Legislator Case Law & Legislation
861/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance judgment for failure to properly expedite proceedings.

Case Number 861/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had previously declared the appeal inadmissible. The appellants argued that the lower court failed to properly expedite the proceedings by not summoning the respondents or issuing a summons for the appeal hearing. The court ruled that the lower court's reasoning was insufficient to justify the delay, thereby validating the appeal's grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 554, 559, 498 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a second-instance judgment is admissible if the lower court failed to properly expedite proceedings or provide adequate reasoning for procedural delays.

Keywords

AI generated
appeal admissibility expedited proceedings second instance judgment procedural delay summons validity

Cited Legislation

AI generated
Article 553, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 498 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 861 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 861/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 2) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αγγελόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. Κ., κατοίκου ... 2) Α. Κ., κατοίκου ... οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Αναστασόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2005/2017 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης, οι ως άνω αναιρεσείοντες άσκησαν την από 12/7/2017 ανακοπή ερημοδικίας, επί τη οποίας εκδόθηκε η 2407/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω Εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11/7/2018 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1021/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2022 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 905/2019, ΑΠ 243/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 625/2022). Στην προκείμενη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται α) κατά της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2005/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσειόντων, την από 6-4-202-4-2015 έφεση αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 310/2016 και β) κατά της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2407/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, την από 12/07/2017 ανακοπή ερημοδικίας των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 2005/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με βάση τα προεκτεθέντα μετά και από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1021/2021 μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λόγω μη επίδοσης της αίτησης αναίρεσης στις αναιρεσίβλητες , η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518 παρ. 1, 552, 553παρ. 1 , 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση των εκδοθεισομένων αποφάσεων και κατά την άσκησή της καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.) και νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 10.1.2022 κλήση των αναιρεσειόντων για τη σημερινή δικάσιμο, μετά την επίδοση της αίτησης αναίρεσης στις αναιρεσίβλητες σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες υπ'αρ.3091Α /15.2.219 και 3094Α/18.2.2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π.

Κ. και πρέπει να ερευνηθεί ως παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της . Κατά την παρ. 1 του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει.

Στο δικόγραφο σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 498 παρ. 1 και 2, κάθε διάδικος μπορεί μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, φέρνοντας αντίγραφο αυτού και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιοριστεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο. 2.

Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα(30) ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Κατά τα λοιπά για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226 Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του αμέσως παραπάνω άρθρου, η επίσπευση της συζήτησης του ενδίκου μέσου της έφεσης γίνεται με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί ή με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο (κλήση) επιδίδεται στον αντίδικο. Για την επίσπευση , ως εκ τούτου, της συζήτησης δεν αρκεί μόνον ο προσδιορισμός δικασίμου για το ένδικο μέσο, αλλά απαιτείται και η επίδοση κλήσης στον αντίδικο (ΑΠ 1395/2017 , ΑΠ 145/2009).

Σε περίπτωση ερημοδικίας διαδίκου και αδυναμίας διακρίβωσης του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, διότι λείπει η απαιτούμενη προδικασία, δηλαδή της κλήσης προς συζήτηση.

Με το τρίτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου), διατείνονται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε, με την προσβαλλομένη 2407/2018 απόφασή του, την ασκηθείσα από αυτούς ανακοπή ερημοδικίας κατά της εκδοθείσης ερήμην τους 2005/2017 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, δεχόμενο εσφαλμένως, ότι ορθώς απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή τους και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη 310/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , με την αιτιολογία ότι δεν απαιτείτο από τις παρασταθείσες αντίδικους τους η επίδοση σ' αυτούς κλήσης για την συζήτηση της υπόθεσης στη συγκεκριμένη δικάσιμο, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο γεγονός ότι ο προσδιορισμός της δικασίμου είχε γίνει με επιμέλεια δική τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων (562 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν ότι εσφαλμένα με την ανακοπτόμενη απόφαση του το δικαστήριο απέρριψε την έφεσή τους, αφού έλαβε ως δεδομένη την παρ' αυτών επίσπευση της έφεσής τους, χωρίς να αναφέρει από ποιο στοιχείο προέκυψε αυτή η βεβαιότητά του, ενώ παρέλειψε να ερευνήσει ποιό από τα διάδικα μέρη επέσπευσε τη συζήτηση της έφεσης, καθότι αυτοί δεν επέσπευσαν τη συζήτηση αλλά είχαν μόνο περιοριστεί στον προσδιορισμό της συζήτησης της έφεσής τους.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (2407/2018 του Εφετείου Αθηνών), προκύπτει ότι, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, έγιναν δεκτά τα εξής:" με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα με την ανακοπτόμενη απόφαση του το παρόν δικαστήριο απέρριψε την έφεσή τους, αφού έλαβε ως δεδομένη την παρ' αυτών επίσπευση της έφεσής τους, χωρίς να αναφέρει από ποιο στοιχείο προέκυψε αυτή η βεβαιότητα του, ενώ παρέλειψε να ερευνήσει ποιο από τα διάδικα μέρη επέσπευσε τη συζήτηση της έφεσης, καθότι αυτοί δεν επέσπευσαν τη συζήτηση, αλλά είχαν μόνο περιοριστεί στον προσδιορισμό της συζήτησης της έφεσής τους.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθότι, όπως οι ίδιοι οι ανακόπτοντες εκθέτουν, οι ίδιοι προέβησαν στον προσδιορισμό της συζήτησης της έφεσής τους, η οποία, κατά τους ορισμούς του άρθρου 498 παράγραφος 1 εδάφιο α κώδικα πολιτικής δικονομίας, γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου από οποιονδήποτε διάδικο ο οποίος μπορεί, φέρνοντας αντίγραφο του ένδικου μέσου και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιοριστεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικαστηρίου, που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο.

Ως εκ τούτου, εφόσον ήταν αυτοί που προσδιόρισαν τη συζήτηση της έφεσής τους αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της και συνεπώς ορθώς το δικαστήριο μετά την απόρριψη του αιτήματός τους περί αναβολής της υπόθεσης, την αποχώρηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και τη μη συμμετοχή τους στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης τους θεώρησε μη εμφανισθέντες και μη συμμετέχοντες κανονικά στη συζήτηση την οποία επέσπευσαν οι ίδιοι, τους δίκασε ερήμην και απέρριψε την έφεση τους και όσα αντίθετα ισχυρίζονται ότι τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα." Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ότι δηλαδή εγκύρως χώρησε η συζήτηση της έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ερήμην τους, με την αιτιολογία ότι δεν απαιτείτο επίδοση σ' αυτούς και κλήσης όπως παραστούν στη συζήτηση της έφεσής τους εφόσον ο προσδιορισμός της δικασίμου έγινε με επιμέλειά τους, έσφαλε που δεν κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση και δεν έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της ασκηθείσης στη συνέχεια από τους ίδιους ανακοπής ερημοδικίας.

Και αυτό διότι, σε περίπτωση ερημοδικίας, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, θα έπρεπε για να συζητηθεί η υπόθεση ερήμην των εκκαλούντων, είτε οι απολειπομένοι διάδικοι (εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες) να είχαν κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τις αντίδικες τους (εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες ) ή να είχαν κλητευθεί οι ίδιοι νόμιμα και εμπρόθεσμα από τις τελευταίες, άλλως, εφόσον δηλαδή δεν προέκυπτε έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης ούτε μπορούσε να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη και η υπόθεση να επαναφερθεί για συζήτηση με νέα κλήση.

Ο προσδιορισμός από τους εκκαλούντες μόνο της συζήτησης της έφεσής τους σε ορισμένη δικάσιμο δεν αποτελεί και επίσπευση της συζήτησης από αυτούς, δεδομένου ότι δεν επακολούθησε και επίδοση κλήσης προς συζήτηση της έφεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 498 ΚΠολΔ, η δε επίδοση κλήσης προς συζήτηση εσφαλμένως κρίνεται περιττή στην ένδικη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση (σχ.

ΑΠ 1395/2017, ΑΠ 361/2011, ΑΠ 658/1974, ΑΠ 549/2007).

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες κατά σειρά από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν ερεύνησε την επίσπευση του προσδιορισμού της έφεσης. Επίσης παρέλκει η έρευνα του πρώτου και δεύτερου εκ των αναιρετικών λόγων που αφορούν το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό 2005/2017, που δίκασε τη έφεση των αναιρεσειόντων παρά την απουσία τους και την απέρριψε, διότι η έρευνα τους εξαρτάται από την ευδοκίμηση ή όχι των λόγων ανακοπής που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, και επομένως παρέλκει και η έρευνα αυτών των λόγων (ΑΠ 289/2020).

Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 2407/2018 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό υποβληθέν με την αίτηση αναίρεσης, αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2407/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ