Supreme Court dismisses third-party intervention appeal as third parties lack independent property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's rejection of third-party intervention. The third parties argued they held independent rights to the disputed land, but the court found their rights were merely shared with the opposing parties. Consequently, the court ruled that the third parties were bound by the final judgment between the main litigants and could not intervene.
Legislator headnote
AI generatedArticles 69 and 14 of the Code of Civil Procedure; Third parties may intervene only if they hold an independent, established right distinct from the main parties, which is absent when rights are shared or derivative of the opposing litigants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 95 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Β. συζ. Ι. Α., το γένος Ι. Π., κατοίκου ... οδός ... (1 Τριτανακόπτουσα). 2. Σ. Π. του Ι., κατοίκου ... του άλλοτε Δήμου ... και ήδη Δήμου …(2η Τριτανακόπτουσα) 3. Α. Π. του Ι., κατοίκου ... του άλλοτε Δήμου ... και ήδη Δήμου … (3° Τριτανακόπτων) 4. Ι. Π. του Ν., κατοίκου ...(6ος Τριτανακόπτων και εκ των καθολικών διαδόχων της Τριτανακόπτουσας - 4ης αναιρεσείουσας που απεβίωσε την (3-5-2012) 5. Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... 7ος Τριτανακόπτων και εκ των καθολικών διαδόχων της 4ης Τριτανακόπτουσας - (4ης αναιρεσείουσας που απεβίωσε την 3-5-2012). 6. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... οδός ... (8ος Τριτανακόπτων και εκ των καθολικών διαδόχων της 4ης Τριτανακόπτουσας - 4ης αναιρεσείουσας που απεβίωσε την 3-5-2012). 7. Α. Π. του Ν. κατοίκου ... οδός ... (9ος Τριτανακόπτων και εκ των καθολικών διαδόχων της 4ης Τριτανακόπτουσας - 4ης αναιρεσείουσας που απεβίωσε την 3-5-2012), 8. Των (λοιπών) καθολικών διαδόχων της 4ης Τριτανακόπτουσας 4ης Αναιρεσείουσας, Ε. χήρας Ν. Π., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., που απεβίωσε την 3-5-2012. 9. Των κληρονόμων του 5ου Τριτανακόπτοντος Δ. Π. του Ν. και της Ε., κατοίκου εν ζωή ..., που πέθανε στις 14.3.2002: α) Ε. χήρας Δ. Π. του Ν., το γένος Χ. και Φ. Γ., κατοίκου ... β) Ε. Π. του Δ. και της Ε., κατοίκου ... γ) Φ. Π. του Δ. και της Ε., κατοίκου ... οδός ... δ) Ν. Π. του Δ. και της Ε., κατοίκου .... Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ών η κλήση: 1. Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
2. Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... του άλλοτε Δήμου ... και ήδη Δήμου .., δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 4 αρχική αναιρεσείουσα, Ε. χήρα Ν. Π., απεβίωσε την 3-5-2012,σύμφωνα με το με αρ.πρωτ. 49515/2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Δημ.ενότητας Απ.Παύλου του Δήμου Βέροιας, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί της διάδοχοι, κατά την πρώτη τάξη της κληρονομικής διαδοχής: Α. Ι. Π. του Ν. Β. Ε. Π. του Ν. Γ. Χ. Π. του Ν. Δ. Α. Π. του Ν. Ε.οι κατιόντες του προαποβιώσαντος (και αρχικώς τριτανακόπτοντος) Δ. Π. του Ν.: 1) Ε. Π. του Δ., 2)Φ. Π. του Δ., 3) Ν. Π. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1996 αγωγή του 1ουήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Κατετέθει με αριθ. καταθ. 1260/ΤΟ/91/12-4-2000 ένδικη τριτανακποπή των οκτώ πρώτων ήδη αναιρεσειόντων προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκε η 891/2007 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η 2088/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 8-9-2011 αίτησή τους. Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και την επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 29-8-2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 18-4-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../16-2-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας …, ακριβές αντίγραφο της από 8-9-2011 και με αρθμό εκθέσεως καταθέσεως 225/2011 αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εκ των αναιρεσίβλητων Γ. Π. του Ν. από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα, με κλήση όπως παραστεί κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο της 4ης Μαΐου 2012 ,οπότε, όμως, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε. 'Ήδη, με την από 29-8-2012 κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται προς νέα συζήτηση η άνω αίτηση αναιρέσεως και με την .../9-7-2013 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή αντίγραφο της με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον ίδιο άνω αναιρεσίβλητο. Όμως, αυτός, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατά την άνω δικάσιμο και επομένως πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 2088/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και όλα τα διαδικαστικά έγγραφα που αφορούν την κρινόμενη υπόθεση και υπάρχουν στο σχετικό φάκελλο της αντίστοιχης δικογραφίας η υπόθεση διήλθε τα ακόλουθα στάδια. Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων (Ν. Κ. του Ι.) άσκησε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, (Γ.
Π. του Ν.), την από 16-5-96 (αριθμός κατάθεσης 181/1996) αγωγή νομής επί της οποίας εκδόθηκε η 219/98 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας που απέρριψε την αγωγή του. Κατά της αποφάσεως αυτής ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων άσκησε την από 8-2-99 (αριθμός κατάθεσης 506/ΤΟ/59/99) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 280/99 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας με την οποία έγινε δεκτή η παραπάνω έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και αναγνωρίστηκε ,ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
νομέας εδαφικής λωρίδας 16,90 τ,μ οικοπέδου που κείται στον συνοικισμό του ... του νομού …. Οι οκτώ πρώτοι αναιρεσείοντες της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ο δικαιοπάροχός των λοιπών Δ. Π. του Ν. με την ένδικη τριτανακοπή τους (αρθμ. Καταθέσεως 1260/ΤΠ?91/12-4-2000) την οποία απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας κατά των δύο αναιρεσιβλήτων ζήτησαν, ως τρίτοι, να ακυρωθεί η 280/1533 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
Προς τούτο .επικαλέστηκαν ότι συννέμονται με τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων .δυνάμει κληρονομικών διαδοχών, κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που λεπτομερώς παρέθεταν στο δικόγραφο της τριτανακοπής, το υπ αριθμ…. οικόπεδο που βρίσκεται στο …ο.τ του συνοικισμού ... στο οποίο εμπίπτει η ως άνω οικοπεδική λωρίδα εμβαδού 16.90 τ.μ που αναγνωρίσθηκε νομέας ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως η οποία δεν θα εκδιδόταν αν είχαν συμμετάσχει στην δίκη, διότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ουδέποτε ήταν νομέας αυτής .Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέρροιας, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε την τριτανακοπή ως βάσιμη από νομική άποψη και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής (188/2009), άσκησαν έφεση οι τότε τριτανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες. παραπονούμενοι για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν δε να εξαφανιστεί η προσβαλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία, μετά από εκτίμηση όλων των αξιώσεων μεταξύ των οποίων αναφέρονται και οι επιμέρους ομολογίες των διαδίκων, απέρριψε την τριτανακοπή των αναιρεσειόντων με την παραδοχή ότι "Από κανένα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι οι τριτανακόπτοντες ασκούσαν πράξεις νομής επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας διά του δευτέρου καθού .." Όμως παρίστατο αδύνατο οι τριτανακόπτονες να ασκήσουν πράξεις νομής επί της επίδικης έκτασης διά του ιδίου (Γ.
Π.) όπως αβάσιμα ισχυρίζονται ενώ ούτε ο ίδιος ασκούσε πράξεις νομής για λογαριασμό του επί της έκτασης αυτής..." κατέληξε δε στην απόρριψη ως ουσίαν της από 12-4-00 τριτανακοπής. Στη συνέχεια το Εφετείο Θεσσαλονίκης δικάζοντας επί της 21-12-09 έφεσης των τριτανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 188/09 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέρροιας εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ αρθ. 2088/2010 απόφασή του με την οποία απέρριψε την ως άνω έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με τις εξής παραδοχές "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διάδικων που εξετάσθηκαν ενώπιον του ορισθέντος Εισηγητή Δικαστή με την 251/2000 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στην υπ.
αριθμ. 5/2007 εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων, εκτιμώνται δε αυτές καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά το λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθρ. 339 σε συνδ.
με 395 ΚΠολΔ), εφόσον επιτράπηκε η απόδειξη με μάρτυρες, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 95/1996 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Β. Γ., ο οποίος διορίσθηκε με τα υπ.
αριθμ. 342/4-12-1995 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Βέροιας, επί δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των εφεσιβλήτων - καθών η τριτανακοπή και την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/1996 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου του πρώτου εφεσιβλήτου, αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Ζ., τις οποίες το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, (άρθρα 387, 390 ΚΠολΔ), (Η εκ μέρους του β' των καθ'ων ομολογία του περιεχομένου της ένδικης ανακοπής, γενομένης κατά την β' ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση αυτής και αντιφάσκουσα με την εκ μέρους της α' καθ'ου εξ αρχής άρνηση αυτής (τριτανακοπής), τυγχάνει απαράδεκτη ενόψει της διάταξης του άρθρου 77 ΚΠολΔ που προϋποθέτει τη σύγχρονη προβολή αντιφατικών ισχυρισμών εκ μέρους των αναγκαίων, ως εν προκειμένω, ομοδίκων, από τις φωτογραφίες του επιδίκου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρο 457 παρ.4 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρα 334 Γιαρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος εφεσίβλητος, Ν. Κ., με το υπ'. αριθμ. .../1968 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Βέροιας Αντωνίου Σαρρηκωστή, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τη μητέρα του Ευρώπη, και τις αδελφές του, Μ. και Π., κατά ποσοστό 3 /4 εξαδιαιρέτου, ένα οικόπεδο, συνολικής εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο της οριστικής διανομής 1.018 τ.μ., σύμφωνα δε με την αείποτε υπάρχουσα πραγματική κατάσταση, από το 1943 μέχρι σήμερα 1.040 τμ., που βρίσκεται εντός του οικισμού ...
και φέρει αριθμό διανομής "…" . Συγχρόνως, οι πωλήτριες, (Ευρώπη, Μ., Π.) του μεταβίβασαν δια παραδόσεως τη νομή επί του οικοπέδου αυτού, κατά το ποσοστό που ανήκε σ' αυτές. Το υπόλοιπο ποσοστό 1/4 της νομής είχε περιέλθει στον πρώτο εφεσίβλητο με κληρονομική διαδοχή μετά το θάνατο του πατέρα του Ι. Κ., το έτος 1943 ,στον οποίο ανήκε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ως άνω ακίνητο, για την απόκτηση της οποίας, αρκούσε κατά το άρθρο 983 ΑΚ μόνο η κληρονομική διαδοχή και δεν ήταν αναγκαία η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή αυτής που συνιστούν προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας (αρθρ. 1192, 1193, 1198, 1199 ΑΚ).
Από το έτος λοιπόν 1968 ο πρώτος εφεσίβλητος νέμεται αποκλειστικά ο ίδιος για λογαριασμό του ολόκληρο το υπ. αριθμ. … οικόπεδο. Οι εκκαλούντες και ο δεύτερος των εφεσιβλήτων είναι συννομείς ενός οικοπέδου, το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ως άνω οικόπεδο του πρώτου εφεσίβλητου. Το οικόπεδο τους αυτό έχει έκταση, σύμφωνα με τον υπ.αριθμ. .../1974 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Ημαθίας, 581 τ.μ.
και φέρει αριθμό διανομής "…", σύμφωνα δε με την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση από της οριστικής διανομής μέχρι σήμερα η έκταση ανέρχεται σε 604,90 τ.μ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βεροίας αγωγή νομής, κατά του δεύτερου εφεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί νομέας ενός τμήματος, εμβαδού 16,90 του ως άνω οικοπέδου του, το οποίο ισχυριζόταν ότι είχε αυθαίρετα καταλάβει ο τότε εναγόμενος Γ.
Π. (δεύτερος εφεσίβλητoς) και συμπεριλάβει στο δικό του οικόπεδο με αριθμό τεμαχίου "…", περιφράσσοντας το, να υποχρεωθεί να του αποδώσει ο τελευταίος τη νομή του και να απομακρύνει την περίφραξη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 219/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βεροίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του.
Στη συνέχεια αυτός άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 280/1999 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που δίκασε κατ' έφεση, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα και νυν πρώτο εφεσίβλητο, νομέα της ως άνω εδαφικής λωρίδας και ειδικότερα τμήματος του υπ' αριθμ. ...
οικοπέδου του, εμβαδού 16,90 τ.μ. (συγκεκριμένα 1,10 γρ. από την όψη προς βορρά, 0,10 γρ.μ. από την πίσω πλευρά του οικοπέδου και σε βάθος 28,10 γρ.μ. κατά μήκος του οικοπέδου στη δυτική πλευρά αυτού), εφαπτόμενου στα αρχικά 12 περίπου μέτρα κατά μήκος με τη δομημένη είσοδο της όμορης οικοδομής του εναγομένου και νυν δεύτερου εφεσιβλήτου στο υπ' αριθμ. ...
ακίνητο, κατά τα λοιπά δε μέτρα μέχρι την κατάληξη του τμήματος αυτού με οικοπεδική τριγωνική λωρίδα του ανωτέρω ακινήτου του εναγομένου Γ. Π. του Ν.. Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτό, ότι την επίδικη οικοπεδική λωρίδα ουδέποτε νεμόταν ο Γ. Π. του Ν., (δεύτερος εφεσίβλητος), αλλά ο Ν. Κ. (πρώτος εφεσίβλητος), ως τμήμα του υπ.
αριθμ. ... οικοπέδου του, την οποία είχε παραχωρήσει κατά χρήση στο γείτονα του Γ. Π. μαζί και με άλλο τμήμα του οικοπέδου του, επιτρέποντας του να κατασκευάσει ένα ξύλινο υπόστεγο για να σταθμεύει το αυτοκίνητο του, κείμενο εξ' ολοκλήρου επί του οικοπέδου του Ν. Κ., και έναν ορνιθώνα, στο πίσω μέρος και σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από την όψη του οικοπέδου, ο οποίος κατά ένα μέρος ευρίσκετο επί του οικοπέδου του, ενώ μέρος αυτού καταλάμβανε τμήμα του οικοπέδου του Ν.
Κ., τα οποία ο Γ. Π. γκρέμισε όταν ο Ν. Κ. το ζήτησε, επειδή ήθελε να περιφράξει το ακίνητο του. Στην επίδικη οικοπεδική λωρίδα ουδέποτε οι εκκαλούντες, ούτε διά του δευτέρου εφεσιβλήτου, άσκησαν πράξεις νομής. Αντίθετα, ο δεύτερος εφεσίβλητος Γ. Π. σε τμήμα του υπ. αριθμ. ... οικοπέδου που συνορεύει με το οικόπεδο του πρώτου εφεσιβλήτου, σε επαφή με το όριο των οικοπέδων, έκτισε την οικία του και επειδή το οικόπεδο του δεύτερου εφεσιβλήτου ήταν κενό, ζήτησε να του παραχωρήσει τη χρήση της ως άνω οικοπεδικής λωρίδας για να σταθμεύει το αυτοκίνητο του, να κατασκευάσει ένα πρόχειρο ορνιθώνα και να κατασκευάσει ένα ερμάριο στο οποίο τοποθετήθηκαν οι μετρητές της ΔΕΗ, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από τον πρώτο εφεσίβλητο, ο οποίος είχε τότε άριστες φιλικές σχέσεις μαζί του.
Ο Γ. Π. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επίδικη οικοπεδική λωρίδα. 0 ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι χρησιμοποιούσαν την επίδικη οικοπεδική λωρίδα για να επικοινωνούν με την πίσω πλευρά του οικοπέδου τους, δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες και ο δεύτερος εφεσίβλητος μπορούσαν και μπορούν να επικοινωνούν με την νότια πλευρά του οικοπέδου τους (Πίσω μέρ0ς της οικίας του δεύτερου εφεσιβλήτου) από τον κοινοτικό δρόμο που βρίσκεται δυτικά του όλον οικοπέδου τους (βλ.
τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία φαίνεται η θέση των κτισμάτων των εκκαλούντων και του δεύτερου εφεσιβλήτου καθώς και ο κοινοτικό δρόμος από τη δυτική πλευρά του οικοπέδου τους). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστικό αγώνα μεταξύ των εφεσιβλήτων για την επίδικη οικοπεδική λωρίδα, γνώριζαν από την αρχή σι εκκαλούντες, χωρίς ποτέ να παρέμβουν στις δίκες (βλ, κατάθεση μάρτυρος Β.
Π., συζύγου του δεύτερου εφεσιβλήτου στην υπ. αριθμ. 5/2006 Εισηγητική Έκθεση, φύλλο 43, στο τέλος της δεύτερης πλευράς), και τούτο διότι αυτοί ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής, ούτε δια του δευτέρου εφεσιβλήτου στην επίδικη οικοπεδική λωρίδα. Εφόσον λοιπόν οι εκκαλούντες ουδέποτε τα τελευταία χρόνια είχαν στη νομή τους την επίδικη οικοπεδική λωρίδα η τριτανακοπή έπρεπεν να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν" Με τον πρώτο λόγο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 4 και 11 του αρθ. 559 Κ.ΠολΔ διότι κήρυξε απαράδεκτη το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας του δεύτερου των εφεσιβλήτων και δεν το έλαβε υπόψει της για την διαμόρφωση της κρίσης της επί του ενδίκου θέματος ήτοι της νομής επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας .
Επειδή από τα άρθρα 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όχι κάθε ομολογία αποτελεί δικαστική τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου ο οποίος φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη και να μην εξαρτάται από αίρεση.
Περαιτέρω, η δικαστική ομολογία του απλού ομοδίκου δεν είναι δεσμευτική για τους άλλους ομοδίκους, κατά το άρθρο 75 παρ.1 ΚΠολΔ, μπορεί όμως να στηρίξει τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου εις βάρος τους. Η δικαστική δε ομολογία του αναγκαίου ομοδίκου, εάν οι άλλοι ομόδικοι αρνούνται τον ομολογημένο ισχυρισμό, δεν δεσμεύει ούτε τον ίδιο ούτε τους άλλους, αλλά εκτιμάται ελεύθερα, κατά το άρθρο 77 ΚΠολΔ.
Μόνο αν οι άλλοι αναγκαίοι ομόδικοι απουσιάζουν από τη συζήτηση, δεσμεύονται από τη δικαστική ομολογία εκείνου του ομοδίκου που παραστάθηκε, επειδή κατά το άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ οι απολειπόμενοι θεωρούνται αντιπροσωπευόμενα από τους παρισταμένους.
Συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση που υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, η, εκ μέρους του απολειπομένου, δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ομολογία των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ήτοι ότι οι αναιρεσείοντες νέμονταν την επίδικη εδαφική λωρίδα ενόψει της αρνήσεώς των από τους λοιπούς, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και έτσι όφειλε να την εκτιμήσει και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλομένη απόφασή του και όχι να κηρύξει απαράδεκτο το αποδεικτικό αυτό μέσο και μη το λάβει υπόψει.
Κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).
Κατ` άρθρον 583 ΚΠολΔ αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής και κατ` άρθρον 586 ιδίου Κώδικος παρ. 1: Με τις προϋποθέσεις του άρθρου583 μπορεί να ασκηθεί τριτανακοπή κατά της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ άλλων.
παρ. 2: Τριτανακοπή μπορεί να ασκήσει και ο τρίτος που δεσμεύεται από το δεδικασμένο, εφόσον επικαλείται δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων. Με τις διατάξεις του άρθρου 586 ρυθμίζεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της τριτανακοπής, ως προστατευτικού βοηθήματος των εννόμων συμφερόντων του τρίτου, με το οποίο πραγματώνεται το συνταγματικό δικαίωμα ακροάσεως και προστασίας του τρίτου.
Ούτως απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη (του) τρίτου και τρίτος θεωρείται, στα πλαίσια της τριτανακοπής, αυτός που δεν υπήρξε διάδικος ως υποκείμενο της διαδικασίας, αφού "δεν έλαβε μέρος" στην δίκη, δεν συμμετείχε δηλαδή σ` αυτήν ή δεν προσκλήθηκε σ` αυτήν ή δεν ανακοινώθηκε η δίκη σ` αυτόν πριν από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο.
Η έκφραση "δεν προσκλήθηκε" σημαίνει την πρόσκληση, δηλαδή την προσεπίκληση για την συμμετοχή στην συγκεκριμένη δίκη, η οποία προέρχεται από ενέργεια άλλου. Ο νόμος αρκείται στην πρόσκληση, δηλαδή στη δυνατότητα γνώσης της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης και συμμετοχής σ` αυτήν και συνεπώς, δεν είναι απαραίτητη η, μετά την πρόσκληση, συμμετοχή σ` αυτή, η δε ανακοίνωση δίκης πρέπει να γίνει πριν από την πρώτη συζήτηση της αρχικής αγωγής (92 ΚπολΔ). 'Ετσι, ο τρίτος τριτανακόπτει την εκδοθείσα οριστική απόφαση ως βλάπτουσα ή εκθέτουσα σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της αποφάσεως (ΑΠ 188/1985 ΕλΔ 1986. 77).
Ο τρίτος που δεσμεύεται από το δεδικασμένο δύναται να ασκήσει τριτανακοπή μόνο εφόσον επικαλείται δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (ΑΠ 239/1981 ΝοΒ 29. 1478). Για την άσκηση της τριτανακοπής, όπως και για όλες τις διαδικαστικές πράξεις απαιτείται έννομο συμφέρον προς τούτο του τριτανακόπτοντος, η έννοια του οποίου είναι γενική και βρίσκει νομοθετική θεμελίωση στο άρθρο 68 ΚΠολΔ.
Το έννομον συμφέρον αποτελεί όρο του παραδεκτού της τριτανακοπής και λειτουργεί ως αυτοτελής διαδικαστική προϋπόθεση και συνεπώς διακρίνεται από τη νομιμοποίηση, η οποία αναφέρεται στο υποκείμενο της τριτανακοπής. Ο τρίτος πρέπει να επικαλείται το έννομο συμφέρον και να εκθέτει με σαφήνεια αυτό για την δικαιολόγηση της προσβολής της απόφασης, καθ` όσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον όταν αυτά ασκούνται από τον νικητή διάδικο.
Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξέρχεται από τα όρια της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης με την έννοια ότι οι διάδικοι δεν έχουν εξουσία διάθεσής του. Βάσει της αρχής κατά την οποίαν όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού και κατ` ακολουθίαν και του εννόμου συμφέροντος κρίνονται κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, το συμφέρον του τρίτου προς άσκηση τριτανακοπής πρέπει να είναι έννομο, ατομικό και άμεσο και να προκύπτει από την απόφαση, ή από την εκτέλεσή της. Μπορεί να προκύπτει από το σύνολο της απόφασης, δηλαδή από το αιτιολογικό και το διατακτικό αυτής και όχι μόνο από το διατακτικό της, θεμελιώνεται δε στη βλάβη κάποιου δικαιώματος ή την διακινδύνευση των συμφερόντων του, η οποία απορρέει από τις έννομες συνέπειες της απόφασης που είναι δεσμευτικές γι` αυτόν.
Είναι έννομο το συμφέρον όταν με την άσκηση της τριτανακοπής προστατεύονται τα συμφέροντα που αναγνωρίζονται από το νόμο και είναι άξια προστασίας και όχι όταν κατευθύνονται στην ικανοποίηση άλλων σκοπών που βρίσκονται έξω από τα πλαίσια της άσκησής της. Πρέπει επίσης για την προστασία με την τριτανακοπή να υπάρχει λόγος που δικαιολογεί την προστασία αυτή, δηλαδή αντικειμενικά θα πρέπει να είναι πρόσφορη για την επέλευση της επιδιωκόμενης συγκεκριμένης συνεπείας, ώστε να προασπίζονται τα συμφέροντα του τρίτου που επιδιώκει την άρση της βλάβης του, ενώ το δικαίωμα του τρίτου, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ κατ` άλλην άποψη, εν όψει του άρθρου 69 ΚΠολΔ, αρκεί κεκτημένο και προστατεύσιμο δικαίωμα δυνάμει του οποίου μπορεί να ασκηθεί αγωγή ή παρέμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της τριτανακοπής προκύπτει ότι οι τριτανακόπτοντες δεν είναι τρίτοι με την έννοια της άνω διάταξης, ώστε να δικαιολογείται προστασία του δικαιώματος νομής των επί του επιδίκου, με την άσκηση τριτανακοπής, αφού το δικαίωμά των είναι κοινό με εκείνο του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, και διαδίκου στην προσβαλλόμενη με την τριτανακοπή, απόφαση, δεδομένου ότι κατά τους θεμελιωτικούς της τριτανακοπής ισχυρισμούς τους είναι συννομείς του επιδίκου και πράξεις νομής ασκούσαν επ' αυτού διά του β' αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, δεσμεύονται από το δεδικασμένο της απόφασης που έχει εκδοθεί μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ότι, δηλαδή, το δικαίωμα νομής επί της επιδίκου εδαφικής λωρίδας ασκούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, σε αντιδιαστολή και κατ' αποκλεισμό του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο υποστηρίζουν οι τριτανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ότι ασκούσαν πράξεις νομής, και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιούνται στην άσκηση της ένδικης τριτανακοπής.
Η απλή αναφορά στην τριτανακοπή ότι "δόλια και παραπλανητικά ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν τους προσεπικάλεσε να λάβουν μέρος στην δίκη " και "ο κακός και αμελής τρόπος που εγγίζει τα όρια της συνειδητής αμέλειας και δόλου του δεύτερου" δεν τους νομιμοποιούν στην άσκηση της ένδικης τριτανακοπής αφού δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά συγκροτήσεως δόλου ή συμπαιγνίας μεταξύ των διαδίκων σε βάρος των.
Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ως απαράδεκτο το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και δεν το έλαβε παντάπασιν υπόψει του, υπέπεσε μεν, στην πλημμέλεια εκ των αρθ. 14 και 11 αρθ. 559 Κ.ΠΟλ.Δ, όπως, βασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον σχετικό λόγο αναιρέσεώς των ,πλην όμως, ορθώς κατά αποτέλεσμα έκρινε, απορρίπτοντας την έφεση και εντεύθεν την τριτανακοπή, με αποτέλεσμα να πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της με τις πιο πάνω, κατ' αρθ. 578 Κ.Πολ.Δ, απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη .
Καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παραστάντος νομίμως ,πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2011 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 225/2011 αίτηση αναιρέσεως της 2088/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (Ν. Κ.) τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ