Legislator Case Law & Legislation
1829/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible evidence and improper default judgment handling.

Case Number 1829/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's default judgment. The appellant argued that the appellate court improperly ignored her submitted evidence and failed to declare the default judgment void. The court rejected these claims, ruling that the appellate court correctly applied the presumption of confession based on the appellant's absence and that the procedural steps were lawful.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 § 1, 554, 559 § 1, 11, 14, 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on grounds not properly substantiated or if the lower court lawfully applied the presumption of confession in a default judgment.

Keywords

AI generated
cassation appeal default judgment presumption of confession inadmissible evidence procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 553 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 271 § 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1829 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1829/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Χατζηδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Π. του Π., κατοίκου Θ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Χατζηπέτρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 3945/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18930/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα η από 20-02-2021 ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η 930/2022 απόφαση. Την αναίρεση αυτής καθώς και της 10/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-05-2022 αίτησή της

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το άρθρο 554 του ιδίου κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση, εφόσον υπάρχει κάποιος βάσιμος λόγος κατ' αυτής (Α.Π. 1558/2024, Α.Π. 861/2023, Α.Π. 44/2022). Αν αναιρεθεί η απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, η συμπροσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην, δεν είναι πλέον τελεσίδικη και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν οι λόγοι που στρέφονται κατ' αυτής, το παραδεκτό των οποίων προδήλως τελεί υπό την αίρεση της απόρριψης των λόγων αναιρέσεως που αφορούν την απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας απόφαση (Α.Π. 1420/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται α) κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία 10/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχτηκε την έφεση της ερημοδικασθείσας σε πρώτο βαθμό ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή και δέχτηκε αυτήν λόγω ερημοδικίας της εναγόμενης και εφεσίβλητης αναιρεσείουσας, και β) κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία 930/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 20-2-2021 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 495, 552, 553, 554, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς είναι παραδεκτή, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ.

Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 930/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 305/2021, Α.Π. 2050/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π. 993/2017).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015). Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρονται και να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκόμιση αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 123/2024, Α.Π. 901/2019, Α.Π. 675/2019), γ) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ.Α.Π. 1990/1982, Α.Π. 960/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 28-9-2016 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε α) ότι η ίδια και η εναγόμενη-αναιρεσείουσα ήταν αποκλειστικοί συνδικαιούχοι κοινού τραπεζικού λογαριασμού, το ποσό του οποίου, ύψους 70.403,84 ευρώ, ανήκε στην αποβιώσασα μητέρα τους, της οποίας οι διάδικοι είναι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι κατ' ίσα μέρη, και ότι η εναγόμενη ανέλαβε 60.000 ευρώ από τον λογαριασμό αυτό, και β) ότι οι διάδικοι και η γιαγιά τους ήταν μοναδικοί συνδικαιούχοι κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο ήταν κατατεθειμένο το ποσό των 30.117,86 ευρώ, που ανήκε στη γιαγιά τους, και ότι η εναγόμενη ανέλαβε 20.030 ευρώ από τον λογαριασμό αυτό, αργότερα δε η γιαγιά τους απεβίωσε αδιάθετη και κληρονομήθηκε ισομερώς από τις διαδίκους.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει 24.798,08 και 4.971,07 ευρώ, συνολικά 29.769,15 ευρώ, για το μέρος των καταθέσεων των ανωτέρω κοινών λογαριασμών αντίστοιχα, που της αναλογεί μετ' αφαίρεση των δικών της αναλήψεων, ύψους 10.403,84 ευρώ από τον πρώτο και 10.087,86 ευρώ από τον δεύτερο, και ανέλαβε η εναγόμενη. Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 18930/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επειδή η ενάγουσα δεν κατέβαλε το ανάλογο δικαστικό ένσημο.

Η ενάγουσα άσκησε έφεση, προσκομίζοντας κατά τη συζήτησή της το δικαστικό ένσημο, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 10/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ και δέχτηκε την αγωγή λόγω ερημοδικίας της εναγόμενης-εφεσίβλητης, η οποία παρέστη μη νομίμως στη δίκη με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη-αναιρεσείουσα άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη 930/2022 απόφαση του ίδιου ως άνω Μονομελούς Εφετείου ως μη νόμιμη, και με επάλληλη αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμη, με το ακόλουθο, κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο σκεπτικό: "...

Κατά της ερήμην αυτής απόφασης, η ηττηθείσα ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη - εναγομένη άσκησε την κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενη ως μοναδικό λόγο της ανακοπής της την ύπαρξη ανωτέρας βίας στο πρόσωπο της πληρεξούσιας δικηγόρου της, λόγω αιφνίδιας και απρόβλεπτης ασθένειας αυτής να προσέλθει στο δικαστήριο την ημέρα της ορισθείσης δικασίμου, και για το λόγο αυτό ζητεί να εξαφανισθεί η εκδοθείσα απόφαση, προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου η υπόθεση.

Ειδικότερα, η ασκούσα την κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας εφεσίβλητη - εναγομένη, ισχυρίζεται ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της Σωτηρία Χατζηδημητρίου του Δ.Σ. Βόλου, επιδιώκοντας τη συζήτηση της ως άνω έφεσης κατά τη δικάσιμο της 4-9-2020, προσήλθε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 31/8/2020, και κατέθεσε τις προτάσεις της με τα σχετικά έγγραφα, προσκομίζοντας παράλληλα, για καθαρά προληπτικούς λόγους, και δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, γνωρίζοντας όμως ότι, για το νομότυπο της παράστασής της, δεν αρκούσε η ανωτέρω δήλωση και ότι θα έπρεπε να παρασταθεί η ίδια κατά τη δικάσιμο 4-9-2020, ημέρα Παρασκευή και ώρα 10 π.μ., στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να εξετάσει προς απόδειξη των ισχυρισμών της τη μάρτυρα Ε.

Μ., αφού βεβαίως πρώτα ανακαλούσε τη δήλωσή της του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ότι, ενώ η μετάβαση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, μαζί με την ως άνω μάρτυρα, από το Βόλο, όπου ασκεί το δικηγορικό της επάγγελμα, στη Θεσσαλονίκη είχε προγραμματιστεί να γίνει τις πρώτες πρωινές ώρες της 4-9-2020, το απόγευμα της προηγουμένης ημέρας (3-9-2020) εμφάνισε έντονο βήχα και υψηλό πυρετό, απώλεια δυνάμεων και αδυναμία επικοινωνίας με το περιβάλλον, συμπτώματα που την οδήγησαν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γ.Ν.

Βόλου στις 20.30'. Ότι, μετά τη μοριακή εξέταση που υποβλήθηκε, διαγνώστηκε θετική στη λοίμωξη του COVID-19, της δόθηκαν οδηγίες να παραμείνει σε αυστηρή καραντίνα 14 ημερών και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ότι, τις πρωινές ώρες της επομένης ημέρας, όταν η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος συνήλθε εν μέρει από την κατάσταση που βρέθηκε, ειδοποίησε κάποιο συγγενικό της πρόσωπο (ανακόπτουσας) να την ενημερώσει για την κατάσταση της υγείας της, ώστε αυτή να αναθέσει σε άλλον δικηγόρο την εκπροσώπησή της, πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό, διότι η εφεσίβλητη δε γνώριζε κάποιον δικηγόρο Θεσσαλονίκης ή τον δικηγόρο της αντιδίκου της, με αποτέλεσμα, για λόγους ανυπέρβλητους, να δικαστεί ερήμην κατά την ορισθείσα δικάσιμο και λόγω της ερημοδικίας της να θεωρηθούν ομολογημένα τα επικαλούμενα στην αγωγή της αντιδίκου της περιστατικά.

Όμως, με αυτό το ιστορικό, η κρινομένη ανακοπή ερημοδικίας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς η επικαλούμενη αιφνίδια ασθένεια της πληρεξούσιας δικηγόρου της εφεσίβλητης δε συνιστά λόγο ανώτερης βίας, που να είναι ικανός να την αποτρέψει από το να ενημερώσει εγκαίρως, μέσω άλλου συναδέλφου της ή ακόμη και μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου της, το δικαστήριο για την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της και να αιτηθεί αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης.

Η επικαλούμενη αδυναμία επικοινωνίας της με το περιβάλλον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται, αλλά ούτε και από τα διδάγματα της κοινής πείρας συνάγεται, καθώς, όπως είναι γνωστό, η εξέλιξη της ασθένειας του COVID-19 δεν είναι τόσο ραγδαία, ώστε ένας δικηγόρος να μην είναι σε θέση να δρομολογήσει τηλεφωνικά ή μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων τις άκρως επείγουσες επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Πέραν όμως τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν καταγράφεται ότι η εν λόγω δικηγόρος διακομίστηκε στο νοσοκομείο με ΕΚΑΒ, ούτε ότι εισήχθη επειγόντως στη ΜΕΘ, ούτε ότι διασωληνώθηκε, ώστε να αποδειχθεί η αδυναμία της, αλλά αντίθετα μετά τη διάγνωση της νόσου, ευρισκόμενη σε καλή κατάσταση, της επετράπη η επιστροφή στην οικία της με χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, μέχρι την πλήρη ανάρρωσή της.

Αλλά, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι ισχύουν όσα αναφέρει η ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη στην ανακοπή της για το αιφνίδιο και απρόβλεπτο της ασθένειας της πληρεξουσίας δικηγόρου της, η αναφερόμενη στο εισαγωγικό δικόγραφο ενέργεια της τελευταίας το πρωί της ημέρας της δικασίμου, όταν είχε εν μέρει συνέλθει (όπως η ίδια αποδέχεται) από την κωματική κατάσταση στην οποία ισχυρίζεται ότι ευρέθη, να ειδοποιήσει μέσω κάποιου συγγενικού προσώπου (το οποίο δεν κατονομάζει), την εντολέα της, η οποία σημειωτέον διέμενε στην Αγγλία, ότι αδυνατούσε να παραστεί στο δικαστήριο, αποδεικνύει ότι έστω και τη στιγμή εκείνη ήταν σε θέση να προβεί στις δέουσες ενέργειες, για να αποτρέψει την ερημοδικία της τελευταίας, εάν αντί για την απρόσφορη τηλεφωνική κλήση προέβαινε σε απλή ενημέρωση κάποιου συνεργάτη της ή έστω και του πληρεξουσίου συνηγόρου της αντιδίκου της.

Άλλωστε, η πληρεξούσια δικηγόρος της ανακόπτουσας γνώριζε εξ αρχής ότι, για λόγους δικονομικούς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη δεύτερη νομική σκέψη, δεν μπορούσε να καταθέσει τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και ότι έπρεπε να μετακινηθεί από την πόλη του Βόλου στη Θεσσαλονίκη, και ως εκ τούτου όφειλε να έχει φροντίσει να βρίσκεται σε επικοινωνία με κάποιο συνάδελφό της, για την νομότυπη υποβολή αιτήματος αναβολής, εφόσον αδυνατούσε να παραστεί η ίδια.

Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη ανακοπή ερημοδικίας ως αβάσιμη ...".

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρός της Ε. Μ., που εξετάστηκε στο ακροατήριό του.

Εφόσον, όμως, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση, όπως απαιτείται για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Με σκέλος του ίδιου λόγου, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1β', αναφέροντας ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή δεν δέχτηκε ότι η ασθένειά της συνιστά ανώτερη βία.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι για την διαπίστωση πραγματικών γεγονότων, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ασθένεια της αναιρεσείουσας δεν είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία επικοινωνίας της με το περιβάλλον και συνεπώς αυτή είχε τη δυνατότητα να διευθετήσει τις επείγουσες επαγγελματικές της υποχρεώσεις, και όχι για την υπαγωγή αυτών στην έννοια ή για την ερμηνεία των διατάξεων, που εφάρμοσε, επομένως ο λόγος είναι απαράδεκτος.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι η ανωτέρω αιτίαση βάλλει κατά της αιτιολογίας της απόφασης, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ο λόγος είναι αλυσιτελής και συνεπώς απαράδεκτος, αφού απορρίφθηκε ο λόγος που στρέφεται κατά της επάλληλης αιτιολογίας, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η αιτιολογία δε αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 10/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν.ΓΠΟΗ'/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν.δ. 1544/1942, τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961 και ισχύει, εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό, και όχι για τυπικό λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (Α.Π. 140/2023, Α.Π. 951/2022). Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της εν λόγω παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους. Τότε η βασιμότητα της παραδεκτής έφεσης επιφέρει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 951/2022, Α.Π. 1461/2021).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 495 ΚΠολΔ, και του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως", προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού είναι κατ' αρχήν ο χρόνος της άσκησης της έφεσης.

Όμως, η εκ των υστέρων καταβολή του δικαστικού ενσήμου, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως όριζε η διάταξη του άρθρου 237 § 1 εδ. ε', όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου (21-1-2022), διάταξη η οποία ήταν εφαρμοστέα στη δευτεροβάθμια δίκη, παρόλο που δεν αναφερόταν κατά τον ανωτέρω χρόνο στην παράγραφο 1 του άρθρου 524 ΚΠολΔ, εφόσον η απαρίθμηση σε αυτήν των εφαρμοστέων διατάξεων δεν είναι αποκλειστική, εναρμονίζεται δε πλήρως η προαναφερθείσα διάταξη με τη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην περίπτωση κατά την οποία αυτό λειτουργεί ως πρωτοβάθμιο, ενώ ικανοποιείται και ο λόγος θέσπισης της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου, που είναι η είσπραξή του ως φορολογίας επί του αντικειμένου της δίκης.

Έτσι, η καταβολή του δικαστικού ενσήμου μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι τη συζήτηση δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της έφεσης (Α.Π. 1752/2023, αντίθ. 1436/2023, κατά την οποία απαιτείται η καταβολή του δικαστικού ενσήμου με την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της 18930/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω πλασματικής ερημοδικίας της συνεπεία μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, την από 5-6-2018 έφεσή της, με μοναδικό λόγο την άρση της παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους, χωρίς να καταβάλει αυτό με την κατάθεση του εφετήριου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τη σχετική 12823/2302/2018 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και κατέβαλε αυτό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προσκομίζοντας και επικαλούμενη το σχετικό παράβολο με τις προτάσεις της. Η έφεση της αναιρεσίβλητης παραδεκτά ασκήθηκε χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή του δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, το οποίο καταβλήθηκε αργότερα και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, επομένως το Εφετείο, το οποίο με την 10/2021 απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, ορθώς δεν κήρυξε αυτήν απαράδεκτη, και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, 2 § 1 του ν.δ. από 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 117 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε ανοικτό λογαριασμό επ` ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, η περιέχουσα τον όρο ότι τον λογαριασμό αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί εν όλω ή εν μέρει, ένας ή μερικοί ή και όλοι οι δικαιούχοι, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ή σε έναν, ή σε ορισμένους από αυτούς.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι δύο καταθετών σε κοινό λογαριασμό, ανεξαρτήτως σε ποιόν από τους δύο ανήκουν τα χρήματα, παράγεται μεταξύ των καταθετών έναντι της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη όλων ή μέρους των χρημάτων της κατάθεσης από έναν δικαιούχο να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αν αναληφθεί δε ολόκληρο το ποσό, να επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαίτησης κάθε καταθέτη έναντι της τράπεζας, ενώ ο καταθέτης που δεν έκανε την ανάληψη έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' εκείνου, που ανέλαβε όλα τα χρήματα, βάσει της τυχόν υφιστάμενης μεταξύ των δύο εσωτερικής σχέσης, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιας σχέσης, έχει δικαίωμα αναγωγής για το ήμισυ των χρημάτων.

Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί τον λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Ειδικότερα, η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρία ή σύμβαση δανείου ή εντολής, και χαριστική όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου.

Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το δικαίωμα αναγωγής μεταξύ τους (Α.Π. 1755/2022, Α.Π. 1128/2017).

Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 493 Α.Κ., που θεμελιώνει εκ του νόμου εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων.

Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (Α.Π. 492/2023, Α.Π. 1755/2022, Α.Π. 813/2022). Επομένως ο ένας από τους δύο συνδικαιούχους, που δεν ανέλαβε το ποσό της κατάθεσης, έχει κατ' αρχήν απαίτηση εκ του νόμου έναντι του αναλαβόντος για καταβολή σε αυτόν του ημίσεος, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος επίκλησης και απόδειξης έχει ο αναλαβών συνδικαιούχος, όταν προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (Α.Π. 813/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π. 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1005/2022, Α.Π. 916/2022, Α.Π. 473/2022).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1127/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο με την 10/2021 απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης με το περιεχόμενο, που προαναφέρθηκε, και ακολούθως δέχτηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας-εναγόμενης, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 εδ.

α' του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και 1 § 1 του ν. 5638/1932, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον η αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με αυτήν δικαίωμα και στηρίζουν το αίτημά της. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα αναφέρει α) σχετικά με τον πρώτο κοινό λογαριασμό, ότι η ίδια και η εναγόμενη ήταν αποκλειστικοί συνδικαιούχοι κοινού τραπεζικού λογαριασμού ύψους 70.403,84 ευρώ, ποσό που ανήκε στην αποβιώσασα μητέρα τους, της οποίας οι διάδικοι είναι αποκλειστικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι, έκαστη κατά το ήμισυ, και ότι η εναγόμενη ανέλαβε από τον λογαριασμό αυτό 60.000 ευρώ, δηλαδή ποσό μεγαλύτερο του ημίσεος, που της αναλογούσε από την εσωτερική σχέση των διαδίκων ως συγκληρονόμων, επομένως νομίμως ζητεί για μέρος της απαίτησής της αυτής 24.798,08 ευρώ, και β) σχετικά με τον δεύτερο κοινό λογαριασμό, ότι οι διάδικοι και η γιαγιά τους ήταν μοναδικοί συνδικαιούχοι κοινού τραπεζικού λογαριασμού ποσού 30.117,86 ευρώ, που ανήκε εξ ολοκλήρου στη γιαγιά τους, από τον οποίο η εναγόμενη ανέλαβε 20.030 ευρώ, ποσό που δεν της ανήκε βάσει της εσωτερικής σχέσης των συνδικαιούχων, επομένως μετά το θάνατο της γιαγιάς τους η ενάγουσα, κληρονόμος αυτής κατά το ήμισυ και ως προς την ανωτέρω απαίτησή της κατά της εναγόμενης, δικαιούται το ήμισυ του αναληφθέντος από αυτήν χρηματικού ποσού και νομίμως ζητεί για μέρος της απαίτησής της αυτής 4.971,07 ευρώ.

Δεν ήταν απαραίτητο δε για τη στοιχειοθέτηση των δικαιωμάτων, που ασκούνται με την αγωγή, να αναφέρεται σε αυτήν ο τραπεζικός λογαριασμός, στον οποίο μετέφερε η εναγόμενη τα χρήματα μετά την ανάληψή τους από τους αναφερόμενους στην αγωγή κοινούς λογαριασμούς, ούτε ότι η ενάγουσα κατέθεσε τα νομιμοποιητικά της στοιχεία ως κληρονόμου της γιαγιάς της στην τράπεζα, στην οποία τηρείτο ο κοινός με αυτήν λογαριασμός, προσδιορίζεται δε στην αγωγή ότι οι διάδικοι κατέστησαν συνδικαιούχοι του λογαριασμού της μητέρας τους μετά το θάνατο αυτής και ήταν συνδικαιούχοι στον κοινό λογαριασμό της γιαγιάς τους ήδη πριν από το θάνατό της, ενώ προκύπτει από τα αναφερόμενα σε αυτήν (αγωγή) ότι η ενάγουσα δεν αποποιήθηκε και συνεπώς αποδέχτηκε την κληρονομία της γιαγιάς των διαδίκων.

Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, και ειδικότερα ως προς το σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται νομική αοριστία της αγωγής (αναφέρεται στο αναιρετήριο εσφαλμένα ως λόγος από τον αρ. 8). Ο ίδιος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της απόφασης από τον αρ. 19, είναι απαράδεκτος, επειδή στην αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρεται ειδικότερα με ποιο τρόπο το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις.

Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται: α) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με σκέλος του πρώτου λόγου και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δικάζοντας αυτήν μη νομίμως ερήμην, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε ενώπιόν του, μεταξύ αυτών και την κατάθεση της μάρτυρός της Ε. Μ. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, νομίμως δίκασε την αγωγη ερήμην της αναιρεσείουσας εναγόμενης-εφεσίβλητης, αφού αυτή δεν παρέστη παραδεκτώς ενώπιόν του, καταθέτοντας δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ παρόλο που η συζήτηση ήταν υποχρεωτικά προφορική, και συνεπώς νομίμως δέχτηκε αυτήν (αγωγή) με βάση το τεκμήριο της ομολογίας της ιστορικής της βάσης, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ, και δεν έλαβε υπόψη τις προτάσεις, που είχε καταθέσει η αναιρεσείουσα, και τα επικαλούμενα με αυτές και προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Επίσης ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο μη νομίμως επέβαλε εις βάρος της αναιρεσείουσας τις συνέπειες της ερημοδικίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, συνάγοντας τεκμήριο ομολογίας από την ερημοδικία της αναιρεσείουσας, δεν κήρυξε ή παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αφού πρόκειται για συγγενείς εξ αίματος δεύτερου βαθμού (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2022 αίτηση αναιρέσεως της Α. Π. για αναίρεση των 10/2021 και 930/2022 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ