Legislator Case Law & Legislation
1822/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal in divorce property division, remanding case for retrial with new judges.

Case Number 1822/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final divorce judgment regarding property division and remanded the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to properly assess the division of assets and the impact on the medical practice, while the respondent contended the decision was legally sound. The court found the appeal admissible and ordered a new trial before different judges to resolve the disputed property matters.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a' KPolD; Art. 580 para. 3 KPolD: When an appeal raises issues regarding the division of marital property that require a fresh evaluation of facts and evidence, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial before a new panel of judges.

Keywords

AI generated
divorce property division appeal admissibility remand for retrial marital assets new judges panel civil procedure law property distribution

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a' KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1822 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1822/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Θεόδωρου Κανελλόπουλου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Α. Δ. - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Π. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Φ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Ευσταθόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-03-2012 και από 14-02-2013 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και του ήδη αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 2710/2015, 2924/2016 και 1329/2018 μη οριστικές του Εφετείου Αθηνών και 4876/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-05-2019 αίτησή του και τους από 4-02-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτηση την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 693/2020).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως, και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 741/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4876/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η δικάσιμος της 22-3-2021, και η αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 4-2-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 9-2-2021 και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη στις 9-2-2021, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... την από 9-2-2021 απόδειξη εγχείρισης του δικογράφου στο αρμόδιο αστυνομικό όργανο και την από 9-2-2021 βεβαίωση του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή παράδοσης στον αρμόδιο υπάλληλο ΕΛΤΑ αποστολής συστημένης επιστολής με την έγγραφη ειδοποίηση θυροκόλλησης του δικογράφου, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) με την αίτηση αναίρεσης, και να ερευνηθούν περαιτέρω. Από το άρθρο 1400 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1696/2018).

Ο κανόνας, όμως, αυτός, δεν αποκλείει, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.

Τούτο συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 1329/1983, όπου αναφέρεται ότι τελικά απόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να "διατάξει την τυχόν ζητούμενη απόδοση αυτούσιου του αναλόγου μέρους των αποκτημάτων", άποψη που μπορεί να στηριχθεί και σε αναλογία δικαίου, με βάση τις αρχές που συνάγονται τόσο από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο οποίος συγγενεύει με την αξίωση του άρθρου 1400, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 297 εδ.

β`, η οποία ορίζει ότι: "αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή" (ΟλΑΠ28/1996, ΑΠ251/2002,ΑΠ1740/2002). Ως αύξηση (περιουσίας) νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, και στην περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 492/2017), καθόσον για τη γέννηση της αξίωσης αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1956/2013, ΑΠ 1250/2010, ΑΠ 546/2009).

Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1092/2021, 1473/2019, ΑΠ 43/2015).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1059/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017).

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 101/2020).

Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β` του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).

Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1037/2017).

Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 13 Ιουνίου 1982, στη ... Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν τρία, ενήλικα ήδη τέκνα, τον Ι.γεννηθέντα στις 25-1 1-1982, την Κ. γεννηθείσα στις 13-12-1984 και την Ε. γεννηθείσα στις 11-06-1987. Ο γάμος των διαδίκων, οι οποίοι δεν είχαν επιλέξει το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, λύθηκε δυνάμει της καταστάσας αμετάκλητης υπ' αριθ. 2030/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτ/κείου Αθηνών, λόγω διετούς διάστασης, αρξαμένης, ..., τον Οκτώβριο του έτους 2007.

Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) διέθετε περιουσία συνολικής αξίας 69.711,71 € αποτελούμενη από: α) ένα οικόπεδο κείμενο επί της οδού ... στην Καλλιθέα, έκτασης 155,48τμ, το οποίο είχε αποκτήσει δυνάμει του υπ' αριθμ ... συμβολαίου του συμβ/φου Περιστεριού Ι. Ταϋλά, αντί τιμήματος 400.000 δρχ., αξίας κατά το χρόνο σύναψης του γάμου 1.030.400 δρχ., και, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής 38.403,75 € και β) καταθέσεις στην ...

ποσού 840.266 δρχ. (31.307,96 €) κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι διέθετε συνολικά το χρηματικό ποσό των 8.000.000 δρχ., κατατεθειμένο, εκτός από την ως άνω Τράπεζα και στις Τράπεζες ..., ... και το ..., δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα απολύτως στοιχείο. Επίσης και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το τίμημα αγοράς του εν λόγω οικοπέδου ανέρχονταν στο ποσό των 1.830.000 δρχ.

δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, ενώ εξάλλου αυτός εσφαλμένως υπολογίζει την αξία του ως άνω ακινήτου με βάση το τίμημα που έλαβε από μεταγενέστερη πώληση του, το έτος 1988, αφού για την εύρεση της αρχικής περιουσίας εκτιμάται η αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, μετ' αναγωγή της αξίας του σε τιμές κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο εναγόμενος απέκτησε τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία, τα οποία διέθετε μέχρι και τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων, τον Οκτώβριο του έτους 2010 με την κάτωθι αναφερόμενη αξία εκάστου κατά το κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής σύμφωνα με την επαρκώς αιτιολογημένη και εντεύθεν πειστική γνωμοδότηση του ορισθέντος ως πραγματογνώμονος Πολιτικού Μηχανικού Α.

Μ.: 1) Μία τετραώροφη οικοδομή κείμενη επί οικοπέδου ευρισκομένου στη θέση ... ή ..., στο Δήμο Βούλας Αττικής, επί της οδού ... και ήδη αρ. 32, το οποίο αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Σ. Καταπόδη, έναντι τιμήματος 2.500.000 δρχ., και επί του οποίου δυνάμει της υπ' αριθ. ... οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού γραφείου ...ς Αττικής, αναγέρθηκε η εν λόγω οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο όροφο και δώμα.

Οι χώροι αυτοί υπήχθησαν στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβ/φου ...ς Αικ. Βισβίκη - Τσιριγγούλη, χωρίστηκαν σε αυτοτελείς και ανεξάρτητες διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Συγκεκριμένα, το υπόγειο, πέραν των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων και εγκαταστάσεων, περιλαμβάνει ι) την με στοιχ.

Α' αποθήκη επιφάνειας 79,09 τμ και ιι) την με στοιχείο Β' αποθήκη επιφάνειας 8,80 τμ. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος, αποτελούν μία αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία - ενιαία κατοικία υπό στοιχ. ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α', επιφάνειας του ισογείου ορόφου 127,65τμ και του πρώτου όροφος 104,31 τ.μ. Ο δεύτερος και τρίτος όροφος αποτελούν άλλη αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία-ενιαία κατοικία, υπό στοιχ.

ΚΑΤΟΙΚΙΑ Β', επιφάνειας του δεύτερου ορόφου 98,64τμ, του δε τρίτου ορόφου, 98,64τμ. Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, ο εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό των διαδίκων Ι. Π., κατά ψιλή κυριότητα την ως άνω με στοιχεία ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α' οριζόντια ιδιοκτησία, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία εφ' όρου ζωής.

Η αξία του συγκεκριμένου αποκτήματος του εναγομένου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής, ανέρχεται: α) για την αποθήκη Α', πλήρους κυριότητας του εναγόμενου, στο ποσό των 30.550,73 €, β) για την αποθήκη Β', πλήρους κυριότητας του εναγομένου, στο ποσό των 3.399,25, γ) για την ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α', η αξία του δικαιώματος επικαρπίας του εναγομένου αντιστοιχεί στα 3/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, ήτοι σε 169.340,44 € (564.468,13 X 3/10), δεδομένου ότι αυτός γεννήθηκε το 1952, ήτοι, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, είχε συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας του (βλ.

αρ. 15 § 4 Ν. 2961/2001), δ) για την ΚΑΤΟΙΚΙΑ Β', πλήρους κυριότητας του εναγομένου τότε στο ποσό των 392.531,61 € και με το συνυπολογισμό των νομιμοποιημένων κάθ' υπέρβαση της οικοδομικής αδείας χώρων στο υπόγειο και τον τρίτο όροφο συνολικής αξίας 43.504,08 € συνολικά 639.32601 €. 2) Μία οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο επιφάνειας 87,42 τμ και από πρώτο όροφο επιφάνειας επίσης 87,42τμ, κείμενη στο ...

οικόπεδο του συνοικισμού ... Πέλλας, αξίας κατά το κρίσιμο χρόνο 67.500 €. Ο εναγόμενος απέκτησε το εν λόγω οικόπεδο δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβ/φου Αλμωπίας, Θ. Καζαντζίδου, από τη μητέρα του, Κ. Π.. Ακολούθως δυνάμει της προγενεστέρως εκδοθείσας υπ' αριθμ. 1 ... άδειας της Πολεοδομίας ...

Νομαρχίας Πέλλας, αναγέρθηκε η ως άνω οικοδομή, που αποπερατώθηκε στις 29-08-1988. Οι ισχυρισμοί αφενός μεν της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) περί του ότι η εν λόγω οικοδομή κατασκευάστηκε από τους διαδίκους με κοινά τους χρήματα, αφετέρου δε του εναγόμενου περί του ότι η οικοδομή αναγέρθηκε αποκλειστικά με χρήματα των γονέων του, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκαν βάσιμοι. 3) Την υπό στοιχ.

Α-3 οριζόντια ιδιοκτησία - γραφείο του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επί οικοδομής κείμενης στη ... Αττικής, επί της οδού ..., που αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών ... αντί τιμήματος 4.600. 000 δρχ., η δε αξία της ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και συζήτησης αυτής στο ποσό των 80.840 €. 4) Την υπό στοιχ.

Α-4 οριζόντια ιδιοκτησία-γραφείο του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 60,20 τμ, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής που αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβ/φου αντί τιμήματος 4.900.000 δρχ και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία της ανερχόταν στο ποσό των 99.720 €. 5) Την υπό στοιχ. Α-2 οριζόντια ιδιοκτησία - γραφείο του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 54,30 τμ, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής, που αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβ/- φου Αθηνών Κ. Παπαδόπουλου αντί τιμήματος 4.890.000 δρχ. και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο η αξία της ανερχόταν στο ποσό των 36.000 €. 6) Ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχ. Α-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας - γραφείου του πρώτου ορόφου, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής, που αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβ/φου αντί τιμήματος 5.400.000 δρχ και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ποσοστού του εναγόμενου ήταν 55.740 ευρώ. 7) Οικοδομή (κατοικία), κείμενη στο με αριθμό επτά (7) οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." ή "..." του Δήμου ... (πρώην κοινότητα ...) της επαρχίας ... του Νομού Εύβοιας, το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος με δικά του χρήματα (ως συνομολογείται από την ενάγουσα) από τον ... "...", και επ' αυτού κατόπιν της υπ' αριθμ. 152/13-05-2003 οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού γραφείου Κύμης Εύβοιας κατασκευάστηκε η ως άνω κατοικία, η οποία περιλαμβάνει υπόγειο όροφο εμβαδού 119,67τμ και ισόγειο όροφο εμβαδού 119,67τμ, καθώς και επιπλέον όροφο (Α' όροφος - σοφίτα), μη εμφαινόμενο στην επίσημη άδεια της Πολεοδομίας, επίσης 119,67 τμ., όπως και πισίνα εμβαδού 28,00τμ.

Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η αξία της ως άνω οικοδομής, ανερχόταν στο ποσό των 166.400 €. 8) Την υπό στοιχ. Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία - επαγγελματική στέγη του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 122,10 τμ, επί οικοδομής κειμένης στη θέση ..., επί της λεωφόρου ..., που αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Π.

Καμπέρη έναντι τιμήματος 25.964.021 δρχ και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο η αξία της ανερχόταν στο ποσό των 154.000 €. 9) Τον υπό στοιχ. ΡΔ-4 χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου του Κτιρίου Δ', επιφάνειας 11 τμ, οικοδομής που βρίσκεται στη θέση ... επί των οδών ..., .... Ο ανωτέρω χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών ..., έναντι τιμήματος / 2.023,12 € και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 7.590 €. 10) Τον υπό στοιχ. ΡΓ-4 χώρο στάθμευσης του υπογείου του Κτιρίου Γή επιφάνειας 11 τμ, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής, που αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών, ...

και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 7.590 €. 11) Τον υπό στοιχ. ΡΓ-8 χώρο στάθμευσης του υπογείου του ...', επιφάνειας 11 τμ, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής, που αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβ/φου, και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 7.590 €. 12) Τον υπό στοιχ.

ΡΔ-2 χώρο στάθμευσης του υπογείου του ...', επιφάνειας 1 1 τμ, της ίδιας ως άνω οικοδομής, που αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβ/φου, και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 7.590 €. 13) Τον υπό στοιχ. ΡΔ-3 χώρο στάθμευσης του υπογείου του ...', επιφάνειας 11 τμ, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής, που αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβ/φου, και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 7.590 €. 14) τον υπό στοιχ.

ΡΔ-5 χώρο στάθμευσης του υπογείου του ...', επιφάνειας 11 τμ, επί της ίδιας ως άνω οικοδομής που αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβ/φου, και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 7.590 €. 15) Την με αριθμό 22 οριζόντια ιδιοκτησία - χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου ορόφου, επιφάνειας 10,50 τμ, εμπορικού κέντρου κειμένου στο ...

και επί της διασταύρωσης των οδών ..., που αποκτήθηκε με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιά, ..., έναντι τιμήματος 4.608 ευρώ και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, η αξία της, ανερχόταν στο ποσό των 19.500 €. 16) Ποσοστό ενός διακοσιοστού εικοστού τέταρτου (1/224) μίας ...ς έκτασης στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του ..., έκτασης 165.163,77 τμ.

Το ποσοστό αυτό που αντιστοιχεί σε οικόπεδο επιφάνειας 755,45 τμ επί της ως άνω εκτάσεως αποκτήθηκε από τον εναγόμενο με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών ... και κατά τον κρίσιμο χρόνο, η αξία του ως άνω ιδανικού μεριδίου ήταν μηδενική (ως μη δυνάμενου να αξιοποιηθεί κατά το χρόνο αυτό). 17) Την υπό στοιχ.

Κ2-Β1 οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου του Κτιρίου 2, επιφάνειας 100τμ, μετά του υπό στοιχ. ΘΣ-15 χώρο στάθμευσης του υπογείου ορόφου, επιφάνειας 12,00 τμ και της υπό στοιχ. Κ2-ΑΠ2Α αποθήκη του υπογείου ορόφου του Κτιρίου 2, επιφάνειας 9,00 τμ, επί οικοπέδου στο ... και επί των οδών Αθηνών και ήδη ονομαζόμενη ..., που αποκτήθηκαν από τον εναγόμενο με το με αριθμό ...

συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών ..., έναντι συνολικού τιμήματος 289.483,60 € και κατά τον κρίσιμο χρόνο η αξία των ως άνω ιδιοκτησιών ανερχόταν, συνολικά στο ποσό των 325.039,01 €. Επιπλέον, πέραν της ως άνω ακινήτου περιουσίας του, συνολικής αξίας 1.689.605,12 € κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο εναγόμενος κατείχε και 2.915 ονομαστικές μετοχές της, εδρεύουσας στη ...

Αττικής, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", της οποίας μέτοχοι τυγχάνουν επίσης η μητέρα του, Κυριακή, με 435 μετοχές καθώς και η ίδια η ενάγουσα με 150 μετοχές. Ειδικότερα, η ως άνω εταιρία συστάθηκε στις 16-01-1992, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου σύστασης ανώνυμης εταιρίας της συμβ/φου Αθηνών ...

όπως τούτο διορθώθηκε και κωδικοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη της ιδίας ως άνω συμβ/φου. Σκοπός αυτής ορίσθηκε η ιατρική έρευνα, διάγνωση και θεραπεία ασθενών και γενικά η παροχή ιατρικών υπηρεσιών, ενώ κατά την ίδρυσή της είχε αρχικό μετοχικό κεφάλαιο το ποσό των 15.000.000 δρχ., κατανεμημένο σε 1.500 μετοχές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, εκ των οποίων η ενάγουσα και ο εναγόμενος έλαβαν από 150 μετοχές έκαστος εξ αυτών, ο δε πατέρας του τελευταίου, Ι.

Π., έλαβε 765 μετοχές και η μητέρα του Κυριακή, 435 μετοχές. Ακολούθως, το έτος 1998, αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 15.000.000 δραχμές, ανερχομένου πλέον του μετοχικού κεφαλαίου στο συνολικό ποσό των 30.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 3.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 10.000 δρχ. εκάστης. Στην ως άνω αύξηση συμμετείχε αποκλειστικά ο εναγόμενος, με την απόκτηση εκ μέρους του 1500 μετοχών οι δε λοιποί μέτοχοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα προτίμησης.

Έτσι, η μετοχική σύνθεση της εταιρίας διαμορφώθηκε ως ακολούθως: ο εναγόμενος κατείχε 1.650 ονομαστικές μετοχές, οι γονείς του Ι. και Κ. 765 και 435 μετοχές αντίστοιχα και η ενάγουσα 150 μετοχές. Εν συνεχεία, το έτος 2002 αυξήθηκε εκ νέου το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, κατά το ποσό των 14.500 Ευρώ, με την έκδοση 500 νέων ονομαστικών μετοχών.

Και στην αύξηση αυτή συμμετείχε αποκλειστικά ό εναγόμενος, αναλαμβάνοντας και τις 500 νέες μετοχές και ως εκ τούτου αυτός διέθετε πλέον 2.150 μετοχές, ενώ η συμμετοχή των λοιπών μετόχων παρέμεινε αμετάβλητη. Τέλος, ο εναγόμενος, μετά την, λόγω γονικής παροχής, μεταβίβαση σε αυτόν των μετοχών του πατρός του, που έλαβε χώρα το 2007, έχει στην κυριότητά του 2.915 μετοχές της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, ενώ η συμμετοχή των δύο λοιπών μετόχων παρέμεινε αμετάβλητη κατά τα ανωτέρω.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι η συμμετοχή των γονέων του εναγομένου στην εταιρία ήταν εικονική και έγινε για φορολογικούς λόγους δεν αποδείχθηκε βάσιμος μετά της απαιτούμενης βεβαιότητας προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, μη αρκούσης προς τούτο απλώς και μόνον της επίκλησης του ότι επρόκειτο περί αγροτών, που διέμεναν μακράν των Αθηνών και κατά το φαινόμενον δεν διέθεταν μεγάλα εισοδήματα.

Εξάλλου, πριν την σύσταση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας και συγκεκριμένα το Μάιο του έτους 1989, ο εναγόμενος μαζί με τους γονείς του είχαν συστήσει, δυνάμει του από 10.05.1989 καταστατικού, νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, αστική εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με έδρα στην οδό ....

Η ως άνω αστική εταιρία, στην οποία δεν συμμετείχε η ενάγουσα, λειτούργησε επί δύο έτη και λύθηκε το έτος 1991, προκειμένου να συσταθεί η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία, η οποία ως προεκτέθηκε ιδρύθηκε στις 16.01.1992. Το κεφάλαιο της αστικής εταιρίας είχε οριστεί στο ποσό των 3.000.000 δρχ. εκ των οποίων ο εναγόμενος, σύμφωνα με το καταστατικό, είχε καταβάλει 600.000 δρχ., ο πατέρας του 1.200.000 δρχ.

και η μητέρα του 1.200.000 δρχ., χωρίς να προκύπτει ότι οι γονείς του εναγόμενου συμμετείχαν εικονικά στην εν λόγω αστική εταιρία και ότι κυρίως δεν είχαν καταβάλει το αναλογούν σε αυτούς κεφάλαιο. Ωσαύτως και η μετέπειτα συμμετοχή τους στην ανώνυμη εταιρία, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε τη συνέχεια της ως άνω αστικής εταιρίας, καθώς είχε την ίδια έδρα και το ίδιο αντικείμενο, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εικονική, αφού οι γονείς του εναγόμενου είχαν επαρκείς οικονομικές δυνατότητες να ανταποκριθούν στην καταβολή της συμμετοχής τους, έχοντας τη δυνατότητα μάλιστα, τη δεκαετία του 1970, να παρέχουν πανεπιστημιακή μόρφωση σε αμφότερα τα τέκνα τους, εκ των οποίων η θυγατέρα τους (αδελφή του εναγομένου) σπούδασε στη Γερμανία, αλλά και (όπως προαναφέρθηκε) να προβούν σε αγορά οικοπέδου για λογαριασμό του υιού τους, στην Καλλιθέα Αττικής, το έτος 1978, ενώ σε κάθε περίπτωση μόνη η απουσία τους από τις γενικές συνελεύσεις της εταιρίας, δεν καθιστά τούτη εικονική (...).

Προσέτι το ότι κατά την σύσταση της Α.Ε τους γονείς του εναγόμενου εκπροσώπησε δια πληρεξουσίου η ενάγουσα και εντεύθεν εκ του προσώπου της ως αντιπροσώπου (και όχι των αντιπροσωπευόμενων) κρίνεται η γνώση των στοιχείων της δικαιοπραξίας κατ' αρθρ. 214 ΑΚ, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ίδια, δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός την εικονικότητα, εφόσον δεν αποδεικνύεται και γνώση του επίσης συμβληθέντος εναγομένου συζύγου της.

Ως εκ τούτου, μη αποδειχθείσας εικονικής της συμμετοχής των γονέων του εναγομένου στην ανώνυμη εταιρία, ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας, σύμφωνα με τον οποίο, στα συνολικά αποκτήματα του θα έπρεπε να συμπεριληφθούν και οι ευρισκόμενες στην κυριότητα των γονέων του μετοχές (και αυτές που ο πατέρας του μεταβίβασε με γονική παροχή) κρίνεται απορριπτέος.

Επομένως, ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια του γάμου του απέκτησε συνολικά 2.150 μετοχές, οι οποίες και συνιστούν απόκτημά του, κατά την έννοια του αρ. 1400 ΑΚ (μη συνυπολογιζόμενων βεβαίως των μετοχών, που έλαβε ως γονική παροχή από τον πατέρα του κατά τα προεκτεθέντα). Σύμφωνα με την επαρκώς αιτιολογημένη και εντεύθεν πειστική γνωμοδότηση του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονος οικονομολόγου ...

η αξία εκάστης των ανωτέρω μετοχών κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και κατά τη συζήτηση αυτής ανέρχεται, στο ποσό των 552,57 € και συνολικά στο ποσό του 1.188.025,50 €. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, προκύπτει ότι μετ' αφαίρεση της αρχικής εκ ποσού 69.711,71 € εκ της τελικής περιουσίας των 2.877.630,62 € (1.689.605,12 + 1.188.025,50) η συνολική περιουσία του εναγομένου που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου του ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 2.807.918,91.

Αντίστοιχα, η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια του γάμου της, απέκτησε τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: 1) ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ευρισκόμενο στο Δήμο ...ς Αττικής, επί της οδού ... το οποίο αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., έναντι τιμήματος 1.800.000 δρχ. Το ως άνω ακίνητο η ενάγουσα πώλησε το έτος 2001, έναντι τιμήματος 18.000.000 δρχ.

το οποίο δαπανήθηκε για την ανέγερση της κατωτέρω αναφερόμενης οικοδομής στο Δήμο Ελληνικού Αττικής, 2) οικόπεδο μετά τριώροφης οικοδομής ευρισκόμενης στο Δήμο Ελληνικού - ...ς, και επί των οδών .... Το ως άνω οικόπεδο απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών .... Επί του οικοπέδου αυτού η ενάγουσα ανήγειρε τριώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο.

Η συνολική αξία της οικοδομής ανέρχεται κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ποσό των 196.000 €. Αυτή έχει μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα των οριζοντίων ιδιοκτησιών στα τέκνα της, παρακρατώντας το δικαίωμα επικαρπίας, το οποίο υπολογίζεται στο ποσό των 58.800 €, 3) το υπό στοιχ. Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από την πυλωτή ορόφου επιφάνειας 94,50τμ, με το ανήκον σε αυτό δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος του δώματος επιφάνειας 106 τ.μ, και την υπό στοιχ. 3 αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 5,50τμ, όπως και τον υπό στοιχ. 2 χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου επιφάνειας 12 τ.μ επί πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ...

και επί της διασταύρωσης των οδών ..., που απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβ/φου Πειραιά ... αντί τιμήματος 450.000 € και 4) 150 μετοχές της προαναφερθείσας Α.Ε. Περαιτέρω ως προέκυψε ο εναγόμενος, πριν από την τέλεση του γάμου του, υπηρετούσε ως μόνιμος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ιατρός παθολόγος, σε διάφορες υγειονομικές υπηρεσίες ξηράς, κατά δε το χρόνο τέλεσης του γάμου του υπηρετούσε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, ενώ παράλληλα λειτουργούσε και ιδιωτικό ιατρείο.

Η δε ενάγουσα εργαζόταν ήδη από το έτος 1978, ως οδοντίατρος, στο αρχικώς μισθωμένο και εν συνεχεία ιδιόκτητο ακίνητό της στην ... Αττικής, επί της οδού .... Μετά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος συστεγάσθηκε με τη σύζυγό του στην ως άνω αναφερόμενη επαγγελματική της στέγη, προκειμένου να δέχεται και να εξετάζει εκεί τους ασθενείς του, ενώ περί το έτος 1985 αυτός έλαβε την ειδικότητα του καρδιολόγου, συνεχίζοντας να δραστηριοποιείται στο ως άνω ιατρείο της οδού ..., μέχρι και το έτος 2000.

Η επαγγελματική συστέγαση των διαδίκων στην ..., αποδείχθηκε επωφελής για αμφοτέρους, αλλά κυρίως για τον εναγόμενο, αφού η προσέλευση των ασθενών ήταν μεγάλη και τα εισοδήματά τους παρουσίαζαν διαρκώς ανοδική πορεία, γεγονός που τους επέτρεπε να αποταμιεύουν μέρος αυτών στο κοινό τους βιβλιάριο καταθέσεων της Κτηματικής Τράπεζας με αρ. ....

Ειδικότερα, από το ως άνω βιβλιάριο, που αρχικά διατηρούσε μόνο ο εναγόμενος, ενώ μετά το γάμο του προσέθεσε, ως συνδικαιούχο και τη σύζυγό του, προκύπτει ότι λάμβαναν χώρα υψηλές, για την εποχή εκείνη, καταθέσεις χρηματικών ποσών, προερχόμενων από την επαγγελματική τους δραστηριότητα, δεδομένου ότι ουδείς εξ αυτών διατηρούσε άλλες πηγές εισοδημάτων (ενδεικτικά στις 16.07.1982 350.000 δρχ., στις 27.07.1982 510.000 δρχ., στις 3.08.1982 400.000 δρχ., στις 26.10.1982 200.000 δρχ., στις 24.04.1983 300.000 δρχ.), ενώ προ του γάμου τους, οπότε μόνον ο εναγόμενος κινούσε τον ως άνω λογαριασμό, οι καταθέσεις δεν ξεπερνούσαν τις 50.000 δρχ.

Σημειώνεται επίσης ότι η κίνηση του ως άνω κοινού λογαριασμού οριοθετείται χρονικά μέχρι και τις 21.10.1991, χωρίς να προκύπτει από άλλους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων (και των τέκνων τους), που επικαλείται η ενάγουσα, ότι οι διάδικοι λειτουργούσαν, μετά το χρονικό αυτό σημείο, επί τη βάσει κοινού ταμείου, δεδομένου ότι για άλλους εξ αυτών (ως οι υπ' αριθμ. ...

της ... υπ' αριθμ. ... της ...) απλώς προσκομίζεται βεβαίωση περί της ύπαρξης τους, χωρίς να εμφαίνεται η κίνησή τους, ενώ στους λοιπούς εμφαίνονται λίγες και μικρού ύψους κινήσεις. Τα δε λοιπά επικαλούμενα από την ενάγουσα έγγραφα (ιδιόχειρα σημειώματα της ίδιας με καταγραφή εσόδων - εξόδων κ.λ.π, αποδείξεις πληρωμών, συν/κές και επιταγές της ίδιας και της εταιρίας καταδεικνύουν μεν την εκ μέρους της ενέργεια διαχειριστικών πράξεων ιδίως κατά την απουσία του εναγόμενου στο εξωτερικό κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, που ωστόσο δεν συνεπάγεται και την ύπαρξη κοινού ταμείου μεταξύ των συζύγων.

Παρότι ουδείς των διαδίκων προσκομίζει φορολογικές δηλώσεις των ετών 1982 ως 1995, κρίνεται ότι τα εισοδήματα της ενάγουσας, στην αρχή της έγγαμης συμβίωσης, ήταν υψηλότερα του εναγομένου, δοθέντος ότι αυτή διέμενε στην περιοχή ήδη από το 1965 και δραστηριοποιούταν επαγγελματικά από το έτος 1978, έχοντας αποκτήσει ένα σημαντικό κύκλο γνωριμιών, εν αντιθέσει με το σύζυγό της, ο οποίος το πρώτον λειτούργησε το ιατρείο του στην ...

το έτος 1982. Εν συνεχεία, όμως ο εναγόμενος και συγκεκριμένα μετά το έτος 1986, οπότε είχε ήδη λάβει την ειδικότητα του καρδιολόγου και είχε αρχίσει να αποκτά φήμη στην περιοχή, άρχισε να υπερτερεί οικονομικά έναντι της συζύγου του, αφού όπως και η ίδια αναφέρει μετά το χρονικό αυτό σημείο άρχισε να διευρύνει ακόμη περισσότερο την πελατεία του και κατά συνέπεια τα εισοδήματά του.

Μάλιστα από προσκομιζόμενο από την ενάγουσα ιδιόχειρο έγγραφο του εναγομένου προκύπτει ότι κατά το έτος 1985 ο εναγόμενος εσόδευσε 3.771.000 δρχ., ήτοι ελαφρώς λιγότερα από τη σύζυγό του, της οποίας τα εισοδήματα κατά το ίδιο έτος ανήλθαν στο ποσό των 3.895.000 δρχ., στη συνέχεια όμως το έτος 1988 ο εναγόμενος εμφάνιζε εισοδήματα 12.950.000 δρχ., ενώ η ενάγουσα 4.630.000 δρχ.

και το έτος 1989 ο πρώτος είχε εισοδήματα 17.200.000 δρχ. εν αντιθέσει με τη σύζυγό του που είχε εισοδήματα 5.900.000 δρχ. Όπως προεκτέθηκε λοιπόν οι διάδικοι, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, αποταμίευαν χρήματα από την εργασία τους, αρχικά και μέχρι και το έτος 1985 η ενάγουσα μεγαλύτερα ποσά σε σχέση με τον εναγόμενο, αφού τα εισοδήματά της ήταν υψηλότερα, εν συνεχεία όμως ο συσχετισμός άλλαξε, ενόψει της υπεροχής πλέον του εναγομένου.

Μέρος των αποταμιεύσεων των διαδίκων χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του οικοπέδου στη ... στις 21.03.1984, όπως προκύπτει εναργώς από τις κινήσεις του κοινού τους λογαριασμού στην ..., από όπου φαίνεται ότι στις 20.03.1984 αναλήφθηκαν 500.000 δρχ και 370.000 δρχ, ενώ στις 21.03.1984 αναλήφθηκαν 280.000 δρχ. Για την ανέγερση της οικοδομής ο εναγόμενος έλαβε από την ...

τρία δάνεια και συγκεκριμένα α) δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης το ποσό των 4.000.000 δρχ, β) δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης το ποσό των 10.000. 000 δρχ. και γ) δυνάμει της υπ' αριθ. ... ποσό 12.000.000 δρχ. Όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ως άνω κοινού λογαριασμού των διαδίκων, κατά το διάστημα μετά τη σύναψη των ως άνω δανείων (30.07.1987 και εντεύθεν) έλαβαν χώρα αναλήψεις ιδιαίτερα υψηλών ποσών, όπως την 06.08.1987 ποσό 1.000.000 δρχ., την 20.08.1987 ποσό 1.000.000 δρχ.

την 21.7.1988 ποσό 5.000.000 δρχ., την 9.9.1988 ποσό 6.000.000 δρχ., την 26.06.1989 ποσό 3.000.000 δρχ., την 6.07.1989 ποσό 1.478.000 δρχ., την 16.01.1989 ποσό 1.800.000 δρχ., την 15.10.1990 ποσό 1.772.876 δρχ., την 26.11.1990 ποσό 4.000. 000 δρχ. κ.ο.κ, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι δόσεις των ως άνω δανείων καταβάλλονταν από τις κοινές αποταμιεύσεις των συζύγων. Επίσης και για την αγορά των οριζοντίων ιδιοκτησιών στην οδό ..., που έλαβε χώρα στις 15.07.1988 και 19.07.1988 αναλήφθηκαν χρήματα από τον ως άνω λογαριασμό και συγκεκριμένα ποσό 8.000.000 δρχ., στις 15.07.1988 και ποσό 5.000.000 δρχ.

στις 19.07.1988, Περαιτέρω στην ως άνω αύξηση των εισοδημάτων του εναγόμενου συνέβαλε, τουλάχιστον κατά τα πρώτα έτη της επαγγελματικής δραστηριότητας του στην ..., η ενάγουσα δοθέντος ότι αυτή ήταν, κατά τα ως άνω αναφερθέντα, ήδη γνωστή οδοντίατρος στην περιοχή αυτή και είχε δημιουργήσει έναν ευρύ κύκλο γνωριμιών, από το οποίο ωφελήθηκε σημαντικά και ο εναγόμενος, ο οποίος δεν διατηρούσε γνωριμίες στην ....

Η ενάγουσα, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι συνέδραμε τον εναγόμενο και κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, συνεπικουρώντας τον κατά τη λειτουργία του ιατρείου του, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, ενώ και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν μπορούσε να το πράξει αυτό, διότι, όπως, εξάλλου, η ίδια εκθέτει στο αγωγικό της δικόγραφο, ήταν διαρκώς απασχολημένη στην εργασία της και ως εκ τούτου δεν είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να προσφέρει επιπλέον υπηρεσίες και στο ιατρείο του συζύγου της.

Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων της για τις αυξημένες ανάγκες της πενταμελούς οικογένειας, αντιθέτως οι διάδικοι συμμετείχαν, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, στις δαπάνες λειτουργίας του οίκου, ενώ επίσης αυτή ήταν, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, απαλλαγμένη από τις υποχρεώσεις φροντίδας και συντήρησης του συζυγικού οίκου, τις οποίες εκτελούσαν οικιακές βοηθοί.

Ωσαύτως, τα τέκνα των διαδίκων παρακολουθούσαν ιδιωτικό σχολείο (Ε. Κ. - Γ.) το οποίο κάλυπτε πλήρως τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες, προκειμένου οι διάδικοι να παραμένουν απερίσπαστοι στην επαγγελματική τους δραστηριότητα. Χαρακτηριστικά μάλιστα η μάρτυρας της ενάγουσας ανέφερε ότι οι διάδικοι είχαν επιλέξει την εκπαίδευση των τέκνων τους σε ιδιωτικό σχολείο προκειμένου αυτά να απασχολούνται εκεί πολλές ώρες και να επιστρέφουν σπίτι με καλυμμένες τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνεισέφερε στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, με τις ως άνω υπηρεσίες, πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου. Συνέβαλε όμως αυτή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της με την διάθεση του ακινήτου της επί της οδού ... προκειμένου ο εναγόμενος να ασκεί εκεί το επάγγελμά του, μέχρι και το έτος 2000.

Ειδικότερα, η μισθωτική αξία του εν λόγω ακινήτου, το ύψος της οποίας δεν αμφισβητείται ειδικότερα από τον εναγόμενο, ανερχόταν α) για την περίοδο 14/06/1982 - 13/06/ 1984 σε 20.000 δρχ. μηνιαίως, ήτοι 480.000 δρχ. για τα δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 240.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 6.352,36 €, β) για την περίοδο 14/06/1984 - 13/06/1986 σε 30.000 δρχ.

μηνιαίως, ήτοι 720.000 δρχ. για τα δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 360.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 6.531,86 €, γ) για την περίοδο 14/06/1986 - 13/06/1988 σε 40.000 δρχ. μηνιαίως, ήτοι 960.000 δρχ. για τα δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 480.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 6.603,43 €, δ) για την περίοδο 14/06/1988 - 13/06/1990 σε 50.000 δρχ.

μηνιαίως, ήτοι 1.200.000 δρχ. για τα δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 600.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 6.003,62 € και ε) για την περίοδο 14/06/1990 - 13/06/1992 σε 60.000 δρχ. μηνιαίως, ήτοι 1.440.000 δρχ. για τα δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 720.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 5.263,59 €.

Επομένως, ο εναγόμενος απέφυγε να καταβάλει συνολικά για το διάστημα 1982-1992 το συνολικό ποσό των ευρώ 30.754,86 (6.352,36 + 6.531,86 + 6.603,43 + 6.003,62 + 5.263,59), που βάρυνε τον ίδιο και ο οποίος ωφελήθηκε κατά τούτο. Αποδείχθηκε επομένως ότι για την απόκτηση εκ μέρους του εναγόμενου α) του οικοπέδου στη ... το έτος 1984, στην οποία κτίσθηκε η τετραώροφη οικοδομή με τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, β) της οικοδομής στη ...

και γ) των γραφείων Α-1, Α-2, Α-3 και Α-4, που κείνται στην οδό ... και αγοράστηκαν στο σύνολό τους το έτος 1988, συμμετείχε η ενάγουσα τόσο με τις αποταμιεύσεις των εισοδημάτων από την εργασία της, τις γνωριμίες της οι οποίες συνέβαλαν στην αύξηση της πελατείας του εναγομένου, κυρίως κατά τα πρώτα έτη της επαγγελματικής του συστέγασης με αυτήν, καθώς και με την ως άνω παροχή δωρεάν επαγγελματικής στέγης, αποτιμώμενης στο ποσό των 30.754,86 ευρώ.

Η αξία των ως άνω ακινήτων, που αποκτήθηκαν με την ως άνω συμβολή της, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 901.872,03 (595.822,03 + 33.750+ 55.740+ 36.000 + 80840 + 99.720). Αντίστοιχα ο εναγόμενος, όπως η ίδια η ενάγουσα καθ' υποφοράν εκθέτει με το δικόγραφό της, συνέβαλε κατά ποσοστό 35% για την εκ μέρους της απόκτηση ποσοστού 50% του υπό στ.

Α-1 γραφείου, κειμένου στην επί της οδού ..., οικοδομής, ήτοι συνέβαλε κατά το ποσό των 9.754,50 € (55.740: 2 X 35%), γενομένης έτσι εν μέρει δεκτής της προβληθείσας από αυτόν ένστασης συμβολής στα αποκτήματα της συζύγου του. Εξάλλου, συμβολή του στην απόκτηση εκ μέρους της συζύγου του ανωτέρω αναφερθέντος ακινήτου (ιατρείου), επί της οδού ...

αρ. 51, στην ... δεν αποδείχθηκε, καθόσον μπορεί μεν να αποκτήθηκε τούτο τον Οκτώβριο του έτους 1982, ήτοι λίγους μήνες μετά τη σύναψη του μεταξύ τους γάμου, πλην όμως η ενάγουσα είχε ήδη προβεί από τον Ιανουάριο του έτους 1982 στην πλήρη εξόφληση αυτού. Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται ότι η συμβολή της ενάγουσας στην εκ μέρους του απόκτηση των ως άνω συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, υπό τους ειδικότερους τρόπους που εκτέθηκαν ανέρχεται, σε ποσοστό 50%, γενομένης εν μέρει δεκτής της κύριας αγωγικής βάσης περί πραγματικού υπολογισμού, ήτοι η συμβολή της επί των εν λόγω αποκτημάτων του εναγόμενου συνολικής αξίας 979.126,11 ανέρχεται στο ποσό των 484.685,80 € (979.126,11 - 9.754,50: 2).

Περαιτέρω ως προέκυψε, το έτος 1991 ο εναγόμενος μετέβη στο ..., προκειμένου να λάβει ειδίκευση στην επεμβατική καρδιολογία, όπου παρέμεινε μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 1993. Στο μεταξύ, στις 16.01.1992 συστάθηκε η ανωτέρω αναφερόμενη ανώνυμη εταιρία, με τη συμμετοχή των διαδίκων και των γονέων του εναγομένου στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής, αποτελούμενο από 1500 μετοχές, αξίας εκάστης 1000 δρχ., εκ των οποίων, οι μεν διάδικοι ανέλαβαν αρχικώς έκαστος από 150 μετοχές, ο δε πατέρας του εναγομένου 765 μετοχές και η μητέρα του 435 μετοχές.

Η ενάγουσα, προ της σύστασης της εταιρίας ανέλαβε, λόγω της απουσίας του συζύγου της, να διεκπεραιώσει πολλές από τις εργασίες που απαιτούνταν για την ίδρυση της εταιρίας (συναλλαγές με τα ασφαλιστικά ταμεία, με τη νομαρχεία, κλπ) οι δε υπηρεσίες της αυτές, αποτιμώνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 1.500 € μηνιαίως για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών, ήτοι η συμβολή της κατά το προϊδρυτικό στάδιο της εταιρίας, ανήρχετο στο ποσό των 9.000 €.

Ο δε ενάγων ωφελήθηκε κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία που ανήρχετο σε 10% (150: 1500 X 100), ήτοι η ωφέλεια του από τις ως άνω υπηρεσίες της ενάγουσας ανήλθε στο ποσό των 900 € (9.000 X 10%). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι προσφερθείσες υπηρεσίες της στην εταιρία, διήρκεσαν μέχρι και την οριστική διάστασή της από τον εναγόμενο, τον Οκτώβριο του 2007, πλην όμως, ακόμη και αν προσφέρθηκαν οι υπηρεσίες αυτές, τούτες έγιναν προς όφελος της ανώνυμης εταιρίας που έχει διακριτή προσωπικότητα και οικονομική οντότητα και δεν αποδείχθηκε ότι ωφελήθηκε από αυτές ο εναγόμενος...

Εξάλλου, ο τελευταίος είχε αναμφισβήτητα την οικονομική δυνατότητα, από τα υψηλά του εισοδήματα κατά το χρόνο ίδρυσης της εταιρίας, να αναλάβει το κόστος των μετοχών κυριότητάς του και ουδεμία συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση αυτών αποδείχθηκε. Ακολούθως, όπως προκύπτει από τα δηλωθέντα στην εφορία εισοδήματα των διαδίκων α) για το οικονομικό έτος 1995 ο μεν εναγόμενος είχε δηλώσει 17.178.174 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 5.647.200 δρχ., β) για το οικονομικό έτος 1996 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 11.055.915 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 6.037.481 δρχ., γ) για το οικονομικό έτος 1997 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 16.146.667 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 5.773.200 δρχ., δ) για το οικονομικό έτος 1998 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 19.748.708 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 9.633.175 δρχ., ε) για το οικονομικό έτος 1999 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 22.098.679 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 12.707.103 δρχ., στ) για το οικονομικό έτος 2000 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 28.289.987 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 10.000.000 δρχ., ζ) για το οικονομικό έτος 2001 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 27.946.673 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 10.000.000 δρχ., η) για το οικονομικό έτος 2002 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 17.517.000 δρχ., ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 12.094.114 δρχ., θ) για το οικονομικό έτος 2003 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 59.694,32 €, ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 47.336,87 € και ι) για το οικονομικό έτος 2004 ο εναγόμενος είχε δηλώσει 59.624,30 €, ενώ αντίστοιχα η ενάγουσα 58.723,93 €.

Από τη σύγκριση των ως άνω στοιχείων προκύπτει ότι ο εναγόμενος υπερτερούσε καταφανώς οικονομικά σε σχέση με τη σύζυγό του μέχρι και το έτος 2003, ενώ μόλις το έτος 2004 (χρήση 2003) τα εισοδήματά τους σχεδόν εξισώθηκαν. Μπορούσε, επομένως, αυτός, καθώς διέθετε τις οικονομικές δυνάμεις, να αναλάβει, το έτος 1998, την απόκτηση των 1500 μετοχών αξίας 10.000 ευρώ εκάστης, που προέκυψε από την κατά το χρόνο εκείνο αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς τη συμβολή της ενάγουσας, όπως επίσης και μεταγενέστερα, το έτος 2002, να αναλάβει αποκλειστικά ο ίδιος την απόκτηση των 500 νέων μετοχών αξίας εκάστης 29 ευρώ.

Εν όψει αυτών γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα ουδόλως συνέβαλε στην εκ μέρους του συζύγου της απόκτηση του συνόλου των μετοχών κυριότητάς του. Επιπλέον και καθόσον αφορά τα κέρδη της εν λόγω εταιρίας από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτά, σώζονταν και σε ποιο ύψος τους, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων.

Περαιτέρω, ως προεκτέθηκε, ο εναγόμενος α) κατά τα έτη 1999 ως 2003 προέβη στην αγορά οικοπέδου και στην επ' αυτού ανέγερση οικοδομής στο Δήμο ... Εύβοιας, αξίας 166.400 €, β) το έτος 2000 στην αγορά της Β-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, επί της οδού ..., αξίας 154.000 €, γ) το έτος 2005 στην αγορά των υπό στοιχεία ... χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων που βρίσκονται στο Δήμο ...

και του με αριθμό 22 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου στο ... (...), συνολικής αξίας 66.049 €, δ) το έτος 2006, στην αγορά του οικοπέδου ... στερούμενο οιασδήποτε αξίας κατά το κρίσιμο χρόνο, ως μη δυναμένου να αξιοποιηθεί τότε και ε) το έτος 2007 στην αγορά οριζόντιων ιδιοκτησιών, στο ..., επί των οδών ..., συνολικής αξίας 325.039,05 €.

Η συνολική αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων κατά τον κρίσιμο χρόνο ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 711.479,01 (166.400 + 154.000 + 66.040 + 325.039,01). Στην απόκτηση αυτών των περιουσιακών στοιχείων συνέβαλε η ενάγουσα με την, ως άνω αναφερθείσα, παραχώρηση των ακινήτων που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος για επαγγελματική στέγη.

Ειδικότερα και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1992 μέχρι και το έτος 2000 ο εναγόμενος εξακολουθούσε να κάνει, άνευ ανταλλάγματος, χρήση του ιατρείου που του είχε παραχωρήσει η ενάγουσα στην .... Πιο συγκεκριμένα, η μισθωτική αξία του εν λόγω ακινήτου, την οποία ο εναγόμενος αμφισβητεί ειδικότερα, ανερχόταν α) για την περίοδο 14.06.1992 - 13.06.1994 σε 70.000 δρχ.

μηνιαίως, ήτοι 1.680.000 δρχ. για τα δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 840.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής 4.807 €, β) για την περίοδο 14.06.1994 - 13.06.1996 σε 80.000 δρχ. μηνιαίως, ήτοι 1.920.000 δρχ. για δύο έτη, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 960.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 4.629,71 €, γ) για την περίοδο 14.06.1996 - 13.06.1998 σε 90.000 δρχ.

μηνιαίως, ήτοι 2.160.000 δρχ. για δύο έτη εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 1.080.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής 4.540 € και δ) για την περίοδο 14.06.1998 - 23.01.2000 σε 100.000 δρχ. μηνιαίως, ήτοι 1.900.000 δρχ. για δεκαεννέα μήνες, εκ των οποίων το ήμισυ βάρυνε τον εναγόμενο, ήτοι 950.000 δρχ. και μετ' αναγωγή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, 4.046,31 €.

Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας πως ο εναγόμενος κατά το διάστημα από 14.05.1997 ως και 23.01.2000 ωφελήθηκε κατά το 100% της μισθωτικής αξίας του ως άνω ακινήτου, λόγω της δικής της επαγγελματικής εγκατάστασης στο ιατρείο της ..., δεν αποδείχθηκε, καθώς δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση όλου του ακινήτου για την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Ωσαύτως, αναπόδεικτος παρέμεινε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά και σε μισθωμένο από αυτή ακίνητο, κείμενο στην ..., στην .... Τούτο δε, διότι αυτός μόνο τυπικά έφερε την έδρα του εκεί, ενώ ουσιαστικά ασκούσε το ιδιωτικό του ιατρείο στην οδό ..., όπου, όμως, επειδή έδρευε η ανώνυμη εταιρία, υφίστατο κώλυμά του, ως μετόχου αυτής, να δηλώνει την ίδια επαγγελματική διεύθυνση.

Εξάλλου προσκρούει στη λογική αλλά και τη συναλλακτική πρακτική ο εναγόμενος να ασκούσε, ως ιδιώτης, το επάγγελμά του σε δύο διαφορετικά ιατρεία. Η μισθωτική αξία του ποσοστού 50% του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας, η οποία δεν αμφισβητείται ειδικότερα από τον εναγόμενο ανέρχεται α) από 01.02.2000 έως και 31.12.2000 στο ποσό των 50.000 δρχ.

μηνιαίως και συνολικά για έντεκα μήνες στο ποσό των 550.000 δρχ. ή 1614,08 €, β) από 01.01.2001 ως 31.12.2002 στο ποσό των 60.000 δρχ. μηνιαίως και συνολικά για δύο έτη στο ποσό του 1.440.000 δρχ. και μετ' αναγωγή σε σημερινές τιμές 5.478,69 €, β) από 01.01.2003 έως και 31.12.2004 στο ποσό των 200 € μηνιαίως και συνολικά για δύο έτη στο ποσό του 4.800 € και μετ' αναγωγή σε σημερινές τιμές 5.856,11 €, γ) από 01.01.2005 έως και 31.12.2006 στο ποσό των 230 € μηνιαίως και συνολικά για δύο έτη στο ποσό του 5.520 € και μετ' αναγωγή σε σημερινές τιμές 6.315,40 € και δ) από 01.01.2007 έως και 30.10.2007 στο ποσό των 260 € μηνιαίως και συνολικά για δέκα μήνες στο ποσό του 2.600 € και μετ' αναγωγή σε σημερινές τιμές 2.895,94 €.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω ο εναγόμενος απέφυγε να καταβάλει συνολικά για το διάστημα 1992-2004 το συνολικό ποσό των ευρώ 40.83,24 (4.807 + 4.629,71 + 4.540 + 4.046,31 + 1614,08 + 5.478,69 + 5.856,11 + 6.315,40 + 2.895,94), που βάρυνε τον ίδιο και ο οποίος ωφελήθηκε κατά τούτο.

Συνεπώς η συνεισφορά της ενάγουσας στα ως άνω περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου, ανέρχεται στο ποσό των (40.183,24 + 900) = 41.083,24 €. Εξ άλλου ως προεκτέθηκε η ίδια συνέβαλε απλώς κατά την αναλογία των δυνάμεών της στις δαπάνες του οικογενειακού οίκου, ενώ προέκυψε και ότι δεν υπήρξε συμβολή της με καταβολή κεφαλαίου, αφενός διότι τα εισοδήματά της μετά το έτος 1995 ήταν σημαντικά χαμηλότερα από του συζύγου της και δεν επαρκούσαν για να αυξήσει τη δική της περιουσία, αλλά και να συνεισφέρει στην αύξηση της περιουσίας αυτού, ενώ, ως προεκτέθηκε, το ζευγάρι είχε ήδη από το έτος 1991, πάψει να διατηρεί κοινό ταμείο.

Επομένως, εφόσον η συνολική αξία των ως άνω αποκτημάτων του εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των 711.479,01 €, η συμμετοχή της ενάγουσας προσδιορίζεται σε ποσοστό 5,77% (41.083,24: 71 1.479,01 X 100), ήτοι σε ποσοστό μικρότερο του 1/3, γενομένης, ως προς τα συγκεκριμένα αποκτήματα, εν μέρει δεκτής της ένστασης περί μικρότερης από την τεκμαρτή συμβολή που προέβαλε ο εναγόμενος.

Αποδείχθηκε επιπλέον, ότι ο τελευταίος, συνέβαλε στην απόκτηση εκ μέρους της εναγόμενης του 35% των μετοχών, κυριότητας της, όπως η ίδια συνομολογεί στο αγωγικό της δικόγραφο, ήτοι συνέβαλε κατά το ποσό των 150 X 557,27 = 83.590,50 X 35% = 29.256,67 € ενώ δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμβολή του στην εκ μέρους της απόκτηση του ως άνω ακινήτου επί της οδού ....

Ενόψει, των ανωτέρω, ο εναγόμενος συνέβαλε στην απόκτηση της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό των 29.256,67 €. Επομένως, συμψηφιζόμενο το ποσό αυτό στο ποσό των 41.083,24 €, απομένει τελικό ποσό που αντιστοιχεί στη συμβολή της ενάγουσας στα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου (41.083,24 - 29.256,67) =11.826,57 €, κατά μερική παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού του εναγομένου, ως ουσιαστικά βάσιμης.

Το ποσό αυτό αποτελεί το 1,66% της ως άνω αξίας των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου και ως εκ τούτου το αίτημα της ενάγουσας περί αυτούσιας απόδοσης ποσοστού εξ αδιαιρέτου στα εν λόγω ακίνητα δεν κρίνεται προς το συμφέρον της και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, εφόσον αποδείχθηκε συμβολή της ενάγουσας στα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου, η από 14.02.2013 αρνητική αναγνωριστική αγωγή του τελευταίου περί μη συμμετοχής της εναγόμενης συζύγου του στη περιουσία του κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Αντίθετα η από 12.03.2012 αγωγή της ενάγουσας, (η οποία σημειωτέον ότι παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ίδια είναι απορριπτέα - ως κρίθηκε και πρωτοδίκως- ως προς το σωρευόμενο αίτημα της, περί αναγνώρισης ως εικονικής της συμμετοχής της μητέρας του εναγομένου, ..., στην μετοχική σύνθεση της ανώνυμης εταιρίας, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, εφόσον δεν στρέφεται κατά της, φερόμενης ως έλκουσας δικαιώματα από την εικονικότητα, μητέρας του εναγομένου), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση του πραγματικού υπολογισμού, όσον αφορά στα ειδικώς ως άνω διαλαμβανόμενα αποκτήματα του εναγομένου και εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση του τεκμαρτού υπολογισμού όσον αφορά στα επίσης, ως άνω, ειδικώς αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία του τελευταίου και να υποχρεωθεί αυτός 1) να προβεί στην αυτούσια απόδοση προς την ενάγουσα του 1/2 των κάτωθι αναφερομένων ακινήτων του (αποκλειστικής ή συγκυριότητας, πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας), εφόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας απόφασης, ο τρόπος αυτός, ο οποίος αποτελεί άλλωστε και το κύριο αίτημα της ενάγουσας, εξυπηρετεί το πρωτίστως λαμβανόμενο υπόψη συμφέρον της (αφού της παρέχει περισσότερες επιλογές ικανοποίησης της αξίωσης της από την καταβολή της οπωσδήποτε μειωμένης κατά τον κρίσιμο χρόνο αξίας τους εξ αιτίας των συνεπειών της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης) και συγκεκριμένα:

Α) για τα ακίνητα στην οδό ...: ι) του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας της αποθήκης Α', που αντιστοιχεί στο ποσό των (30.550,73: 2) = 15.275,36 €, ιι) του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας της αποθήκης Β', που αντιστοιχεί στο ποσό των (3.399,25: 2) = 1.699,62 €, ιιι) του 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ Α', που αντιστοιχεί στο ποσό των (169.340,44: 2) = 84.670,22 €, ιν) του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας της ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ Β' που αντιστοιχεί στο ποσό των (392.531,61: 2) = 196.265,80 €, ν) του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας των καθ' υπέρβαση της οικοδομικής αδείας νομιμοποιημένων χώρων του υπογείου και του τρίτου ορόφου, που αντιστοιχεί στο ποσό των 21.752,04 (43.504,08: 2) Β) Για το ακίνητο στο χωριό ..., το 1/2 της πλήρους κυριότητας του ακινήτου αυτού, που αντιστοιχεί στο ποσό των (67.500: 2) = 33.750 €, Γ) για τα ακίνητα στη ..., επί της οδού ..., ι) του 1/2 της πλήρους κυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας Α-3, που αντιστοιχεί στο ποσό των (80.840: 2)= 40.420 €, ιι) του 1/2 της πλήρους κυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας Α-4, που αντιστοιχεί στο ποσό των (99.720: 2) = 49.860 € και ιιι) του 1/2 της επικαρπίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας Α-2 (δεδομένου ότι μετά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, η ψιλή κυριότητα, μεταβιβάσθηκε από τον εναγόμενο στη θυγατέρα των διαδίκων Ε.

Π. δυνάμει του νομίμως μετ/νου υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών ...), που αντιστοιχεί στο ποσό των (36.000 Χ 3/10:2)= 5.400 €, ιν) του 1/2 της πλήρους κυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας Α-1, που αντιστοιχεί στο ποσό των (55.740: 2)= 27.870 €, με τη συνολική αξία του ως άνω ποσοστού των οποίων, εκ ποσού ευρώ 476.963,04 (15.275,36 + 1.699,62 + 84.670,22 + 196.265,80 + 21.752,04 + 33.750 + 40.420 + 49.860 + 5.400 + 27.870) να απομένει για την συμπλήρωση της συμβολής της το ποσό των 7.722,76 (484.685,80 - 476.963,04), που θα πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το καταβάλει σε χρήμα, όπως και το ποσό που αντιστοιχεί στην μεταβιβασθείσα κατά τα προεκτεθέντα ψιλή κυριότητα της επί της οδού ...

οριζόντιας ιδιοκτησίας Α-2 ύψους 12.600 € (36.000 X 7/10: 2), καθώς και με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, θα πρέπει να της καταβάλει το ποσό των 11.826,57 €, και συνολικά 32.149,33 € (7.722,76 + 12.600 + 1 1.826,57) €, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής ως την εξόφληση. Σημειώνεται ότι η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, γιατί με αυτή επιδιώκεται ο εις βάρος του αποθησαυρισμός καθώς και η οικονομική και ηθική εξόντωση του, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι οι εν λόγω αιτιάσεις δεν θεμελιώνονται σε ειδικά πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω υφίσταται προφανής υπέρβαση των επιβαλλόμενων από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος ορίων κατά την έννοια της ΑΚ 281".

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της που δέχθηκε την αγωγής της τελευταίας, και δικάζοντας εκ νέου κατ' ουσίαν την αγωγή της, την δέχθηκε εν μέρει υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να προβεί ":

I) στην αυτούσια απόδοση στην αναιρεσίβλητη των μνημονευομένων στο οικείο διατακτικό ακινήτων και στην καταβολή σ' αυτήν του ποσού των 32.149,33 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε κατά την πλειοψηφούσα άποψη την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της συμβολής ή μη της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσίβλητη: α)" συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με τις αποταμιεύσεις των εισοδημάτων της από την εργασία της, με τις γνωριμίες της οι οποίες συνέβαλαν στην αύξηση της πελατείας του συζύγου της κυρίως κατά τα πρώτα έτη της επαγγελματικής του δραστηριότητας (ως ιατρού καρδιολόγου) όταν συστεγαζόταν με αυτήν και με την παροχή από το 1982 άνευ ανταλλάγματος της χρήσεως του ακινήτου της επί της οδού ...

στην ..., όπου η ίδια διατηρούσε το οδοντιατρείο της, ως καρδιολογικού ιατρείου από τον αναιρεσείοντα, παρότι η τελευταία αυτή παροχή αποτιμάται χρηματικά με την αναφορά συγκεκριμένου χρηματικού ποσού αντιστοιχούντος στη μισθωτική αξία του ακινήτου που εξοικονόμησε ο σύζυγός της, εν τούτοις δεν προσδιορίζεται με την παράθεση πραγματικών περιστατικών κατά ποιο ακριβώς τρόπο οι γνωριμίες της (και τί είδους γνωριμίες, κοινωνικές ή επαγγελματικές ή κοινοί πελάτες και στα δύο ιατρεία, ο αριθμός αυτών, οι εισπρατόμενες αμοιβές κλπ) συνέβαλαν αιτιωδώς στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και ποια η χρηματική αποτίμηση αυτών, β) ενώ διαλαμβάνει παραδοχή ότι από το 1986 και εντεύθεν τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος όπως αναλυτικά παρατίθενται ανωτέρω, ήσαν τριπλάσια των δικών της εισοδημάτων, δεν εξηγεί κατά ποίο τρόπο η αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά 50% με τις αποταμιεύσεις από τα εισοδήματά της (ειδικότερα όσον αφορά τα ακίνητα στη ...

που αποκτήθηκαν το 1988), γ) παρότι δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι η οικοδομή στη ... (γενέτειρα του αναιρεσείοντος) κατασκευάστηκε από τους διαδίκους με κοινά τους χρήματα", εν συνεχεία αντιφατικά διαλαμβάνει παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε με τις αποταμιεύσεις από τα εισοδήματά της και στην ανέγερση της εν λόγω οικοδομής, ενώ περαιτέρω δέχεται ότι η τελευταία ανηγέρθη σε οικόπεδο που απέκτησε ο αναιρεσείων με γονική παροχή, χωρίς να προσδιορίζει (αφαιρεί) την αξία του οικοπέδου, με συνέπεια να προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τί τελικά δέχεται το δικαστήριο ως προς την αξία του αποκτήματος και το μέγεθος της συμβολής της αναιρεσίβλητης σ' αυτό, δεδομένου ότι κατά νόμον (άρθρα 953, 954, 1057 ΑΚ) η ανεγειρόμενη επί οικοπέδου οικοδομή αποτελεί συστατικό του οικοπέδου, δ) δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην ανέγερση της οικοδομής επί του οικοπέδου που αγοράσθηκε το 1984 στη ... "με την αποπληρωμή των δόσεων των τριών δανείων που έλαβε ο αναιρεσείων προς τούτο κατά τα έτη 1987, 1988, 1988, από της συνάψεώς τους και εντεύθεν (χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει τη λήξη και το χρόνο εξόφλησης τους) από τις κοινές τους αποταμιεύσεις", παρά την υπό στοιχείο β) ως ανωτέρω παραδοχή, ενώ περαιτέρω διαλαμβάνει παραδοχή ότι δεν υπήρξε συμβολή της αναιρεσίβλητης με καταβολή κεφαλαίου, διότι μετά το 1995 τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης ήσαν σημαντικά χαμηλότερα εκείνων του αναιρεσείοντος και δεν επαρκούσαν να συνεισφέρει στην αύξηση της περιουσίας του, καθώς και διότι από το 1991 οι διάδικοι είχαν παύσει να διατηρούν κοινό ταμείο.

ε) δεν αιτιολογεί επαρκώς τον (αυτοτελή) τρόπο συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα επίδικα αποκτήματα με βάση τα εισοδήματά της, ενόψει των ως άνω παραδοχών (μεγάλες διακυμάνσεις σ' αυτά, μη επαρκής προσδιορισμός καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, έλλειψη κοινού ταμείου για χρονικό διάστημα περίπου 15 ετών με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια περί του ύψους της συμβολής της.

Εν όψει των παραπάνω, ιδρύεται η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποίαν εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, αφού πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2βΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 του ίδιου Κώδικα, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναιρέσεως (ΑΠ1478/2017, ΑΠ1447/2002).

Σημειώνεται δε ότι η τροποποίηση της παρ.4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ δυνάμει της οποίας στην περίπτωση που υπάρχουν αναιρετικοί λόγοι λαμβανόμενοι αυτεπαγγέλτως οι διάδικοι ειδοποιούνται ηλεκτρονικά για να υποβάλλουν υπόμνημα με τις απόψεις του, δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, ενόψει του ότι ισχύει σε υποθέσεις εκκρεμείς κατά την 1-1-2022, ενώ η υπό κρίση υπόθεση ήχθη προς συζήτηση την 8-11-2021.

Επί πλέον των ανωτέρω σημειώνονται τα ακόλουθα: Η εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει ενοχικώς την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297εδβ' ΑΚ (που ορίζει ότι αντί για χρηματική αποζημίωση, το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή), όπως έκρινε η ΟλΑΠ28/1996 ιδρύει εξαίρεση από τον κανόνα της χρηματικής ενοχής του άρθρου 1400ΑΚ, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου.

Συνεπώς, κατά την εκτίμηση των ειδικών περιστάσεων που θέτει ως κριτήριο η ως άνω διάταξη και επικαλείται ο ενδιαφερόμενος για τη θεμελίωση της παρέκκλισης από την αρχή της χρηματικής αποζημιώσεως, ο δικαστής πρέπει να προβεί κυρίως σε στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων και να δεχθεί την αυτούσια αποκατάσταση, όταν αυτή, ενώ δεν βλάπτει ή βλάπτει ελάχιστα τον έναν, για τον άλλον παρουσιάζει σημαντικώς υπέρτερα πλεονεκτήματα . Εάν πάλι δεν υπάρχει αυτή η σημαντική υπεροχή του οφέλους του ενός, έναντι της ζημίας του άλλου, το ζήτημα θα εξετασθεί με το πνεύμα της εύνοιας προς τον δανειστή, υπέρ του οποίου έχει τεθεί από το άρθρο 297ΑΚ και συνεπώς αν η επιδίκαση χρηματικής αποζημιώσεως πρόκειται να είναι επιζήμια στο δικαιούχο από ειδικούς λόγους, η παραδοχή της αιτήσεως της αυτούσιας αποκαταστάσεως αποτρέπει την ανεπιεική λύση. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το (έννομο) συμφέρον των διαδίκων και δη του δανειστή συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο και συνεπώς η κρίση του, ως προς το εάν, εν όψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το εν λόγω συμφέρον και εντεύθεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα της εις χρήμα παροχής, ελέγχεται αναιρετικώς.

Εν προκειμένω όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται (ενοχικώς, προδήλως με καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως) σε αυτούσια απόδοση του ποσοστού της συμβολής της με την παραδοχή ότι "το κύριο αίτημα της ενάγουσας εξυπηρετεί το πρωτίστως λαμβανόμενο υπόψη συμφέρον της, αφού της παρέχει περισσότερες επιλογές ικανοποίησης της αξίωσης από την καταβολή της οπωσδήποτε μειωμένης κατά τον κρίσιμο χρόνο αξίας τους εξ αιτίας των συνεπειών της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης", χωρίς όμως να προβεί προηγουμένως σε στάθμιση (αξιολόγηση) των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων με τη λήψη υπόψη συναφών κριτηρίων (των "ειδικών" προς τούτο "περιστάσεων"), όπως απαιτεί το άρθρο 297 εδβ'ΑΚ, ώστε να καταλήξει στην εφαρμογή της εξαίρεσης από τον κανόνα της χρηματικής ενοχής, ενώ δεν αιτιολογεί επαρκώς πως εξυπηρετείται το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης με την αυτούσια απόδοση, καθόσον αφενός δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι περισσότερες επιλογές της που ικανοποιούνται με τον τρόπο αυτό (της αυτούσιας απόδοσης), αφετέρου δεν διαλαμβάνει παραδοχές ότι η αξία των ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε μειωθεί, ώστε η αυτούσια απόδοση να συνιστά τη μοναδική συμφέρουσα λύση, πέραν του ότι δεν εξηγεί υπό ποίαν έννοια η τυχόν μειωμένη αξία των ακινήτων αυτών ως οικονομικό μέγεθος καθιστά πλέον συμφέρουσα τη λύση της αυτούσιας απόδοσης και καθιστά επιζήμια την χρηματική παροχή, εφόσον πρόκειται για τα ίδια ακριβώς ακίνητα .

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ωσαύτως κατά το δεύτερο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου, όμως, και συγκεκριμένα η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Α. Δ. είχε την άποψη ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν ιδρύεται αυτεπαγγέλτως ερευνόμενος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι προσκρούει στο παρακάτω δικονομικό απαράδεκτο (πρβλ ΑΠ 2098/2009), και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να εκδοθεί απλή διάταξη του Δικαστηρίου, στην οποία να τάσσεται προθεσμία στους διάδικους να υποβάλλουν υπόμνημα σχετικά με τις αναφερόμενες παραπάνω με αριθμ.

α, β, γ, δ πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, προκειμένου να ελεγχθεί, και αυτεπαγγέλτως, αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 και 120 ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο ή στους πρόσθετους λόγους να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα αντίστοιχα αναιρούμενα σημεία, ήτοι να μην υφίσταται δικονομικό απαράδεκτο αντίστοιχου λόγου αναίρεσης (πρβλ. 2098/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε στο αναιρετήριο ούτε στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται σε αντίστοιχες παραπάνω ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τη συμβολή της αναιρεσίβλητης, στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, κατά τον πραγματικό υπολογισμό, και της απόρριψης της ένστασης ή της αγωγής του αναιρεσείοντος για μηδενική ή η συμπεριλαμβανόμενη σ' αυτήν εν μέρει συμβολή της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, παρά μόνον: 1) μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την οικοδομή στο οικόπεδο 93 στο συνοικισμό ... "..Οι ισχυρισμοί αφενός μεν της ενάγουσας περί του ότι η εν λόγω οικοδομή κατασκευάστηκε από τους διαδίκους από κοινά τους χρήματα, αφετέρου δε του εναγομένου περί του ότι η οικοδομή ανεγέρθηκε αποκλειστικά με χρήματα των γονέων του, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκαν βάσιμοι" στο πλαίσιο των λόγων αναίρεσης από τους αρ. 13 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ" και 2) η αποσπασματική αναφορά στο αναιρετήριο και στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης "...ότι δεν υπήρξε συμβολή της αναιρεσίβλητης με καταβολή κεφαλαίου, διότι μετά το 1995 τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης ήσαν σημαντικά χαμηλότερα εκείνων του αναιρεσείοντος και δεν επαρκούσαν να συνεισφέρει στην αύξηση της περιουσίας του, καθώς και διότι από το 1991 οι διάδικοι είχαν παύσει να διατηρούν κοινό ταμείο...", αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αιτιολογία προσδιορισμού σε 5,77% της συμμετοχής σε έτερα ακίνητα που απέκτησε ο αναιρεσείων κατά τα έτη 1999 έως 2003, συνολικής αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο 711.479,01.

Ήτοι υφίσταται δικονομικό απαράδεκτο, που θεμελιώνεται στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και, συνεπώς, δεν πληρούται η προϋπόθεση της παραπάνω αυτεπάγγελτης έρευνας από τον αρ. 19 λόγου αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559.

Στη συνέχεια, οι παραπάνω διατάξεις συμπληρώθηκαν ως εξής "Κατ` εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559. Ο Άρειος Πάγος με απλή διάταξή του, αν υπάρχουν λόγοι, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το πρώτο εδάφιο, καλεί τους διαδίκους να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους στην οριζόμενη από αυτόν προθεσμία.

Η γνωστοποίηση της διάταξης αυτής γίνεται με επιμέλεια του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Η απόφαση δεν εκδίδεται πριν από τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής." Συγκεκριμένα, πλην άλλων, η παρ. 4 συμπληρώθηκαν από την 1η.1.2022 και το άρθρο 562, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015,ΦΕΚ Α 87, διαμορφώθηκε ως άνω δυνάμει των άρθρων 36 και 120 Ν.4842/2021, ΦΕΚ Α 190, κατά δε το άρθρο 116 παρ.2β του αυτού νόμου, πλην άλλων, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 562 και οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 570 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιούνται με τον παρόντα, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων.".

Κατά την αυτή μειοψηφούσα γνώμη, σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε με απλή διάταξη του Δικαστηρίου, για τον παραπάνω αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης (με στοιχεία, α, β, γ, δ) να καλέσει του διαδίκους να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους, σε ορισμένη τασσόμενη προθεσμία, και να γνωστοποιηθεί η διάταξη με επιμέλεια του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων, διότι ενόψει και του επιδιωκόμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη σκοπού προηγούμενης ενημέρωσης των διαδίκων και επειδή η παρούσα δίκη εξακολουθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 221 § 1α`, 222, 308 § 1 και 574 ΚΠολΔ, να είναι εκκρεμής, στο Δικαστήριο αυτό, διότι η εκκρεμής η δίκη δεν έληξε με τη συζήτηση, στις 8-11-2021, της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά λήγει μόνο με την έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής, και, συνεπώς, τυγχάνουν εφαρμογής, στην προκείμενη υπόθεση, οι προαναφερθείσες διατάξεις.

Περαιτέρω, κατά την αυτή μειοψηφούσα γνώμη, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προ την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1400, 904 και 297εδ. β ΑΚ στάθμιση συμφερόντων των διαδίκων και κυρίως του συμφέροντος του δανειστή για την (ενοχικώς) αυτούσια απόδοση του ποσοστού συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αναφερόμενα συγκεκριμένα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας στα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ανέρχονταν σε ποσοστό 50%, δεχόμενο ότι επιβάλλεται η ανωτέρω αυτούσια απόδοση, ως ανάλογη με τις περιστάσεις για τους διάδικους, και πρωτίστως προς το συμφέρον της αναιρεσίβλητης που είναι φορέας της απαίτησης, επειδή με την αυτούσια απόδοση παρέχονται περισσότερες επιλογές για ικανοποίηση της αξίωσης της από την καταβολή της οπωσδήποτε μειωμένης κατά τον κρίσιμο χρόνο αξίας τους, άσκησης της αγωγής, εξαιτίας των συνεπειών της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, που είχε ως συνέπεια την κατακόρυφη, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής (2012) μείωση της αξίας των ακινήτων, ενώ για τη συμβολή της αιναιρεσείουσας στα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης άλλα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, κατά ποσοστό 5,77%, προέκρινε τον συμψηφισμό μέρος του ποσοστού αυτού με ανταπαίτηση του τελευταίου και το εναπομένον υπόλοιπο απαίτησης της αναιρεσίβλητης από 1,66% απέδωσε σε χρήμα, υποχρεώνοντας τον αναρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των 11.826,57 ευρώ.

Έτσι, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το υψηλό ποσοστό συμμετοχής της 50% στα συγκεκριμένα ακίνητα σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που έπληξε την ημεδαπή, ενόψει και του ότι λίγο πριν τον κρίσιμο χρόνο, εγκρίθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το Μνημόνιο II και τα μέτρα που το συνοδεύουν, με το ν. 4046/14.2.2012 (ΦΕΚ Α` 28/14.02.2012), είχε άμεση επίδραση στην κατακόρυφη μείωση της αξίας, η χρηματική αποτίμηση, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, πλήττει καίρια τα συμφέροντα της δανείστριας αναιρεσίβλητης για επανάκτηση της μειωμένης αξίας αυτών και ταυτόχρονα ο αναιρεσείων έχει την επιλογή με την αποφυγή εκποίησης αυτών τη δυνατότητα επανάκτησης της αξίας αυτών με την αναμενόμενη τότε σε βάθος, όμως, χρόνο ανάκαμψη της οικονομίας της Χώρας, επιλογή την οποία θα έχει και η αναιρεσίβλητη με την αυτούσια απόδοση του ποσοστού συμμετοχής της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, και, συνεπώς, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 θα έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Κατά την αυτή μειοψηφούσα άποψη λοιπές αιτιάσεις για ελλείψεις το αν είναι δυνατή η από τους πρώην συζύγους αυτούσια διανομή και σύγχρηση των ακινήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της αντίστοιχης πλήρους κυριότητας, ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας και αν η αυτούσια απόδοση είναι δυνατόν να θίξει τη λειτουργία της στεγαζόμενης επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας ιατρικής επιχείρησης, επί της οδού ... - ..., αν η αυτούσια απόδοση ακινήτου που ανεγέρθηκε σε οικόπεδο προερχόμενο από την πατρική του περιουσία θα πρέπει να γίνει από μέρους του αναιρεσείοντος ανεκτή παρά το συναισθηματικό δεσμό του με το ακίνητο, και αν είναι δυνατή η σύγχρηση εκ μέρους του κατά το μερίδιο της αναλογίας του είναι απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το Εφετείο δεν διέταξε την αυτούσια διανομή ή σύγχρηση των αποκτημάτων.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την αυτή μειοψηφούσα άποψη οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς και χωρίς αντιφάσεις συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, και οι λοιπές αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείοντος, προς ενίσχυση των αντίθετων απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχo.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου (αυτεπαγγέλτως ληφθέντος υπόψιν) λόγου αλλά και των ανωτέρω μνημονευθέντων λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (αναιρετικών και προσθέτων της υπό κρίση αναίρεσης) λόγων, πρέπει, κατά την επικρατήσασα άποψη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4876/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ