Supreme Court annuls appeal decision and orders substantive trial due to prior remand history.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision of 2019 regarding a divorce and inheritance dispute. The appellant argued for specific asset valuations, while the court identified procedural flaws in the lower court's handling of the case. The court ruled that because the case had previously been remanded after a first appeal, the Supreme Court must now conduct the substantive trial itself rather than remand it again.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; When a case remitted by the Supreme Court is appealed again, the Supreme Court must conduct the substantive trial itself instead of remanding it to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1823 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1823/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Κανελλόπουλου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Ν. του Ν., κατοίκου Κηφισιάς. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... ...ς και 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του Χ. Κ. του Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6243/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 7417/2013 μη οριστική και 6273/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1841/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6273/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5332/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 22.9.2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι με τον αποβιώσαντα στις 16.9.2009 Χ. Κ., πατέρα των εναγομένων, τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 9.12.1989 στο Καβούρι Αττικής, ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ. 726/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη την 28.1.2005.
Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο πατέρας των εναγομένων - σύζυγός της είχε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, με την έναντι καθενός αξία, που συνιστούν την αρχική περιουσία του πρώην συζύγου της, η συνολική αξία της οποίας, με αναγωγή στους αναφερόμενους κρίσιμους χρόνους, ανέρχεται στο ποσό των 4.740.000 ευρώ.
Ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, στην τελική περιουσία του πρώην συζύγου της περιλαμβάνονταν τα λεπτομερώς περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, με την έναντι καθενός αξία, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 6.974.500 ευρώ. Ότι μετ' αφαίρεση από την ως άνω τελική περιουσία της αρχικής περιουσίας του πρώην συζύγου της, ποσού 4.740.000 ευρώ, προκύπτει κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου αύξηση της περιουσίας του κατά το ποσό των (6.974.000-4.740.000) 2.234.000 ευρώ.
Ότι στην αύξηση αυτή της περιουσίας του πρώην συζύγου της συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 50%, με τα αναλυτικά εκτιθέμενα εισοδήματά της και με την παροχή οικιακής εργασίας και με την παροχή φροντίδων και περιποιήσεων στο πρόσωπο του πρώην συζύγου της, κατά το μέτρο, που αυτές υπερέβαιναν την υποχρέωση συνεισφοράς της.
Ότι το μέρος της περιουσιακής επαύξησης του συζύγου της, που προέρχεται από τη δική της συμβολή, κατά ποσοστό 50%, ανέρχεται στο ποσό του (2.234.000 Χ 50%) 1.117.250 ευρώ, επικουρικά δε, με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, η συμβολή της ανέρχεται στο 1/3, ήτοι στο ποσό των (2.234.000 Χ 1/3) 744.833 ευρώ. Ότι ο πρώην σύζυγος της Χ. Κ. απεβίωσε στην Αθήνα στις 16.9.2009 και κληρονομήθηκε κατά την πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τις δύο εναγόμενες θυγατέρες του και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από την καθεμία.
Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, να της καταβάλουν, καθεμία από αυτές, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, με βάση τον πραγματικό υπολογισμό, το συνολικό ποσό των 1.117.250 ευρώ, άλλως και επικουρικά, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό, το συνολικό ποσό των 744.833 ευρώ. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6243/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) στο σύνολό της ως αόριστη.
Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 8.3.2013 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 7.417/2013 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την από 22.9.2011 αγωγή της ενάγουσας, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλειά της (της ενάγουσας) το αναφερόμενο έγγραφο.
Ακολούθως, μετά την επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκδόθηκε η με αριθ. 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή της ενάγουσας ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι η αξία της τελικής περιουσίας του Χ. Κ. υπολειπόταν της αξίας της αρχικής περιουσίας του και συνεπώς δεν υπήρξε αύξηση της περιουσίας του.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ενάγουσα, με την από 16.1.2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1841/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθ. 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι το τελευταίο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούσαν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερώντας από την απόφασή του, τη νόμιμη βάση.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 15.5.2018 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την άνω από 22.9.2011 αγωγή της, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ` αριθ. 5332/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 6243/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό και πάλι ότι η αξία της τελικής περιουσίας του Χ.
Κ. υπολειπόταν της αξίας της αρχικής περιουσίας του και συνεπώς δεν υπήρξε αύξηση της περιουσίας του. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του 1529/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από την ανωτέρω διάταξη, είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, ήτοι, στην περίπτωση λύσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 3/2016). Εξάλλου, ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, με την έννοια ότι περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα (περιουσιακής φύσεως), όπως είναι και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις γεννημένες, εφόσον υπάρχει προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί στη θέση του υποκαθίσταται το προϊόν της εκποίησης (ΑΠ 1926/2013). Τόσο για την αρχική περιουσία, όσο και για την τελική περιουσία, λαμβάνεται υπόψη η "καθαρή" περιουσία, δηλαδή εκείνη που απομένει μετά την αφαίρεση του παθητικού από το ενεργητικό της (ΑΠ 1841/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα τέλεσε με το Χ. Κ. του Κωνσταντίνου νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο Καβούρι Αττικής, στις 9.12.1989, ο οποίος ήταν δεύτερος και για τους δύο.
Από το γάμο τους αυτό οι ως άνω σύζυγοι δεν απέκτησαν τέκνα, πλην, όμως, ο ανωτέρω Χ. Κ. είχε ήδη αποκτήσει από τον πρώτο γάμο του δύο τέκνα και συγκεκριμένα τις δύο εναγόμενες. Τελικώς, ο πιο πάνω γάμος της ενάγουσας με τον Χ. Κ. δεν εξελίχθηκε ομαλά και στις 13.6.2002 επήλθε διάσταση της έγγαμης συμβίωσης τους, για να λυθεί, στη συνέχεια, ο γάμος τους οριστικά με τη με αριθμ. 726/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, κατέστη αμετάκλητη στις 25.1.2005.
Κατά τη σύναψη του γάμου τους, ο μεν Χ. Κ. διατηρούσε στην ... τουριστικό γραφείο, το οποίο είχε ασκώντας την ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα του με δύο εταιρίες, με την επωνυμία "..." και "... αντιστοίχως, η δε ενάγουσα εργαζόταν στην εταιρεία ..., στην οποία συνέχισε να εργάζεται για μικρό χρονικό διάστημα και μετά την τέλεση του γάμου τους, αλλά με ημιαπασχόληση, απασχολούμενη τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας στις πιο πάνω δύο εταιρείες του συζύγου της, πλην όμως ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα έπαυσε να εργάζεται και σ' αυτές...
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα ο ήδη αποβιώσας σύζυγος αυτής Χ. Κ. είχε στην κυριότητά του τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία και αποτελούν την αρχική περιουσία αυτού, ήτοι: 1) μία πολυτελή μονοκατοικία στην ... (111/2 δωματίων) στην περιοχή ..., αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής, 1.890.000 €, για την αγορά της οποίας έλαβε 2 δάνεια στις 18.3.1974 από την ελβετική τραπεζική εταιρεία ...
συνολικού ποσού 1.500.000 ελβετικών φράγκων 2) μία πολυτελή μονοκατοικία στην ... (8 1/2 δωματίων) στην περιοχή ..., αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής, 2.100.000 €, για την αγορά της οποίας έλαβε δάνειο στις 4.11.1988 από την ελβετική τραπεζική εταιρεία ... ποσού 750.000 ελβετικών φράγκων, 3) το υπό στοιχ.
B-1 διαμέρισμα, επιφάνειας 80 τ.μ., μετά της υπό στοιχ. ΡΒ1 θέσης στάθμευσης, που βρίσκεται στην επί της διασταυρώσεως των οδών ..., στη Βουλιαγμένη Αττικής, πολυκατοικία, αξίας κατά τους ανωτέρω χρόνους, 117.000 €, 4) ένα διαμέρισμα στη Γλυφάδα, επιφάνειας 70 τ.μ., αξίας κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους 53.000 €, 5) μία οικία στη Θάσο, επιφάνειας 110 τ.μ., επί οικοπέδου εκτάσεως 1600 τ.μ., αξίας τους ίδιους ως άνω χρόνους 80.000 €, και 6) δύο εταιρείες με τις επωνυμίες ...
και ..., με αντικείμενο δραστηριότητας στο χώρο της τουριστικής πρακτόρευσης, συνολικής αξίας κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους 500.000 €. Επομένως, η αξία της ανωτέρω αρχικής περιουσίας του Χ. Κ., με αναγωγή στον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την ενάγουσα (25.1.2005), ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 4.740.000 € (1.890.000 + 2.100.000 + 1 17.000 + 53.000 + 80.000 + 500.000).
Στα ίδια ως άνω ποσά ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω, η αξία των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων του Χ. Κ. και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής. Η πιο πάνω επί μέρους αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, αλλά και η συνολική αξία της αρχικής περιουσίας του Χ. Κ. κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο συνομολογείται και από την ίδια την ενάγουσα με σχετική ρητή αναφορά αυτής στην αγωγή της, όπου αναγράφεται ότι "επομένως, η αξία της συνολικής αρχικής περιουσίας του πρώην συζύγου μου ανέρχεται στο ποσό των ... 4.740.000 ευρώ), αλλά και από τις εναγόμενες, αφού αυτές δεν αμφισβητούν ειδικά το παραπάνω γεγονός, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να συνάγει για το γεγονός αυτό ομολογία των εναγομένων, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔικ.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, ο ως άνω Χ. Κ. απέκτησε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία υπήρχαν και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ήτοι: α) ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, επιφάνειας 203 τ.μ., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ..., στην Κηφισιά, το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέτας Ψύχα Γυφτοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ίδιου διαμερίσματος απέκτησε με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο η ενάγουσα. Για την αγορά του πιο διαμερίσματος καταβλήθηκε ως συνολικό τίμημα το ποσό των 600.000 € και, ως εκ τούτου, το μερίδιο του Χ.
Κ. ανήλθε στο ποσό των 300.000 €, στο οποίο και ανέρχεται η αξία αυτού και κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, β) Ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί δύο οικοπέδων στο ... και συγκεκριμένα: i) Με το με αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Ξυλοκάστρου Αδαμαντίας Γεωργοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από ένα ενιαίο οικόπεδο επιφάνειας 2.810.50 τ.μ.
εντός των ορίων ..., απέκτησε από κοινού με την ενάγουσα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, την υπό στοιχεία (Α) κάθετη ιδιοκτησία, επιφάνειας 1.624,20 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 577,90/1000, και την υπό στοιχεία (Δ) κάθετη ιδιοκτησία, επιφάνειας 213,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 75,97/1000, αντί συνολικού τιμήματος 5.000.000 δραχμών, ενώ η αξία του πιο πάνω περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 50.000 € και, συνακόλουθα, η αξία του μεριδίου του Χ.
Κ. ανερχόταν στο ποσό των 25.000 € και ii) με το με αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Σικυώνος Σοφίας Φραγκοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε από κοινού με την ενάγουσα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ένα οικόπεδο εκτάσεως 893,40 τ.μ. εντός των ορίων ..., αντί τιμήματος 1.000.000 δραχμών, η αξία του οποίου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 15.000 € και, συνακόλουθα, η αξία του μεριδίου του Χ.
Κ. ανερχόταν στο ποσό των 7.500 €. Επομένως, η συνολική αξία του μεριδίου του Χ. Κ. και επί των δύο ως άνω ακινήτων ανερχόταν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο στο συνολικό ποσό των 32.500 € (25.000 + 7.500), γ) Το υπό στοιχ. Α-3 διαμέρισμα του πρώτου (Α') πάνω από το ισόγειο ορόφου τριώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιφέρειας του Δήμου Βουλιαγμένης, στο 70 Ο.Τ.
και επί της διασταυρώσεως της ... με την ..., το οποίο αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χώρο υποδοχής, κουζίνα, λουτρό και διάδρομο και έχει επιφάνεια 75,00 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 65/1000 εξ αδιαιρέτου, δ) Το υπό στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής, το οποίο αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, χώρο υποδοχής, κουζίνα, λουτρό και διαδρόμους και έχει επιφάνεια 79,00τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 69/1000 εξ αδιαιρέτου.
Αμφότερες οι ανωτέρω δύο, υπό στοιχ. γ και δ, οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στον Χ. Κ. δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου Ευγενίας Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί συνολικού πραγματικού τιμήματος 68.000.000 δραχμών, ενώ η αγοραία αξία των εν λόγω διαμερισμάτων κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανέρχεται στο ποσό των 800.000 €, δεδομένου ότι αυτά έχουν διαμορφωθεί πλέον σε ένα ενιαίο διαμέρισμα, που βρίσκεται σε εξαιρετική θέση και συγκεκριμένα επί της ...
με ακώλυτη θέα προς τη θάλασσα. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, προκειμένου να προβεί στην αγορά των αμέσως παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ο Χ. Κ. πώλησε κατά τον ίδιο χρόνο δύο άλλα διαμερίσματά του στη Βουλιαγμένη (επί της οδού ...) και στη Γλυφάδα (επί της οδού ...), που περιλαμβάνονταν στην αρχική περιουσία, και συγκεκριμένα το πρώτο δυνάμει του με αριθμ. ...
συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Πελοπίδα Δρόσου και το δεύτερο δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Ευγενίας Παπακωνσταντίνου ..., ε) Δύο διαμερίσματα στη Ζυρίχη ...ς, επιφάνειας 104 τ.μ. το καθένα, τα οποία απέκτησε κατά τα έτη 1990 και 1992 αντί του ποσού των 360.000 και 545.000 ελβετικών φράγκων αντίστοιχα, των οποίων η αξία κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 400.000 € για το καθένα από αυτά, συνολικά, δηλαδή, η αξία των πιο πάνω δύο διαμερισμάτων κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 800.000 e. Σημειώνεται, ότι το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος για την αγορά των ανωτέρω δύο διαμερισμάτων στη Ζυρίχη προήλθε από δάνειο, το οποίο ο Χ.
Κ. έλαβε από την ελβετική τράπεζα ..., η οποία προς ασφάλεια της αξίωσης της ενέγραψε αντίστοιχη υποθήκη επί των αγορασθέντων ακινήτων ... Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η συνολική αξία των αμέσως παραπάνω περιουσιακών στοιχείων του Χ. Κ. ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την ενάγουσα στο ποσό των 1.932.500 (300.000 + 32.500 + 800.000 + 800.000) €, στα ίδια δε ποσά ανερχόταν η αξία αυτών και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου σωζόταν και το τίμημα των 1.220.000 ελβετικών φράγκων, το οποίο εισέπραξε ο τελευταίος από τη μεταβίβαση κατά το έτος 2001 των δύο εταιριών ... και ..., που κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιλαμβάνονταν στην αρχική περιουσία αυτού. Επομένως, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (25.1.2005), με βάση την ισχύουσα ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ (1 ευρώ = 1,5460), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, το ως άνω ποσό των 1.220.000 ελβετικών φράγκων αντιστοιχούσε στο ποσό των 789.133,24 (1.220.000 : 1,5460) €.
Πέραν των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, ο Χ. Κ. απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα και τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία, όμως, αυτός μεταβίβασε πριν από την αμετάκλητη λύση του γάμου και συγκεκριμένα: 1) Με το με αριθ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Σοφίας Κωνσταντίνου - Ζωγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναντι τιμήματος 21.800.000 δραχμών (ή 164.000 €) το υπό στοιχ. (Δ-Ι) διαμέρισμα, επιφάνειας 114,50 τ.μ., του τετάρτου (Δ') ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου επιφάνειας 1.040,90 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ..., στο Χαλάνδρι Αττικής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ως άνω οικοπέδου 141/1000 και με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπ' αρ. 2 θέσης στάθμευσης της πυλωτής επιφάνειας 12,60 τ.μ., καθώς και την υπό στοιχεία ΥΑ8 αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 13,90 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 4/1000. Όμως, δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου της συμ/φου Περιστεριου Αντωνίας Καλκάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Χ. Κ. πώλησε το πιο πάνω διαμέρισμα και την αποθήκη έναντι πραγματικού τιμήματος 35.000.000 δραχμών (ή 102.714,60 €). 2) Με το με αριθ. 27495/1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αικατερίνης Κοροβού αγόρασε αντί του ποσού των 14.000.000 δραχμών (ή 41.000 €) ένα οικόπεδο επιφάνειας 1.122,25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Ερέτριας, μετά της επ' αυτού οικοδομής επιφάνειας περίπου 140 τ.μ., αποτελούμενης από υπόγειο και ισόγειο, η οποία ανεγέρθηκε δυνάμει της με αριθ. ...
οικοδομής άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας Χαλκίδας. Ωστόσο, και το ακίνητο αυτό ο Χ. Κ. πώλησε με το με αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Μαρκογιαννάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 30.000.000 δραχμών (ή 88.041,085 €). Έτσι, από την πώληση των πιο πάνω δύο περιουσιακών στοιχείων ο Χ. Κ. εισέπραξε το ποσό των 190.755,68 (102.714,60 + 88.041,085) €.
Το εν λόγω, όμως, χρηματικό ποσό δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι σωζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου της ενάγουσας με το Χ. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε αυτή (η ενάγουσα) με την ένδικη αγωγή της, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την πώλησή τους (1994) μέχρι τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο (2005), αλλά και του γεγονότος ότι αμέσως μετά την πώληση των πιο πάνω ακινήτων ο αποβιώσας Χ.
Κ. προέβη στην αγορά σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, γεγονός που ενισχύει τον ισχυρισμό των εναγομένων, ότι το εν λόγω ποσό διατέθηκε για τις επακολουθήσασες αγοραπωλησίες. Άλλωστε, και η ίδια η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή της αναφέρει, ότι ο Χ. Κ. αναγκάστηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους να πωλήσει μέρος της ακίνητης περιουσίας του, προκειμένου να καλύψει, μεταξύ άλλων, και μέρος του τιμήματος αγοραπωλησίας της προαναφερόμενης κοινής κατοικίας τους στην Κηφισιά Αττικής.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις δύο πολυτελείς μονοκατοικίες στην ..., οι οποίες περιλαμβάνονταν και αυτές στην αρχική περιουσία του Χ. Κ., αποδείχθηκε, ότι ο τελευταίος πώλησε αυτές, προ της αμετάκλητης λύσης του γάμου, και συγκεκριμένα την μεν πρώτη, ήτοι αυτή των 11 1/2 δωματίων που βρίσκεται στην περιοχή ..., την πώλησε στις 19.7.2002, αντί του ποσού των 2.700.000 ελβετικών φράγκων και τη δεύτερη, ήτοι αυτή των 8 1/2 δωματίων, που βρίσκεται στην περιοχή ..., την πώλησε στις 7.1.2004, αντί του ποσού των 1.600.000 ελβετικών φράγκων.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε, ότι ολόκληρο το ως άνω τίμημα της αγοραπωλησίας των πιο πάνω δύο μονοκατοικιών σωζόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος του τιμήματος καταβλήθηκε άμεσα, κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων, προς εξόφληση χρεών αυτού προς τρίτους.
Συγκεκριμένα, από το συνολικό τίμημα των 2.700.000 ελβετικών φράγκων, που συμφωνήθηκε για το τίμημα της πώλησης της μονοκατοικίας στην περιοχή ..., ποσό 1.200.000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την εξόφληση αξιώσεων τρίτων, που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ ποσό 320.000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την αποπληρωμή φόρων, που βάρυναν τον πωλητή, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ποσό 1.180.000 ελβετικών φράγκων [(2.700.000 - (1.200.000 + 320.000)].
Ειδικότερα, ποσό 150.000 ελ.φρ. καταβλήθηκαν από τον αγοραστή στον πωλητή ιδιωτικά με χωριστή απόδειξη, καθώς και το ποσό των 1.030.000 ελ.φρ. κατά τη μεταβίβαση της κυριότητας απευθείας σε λογαριασμό του πωλητή με αριθ. 1145-009.026 στην ... στη Ζυρίχη. Εξάλλου, από το συνολικό τίμημα των 1.600.000 ελβετικών φράγκων, που συμφωνήθηκε για το τίμημα της πώλησης της έτερης μονοκατοικίας στην περιοχή ...
στην ..., ποσό 750.000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την εξόφληση αξιώσεων τρίτων, που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ ποσό 193.240 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την αποπληρωμή φόρων, που βάρυναν τον πωλητή, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ύψους 656.760 ελβετικών φράγκων [1.600.000 - (750.000 + 193.240)].
Ειδικότερα, 50.000 ελ.φρ. καταβλήθηκαν από τον αγοραστή στον πωλητή ιδιωτικά + 606.760 ελ.φρ. καταβλήθηκαν στον πωλητή στον πωλητή με τραπεζικό έμβασμα με αξία (valeur) της ημέρας μεταβίβασης της κυριότητας... Επομένως, στο Χ. Κ. και από τις δύο ως άνω αγοραπωλησίες περιήλθε το συνολικό ποσό των 1.836.760 ελβετικών φράγκων (1.180.000 + 656.760), το οποίο σωζόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (25.1.2005) και το οποίο κατά το χρόνο αυτό, με βάση την ισχύουσα τότε ισοτιμία [1 ευρώ = 1,5460], αντιστοιχούσε σε 1.188.073 €.
Ενόψει αυτού, η τελική περιουσία του Χ. Κ., κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ανερχόταν, όπως και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο συνολικό ποσό των 3.909.706,20 € (300.000 + 32.500 + 800.000 + 800.000 + 789.133,24 + 1.188.073). Eπομένως, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, η ως άνω τελική περιουσία του Χ.
Κ. ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 3.909.706,20 €, και συνεπώς ήταν μικρότερη της αρχικής περιουσίας αυτού, η οποία, αναγόμενης της αξίας αυτής στον ίδιο ως άνω κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 4.740.000 €, το οποίο ισχυρίσθηκε η ενάγουσα με την αγωγή της και συνομολογήθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε και από τις εναγόμενες.
Στην περίπτωση δε, που γίνει δεκτό (αν και όπως ήδη προαναφέρθηκε κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε) ότι σωζόταν και το τίμημα των 190.755,68 e, που περιήλθε στο Χ. Κ. από τις δύο ως άνω αναφερόμενες αγοραπωλησίες του έτους 1994 (ακίνητα στο Χαλάνδρι και στην Εύβοια), και πάλι η τελική περιουσία αυτού ήταν μικρότερη της αρχικής, αφού από την αρχική περιουσία των 4.740.000 €, η τελική περιουσία, συμπεριλαμβανομένου και του ως άνω συνολικού τιμήματος των 190.755,68 €,, ανερχόταν τελικά στο ποσό των 4.100.461,80 (3.909.706,20 + 190.755,68) €, ήτοι υπολειπόταν της αρχικής.
Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας με το Χ. Κ. δεν επήλθε αύξηση της περιουσίας του τελευταίου, με αποτέλεσμα, εφόσον ελλείπει η βασική αυτή προϋπόθεση, να μην υφίσταται σχετική αξίωση της ενάγουσας κατ' αυτού κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ... ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, διαπιστώνοντας ότι η τελική περιουσία του Χ.
Κ. ήταν μικρότερη της αρχικής περιουσίας και ότι συνεπώς δεν επήλθε αύξηση της περιουσίας αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, απέρριψε την ένδικη αγωγή της τελευταίας ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Τούτο διότι, ενώ για την εξεύρεση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου από την τέλεση του γάμου μέχρι τη λύση αυτού, υπολογίζει την αρχική περιουσία και ως στοιχεία αυτής περιλαμβάνει τις δύο μονοκατοικίες στην ..., δέχεται δε ότι αυτές πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας και του Χ.
Κ. και για το λόγο αυτό για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας υπολογίζει το τίμημα που έλαβε ο υπόχρεος σύζυγος από την πώλησή τους, όχι, όμως, στο σύνολό του, αλλά εκείνο που προκύπτει μετά την αφαίρεση από αυτό, του ποσού εκείνου στο οποίο ανερχόταν οι οφειλές του προς τους τρίτους που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στα ακίνητα αυτά, και μολονότι αναφέρει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η περιουσία που είχε με το σύζυγό της ήταν σχεδόν στο σύνολό της χρεωμένη, για να στηρίξει την κρίση της περί της ύπαρξης αξιώσεων τρίτων που είχαν εγγράψει στα δύο αυτά ακίνητα εμπράγματα δικαιώματα και πληρωμής των ποσών που εκθέτει για την εξόφληση των οφειλών του, δεν διευκρινίζει εάν οι εγγραφές αυτών των βαρών υπήρχαν και κατά την τέλεση του γάμου του υπόχρεου συζύγου με την ενάγουσα και το ποσό της απαίτησης των τρίτων για την εξασφάλιση της οποίας είχε γίνει η εγγραφή, ώστε να εκτιμήσει εάν η ύπαρξη αυτών των βαρών έχει επίδραση στην αξία των ακινήτων αυτών και εντεύθεν στην αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, δεδομένου ότι ανάλογα με την κρίση επί του ζητήματος αυτού, αυξάνεται η μειώνεται η διαφορά αρχικής και τελικής περιουσίας και συνεπώς το μέγεθος της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εντεύθεν δε προσδιορίζεται η ύπαρξη ή μη δικαιώματος από τα αποκτήματα και το αντικείμενο των αποκτημάτων του δικαιούχου συζύγου.
Σημειωτέον ότι η αρχικά εκδοθείσα υπ' αριθ. 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε αναιρεθεί για τις ίδιες ακριβώς πλημμέλειες, παρά ταύτα όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια ακριβώς που είχε δεχθεί και η αναιρεθείσα απόφαση, χωρίς να προβεί σε καμία διευκρίνιση για το αν οι εγγραφές των βαρών που δέχθηκε ότι υπήρχαν κατά την πώληση των άνω μονοκατοικιών υπήρχαν και κατά την τέλεση του γάμου του υπόχρεου συζύγου με την ενάγουσα και, στην περίπτωση αυτή, το ποσό της απαίτησης των τρίτων για την εξασφάλιση της οποίας είχε γίνει η εγγραφή, ώστε να εκτιμήσει εάν η ύπαρξη αυτών των βαρών έχει επίδραση στην αξία των ακινήτων αυτών και εντεύθεν στην αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου.
Η μόνη επί πλέον, σε σχέση με τα διαληφθέντα στην αναιρεθείσα υπ' αριθ. 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σχετική αναφορά της προσβαλλόμενης, αφορά στην παραδοχή ότι ο Χ. Κ. για την αγορά της πρώτης μονοκατοικίας έλαβε 2 δάνεια στις 18.3.1974 από την ελβετική τραπεζική εταιρεία ..., συνολικού ποσού 1.500.000 ελβετικών φράγκων, και για την αγορά της δεύτερης μονοκατοικίας έλαβε δάνειο στις 4.11.1988 από την ελβετική τραπεζική εταιρεία ...
ποσού 750.000 ελβετικών φράγκων, χωρίς, όμως, στη συνέχεια να αναφέρει, όπως έπρεπε, αν για την εξασφάλιση των δανείων αυτών ενεγράφησαν από τρίτους βάρη επί των εν λόγω ακινήτων και για ποια ποσά ή αν είχαν εξοφληθεί αυτά εν μέρει ή εν όλω κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου του Χ. Κ. με την ενάγουσα. Πέραν δε αυτών, ενώ δέχεται ότι στην αρχική περιουσία του Χ.
Κ. περιλαμβάνονταν και μία οικία στη Θάσο, επιφάνειας 110 τ.μ., επί οικοπέδου εκτάσεως 1.600 τ.μ., αξίας κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους 80.000 ευρώ, δεν αναφέρει καθόλου αν η οικία αυτή συμπεριλαμβάνονταν και στη τελική περιουσία του και, σε καταφατική περίπτωση, ποια ήταν η αξία της. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα. 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, έστω και αν οι διάδικοι, εν όψει της συζητήσεως της αναιρέσεως και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υποθέσεως, εφόσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β` ΚΠολΔ και, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως συμφώνως προς τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 293/2021, ΑΠ 738/2019, ΑΠ 1123/2017).
Συνεπώς, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την 1841/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 6273/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει να κρατηθεί, συμφώνως προς τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα νομική πρόταση, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα κατόπιν κλήσεως του επιμελεστέρου των διαδίκων και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5332/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ