Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of legal basis for appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court failed to examine specific defense claims and provided insufficient reasoning for its evidentiary assessment. The court rejected these claims, ruling that the lower court had properly considered the documents and that the appeal arguments lacked legal merit or were inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 559 no. 8 para. b KPolD; Art. 559 no. 19 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court's representative lacked proper authorization, and appeal grounds regarding omitted matters or lack of legal basis are rejected if the lower court lawfully dismissed the claims or if the reasoning suffices for the legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 609 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 609/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Απέργη.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-1997 και 2-9-1999 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14002/1999, 26195/2000 προδικαστικές, κατόπιν δε συνεκδικάσεως των αγωγών η 20989/2004 οριστική, του ίδιου δικαστηρίου και 1116/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 2.392β΄/8-11-2005 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών..., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, προς την αναιρεσίβλητη.
Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, παρότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην ανωτέρω δικάσιμο εμφανίστηκε για να εκπροσωπήσει την αναιρεσίβλητη δικηγόρος, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι είχε αυτή χορηγήσει πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει, με συνέπεια να θεωρείται αυτή δικονομικώς απούσα.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β΄ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, όχι όμως όταν τον απέρριψε, έστω και σιωπηρά και υπό την προϋπόθεση ότι ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα που δε συμβαίνει όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΟλΑΠ 2/1989).
Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, παροϋποτίθεται κατ' ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δε υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν' απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.
Εάν συνεπώς το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφαση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, εκτός των άλλων, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγους της έφεσής της με τους οποίους παραπονέθηκε α) διότι απορρίφθηκε η ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσείουσας να ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι υπήρξε ιδιόγραφη διαθήκη του ....., που πέθανε την ...., και να αναγνωρισθεί το από τη διαθήκη αυτή κληρονομικό της δικαίωμα β) διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της προς καταβολή αποζημίωσης, για τη ζημία της αναιρεσίβλητης από την υπεξαίρεση από αυτήν μιας τραπεζικής επιταγής και γ) διότι απορρίφθηκε ισχυρισμός της για πλαστότητα της επιταγής που αυτή φέρεται ότι υπεξήρεσε.
Ως προς τις αιτιάσεις αυτές, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι α) η αξίωση προς απόδοση του κληρονομικού της δικαιώματος στα κληρονομιαία αντικείμενα, την οποία πρόκειται να προετοιμάσει η αναγνωριστική αγωγή της ύπαρξης διαθήκης και του βάσει αυτής κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή των αξιώσεων και όχι στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ πενταετή παραγραφή, η οποία αναφέρεται σε αξιώσεις που πηγάζουν από αδικοπραξία και όχι σε κληρονομικές αξιώσεις, έστω και αν αυτές βασίζονται σε διαθήκη που καταστράφηκε υπαιτίως και παρανόμως και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι υπέπεσε σε πενταετή παραγραφή η σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης, που με λόγο έφεσης επανέφερε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, ως μη νόμιμος, δεν ήταν ουσιώδης, δεν ασκούσε, δηλαδή επίδραση στην έκβαση της δίκης.
β) το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας των αγωγών της αναιρεσίβλητης και να τις κρίνει βάσιμες κατ' ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχτηκε και ότι οι αγωγές αυτές είναι ορισμένες και συνεπώς εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τους λόγους της έφεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για την μη απόρριψη ως αόριστων των αγωγών αυτών.
Άλλωστε ο ισχυρισμός ότι η αγωγή με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης από την υπεξαίρεση από την αναιρεσείουσα της αναφερόμενης σε αυτήν επιταγής, ήταν αόριστη, για το λόγο ότι δεν αναφερόταν σε αυτή η υποκείμενη αιτία έκδοσης της επιταγής, δεν ήταν ουσιώδης, αφού μόνη η απώλεια, λόγω της υπεξαίρεσης της επιταγής, της αξίωσης που πηγάζει από αυτήν συνιστά τη ζημία της αναιρεσίβλητης που θεμελιώνει την αξίωση αποζημίωσής της, η αναιρεσείουσα δε, ως εναγόμενη, είχε το βάρος να επικαλεσθεί την ύπαρξη ενστάσεων που μπορούσαν να προβληθούν από την υποκείμενη αιτία έκδοσης της επιταγής, λόγω των οποίων δεν προκάλεσε σε αυτήν ζημία η υπεξαίρεση της επιταγής.
Και γ) ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ήταν πλαστή η υπογραφή του εκδότη ....στην επιταγή που υπεξαιρέθηκε, ο οποίος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της αναιρεσείουσας, δεν είχε προβληθεί νομίμως, με τις διατυπώσεις που προβλέπει το άρθρο 463 του ΚΠολΔ, είχε την έννοια ισχυρισμού έλλειψης γνησιότητας της υπογραφής αυτής, εκ του πράγματος απορρίφθηκε από το Εφετείο, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν έγινε δεκτό ότι η εν λόγω επιταγή είχε εκδοθεί από τον ανωτέρω εκδότη, γεγονός που σημαίνει ότι η επιταγή έφερε τη γνήσια υπογραφή του.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει επίσης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άλλους λόγους της έφεσής της, τους οποίους όμως αυτή δεν τους προσδιορίζει στο αναιρετήριο.
Τέλος, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε λόγο έφεσης που αυτή δεν είχε προβάλει, αναφερόμενο στην απόρριψη ισχυρισμού παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης από την υπεξαίρεση επιταγής που δεν είχε παραδεκτώς προβληθεί πρωτοδίκως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να προβάλει την πλημμέλεια αυτή.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε μόνο η γενική αναφορά των κατ΄ είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (ΟλΑΠ 111/1981, 848/1981 και 8/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 (περ. γ΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγών της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει: 1) την έκθεση του δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Κωτσαρίδη, 2) το από ....ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, 3) τα 15583/1996 πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τις περιεχόμενες σε αυτά καταθέσεις μαρτύρων, 4) την ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης μαρτυρική κατάθεση της ...., 5) την ληξιαρχική πράξη θανάτου του ....
και 6) την γραφολογική έκθεση του γραφολόγου Βαλληνδρά. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνεται και η ανωτέρω έκθεση γραφολογικής εξέτασης, η οποία δεν αποτελεί έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν υπάρχουν πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, εάν το δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό ως αόριστο ή μη νόμιμο ή εάν υπάρχουν ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όμως μη παράθεση ή ελλιπής παράθεση των νομικών διατάξεων, η μη ανάπτυξη της έννοιας αυτών και η μη πρόσδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού στα πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε μόνο ότι τα περιστατικά αυτά, εκτιθέμενα πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, καθιστούν δυνατό τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους και την υπαγωγή τους στις προσήκουσες διατάξεις, ώστε να προκύπτει, ως έννομη συνέπεια, το διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν δεν υπάρχουν ελλείψεις στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αλλά ελλείψεις στην αιτιολόγηση της εξαγωγής του από τις αποδείξεις, όταν δηλαδή οι ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Επομένως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών α) σε σχέση με την μη παραδοχή των ισχυρισμών παραγραφής της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης και της αοριστίας των αγωγών της, ο πρώτος από τους οποίους απορρίφθηκε, όπως πρωτοδίκως, ως μη νόμιμος, χωρίς να εισέλθει το Εφετείο στη διερεύνηση της ουσιαστικής του βασιμότητας, η δε κρίση του δικαστηρίου για τον δεύτερο από αυτούς δεν ανάγεται επίσης στη διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, β) σε σχέση με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και γ) σε σχέση με τους "ακριβείς νομικούς χαρακτηρισμούς".
΄Αλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει κατά τρόπο παραδεκτό ισχυρισμό για πλαστότητα της υπογραφής του αποδέκτη της επιταγής που δέχτηκε το Εφετείο ότι αυτή υπεξέρεσε, αλλ' ούτε και ορισμένους συγκεκριμένους λόγους ακυρότητας της επιταγής αυτής και επομένως η αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας, στα ζητήματα "της πλαστότητας" και της εγκυρότητας ή ακυρότητας της εν λόγω επιταγής, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2005 αίτηση της .....για αναίρεση της 1116/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ