσεώς τους, όχι όμως και το λόγο έφεσης με τον οποίο εξέφραζαν παράπονα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αναφορικά με τη νομική βασιμότητα της αγωγής.
Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχτηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και συνεπώς εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ως άνω λόγο εφέσεως.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 πδ 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Αν κατά το χρόνο παράδοσης του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης παρουσιάστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος.
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης αδείας δημόσιας αρχής, η έκδοση της οποίας πρέπει να προκληθεί με ενέργεια ή σύμπραξη του εκμισθωτή. Όμως, η παρά την έλλειψη της απαιτούμενης κατά νόμο αδείας λειτουργίας του μισθίου κατ' ανοχή της αρμόδιας διοικητικής αρχής ή η λειτουργία του δυνάμει προσωρινής αδείας, κατά τρόπο ώστε ο μισθωτής να κάνει τη συμφωνημένη χρήση, κωλύει τη γένεση υπέρ του μισθωτή των άνω δικαιωμάτων του άρθρου 576 ΑΚ (ΑΠ 922/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς να αποκλείεται το δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος ως αποζημίωσης χρήσης είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς να ερευνάται εάν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης (ΑΠ 1512/2000), ούτε αν είχε αυτός ή ο μισθωτής δυνατότητα χρήσεως του μισθίου κατά το χρόνο της καθυστερήσεως (ΑΠ 1748/1986).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής: "...... Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δεύτερο και τρίτη ενός ακινήτου (καταστήματος), αποτελούμενου από ισόγειο όροφο εμβαδού 500 τ.μ.
και πρώτο όροφο εμβαδού 500 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον ... επί της οδού .... Το ακίνητο αυτό οι ενάγοντες εκμίσθωσαν δυνάμει του από 21/12/2004 ιδιωτικού συμφωνητικού στον πρώτο εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1/12/2004 μέχρι 30/11/2013 με μηνιαίο μίσθωμα 3.900 ευρώ από 1/12/2004 έως 30/6/2005 και 4.300 ευρώ από 1/7/2005 έως 30/6/2006 αναπροσαρμοζόμενο για τα επόμενα έτη, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου και του συμπληρωματικού φόρου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πολιτιστικός χώρος (καφεθέατρο - μουσική σκηνή - σνακ μπαρ).
Ως εγγύηση για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση των όρων του μισθωτηρίου ο εναγόμενος μισθωτής κατέβαλε το ποσό των 7800 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταπίπτει υπέρ των εκμισθωτών ως ποινική ρήτρα σε περίπτωση παράβασης των συμφωνηθέντων όρων μεταξύ των οποίων και η μη καταβολή του μισθώματος. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι όλοι οι όροι του μισθωτηρίου τελούν υπό την εγγύηση της δεύτερης εναγομένης ...
και ειδικότερα ότι αυτή θα είναι συνυπόχρεη για την καταβολή του μισθώματος, της τυχόν αποζημίωσης χρήσης και γενικά όλων των οικονομικών υποχρεώσεων του μισθωτή. Το μίσθιο κατάστημα είχε παραδοθεί στον πρώτο εναγόμενο από τις 26/5/2004, οπότε είχαν αρχίσει οι συζητήσεις για την εκμίσθωση του, στις οποίες μάλιστα εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος του μισθωτή η δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να προβεί ο εναγόμενος μισθωτής στις απαραίτητες εργασίες διαμόρφωσης του χώρου ώστε να καταστεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και επιπλέον να διερευνήσει τη δυνατότητα έκδοσης αδείας αλλαγής χρήσης και αδείας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι το κατάστημα αυτό μέχρι τότε λειτουργούσε ως βιοτεχνικός χώρος.
Για το τελευταίο τούτο, δηλαδή την έκδοση οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης και αδείας λειτουργίας ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε τη διεκπεραίωση της διαδικασίας στον αρχιτέκτονα μηχανικό της επιλογής του ..., στον οποίο οι ενάγοντες παρέδωσαν όλα τα σχετικά με το ακίνητο έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους, όπως τίτλους κτήσεως, τοπογραφικά διαγράμματα και συνέδραμαν τον εν λόγω μηχανικό με κάθε τρόπο, ακόμη και με προσωπικές παραστάσεις αυτών στον αρμόδιο Δήμο και την Πολεοδομία, προκειμένου να εκδοθεί το συντομότερο η άδεια λειτουργίας, ενώ παράλληλα οχλούσαν τον πρώτο εναγόμενο για την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου.
Όσον αφορά την οφειλόμενη από τους ιδιοκτήτες εκμισθωτές εισφορά σε γη και χρήμα, αναγκαία για την έκδοση οικοδομησιμότητας πριν την κύρωση της πράξης εφαρμογής λόγω ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλης, αυτή δεν είχε ακόμη υπολογιστεί και μπορούσε να καταβληθεί μέχρι το τέλος της όλης διαδικασίας έκδοσης αδείας αλλαγής χρήσης, δαπάνη την οποία δεν αρνήθηκαν να καταβάλουν οι ενάγοντες.
Τελικά άδεια λειτουργίας από την αρμόδια διοικητική αρχή για την άσκηση της συμφωνηθείσας δραστηριότητας στο μίσθιο δεν εκδόθηκε λόγω αδράνειας του εναγομένου μισθωτή, ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του ορισθέντος από αυτόν μηχανικού να συνεργαστεί για τη συμπλήρωση του φακέλου των δικαιολογητικών και την τακτοποίηση των προς αυτόν οικονομικών υποχρεώσεων του, περί των οποίων εκκρεμοτήτων αναφέρει αναλυτικά ο ανωτέρω μηχανικός στο από 21/9/2004 σημείωμα του και επιπλέον ο ίδιος εναγόμενος δεν φρόντισε για τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος του Ο.Τ.
με αναλυτική εμβαδομέτρηση της ιδιοκτησίας (αρχικής, ρυμοτομούμενης, απομένουσας μετά την ρυμοτόμηση), στο οποίο να έχουν τεθεί οι ισχύουσες ρυμοτομικές και οικοδομικές σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο και να υπάρχει υπολογισμός της οφειλόμενης εισφοράς σε γη και χρήμα, το οποίο σύμφωνα με το από 28/6/2005 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας Πειραιώς ήταν αναγκαίο για τη χορήγηση αδείας αλλαγής χρήσης, αρνούμενος να καταβάλει για την εκπόνηση του την αιτηθείσα από τον τοπογράφο μηχανικό ...
αμοιβή των 6000 ευρώ, θεωρώντας εσφαλμένα ότι τέτοιο τοπογραφικό είχαν στην κατοχή τους οι ενάγοντες και ήταν το από Οκτωβρίου 1999 του ίδιου μηχανικού, το οποίο όμως αυτοί (ενάγοντες) είχαν ήδη παραδώσει στο διορισθέντα από τον εναγόμενο μηχανικό ... και ήταν άσχετο μ' αυτό που ζητούσε η Πολεοδομία. Καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από το Μάιο 2004 μέχρι την έναρξη της μίσθωσης την 1/12/2004, που στο μίσθιο γίνονταν εργασίες διαρρύθμισης του χώρου και εκκρεμούσε η έκδοση αδείας λειτουργίας, η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στους ενάγοντες για λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος μισθωτή το ποσό των 1500 ευρώ στις 26/5/2004 και το ποσό των 6300 ευρώ στις 22/6/2004 ήτοι συνολικά 7800 ευρώ, που αποτελούσε την αναφερόμενη στο μισθωτήριο συμβόλαιο εγγύηση, καθώς και 3900 ευρώ στις 9/8/2004 και 4157 ευρώ στις 30/8/2004 ως αντάλλαγμα για τη χρήση του μισθίου καθόλο αυτό το διάστημα, ποσά για τα οποία οι ενάγοντες χορήγησαν σχετικές έγγραφες αποδείξεις.
Κανένα άλλο ποσό δεν αποδείχθηκε ότι εισέπραξαν οι ενάγοντες και ειδικότερα αυτό των 10.000 ευρώ, το οποίο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι κατέβαλε η δεύτερη από αυτούς χωρίς να λάβει σχετική απόδειξη και το οποίο άλλωστε δεν προσδιορίζεται για ποια αιτία καταβλήθηκε κατ' αποκοπή. Παρά την έλλειψη αδείας λειτουργίας το μίσθιο κατάστημα λειτούργησε ως κέντρο διασκέδασης από το τέλος Δεκεμβρίου 2004 μέχρι 5/2/2005, οπότε σε γενόμενο έλεγχο των αστυνομικών οργάνων του Α.Τ. ..., καθώς και σε προηγηθέντα που έγινε στις 9/1/2005, διαπιστώθηκε η εν λόγω παράβαση και ακόμη ότι το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος δεν διέθετε εγκεκριμένη μελέτη ενεργητικής πυροπροστασίας και πιστοποιητικό πυρασφάλειας, λόγω δε αυτής της παράνομης λειτουργίας του διατάχθηκε η σφράγιση του με την υπ' αριθ. 271/31-3-2005 απόφαση του Δημάρχου ..., απόφαση η οποία ανεστάλη προσωρινά μετά από αίτηση του πρώτου εναγομένου από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθ. 1050/12-7-2005 απόφαση του για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα οι υποψήφιοι αγοραστές να επισκέπτονται το μίσθιο.
Κατά το ανωτέρω, εξάλλου, χρονικό διάστημα λειτουργίας του καταστήματος ο εναγόμενος μισθωτής χρησιμοποίησε ανεμπόδιστα ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων για την εξυπηρέτηση των πελατών του το πίσω μέρος του μισθίου, περί του οποίου είχε περιληφθεί ειδικός όρος στο μισθωτήριο συμβόλαιο και καμμία υποχρέωση τους σχετικά με τη διάθεση χώρου στάθμευσης δεν παραβίασαν οι ενάγοντες εκμισθωτές.
Και ενώ οι ενάγοντες ήταν συνεπείς στις απορρέουσες από τη μισθωτική σύμβαση υποχρεώσεις τους, ο εναγόμενος μισθωτής δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2004 και Ιανουαρίου 2005 και επομένως η ασκηθείσα με την πρώτη από 17/1/2005 αγωγή καταγγελία της μίσθωσης, η οποία επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 18/1/2005 είναι νόμιμη και ισχυρή, με αποτέλεσμα να λυθεί η μίσθωση από τις 19/2/2005 (αρθρ. 597 ΑΚ).
Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι συμφώνησαν με τους ενάγοντες να συμψηφιστεί ολόκληρο το μίσθωμα του μηνός Δεκεμβρίου 2004 και μέρος του μισθώματος του μηνός Ιανουαρίου 2005 με τη δοθείσα στην αρχή εγγύηση των 7800 ευρώ, την οποία κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου θυμήθηκε ο πρώτος εναγόμενος ότι είχε καταβάλει, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον κανένα επιπλέον ποσό εγγύησης δεν αποδείχθηκε ότι έχει καταβληθεί και καμμία τέτοια συμφωνία δεν δικαιολογείται να έχει γίνει χωρίς μάλιστα να έχει αποτυπωθεί εγγράφως για την κατοχύρωση των εναγομένων.
Αλλά, ούτε και το μίσθωμα του μηνός Φεβρουαρίου 2005 κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος, μετά δε τη λήξη της μίσθωσης την 19/2/2005, ο τελευταίος παρακράτησε το μίσθιο και δεν το απέδωσε στους ενάγοντες με συνέπεια να οφείλει ως αποζημίωση χρήσης το συμφωνηθέν μίσθωμα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι καθόλο αυτό το διάστημα το μίσθιο δεν λειτούργησε και παρέμεινε κλειστό και ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του μισθωτή, γιατί η ευθύνη του είναι αντικειμενική.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με βάση τις ίδιες παραδοχές δέχθηκε τις αγωγές κατά τα άνω πληττόμενα με την έφεση κεφάλαια και απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί εξόφλησης των καθυστερουμένων μισθωμάτων, καθώς και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, για τη θεμελίωση της οποίας οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν )ότι πλην των άνω μισθωμάτων κατέβαλαν επιπλέον και 10.000 ευρώ και ότι οι ενάγοντες αρνήθηκαν να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες και να συμπράξουν για την έκδοση αδείας λειτουργίας του μισθίου ως κέντρου διασκέδασης και ακόμη ότι δεν παραχώρησαν το χώρο στάθμευσης που υποσχέθηκαν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση έφεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμα......".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της Πρωτόδικης απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διάλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα, οι δεύτερος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του(ΑΠ 1747/2006, 686/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 9-8-2004, 30-8-2004, 26-5-2004 και 22-6-2004 αποδείξεων καταβολής "ενοικίου" και έτσι κατέληξε στο επιζήμιο γι' αυτούς πόρισμα ότι τα αναφερόμενα στις εν λόγω αποδείξεις ποσά αποτελούν αντάλλαγμα για τη χρήση του μισθίου από το Μάϊο του έτους 2004 που τους παραδόθηκε αυτό μέχρι τη 1-12-2004 που καταρτίστηκε το σχετικό συμφωνητικό και όχι προκαταβληθέντα μισθώματα.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι και οι προαναφερθείσες αποδείξεις.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για το άνω ζήτημα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, μεταξύ των οποίων είναι και οι ανωτέρω αποδείξεις, χωρίς να εξαρθεί η σημασία των εν λόγω εγγράφων σε σχέση με το πόρισμα αυτό. Έτσι, το δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των παραπάνω αποδείξεων και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου των εγγράφων αυτών, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2007 αίτηση των ... κ.λ.π. για αναίρεση της 1001/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ