Supreme Court dismisses appeal against appeal court judgment due to lack of interest in appeal and procedural compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appeal court's judgment regarding a property dispute. The appellant argued for reversal based on legal errors, but the court found the appeal inadmissible because the appellant failed to demonstrate a legal interest in the outcome. Furthermore, the court confirmed the lower court correctly applied the law and did not violate any substantive legal provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a legal interest in the outcome, and the appeal court's judgment is not to be overturned if it correctly applies the law and does not violate substantive legal provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1822 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1822/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηχιώτη - Κακολίρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …του ίδιου Δικαστηρίου και …. του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ….. έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών…, την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29.5.2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 875/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο αφού συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 2598/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 5.11.2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Για να θεμελιωθεί σχετικός λόγος αναιρέσεως, ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να επαναφέρεται νομίμως στο εφετείο (άρθρα 240, 520 ΚΠολΔ).
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι έγινε νομίμως η σχετική πρόταση (ΑΠ 1.330/2022, ΑΠ 669/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 5.11.2012 αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός εξέθετε, μεταξύ άλλων, ότι με τον αναιρεσίβλητο κατάρτισαν με το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ... προσύμφωνο πωλήσεως, δυνάμει του οποίου ο αναιρεσείων ανέλαβε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στον αναιρεσίβλητο μια οριζόντια ιδιοκτησία κείμενη επί μια μιας πολυκατοικίας επί της συμβολής των οδών …. και ειδικότερα την υπό στοιχείο … οριζόντια ιδιοκτησία του έκτου ορόφου επιφανείας 84 τ.μ.
αποτελούμενη από καθιστικό με συνεχόμενη κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια, λουτρό, αποθήκη και διάδρομο επικοινωνίας και δύο βεράντες μία στη γωνία των οδών ... και μία επί της ..., μετά της υπό στοιχεία …στεγασμένης κλειστής θέσης στάθμευσης, εμβαδού 44 τ.μ. Ότι το διαμέρισμα όπως και η πολυκατοικία στην οποία ανήκει έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, με την υπ' αριθμόν ….πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμόν ….τροποποιητική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου.
Ότι περαιτέρω με το πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο - προσύμφωνο πωλήσεως το τίμημα ορίστηκε σε 20.300.000 δραχμές (59.574,47 ευρώ) το οποίο και καταβλήθηκε. Ότι συμφώνησαν ότι το οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως θα καταρτιζόταν οποτεδήποτε το ζητούσε ο αγοραστής αναιρεσίβλητος χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό καλώντας προς τούτο τον πωλητή αναιρεσίβλητο.
Ότι την 21.12.2001 ο αναιρεσίβλητος κάλεσε τον αναιρεσείοντα να προσέλθει και να συμπράξει για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών…, πλην όμως ο τελευταίος δεν προσήλθε. Ότι στη συνέχεια διαπίστωσε πως ο αναιρεσείων είχε μεταβιβάσει από του έτους 2005, με το υπ' αριθμόν ….συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου ….
την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία με την θέση σταθμεύσεως προς τον ανήλικο γιό του ….. λόγω γονικής παροχής. Ότι εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής ο αναιρεσείων περιήλθε σε αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής του προς αυτόν (αναιρεσίβλητο). Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος για αποζημίωσή του λόγω μη εκπληρώσεως της συμβάσεως συνιστάμενη στην αξία της οφειλόμενης παροχής, ήτοι του διαμερίσματος, και στο διαφυγόν του κέρδος συνιστάμενα επί λέξει στα ακόλουθα: "Η αξία του ανωτέρω διαμερίσματος με το αναφερόμενο ως θέση στάθμευσης παρακολούθημά του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των τριακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (84 τ.μ. + 44 τ.μ. = 128 τ.μ.
Χ 2.700 €/τ.μ.) που είναι εύλογο σε σύγκριση με τις τιμές της περιοχής και τη θέση όροφο και κατασκευή του ακινήτου σε συνάρτηση με τον συντελεστή εμπορικότητας που προβλέπεται στο συγκεκριμένο σημείο. Επισημαίνεται ότι η αντικειμενική αξία του ιδίου ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των 193.500 €. Πλέον του ανωτέρω ποσού ...
έχω δικαίωμα να ζητήσω την αποκατάσταση των κερδών που θα αποκόμιζα από την αξιοποίηση του οφειλόμενου αντικειμένου καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι καθ' ων αρνούνται την απόδοσή του. Επομένως, έχω το δικαίωμα να απαιτήσω, επιπροσθέτως, αποζημίωση συνιστάμενη στο ποσό των μισθωμάτων που θα αποκόμιζα καθ' όλο το διάστημα ...
από την εκμίσθωση του ακινήτου εάν αυτό μου είχε παραδοθεί εμπροθέσμως και προσηκόντως ... η μισθωτική αξία του ακινήτου ανέρχεται σήμερα με τους πλέον συντηρητικούς υπολογισμούς στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) € μηνιαίως, δεδομένου ότι είναι καλής κατασκευής και βρίσκεται σε προνομιακή θέση και όροφο.
Επιπλέον, η αναφερόμενη θέση στάθμευσης, όπως προκύπτει και από τον αυξημένο συντελεστή εμπορικότητας που προβλέπεται για την εκτίμηση της εμπορικής του αξίας, προσθέτει μεγάλη υπεραξία στην μισθωτική αξία του ακινήτου...". Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή, κατά το συγκεκριμένο της κεφάλαιο, είναι ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση του αναιρεσιβλήτου, αφού διαλαμβάνονται περιστατικά προσδιοριστικά τόσο της εμπορικής αξίας του ακινήτου όσο και της μισθωτικής αξίας αυτού.
Με βάση τα προαναφερόμενα, το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 166 του ΑΚ το προσύμφωνο, με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η αθέτηση δε της υποχρεώσεως αυτής, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής εκ της οριστικής συμβάσεως κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ.
ΑΚ (ΑΠ 590/2017, ΑΠ 249/2009 ΑΠ 152/2001, ΑΠ 58/1997). Εξάλλου, στα άρθρα 513 και 514 του ΑΚ ορίζεται, ότι ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος και να παραδώσει αυτό ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου. Στο άρθρο 516 του ΑΚ ορίζεται, επίσης, ότι "αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν ο πωλητής δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σε αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστούν τόσο η έλλειψη κυριότητας σε αυτόν που προσυμφώνησε την πώληση, όσο και η απώλεια αυτής πριν την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 298 του ΑΚ, τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το προσδοκώμενο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, νοείται κάθε επί τα χείρω μεταβολή της περιουσίας του αγοραστή από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, η οποία μπορεί να συνίσταται στην αξία του απολεσθέντος γι` αυτόν πράγματος, υπολογιζόμενη με κρίσιμο χρόνο αυτόν της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 590/2017, Α.Π. 568/2014) ή να προέρχεται και από το τίμημα του πράγματος που καταβλήθηκε.
Ως εκ τούτου, προκειμένου να χωρήσει η αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι επήλθε ζημία και ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αθέτηση της συμβάσεως (ΑΠ 249/2009, ΑΠ 847/2003). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) συνέστησε με τον αδερφό του Σ. Κ., τον πατέρα του πρώτου εναγόμενου (αναιρεσείοντος) Δ. Α. και τον Π. Μ. το έτος 1990 την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." με αντικείμενο την ανέγερση οικοδομών.
Η εταιρία αυτή το έτος 1996 ανέλαβε την ανέγερση πολυκατοικίας στο Περιστέρι Αττικής επί της οδού…. Οι εταίροι αρχικά συμφώνησαν να πάρει ο ενάγων το υπό στοιχείο …διαμέρισμα του έκτου ορόφου, ο …. το .. και ο …..μετρητά. Το γεγονός ότι ο Δ. Α., εκδήλωσε στη συνέχεια την επιθυμία να αποκτήσει και τα δυο ως άνω διαμερίσματα του έκτου ορόφου της οικοδομής και να τα διαμορφώσει σε μία ενιαία κατοικία, προκειμένου να στεγάσει την οικογένεια του, έγινε αφορμή για τη δημιουργία προστριβών μεταξύ των εταίρων.
Τελικά η ομόρρυθμη εταιρία εκπροσωπούμενη από το Δ. Α. και τον Π. Μ. συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο το με αριθμό ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ.. Με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Περιστεριού στον τόμο ….
ομόρρυθμη εταιρία πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο το προαναφερόμενο διαμέρισμα και εκείνος, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, είχε καταβάλει σε μετρητά στους παριστάμενους εκπροσώπους της εταιρίας κατά το χρόνο σύναψης του παραπάνω προσυμφώνου, το αναγραφόμενο και στο συμβόλαιο τίμημα ύψους 19.180.000 δρχ.
Με το από 7/7/1999 εξώδικό τους οι ... που κοινοποιήθηκε στον Δ. Α. στις 14/7/1999 ζητούσαν την καταβολή του ποσού της αγοραίας αξίας του ακινήτου (100.000.000 δρχ) σε λογαριασμό της εταιρίας ή την καταβολή του ποσού των 33.000.000 δρχ. που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή τους στην εταιρία κατά 33% συνολικά σε δικό τους λογαριασμό.
Στις 29/12/1999 ο ενάγων και ο αδερφός του κοινοποίησαν στο Δ. Α. την από 28/12/1999 καταγγελία της εταιρικής σύμβασης, ενώ με το από 3/1/2000 εξώδικό τους ζητούσαν από τον παραπάνω πρώην συνεταίρο τους να καταβληθεί στην εταιρία αποζημίωση χρήσης 24 μηνών του προπεριγραφέντος διαμερίσματος στο οποίο είχε εγκατασταθεί οικογενειακώς συνολικού ύψους 7.200.000 δρχ. (= 24 x 300.000 δρχ).
Ενόψει όλων των ανωτέρω, προκειμένου να διευθετηθούν οριστικά οι σχέσεις μεταξύ των πρώην συνεταίρων και δεδομένου ότι ο Δ. Α. δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τα παραπάνω ποσά που ζητούσαν οι ..., σε συνεννόηση και με τον κύριο του ακινήτου και υιό του, πρώτο εναγόμενο συμφώνησαν να καταρτιστεί το επίδικο υπ' αριθμόν ….
προσύμφωνο πώλησης διαμερίσματος με θέση στάθμευσης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος υποσχέθηκε να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας νομής και κατοχής το διαμέρισμα …. και τη θέση στάθμευσης…., ο δε ενάγων, κατά τα αναγραφόμενα στο προσύμφωνο, του κατέβαλε σε μετρητά ολόκληρο το τίμημα των 20.300.000 δρχ.
σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφεί ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου ή του νόμιμου αναπληρωτή του οποτεδήποτε το επιθυμήσει ο αγοραστής και χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό και ότι ο αγοραστής θα δικαιούται όταν επιθυμήσει να καλέσει τον πωλητή με δικαστικό επιμελητή με πρόσκληση του που πρέπει να επιδοθεί στον πωλητή το λιγότερο δέκα ημέρες πριν από την ορισμένη για υπογραφή ημερομηνία.
Ρητά συμφωνήθηκε ότι ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αγοραστή να προσέλθει να υπογράφει το οριστικό συμβόλαιο, οποτεδήποτε κληθεί γι' αυτό καθώς και ότι ο πωλητής δικαιούται να προβεί στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου παριστάμενος για το ένα μέρος για τον εαυτό του ατομικά και για το άλλο μέρος σαν ειδικός πληρεξούσιος με αυτοσύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 235 Α.Κ.
Στη συνέχεια ο ενάγων με την από 9/12/2011 εξώδικη δήλωσή και πρόσκλησή του, που κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο στις 9/12/2011 (βλ. υπ' αριθμόν …. έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών…), τον κάλεσε να προσέλθει στις 21/12/2011 και ώρα 11.00 στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Κ. για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου της πώλησης του ακινήτου.
Ωστόσο, ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε και προς βεβαίωση τούτου συνετάχθη η υπ' αριθμόν … πράξη μη εμφάνισης της ως άνω Συμβολαιογράφου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος υπαιτίως δεν εκπλήρωσε την παραπάνω υποχρέωση που είχε αναλάβει δια του προαναφερθέντος προσυμφώνου αφού με το υπ' αριθμόν ….συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Περιστεριού…., το οποίο έχει μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Περιστερίου στον τόμο ..
και αριθμό…, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας με τη θέση στάθμευσης στον ανήλικο υιό του Δ. Α., γεννηθέντα το έτος 2003, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία, με σκοπό να συμβάλει στην ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας αυτού. Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκαν ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου οι εναγόμενοι γονείς αυτού.
Δεν αποδείχθηκε ότι η σύμβαση αυτή έλαβε χώρα εικονικά και δίχως τη σαφή και σοβαρή βούληση των εκεί συμβαλλόμενων περί του περιεχομένου, του είδους και των συνεπειών της επιχειρούμενης δικαιοπραξίας. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος επιθυμούσε τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας στον υιό του με σοβαρή και εδραία βούληση.
Τούτο διότι ο πρώτος εναγόμενος από την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου το έτος 2001 διατηρούσε πλήρη εξουσία νομικής και πραγματικής διάθεσης του ακινήτου, χωρίς να περιορίζει ή να αποστερεί την εξουσία αυτή η πρόβλεψη για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης με αυτοσύμβαση την οποία εξουσία ο πρώτος εναγόμενος άσκησε το έτος 2005 με την προαναφερόμενη γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος, για την οποία δεν απαιτείται άδεια του δικαστηρίου κατ' άρθρο 1624 Α.Κ.
Την ως άνω γονική παροχή δεν καθιστά εικονική μόνο η νηπιακή ηλικία (δυο ετών) που διήγαγε το ανήλικο τέκνο κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης γονικής παροχής, ο δε ενάγων ως δανειστής από προσύμφωνο δεν απέκτησε ενοχικό δικαίωμα υπέρτερο έναντι οποιουδήποτε άλλου ενοχικού δανειστή.
Συνεπώς, εξαιτίας της ως άνω γονικής παροχής που είχε ως συνέπεια την μη εκπλήρωση της ενοχής από το προσύμφωνο, λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου (πωλητή), γεννήθηκε σε βάρος του ως οφειλέτη από προσύμφωνο που ενήργησε αντισυμβατικώς, υποχρέωση αποζημιώσεως του ενάγοντος αγοραστή για μη εκπλήρωση του προσυμφώνου, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως από την οριστική σύμβαση, δηλαδή ο ενάγων ως δανειστής που ζημιώθηκε δικαιούται να αξιώσει ό,τι θα είχε εάν δεν υπήρχε η αντισυμβατική συμπεριφορά του οφειλέτη, εις τρόπο ώστε ο πρώτος εναγόμενος δεν απηλλάγη από την υποχρέωση του από το προσύμφωνο, ώστε να κριθεί ότι η επίδικη γονική παροχή έγινε μόνο φαινομενικά και ότι είναι εξ' αυτού του λόγου εικονική.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της από 04.02.2020 (αριθμ. προσδιορισμού δικογράφου…) έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αντικαθισταμένων των αιτιολογιών της εκκαλούμενης, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί του ότι το εν λόγω προσύμφωνο ήταν εν μέρει εικονικό και περί του ότι αυτός το υπέγραψε από ηθική υποχρέωση προς τον πατέρα του, καθόσον λειτουργούσε εν είδει εμπράγματης ασφάλειας για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, καθόσον οι εταίροι δεν επιθυμούσαν να επιβαρυνθούν με τα έξοδα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης.
Τούτο, διότι ο πρώτος εναγόμενος δεν υπήρξε καν εταίρος στην εταιρεία στην οποία προέκυψαν οι επικαλούμενες οικονομικές απαιτήσεις του ενάγοντος, το ύψος των οποίων δεν προσδιορίζει ο εκκαλών, αντιθέτως αορίστως αναφέρει ότι αποφάσισε να συντάξει το ως άνω προσύμφωνο, προκειμένου να ικανοποιήσει τις όλως καταχρηστικές απαιτήσεις του ενάγοντος από τη συμμετοχή του στην εταιρεία, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης εικονικότητας του πρώτου εναγομένου.
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι δεν κατεβλήθησαν πραγματικά τα χρήματα δεδομένου ότι δε φαίνεται σχετική εγγραφή στην κίνηση του τραπεζικού του λογαριασμού, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους του προσυμφώνου, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.
Εξαιτίας της υπαίτιας αδυναμίας του πρώτου εναγόμενου να εκπληρώσει την οφειλόμενη παροχή στον ενάγοντα του προκάλεσε θετική ζημία αφού του στέρησε ένα περιουσιακό στοιχείο για το οποίο έχει καταβληθεί το τίμημα. Ως εκ τούτου, οφείλει να του καταβάλει αποζημίωση η οποία περιλαμβάνει την εμπορική αξία του ακινήτου και τα διαφυγόντα κέρδη.
Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτέα μέσα αποδείχθηκε ότι η εμπορική αξία του ακινήτου (διαμέρισμα επιφάνειας 84 τ.μ με θέση στάθμευσης και στεγασμένο κλειστό χώρο του ισογείου 44,10 τ.μ), λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών συνθηκών, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ, ποσό που αποτελεί και τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντος έναντι του εναγομένου κατέστη ληξιπρόθεσμη την 22.12.2011 την επομένη δηλαδή της συμφωνηθείσας ημέρας προς εκπλήρωση της παροχής ήτοι την επομένη της ημέρας κατά την οποία εκλήθη στη Συμβολαιογράφο για τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου. Από τότε μέχρι την κατάθεση της αγωγής μεσολάβησαν 11 μήνες.
Ο ενάγων κατά το άνω χρονικό διάστημα, στερήθηκε της δυνατότητας να εκμισθώσει το ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο αντί μηνιαίου μισθώματος, πράγμα το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα επιτύγχανε. Το μίσθωμα που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο ενάγων θα μπορούσε να αποκομίσει από το ως άνω διαμέρισμα μαζί με τη θέση στάθμευσης είναι τετρακόσια (400 €) ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, τα διαφυγόντα κέρδη του από την αντισυναλλακτική συμπεριφορά του εναγόμενου ανέρχονται στα 4.400 € (400x11 μήνες). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 83.850 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 104.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του, πέραν των διατάξεων των άρθρων 166, 298, 513 ΑΚ, που εφάρμοσε, αντί να εφαρμόσει και τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 514, 516, 380 και 382 ΑΚ, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις 330 επ., 335 επ., 362 επ.,οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, όμως, παρά την υπαγωγή των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών σε μερικώς εσφαλμένες νομικές διατάξεις οδηγήθηκε σε ορθό διατακτικό, καθόσον είναι σαφές ότι οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοστέων διατάξεων.
Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, στον οποίο και υπάγει αυτά ο Άρειος Πάγος, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 32/2002, ΑΠ 1371/2019, ΑΠ 606/2013). Επομένως, η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 95/2014, ΑΠ 1463/2017).
Μετά ταύτα, εφόσον το Εφετείο, το οποίο αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει, βάσει των διατάξεων των άρθρων 330 επ., 335 επ., 362 επ., στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος, διότι δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση από προσύμφωνο, με το οποίο είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς τον τελευταίο την οριζόντια ιδιοκτησία με το χώρο σταθμεύσεως, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπαγωγής των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών σε μερικώς εσφαλμένες νομικές διατάξεις, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, χωρίς αντικατάσταση αιτιολογιών, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς τούτο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές α) ότι ο αναιρεσείων περιήχθη σε υπαίτια αδυναμία παροχής περί την εκπλήρωση της υποχρεώσεως που είχε αναλάβει με το προσύμφωνο, ήτοι να πωλήσει και μεταβιβάσει προς τον αναιρεσίβλητο την οριζόντια ιδιοκτησία με τον χώρο σταθμεύσεως όπως περιγράφονται αναλυτικά ανωτέρω, β) ότι η εμπορική αξία του ακινήτου (διαμέρισμα επιφάνειας 84 τ.μ με θέση στάθμευσης και στεγασμένο κλειστό χώρο του ισογείου 44,10 τ.μ), λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών συνθηκών, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ και γ) ότι το μίσθωμα που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο ενάγων θα μπορούσε να αποκομίσει από το ως άνω διαμέρισμα μαζί με τη θέση στάθμευσης είναι τετρακόσια (400 €) ευρώ μηνιαίως ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, απαραδέκτως πλήττουν την κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για επιβολή δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί ενόψει της απουσίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.12.2021 αίτηση του Α. Α. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. ….αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ