Supreme Court allows appeal against second referral, ordering substantive trial instead of further remand.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Athens Court of Appeal's decision to remand the case, ruling that a second remand is legally prohibited. The State argued for dismissal, but the Court found the lower court failed to conduct a substantive trial after the first remand. Consequently, the Court ordered the case to be tried on the merits in the current session rather than sending it back again.
Legislator headnote
AI generatedArticles 46 of the Civil Procedure Code; Article 580, paragraph 3, section 4: When an appeal is lodged against a decision remanding a case after a first remand, the Supreme Court must try the case on the merits and cannot remand it a second time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 738/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας παραχώρησης με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στο Δήμο Παπάγου - Χολαργού Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους του: 1) Αντώνιο Αντωνίου και 2) Θεοδώρα Καραχάλιου, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν συναίνεσαν.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2129/2014 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 61/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2129/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2901/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 46 ΕισΝΚΠολΔ "οι διατάξεις συμβάσεων για διαιτησία διαφορών ιδιωτικού δικαίου που είναι κυρωμένες με νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν, όπως και οι διατάξεις των νόμων που τις τροποποιούν ή τις συμπληρώνουν. Στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού εφαρμόζονται τα άρθρα 868 επ. ΚΠολΔ, εφόσον δεν είναι αντίθετα προς τις διατάξεις της συμβάσεως ή των νόμων που την τροποποιούν ή την συμπληρώνουν".
Συνεπώς, η χωρίς αυξημένη τυπική ισχύ (ΑΠ 1684/1986) διάταξη του άρθρου 900 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι άκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως αγωγής για την ακύρωση διαιτητικής αποφάσεως πριν από την έκδοσή της και η οποία, σύμφωνα με την αμέσως ως άνω διάταξη, αφ' ενός μεν εφαρμόζεται στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ' ετέρου δε δύναται να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί με διάταξη συμβάσεως που κυρώθηκε με νεώτερο νόμο και να αποκλεισθεί έτσι το δικαίωμα ασκήσεως από τα συμβληθέντα μέρη της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 897 ΚΠολΔ κατά διαιτητικής αποφάσεως, αρκεί τούτο να προκύπτει ρητώς ή έστω σιωπηρώς, πλην όμως σαφώς, κατά τα προδιαληφθέντα (ΑΠ 1185/2017).
Επίσης, με το Ν. 3535/2007 οι Κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, ως μέρος της κυρωθείσας με νόμο διαιτητικής συμφωνίας, απέκτησαν ομοίως ισχύ τυπικού νόμου. Μεταξύ των Κανόνων τούτων περιλαμβάνεται και η ρύθμιση του άρθρου 39 , σύμφωνα με την οποία ο διάδικος που δεν υποβάλλει ένσταση ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου παραπονούμενος για παραβίαση διαδικαστικού κανόνα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν στη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, "θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα να εγείρει τη σχετική ένσταση".
Με αυτήν, η οποία προβλέπει πλασματική παραίτηση, εισάγεται δικονομική έκπτωση η οποία καθιστά την επιγενόμενη αγωγή ακυρώσεως απαράδεκτη, στην έκταση που θεμελιώνεται σε διαδικαστική πλημμέλεια αναγόμενη στη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου. Πλην, η δικονομική αυτή έκπτωση δεν αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της αγωγής ακυρώσεως, εντεύθεν δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται η νομότυπη υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού, εκ μέρους του επικαλουμένου αυτήν.
Εξ άλλου, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως, όπως και της αντενστάσεως, που προβάλλεται προς κατάλυση της ενστάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννέσεως ή ασκήσεως ή καταλύσεως του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε, πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής ή της ενστάσεως για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ ΑΠ 472/1983).
Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενιστάμενου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 355 / 2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης (Ολ ΑΠ 12/2000). Είναι δε ουσιαστικού δικαίου οι διατάξεις των άρθρων 897 και 900 ΚΠολΔ, εφ' όσον ο εσφαλμένος αποκλεισμός της εφαρμογής τους, συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας ιδιωτικού δικαιώματος για την ακύρωση διαιτητικής αποφάσεως( ΑΠ 1185/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, κυρίως με αναφορά στον αριθ. 14, επικουρικώς δε στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, καίτοι σε αυτήν δεν μνημονευόταν η υποβολή ενστάσεως για παραβίαση των άρθρων 49 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ και 2, 6 παρ. 3α του Ν. 3086/2002 ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 33 (ICC Rules 1998) και νυν 39 (ICC Rules 2012) - θεσπίζοντος δικονομικό απαράδεκτο είτε αποσβεστική προθεσμία - σε κάθε δε περίπτωση, δεν απέρριψε για τον ίδιο λόγο ως απαράδεκτη την αγωγή του, καίτοι ο ισχυρισμός περί μη προβολής τέτοιας ενστάσεως προτάθηκε από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της.
Από την επισκόπηση του δικογράφου των από 28-2-2017, κατατεθειμένων ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ο ανωτέρω ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής - το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρο 33 των Κανόνων ΔΕΕ και στην βάσει αυτού συνεπαγόμενη παραίτηση λόγω της παραλείψεως προβολής κατά τη διαιτητική δίκη του εκ του άρθρου 49 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ διαδικαστικού ελαττώματος περί ορισμού Διαιτητού του Δημοσίου - δεν προτάθηκε από αυτήν, ενώ δεν εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις τής παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, όσα προβλήθηκαν στην ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας δίκη εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατέτειναν στην θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από το Δημόσιο προς ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως. Το διαδικαστικό πραγματικό της μη υποβολής ενστάσεως απαραδέκτου ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου ως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος, δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικάσαντος Εφετείου να προβεί σε αυτεπάγγελτη κρίση επί του παραδεκτού της αγωγής ακυρώσεως, ως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 49 § 1 ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι: "Το δημόσιο μπορεί να συνομολογήσει συμφωνία, διαιτησίας μόνο εγγράφως ύστερα από γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου και απόφαση του υπουργού των οικονομικών και του αρμοδίου υπουργού. Με τον ίδιο τρόπο το δημόσιο ορίζει τους διαιτητές του". Η διάταξη αυτή έχει χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου και θεσπίζει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έγκυρη σύναψη διαιτητικής συμφωνίας από το Δημόσιο. Εξ άλλου, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν.δ. 736/1970 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών της περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νομοθεσίας": "Επί διαιτησιών του Δημοσίου συνομολογουμένων εις συμβάσεις μετ' αλλοδαπών φυσικών ή νομικών προσώπων δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 49 του εισαγωγικού Νόμου Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας''. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά τη δημοσίευση, τόσο του ν .δ. 958 1971, το οποίο τροποποίησε τον ΚΠολΔ και τον εισαγωγικό του Νόμο, όσο και του Β.Δ. 657/1971, που κωδικοποίησε τις διατάξεις των δύο αυτών νομοθετημάτων (ΚΠολΔ και του Εισαγωγικού Νόμου).
Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν.δ. 736/1970 είναι μεταγενέστερη και επικρατέστερη από εκείνη του άρθρου 49 § 1 ΕισΝΚΠολΔ. Κατά την αληθή έννοια της πρώτης από τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρο 8 § 1 του ν.δ. 736/1970), η δεύτερη απ` αυτές (άρθ. 49 § 1 ΕισΝΚΠολΔ) δεν εφαρμόζεται, όχι μόνο όταν το Ελληνικό Δημόσιο συμβάλλεται απευθείας με αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά και όταν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του απορρέουν από διεθνή συναλλαγή.
Η μη εφαρμογή της ειδικής διατάξεως του άρθρου 49 § 1 ΕισΝΚΠολΔ στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, υπαγορευόμενη από τις αρχές της απλότητας και της ταχύτητας που πρέπει να διέπουν την κατάρτιση και εκτέλεση των εμπορικών συμβάσεων, και δη όσων εντάσσονται στις διεθνείς συναλλαγές, καταλαμβάνει, χωρίς καμιά απολύτως διάστιξη, το σύνολο των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έγκυρη σύναψη διαιτητικής συμφωνίας από το Δημόσιο.(ΟλΑΠ 8/1996).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 8 § 2 του ν.δ. 736/1970 " 2. Επί διαιτησιών της προηγουμένης παραγράφου μη οριζομένου του διαιτητού του Δημοσίου εν τω συνυποσχετικώ ή τη διαιτητική ρήτρα, ούτος ορίζεται υπό του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού και του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.".
Βάσει των οριζομένων στην παρ.2 του ανωτέρω άρθρου 8 του ν.δ/τος 736/1970, και στις περιπτώσεις της παρ. 1 αυτού γίνεται διάκριση συμφώνως προς την οποία, "εάν δεν είχε ορισθεί ο διαιτητής από πλευράς του Δημοσίου στο συνυποσχετικό διαιτησίας ή στη διαιτητική ρήτρα, και πάλι απαιτείται ο ορισμός του από τον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών μετά από γνώμη της ολομέλειας του Ν.Σ.Κ.".
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 49 § 1 ΕισΝΚΠολΔ, περί του τρόπου ορισμού διαιτητή από το Δημόσιο, εφ' όσον αυτή δεν εφαρμόζεται στην επίδικη διαιτησία, αφ' ενός μεν λόγω του διεθνούς χαρακτήρα της τελευταίας, αφ' ετέρου δε λόγω της υπερισχύσεως εν προκειμένω της κυρωθείσας με νόμο Συμβάσεως Παραχωρήσεως, στο βαθμό που η Υπουργική Απόφαση 8748/28-09-2009 του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ περί ορισμού του διαιτητή από το Δημόσιο στην επίδικη διαιτησία, δεν έχει ακυρωθεί, με συνέπεια να καλύπτεται η ίδια (ΥΑ) από τεκμήριο νομιμότητος. Ο ανωτέρω λόγος προεχόντως προβάλλεται αλυσιτελώς, καθ' όσον ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα διεθνής χαρακτήρας της επίδικης διαιτησίας δεν αποτελεί λόγο μη εφαρμογής του άρθρου 49 παρ.1 του ΕισΝΚΠολΔ, διότι η σχετική διαιτητική ρήτρα του άρθρου 33.3.4 της Συμβάσεως Παραχωρήσεως( όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στην οποία η ρήτρα αυτή περιλαμβάνεται) δεν περιέχει διορισμό διαιτητή από πλευράς του Δημοσίου. Περαιτέρω, ως προς τον χαρακτήρα της εν λόγω διαιτησίας πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της Διεθνούς Διαιτησίας γίνεται στο άρθρο 1 III του Προτύπου νόμου που ψήφισε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 11.12.1985, γνωστού ως πρότυπου νόμου της UNCITRAL, κατά το οποίο η διαιτησία είναι διεθνής όταν οι διάδικοι που τη συνομολόγησαν είχαν την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη κατά το χρόνο κατάρτισης της διαιτητικής συμφωνίας.
Με το άρθρ. 1 του ν. 2735/1999, με τον οποίο υιοθετήθηκε, με μικρές διαφοροποιήσεις, ο ως άνω Πρότυπος Νόμος που κατάρτισε η Επιτροπή του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο του Διεθνούς Εμπορίου (UNCITRAL), τίθενται τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας διαιτησίας ως διεθνούς και ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στη διεθνή εμπορική διαιτησία, εφόσον ο τόπος της βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, με μόνη επιφύλαξη αυτή των άρθρ. 8, 9 και 36 του ίδιου νόμου που έχουν γενική εφαρμογή, δηλαδή εφαρμόζονται από τα ελληνικά δικαστήρια σε κάθε περίπτωση που αυτά καλούνται να δικάσουν διαφορά, για την οποία έχει συμφωνηθεί η διαιτητική επίλυσή της, έστω και αν η διαιτησία ορίστηκε να διεξαχθεί εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Η διάταξη του άρθρο 1 παρ.2 του νόμου τούτου (με τον οποίο έχει υιοθετηθεί ο Πρότυπος Νόμος της UNCITRAL) καθορίζει "Διεθνής είναι η διαιτησία όταν : α) τα μέρη έχουν, κατά τη σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη, ή β) ένας από τους ακόλουθους τόπους δεν βρίσκεται στο κράτος στο οποίο τα μέρη έχουν την εγκατάστασή τους:
αα) ο τόπος της διαιτησίας, αν αυτός καθορίζεται από τη συμφωνία διαιτησίας ή προκύπτει από αυτήν, ββ) οποιοσδήποτε τόπος στον οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εμπορική σχέση ή ο τόπος με τον οποίο συνδέεται στενότερα το αντικείμενο της διαφοράς ή γ) τα μέρη ρητά συμφώνησαν ότι το αντικείμενο της συμφωνίας διαιτησίας σχετίζεται με περισσότερες χώρες".
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, ως προς τον χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης διαιτησίας, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''...Το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ) ενεργώντας για το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, διεξήγαγε Κλειστό Διεθνή Διαγωνισμό για την υλοποίηση του έργου "ΜΕΛΕΤΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ - ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ - ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ - ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ - ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΑΡΤΗΡΙΑΣ …..".
Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε και Ανάδοχος ανακηρύχθηκε η εναγόμενη Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία έχει συσταθεί νόμιμα κατά το Ελληνικό Δίκαιο και εδρεύει στη …. Στη συνέχεια μεταξύ των ανωτέρω - ήδη διαδίκων - και των μετόχων της εναγόμενης, ως εκ τρίτου συμβαλλομένων, υπογράφηκε στην Αθήνα, στις 31/10/2006, η σχετική με το διαγωνισμό Σύμβαση Παραχώρησης Σ.Π., η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3535/23-2-2007 και απέκτησε έτσι ισχύ νόμου.
Οι συμβληθέντες στη Σ.Π. μέτοχοι της εναγομένης ήταν η συσταθείσα κατά το Ελληνικό Δίκαιο Ανώνυμη Εταιρεία "... Α.Ε", που έχει έδρα την … και οι συσταθείσες κατά το …. δίκαιο δύο ανώνυμες εταιρείες με έδρα πόλεις της ... με τις επωνυμίες "... BV" "... N.V" και με νομίμους εκπροσώπους τους Έλληνες υπηκόους Κ. Μ. και Ν.
Θ. αντιστοίχως, από τους οποίους ο τελευταίος εκπροσώπησε στην Σ.Π. και την εναγομένη. Το αντικείμενο της Σ.Π. αναγράφεται στα άρθρα 3.1.48 και 3.1.49 αυτής και είναι (σε περίληψη) η μελέτη, κατασκευή, λειτουργία, συντήρηση κλπ του συγκοινωνιακού έργου της Υποθαλάσσιας Αρτηρίας …. από την οδό ... μέχρι την οδό ..., ...
Κατά το άρθρο 5.7 της Σ.Π. από την Ημερομηνία Έναρξης Παραχώρησης (η οποία όπως συνομολογούν οι διάδικοι είναι η 1/8/2007) η ιδιότητα των αρχικών μετόχων της εναγομένης ως συμβαλλόμενων στην Σ.Π. παύει. Με το άρθρο 33 της Σ.Π. καθορίστηκε η διαδικασία επίλυσης των διαφορών μεταξύ των συμβληθέντων στη Σ.Π. Ειδικότερα με το άρθρο 33.1.1.
ορίστηκε ότι όλες οι διαφορές από την υπογραφή της Σ.Π. μέχρι την Ημερομηνία Έναρξης Παραχώρησης για την ερμηνεία ή το κύρος της Σ.Π. θα επιλύεται από τα αρμόδια δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, ενώ με τα άρθρα 33.1.2 και 33.2.6 και 33.3 ορίστηκε ότι όλες οι διαφορές που προκύπτουν μετά την Ημερομηνία Έναρξης Παραχώρησης και δεν είναι Τεχνικές Διαφορές κατά την έννοια της Σ.Π.
θα επιλύονται με Διαιτησία κατ' αποκλεισμό κάθε άλλης δικαιοδοσίας. Ειδικότερα ορίστηκε α) στο άρθρο 33.3.3 ότι η διαδικασία της Διαιτησίας διέπεται από τους κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, εκτός αν αυτοί είναι αντίθετοι με οριζόμενους στο άρθρο 33 της Σ.Π., οι οποίοι κατισχύουν και ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο εφαρμόζει υποχρεωτικά τους όρους της Σ.Π.
και τις ουσιαστικές διατάξεις του Ελληνικού Δικαίου, ... και γ) στο άρθρο 33.3.6 ότι η Διαιτησία διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη στην ελληνική γλώσσα. Η εκτέλεση του έργου της Σ.Π δεν προχώρησε ... στις 27/7/2009 οι Δανειστές κατήγγειλαν τις Δανειακές Συμβάσεις, οι οποίες είχαν συναφθεί για την εκτέλεση του έργου, στις 30-7-2009 η εναγομένη με το ΤΗΜ - 20090730/30-7-2009 έγγραφό της κατήγγειλε τη Σ.Π.
κατά το άρθρο 30.2 αυτής. Το ενάγον με την από 28/9/2009 Αίτηση για διενέργεια Διαιτησίας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της καταγγελίας και ζήτησε, όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η εναγομένη με την από 27/10/2009 απάντησή της αρνήθηκε την αίτηση και άσκησε Ανταίτηση, ζητώντας όσα αναφέρονται σε αυτήν. Παράλληλα η εναγομένη τόσο πριν όσο και μετά την ανωτέρω καταγγελία, προσέφυγε με αιτήσεις της στη Διαιτησία ζητώντας αποζημίωση για "Γεγονότα Καθυστέρησης" κατά το άρθρο 26 της Σ.Π.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το ενάγον είτε με την 28/9/2009 αίτηση είτε με τις απαντήσεις του στις αιτήσεις της εναγομένης όρισε ως Διαιτητή, σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., τον Π. Π. καθηγητή Δημοσίου Δικαίου και επίτιμο Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Διαιτητικό Δικαστήριο, αφού συγκροτήθηκε από τον ανωτέρω, το Δ.
Τ. ,καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον οποίο όρισέ η εναγομένη και το Γεώργιο Οικονόμου, Δικηγόρο Πειραιώς, ως Πρόεδρο του Διαιτητικού Δικαστηρίου, εξέδωσε αντίστοιχες Διαιτητικές Αποφάσεις. Με την ένδικη αγωγή ζητείται η ακύρωση της από 26/7/2010 Διαιτητικής Απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω από 28/9/2009 αίτηση του ενάγοντος και η μεταγενέστερη από 8/12/2009 αίτηση αυτού για αναστολή της υποχρέωσης εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων και έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω από 27/10/2009 ανταίτηση της εναγομένης και υποχρεώθηκε το ενάγον να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 43.748.474,80 ευρώ.
Η επίδικη αυτή Διαιτητική Απόφαση αφορά εσωτερική και όχι Διεθνή Διαιτησία, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, γιατί α) οι συμβληθέντες σε αυτήν έχουν την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, β) ο τόπος της Διαιτησίας, όπως καθορίζεται στην Σ.Π., βρίσκεται στην Ελλάδα, γ) ο τόπος εκτέλεσης του έργου βρίσκεται αποκλειστικά στην Ελλάδα και δ) δεν υπάρχει συμφωνία των διαδίκων ότι η διαιτησία σχετίζεται και με άλλη χώρα.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι δύο από τις τρεις μετόχους της εναγομένης είναι ανώνυμες εταιρείες με έδρα την Ολλανδία, αφού, αφενός μεν αυτές από 1/8/2007 (Ημερομηνία Έναρξης Παραχώρησης και ημερομηνία μετά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ισχύει η συμφωνία Διαιτησίας) έπαυσαν να είναι συμβαλλόμενοι στην Σ.Π.
ενώ σε κάθε περίπτωση δε μετέσχον ως αυθύπαρκτα νομικά πρόσωπα στην Διαιτησία. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί α) ούτε από την ιδιότητα των Δανειστριών Τραπεζών, που συνυπέγραψαν με τους διαδίκους το από 1.8.2007 Συνυποσχετικό Διαιτησίας, αφού το Συνυποσχετικό αυτό ρητά παραπέμπει στην Σ.Π. και οι Δανείστριες Τράπεζες δεν έχουν σχέση από τη μεταξύ των διαδίκων και μόνο επίδικη Διαιτησία, β) ούτε από την αναφορά στην Σ.Π.
στους κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, αφού ιδίως κατά την Σ.Π., οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, εάν δεν αντίκειται στο Ελληνικό Δίκαιο και στην Σ.Π. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του ΝΔ 736/1970 και του Ν. 2735/1999 και οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης είναι απορριπτέοι... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι για τον ορισμό του ανωτέρω Διαιτητή του ενάγοντος στην Επίδικη Εσωτερική Διαιτησία δεν προηγήθηκε η απαιτούμενη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ούτε ο διορισμός έγινε με ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, αλλά μόνο με την 8748/28-9-2009 απόφαση του τελευταίου.
Επομένως ο διορισμός αυτός είναι άκυρος, γιατί έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 49 παρ. 1 ΕισΝ ΚΠολΔ και 2 ή και 6 παρ. 3α του Ν. 3086/2002...''. Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών - αφού απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης- αναιρεσείουσας και έκρινε ότι στην επίδικη εσωτερική διαιτησία ο διορισμός του διαιτητή εκ μέρους του Δημοσίου είναι άκυρος, διότι έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 49 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ και 2 ή και 6 παρ. 3α του Ν. 3086/2002 - εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την από 1-3-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την από 26/7/2010 Διαιτητική Απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει και αβάσιμος.
Ενταύθα και εν σχέσει προς τον εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προβληθέντα ισχυρισμό περί αντιφάσεως των πρώτου και δευτέρου λόγου της αναιρέσεως - επί τω λόγω ότι για τη θεμελίωση του πρώτου εκλαμβάνεται η επίδικη διαιτησία ως εσωτερική τοιαύτη, ενώ για την θεμελίωση του πρώτου σκέλους του δευτέρου εξ αυτών γίνεται επίκληση του διεθνούς χαρακτήρα αυτής - πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα : Η φερομένη αντίφαση των διαζευκτικώς ή επικουρικώς σωρευομένων λόγων αναιρέσεως δύναται να εντοπίζεται μόνο στην ελάσσονα πρόταση του σχετικού υπαγωγικού συλλογισμού, εφ' όσον εκεί εκτίθεται η εκάστοτε παράσταση του αναιρεσείοντος περί της νομικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ ζήτημα αντιφάσεως ως προς τη μείζονα πρόταση ή το συμπέρασμα του υπαγωγικού αυτού συλλογισμού δεν τίθεται.
Συνεπώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας είναι φαινομενικώς αντιφατικοί, εφ' όσον εκφέρονται με την αξίωση αληθείας- εντέλει, όμως, είτε ο ένας εξ αυτών είτε και ουδείς τούτων θα είναι αληθής, ώστε η αντίφαση αυτή αίρεται με την επί των λόγων αναιρέσεως απόφανση του Αρείου Πάγου.
Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαίως. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ., προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ.) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ` άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.
β` ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ` άρθρο 897 επ.
ΚΠολΔ ( ΑΠ 359/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 897επ. ΚΠολΔ, η αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως φέρει τον χαρακτήρα διαπλαστικής τοιαύτης, με την οποία δεν ασκείται ένδικο βοήθημα ευθείας προσβολής δικαστικής αποφάσεως, αλλά προσβολή δικαιοδοτικής πράξεως ιδιωτών, εντεύθεν δεν αποτελεί αμέσως ή εμμέσως ενάσκηση ενδίκου μέσου ή ενδίκου βοηθήματος.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 898 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ - όπως αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 1 άρθρο έβδομο του Νόμου 4335/2015 -" Αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής ακύρωσης είναι το εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Η αγωγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 673, 675 και 676".
Η τελευταία αυτή διάταξη εξαιρεί της εφαρμογής το άρθρο 666 ιδίου Κώδικα, το οποίο αναφέρεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών και προβλέπει στην παράγραφο 1 αυτού ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επί αγωγής ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο Εφετείο με την παροχή ευχέρειας κατά την προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, άνευ των λοιπών τυπικών προϋποθέσεων τις οποίες επιβάλλει η εκδίκαση υποθέσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Εκ τούτων παρέπεται ότι κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 898 ΚΠολΔ αρκεί η υποβολή των αυτοτελών αμυντικών ισχυρισμών δια των υποχρεωτικώς κατατιθεμένων προτάσεων, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό υποβολής η προφορική πρόταση και η καταχώριση στα πρακτικά.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, χωρεί αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ως απαράδεκτο νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το απαράδεκτο ασκήσεως ενδίκων μέσων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου τού άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 498/2017).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.14 αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, που πρότεινε η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον τούτου κατατεθείσες προτάσεις, και δη τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των από 3-3-2017 προτάσεών της στο Εφετείο η εναγομένη-αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ως προς τον προβαλλόμενο από το Δημόσιο λόγο ακυρώσεως περί μη νόμιμης συγκροτήσεως του δικάσαντος Διαιτητικού Δικαστηρίου (εξαιτίας μη νόμιμου ορισμού του εκ μέρους του διαιτητή) το αντίστοιχο δικαίωμα προς ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως εκ του λόγου αυτού ασκείται καταχρηστικώς, εφ' όσον το Δημόσιο ουδέποτε προέβαλε την κακή συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ούτε κατά την υπογραφή της Περίληψης των Αιτημάτων (την οποία συνυπέγραψε ανεπιφύλακτα) ούτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, εντεύθεν με τη στάση του αυτή, δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως για το συγκεκριμένο λόγο.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα: ''...Η εναγόμενη, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αρνήθηκε την αγωγή, αφού ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόζονται οι επικαλούμενες στην αγωγή διατάξεις για τον τρόπο ορισμού διαιτητή στην επίδικη Σ.Π. από το ενάγον ... περαιτέρω προέβαλε την ένσταση ότι το ενάγον ασκεί καταχρηστικά το ουσιαστικό και διαπλαστικό δικαίωμα για ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης, γιατί ουδέποτε πριν την άσκηση της αγωγής ούτε και κατά τη διάρκεια της Διαιτησίας, δεν προέβαλε την κακή συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, την οποία προβάλλει μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης με την αγωγή του και έτσι δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκήσει το δικαίωμά του αυτό, με την άσκηση δε αυτή, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη συμπεριφορά του, μεθοδεύει άντληση ωφελείας από τη δική του παράνομη συμπεριφορά. Η ένσταση αυτή, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, γιατί προβλήθηκε μόνο με τις προτάσεις χωρίς να αναφερθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και να καταχωρηθεί στα πρακτικά) σε αγωγή που δικάζεται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών...''.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 β' και γ' ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Νόμου 4335/2015 και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου - με την οποία προβλέπεται ότι "όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά" - ακολούθως δε απορρίπτοντας την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Τούτο δε διότι, κατά την εφαρμοζομένη ενταύθα διάταξη του άρθρου 898 για το νομότυπο της προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης αναιρεσείουσας-ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αρκούσε η αναφορά του ισχυρισμού τούτου με τις προτάσεις, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση και επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα. 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση ο ' Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, έστω και αν οι διάδικοι, εν όψει της συζητήσεως της αναιρέσεως και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφ' όσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως συμφώνως προς τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις(ΑΠ 1123/2017).
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, εν όψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την 61/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 2129/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει να κρατηθεί, συμφώνως προς τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα νομική πρόταση, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα κατόπιν κλήσεως του επιμελεστέρου των διαδίκων και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2901/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ