Legislator Case Law & Legislation
1820/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt ranking decision due to inadmissibility and lack of legal basis.

Case Number 1820/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Social Security Institution against a lower court's decision regarding the ranking of creditors. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court had already rejected the underlying objection as illegal, and the appeal failed to specify the alleged error. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the first respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment relying on multiple grounds is inadmissible if it attacks only one ground which has already been rejected as illegal, and the appeal must specifically identify the error committed by the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal multiple grounds judgment specific error requirement creditor ranking costs of litigation procedural dismissal legal basis

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 §§ 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Article 975 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 62 § 3 letter Θ of Law 4387/2016
Article 22 § 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1820 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1820/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - (e-ΕΦΚΑ)", όπως μετονομάστηκε ο "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΦΚΑ", το οποίο εδρεύευει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βλαχογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, ενώ οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2018 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6813/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 4472ΣΤ/3-2-2022 και 4471ΣΤ/3-2-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Ν., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την επ' αυτών πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκαν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 §§ 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Εφόσον οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ).

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 § 1 στοιχ. β', 309 εδ. α', 321, 577 §§ 1 και 2 και 495 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (577 § 1 ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 12/2011), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 12/2011), ήτοι καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 243/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους.

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 902/1982, ΑΠ 541/2009, ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1340/ 2017).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.

Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 § 2 εδ.

β' ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες της δίκης άλλους δανειστές.

Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.1), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθών η ανακοπή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.2) και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθών, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθών, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν (ΑΠ 963/2022, ΑΠ 264/2020, ΑΠ 2117/2014).

ΙΙΙ. Εξάλλου, στο άρθρο 937 § 1β ΚΠολΔ, όπως η παρ.1 αυτού αντικ. με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, (ΦΕΚ Α 87) και εφαρμοζόταν σε αναγκαστική εκτέλεση όταν η επιταγή προς εκτέλεση επιδιδόταν μετά την 1-1-2016, ορίζονταν τα εξής: "...β) Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης.

Στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγραφος 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας". Στο άρθρο αυτό ορίζονται ειδικοί κανόνες που διέπουν τις περί την εκτέλεση δίκες και σκοπό έχουν την ταχεία και απρόσκοπτη περαίωση της δίκης και εντεύθεν της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Με το ν.4335/2015 προκειμένου να επιτευχθεί επιτάχυνση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, καθιερώθηκαν δύο στάδια προσβολής της εκτελεστικής διαδικασίας(Aιτιολογική έκθεση ν.4335/2015 VII 3.1, 3.2). Το πρώτο βρίσκεται πριν τον πλειστηριασμό και το δεύτερο τοποθετείται μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και περιλαμβάνει τη δυνατότητα άσκησης ανακοπής για όλα τα παράπονα για ενδεχόμενες πλημμέλειες, οι οποίες εμφιλοχώρησαν από την πράξη του πλειστηριασμού μέχρι την τελευταία που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Έτσι, με την άσκηση μιας δεύτερης - και τελευταίας - ανακοπής θα επιλύονται, κατά την αιτιολ. έκθεση, πάλι αποτελεσματικά και γρήγορα όλα τα ζητήματα, τα οποία αφορούν το δεύτερο στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας. Είναι προφανές ότι με το νόμο αυτό καθορίζονται σαφώς τα όρια των περί την εκτέλεση δικών και φθάνουν μέχρι το τέλος του δευτέρου ως άνω σταδίου, εντός του οποίου εφαρμόζονται πλέον επι ασκηθησομένων ανακοπών οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 937 ΚΠολΔ.

Είναι σαφές ότι σ' αυτές δεν περιλαμβάνονται οι του άρθρου 979 ΚΠολΔ, αφού η αμφισβήτηση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έχει τελειώσει με την κατακύρωση και ακολουθεί η διανομή του πλειστηριάσματος, οι αντιρρήσεις στην οποία δεν έχουν τη μορφή και την πολυπλοκότητα των μέχρι τον πλειστηριασμό τοιούτων.

Έτσι, με βάση το σκοπό του νομοθέτη, όπως αυτός αποτυπώνεται στις ως άνω ρυθμίσεις, οι ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης ακολουθούν την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) χωρίς τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 937 ΚΠολΔ, στις οποίες περιλαμβανόταν, όπως προεκτέθηκε, και η απαγόρευση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και αυτή (μέχρι την τροποποίησή του και πάλι με το άρθ. 59 του ν. 4842/2021) της ασκήσεως αναιρέσεως, όταν ο τίτλος με βάση τον οποίο επισπευδόταν η αναγκαστική εκτέλεση ήταν διαταγή πληρωμής ή δικαστική απόφαση.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τo ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το αναιρεσείον, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29-08-2018 ανακοπή του κατ' άρθρο 979 ΚΠολΔ, στρεφόμενη κατά της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", της …..Τράπεζας και της Τράπεζας ….., με την οποία ζητούσε, για το λόγο που εκτίθεται σε αυτήν, την μεταρρύθμιση του υπ' αριθ. ... πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Α. Σγούρα, την αποβολή από αυτόν των καθών η ανακοπή για τα ποσά των 53.937, 25 ευρώ, 2.437, 39 ευρώ και 1.572, 52 ευρώ, αντίστοιχα, και την κατάταξη του ιδίου (ανακόπτοντος) στα άνω ποσά (συνολικά 57.947, 15 ευρώ).

Συζητηθείσης της άνω ανακοπής αντιμωλία του ανακόπτοντος και της πρώτης και τρίτης των καθών η ανακοπή (και ήδη αναιρεσιβλήτων) και ερήμην της δεύτερης καθής η ανακοπή (και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 303/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που απέρριψε την ανακοπή ως νόμω αβάσιμη κατά τον μοναδικό λόγο της.

Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το ανακόπτον άσκησε την από 2-5-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η άνω έφεση συζητήθηκε ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων και νυν δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθ. 6813/2019 απόφαση, η οποία θεωρήσασα την δίκη ως τοιαύτη περί την εκτέλεση και ως εκ τούτου μη δυναμένη να προσβληθεί (η απόφαση) με ανακοπή ερημοδικίας, δεν διέλαβε διάταξη περί παραβόλου ερημοδικίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, την οποία παρά ταύτα η δεύτερη εφεσίβλητη νομιμοποιείται, κατά τα προπαρατεθέντα, να ασκήσει καταβάλλοντας ως παράβολο το κατώτερο προβλεπόμενο ποσό (ΑΠ 326/2009, ΑΠ 685/2010).

Η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά της δεύτερης εφεσιβλητης/αναιρεσίβλητης, πλην όμως από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στην ως άνω αναιρεσίβλητη, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται ότι έχει κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, αλλά ούτε και προκύπτει ότι έγινε έγκυρη παραίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης από το δικαίωμά της να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, με συνέπεια η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της να εμποδίζει την τελεσιδικία της αποφάσεως και κατ' ακολουθίαν την άσκηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης.

Ενόψει των ανωτέρω, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ) χωρίς να υπάρξει ως προς αυτήν διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, αφού λόγω της ερημοδικίας της και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η ως άνω αναιρεσίβλητη, δεν υπέβαλε σχετικό περί αυτής αίτημα (176, 191 § 2 ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς αυτήν, και να χωρήσει νομίμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους κατά τα προεκτεθέντα (576 § 3 ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση από 8-12-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6813/2019 τελεσιδίκου ως προς τους πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση του προβλεπόμενου στο άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παραβόλου από το αναιρεσείον, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 § 4 του Ν. 2579/1998, 19 § 1 του Κ.Δτος από 26-6/10-7-1944 "Κώδικας των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 του Ν.Δ/τος από 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και τα Ν.Π.Δ.Δ., μεταξύ των οποίων είναι το ΙΚΑ και ήδη ο διάδοχός του (Ν.4364/16, άρθρο 62 § 3 εδ.

θ' Ν. 4387/2016 ως αντικ. με το άρθρο 31 Ν. 4445/2016) Ε.Φ.Κ.Α., που έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσονται από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή τους ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής, καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων, όπως και το Δημόσιο.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν, κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο.

Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 § 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1151/2021, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 1404/2007, ΑΠ 1340/2004).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ.3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 "Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις" ορίζεται στο εδ.

α' αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ.

β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω σαφής βούληση του νομοθέτη αναφέρεται μόνο στο πιο πάνω συγκεκριμένο ζήτημα και δεν αναιρεί τα πιο πάνω γενικώς ισχύοντα για τα προνόμια, ενόψει της απόλυτης ειδικότητας της σχετικής ρύθμισης. Περαιτέρω, ως επιταγή νοείται εκείνη που επιστηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρ.926 § 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 224/2022, ΑΠ 1455/2021, ΑΠ 1151/2021).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συγκαταλέγονται και αυτοί των άρθρου 975 και 977 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 28/2003, ΑΠ 1161/2010). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές (ΟλΑΠ 25/2008). Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η ανακοπή εν προκειμένω), επι της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1734/2009).

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τον λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης (ΑΠ 348/2022, ΑΠ 664/2021).

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 823/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών, ανακόπτων φορέας κοινωνικής ασφάλισης, στον μοναδικό λόγο ανακοπής του, εξέθεσε ότι για ληξιπρόθεσμη χρηματική του απαίτηση, συνολικού ποσού 166.329, 01 €, κατά του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη του Ν.

Κ., αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό ακινήτων ιδιοκτησίας του τελευταίου, στο Γαλάτσι Αττικής, που έγινε, με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή, εφεσίβλητων. Ότι, επί του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, ως αναγγελθείς δανειστής, το ανακόπτον, εκκαλούν, κατατάχθηκε οριστικά και προνομιακά στον υπ' αριθ. ...

Πίνακα Κατατάξεως δανειστών, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα, προς μερική ικανοποίηση της ως άνω απαίτησής του, για το ποσό των 10.024,79€. Ότι, οι καθ' ων η ανακοπή, εφεσίβλητες, κατατάχθηκαν, η πρώτη από αυτές, τυχαία και προνομιακά, για το ποσό των 51.106,73€, και τυχαία και συμμέτρως, για το ποσό των 2.830,52€.

Η δεύτερη από αυτές, τυχαία και συμμέτρως, για το ποσό των 2.437,39€. Η τρίτη δε από αυτές, τυχαία και συμμέτρως, για το ποσό των 1.572,51€. Ότι, η εν λόγω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύσθηκε από την πρώτη των καθ' ων η ανακοπή, εφεσίβλητων, με την από 6-7-2016 επιταγή προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. ...

Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην, όμως, είχε προηγηθεί η επίδοση στον οφειλέτη της από 6-12-2013 επιταγής προς εκτέλεση του ίδιου ως άνω εκτελεστού τίτλου, χωρίς να ακολουθήσει άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση αυτή την προγενέστερη επιταγή. Ότι, κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου Πίνακα Κατάταξης δανειστών, η ως άνω Συμβολαιογράφος, υπάλληλος του πλειστηριασμού, διένειμε εσφαλμένα το πλειστηρίασμα, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 975, και 977 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους, με το άρθρο όγδοο του Ν. 4335/2015, ενώ ως εκ του χρόνου επίδοσης της από 6-12-2013 επιταγής προς εκτέλεση, έπρεπε να εφαρμόσει τις ως άνω διατάξεις, όπως ίσχυαν, πριν την προαναφερόμενη τροποποίησή τους, γεγονός, που, αν είχε συμβεί, οι καθ' ων η ανακοπή, ήδη εφεσίβλητες, δεν θα είχαν καταταγεί στον προσβαλλόμενο Πίνακα Κατάταξης, και στη θέση αυτών, θα είχε καταταγεί το ανακόπτον, και εκκαλούν.

Βάσει δε του ιστορικού αυτού, ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο επίμαχος Πίνακας Κατάταξης δανειστών, με σκοπό να αποβληθούν από αυτόν οι καθ' ων η ανακοπή, ήδη εφεσίβλητες, ώστε να καταταγεί το ανακόπτον, ήδη εκκαλούν, στη θέση τους, οριστικά και προνομιακά, για το συνολικό ποσό των 57.947,15€, πλέον του ποσού των 10.024,79€, για το οποίο έχει ήδη καταταγεί.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, βάσει όσων εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, όμως ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, απορριπτέος, ως μη νόμιμος, διότι, όπως εκτίθεται στην ως άνω ανακοπή, η προαναφερόμενη εκτελεστική διαδικασία επισπεύδεται, δυνάμει της από 6-7-2016 επιταγής προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. ...

Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και συνεπώς, κατ' άρθρο ένατο παρ. 3 του Ν. 4335/2015, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 975, και 977 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους, με το άρθρο όγδοο του Ν. 4335/2015. Το γεγονός, ότι είχε προηγηθεί η επίδοση της από 6-12-2013 επιταγής προς εκτέλεση, εν προκειμένω, δεν ασκεί καμία επιρροή, καθόσον δεν επακολούθησε καμία πράξη εκτέλεσης, με βάση την επιταγή αυτή, η οποία, για το λόγο αυτό, απώλεσε την ισχύ της ένα έτος μετά την επίδοσή της, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Σε κάθε περίπτωση δε, ακόμη κι' αν χρόνος έναρξης της προκείμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, θεωρείτο ο χρόνος επίδοσης της προαναφερθείσας, από 6-12-2013 επιταγής προς εκτέλεση, κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, σχετικά με τα προνόμια των χρηματικών απαιτήσεων, που αναγγέλθηκαν, καθώς και την κατάταξή τους, είναι ο χρόνος σύνταξης του εν λόγω, από 6-7-2018, προσβαλλόμενου Πίνακα Κατάταξης δανειστών, κι' όχι αυτός της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, με αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.) δέχθηκε τα ανωτέρω, και απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ανακοπή του εκκαλούντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, και δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου, ως αβάσιμου, του μοναδικού λόγου της ένδικης έφεσης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ` ουσίαν με δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύρια και επικουρική), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως.

Με τον μοναδικό, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 975 και 977 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυσαν μετά την τροποποίησή τους, με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον μοναδικό λόγο της έφεσής του, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές όπως ίσχυαν πριν την ως άνω τροποποίησή τους, αφού αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αριθ. ...

διαταγής πληρωμής μαζί με την από 6-12-2013 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον οφειλέτη Ν. Κ. το πρώτον την 12-12-2013, και να κάνει έτσι δεκτή την ανακοπή του, με την οποία ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο υπ' αριθ. ... πίνακας κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα, ούτως ώστε να καταταγεί αυτό προνομιακά και οριστικά, πλέον του ποσού των 10.024,79 ευρώ, στο οποίο κατετάγη με τον προσβαλλόμενο πίνακα, και σε ποσό 57.947,15 ευρώ με την αποβολή των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης πλήττεται η πρώτη, κύρια, από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ δεν προσβάλλεται η δεύτερη επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία αυτής, κατά την οποία το μεταγενέστερο δίκαιο, με το οποίο τροποποιήθηκαν τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και εκ του ότι, ανεξαρτήτως του χρόνου επιδόσεως της επιταγής, ο πίνακας κατάταξης συντάχθηκε μετά την ισχύ του νέου νόμου.

Επομένως, εφόσον το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται η δεύτερη απ' αυτές, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, που προσβάλλει την πρώτη αιτιολογία, να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 975 ΚΠολΔ. Προϋπόθεση, όμως, του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 135/2019), στην προκείμενη δε περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, απορρίφθηκε ο εξετασθείς ως άνω λόγος της ανακοπής ως μη νόμιμος, όπως και πρωτοδίκως, παρόλο που εσφαλμένως αναφέρεται ότι το δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις (εννοώντας τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης).

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύεται το επικαλούμενο σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.

Θ ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 § 1 ν. 3693/1957 (ΑΠ 54/2022, ΑΠ 1212/2021, ΑΠ 750/2018), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ερήμην των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Απορρίπτει την από 8-12-2020 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6813/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της πρώτης αναιρεσίβλητης εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ